Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

11 Νοε 2016

0 Μετάλλαξη (Κεφάλαιο 23) Κρυφή Ζωή

Επτά ημέρες.
   Τόσος χρόνος  είχε απομείνει για το Φεστιβάλ Τεχνολογίας της Ωκεανίας. Η αντίστροφη μέτρηση για τη συμμαχία των τεράτων είχε ξεκινήσει και οι μεταλλάξεις ήταν ενθουσιασμένες και έτοιμες να υποδεχτούν όλα όσα θα ακολουθούσαν σε μία εβδομάδα. Το Ξωτικό ήταν σχεδόν έτοιμο και το μόνο που έμενε ήταν να συνδυαστούν τα διαφορετικά κομμάτια που είχαν οι πέντε ομάδες στα χέρια τους και να απελευθερώσουν το μεγάλο τους όπλο.
   Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είχε φτάσει στα αυτιά της Αιμιλίας.
   Ακριβώς όπως σκόπευε, είχε διακόψει κάθε επαφή με τη συμμαχία και τα μέλη του Δράκου.
   Η καθημερινότητα της είχε επιστρέψει σε μία ρουτίνα πολύ πιο μονότονη από αυτή που ζούσε πριν την είσοδο της στη ομάδα. Με την Αρετή και τη Σοφία να έχουν εξαφανισθεί για τα καλά από τη ζωή της, είχε αποφασίσει  να κλειστεί στο δωμάτιο της, με μόνη παρέα τη ψηφιακή βοηθό που έμπαινε τακτικά για να καθαρίζει. Οι ώρες της περνούσαν με το να  ασχολείται με τα μαθήματα της, τις προπονήσεις της, την ανάγνωση διαδικτυακών βιβλίων και την παρακολούθηση ταινιών και σειρών.
   Όλα αυτά τα έκανε με μοναδικό σκοπό να απασχολεί το μυαλό της.
   Δεν ήθελε να θυμάται την συμμαχία, δεν ήθελε να σκέφτεται τι θα συνέβαινε σε λίγες μέρες στην Ωκεανία και πάνω απ’ όλα δεν ήθελε να ζωντανεύει στο μυαλό της η ανάμνηση του Δάκη.
   Τα συναισθήματα της χαράς, της στεναχώριας, του έρωτα, της προσμονής και της ελπίδας της στερούσαν κάθε ίχνος ψυχικής ενέργειας. Έτσι προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί τη σωματική της ευεξία.  Τις ελάχιστες ώρες που δεν ήταν σπίτι της, οι προπονήσεις ακολουθούσαν η μία την άλλη, αν και αρνιόταν πεισματικά  να συμμετάσχει στο Φεστιβάλ Αθλητισμού.
   Τα βράδια, εξαντλημένη σωματικά από την έντονη άσκηση, κοιμόταν πριν προλάβει να τυλιχτεί με τα σκεπάσματα του κρεβατιού της. Τότε ήταν που η κοινωνικά ανύπαρκτη ζωή  της ερχόταν στο προσκήνιο, με τις αναμνήσεις της από τη συμμαχία και τα μέλη της να συνοδεύουν τα όνειρά της.
   Έβλεπε αυτό το φωτεινό χαμόγελο της Λορέτας, τον Ορφέα  να πετάει κάποιο ειρωνικό σχόλιο και την Εύη να τον ανταγωνίζεται. Η Μαριάννα και ο Λεωνίδας παρακολουθούσαν με ηρεμία το θέαμα που διαδραματιζόταν στο υπόγειο. Ο Γρηγόρης και ο Αναστάσης γελούσαν με τα μεταξύ τους αστεία, η Κατερίνα και ο Γιάννης πείραζαν χαριτωμένα ο ένας τον άλλο, ο Μάρκος ήταν μόνιμα ξαπλωμένος και ακίνητος στα μαξιλάρια ενώ ο Ιάσονας ήταν καθισμένος δίπλα του με μία πεισματάρικη και δυσαρεστημένη έκφραση. Ο Μανώλης ως συνήθως ειρωνευόταν τον Ιάσονα για τη μίζερη έκφραση του και τέλος  ο Δάκης, που στεκόταν ακριβώς δίπλα της και την κοιτούσε με εκείνο το σπάνιο χαμόγελο στα χείλη του. Κάθε φορά κάτι ενδιαφέρον συνέβαινε  μεταξύ των μελών της ομάδας του Δράκου.
  Δυστυχώς όμως, αυτά τα όνειρα δεν κατέληγαν ποτέ καλά. Στο τέλος όλη η ομάδα γυρνούσε προς το μέρος της με δυσαρεστημένα βλέμματα τους να την κοιτάζουν με απογοήτευση και αποστροφή. Εκείνη ήταν η πέτρα του σκανδάλου που τους δημιουργούσε προβλήματα, εκείνη ήταν που δεν καταλάβαινε και πάνω απ’ όλα εκείνη ήταν αυτή που φοβόταν μέχρι και τη σκιά της. Πως θα μπορούσε ποτέ η κόρη ενός ανθρώπου να καταλάβει τον πόνο τους; Με ποιο δικαίωμα έκρινε της πράξεις τους;
   Ο Δάκης την κοιτούσε με εκείνη  τη θλίψη στα μάτια...
   Και τότε ξυπνούσε.
   Όλα όσα απέφευγε την ημέρα την στοίχειωναν το βράδυ. Τότε ήταν που η απόφασή της  έπεφτε βαριά στους ώμους της καταδικάζοντας την για όσα πίστευε, που δεν ταίριαζαν ούτε με τις μεταλλάξεις άλλα και ούτε με τους ανθρώπους. Τότε ήταν που ένιωθε πραγματικά μόνη της.
   Αυτός ο κύκλος συνεχιζόταν κάθε μέρα δίχως διακοπή.
   Αναγνώριζε βέβαια πως τον καιρό που προσπαθούσε να προσαρμοστεί στην καινούργια πραγματικότητα, που είχε επιλέξει η ίδια, είχε παραμελήσει κάτι πάρα πολύ σημαντικό.
   Τον πατέρα της, που αγνοούσε πλήρως όσα βίωσε η Αιμιλία πριν από μερικούς μήνες και η ίδια δεν είχε κάνει τον κόπο να τον βγάλει από την άγνοιά του. Η αλήθεια ήταν πως χρονοτριβούσε. Δεν ήξερε πως να του πει όσα είχε μάθει και πως να του περιγράψει όσα είχε δει. Πως θα μπορούσε ο πατέρα της να αντιδράσει σε μία αλήθεια ου έμοιαζε βγαλμένη από σενάριο επιστημονικής φαντασίας;
   Κάπως έτσι είχαν περάσει οι μέρες. Αναποφάσιστη, κοιτούσε καθημερινά το ημερολόγιο της που της υπενθύμιζε πως η μεγάλη μέρα κοντοζύγωνε. Ο χρόνος τελείωνε. Έπρεπε να πει την αλήθεια στον πατέρα της σύντομα.
   Σήμερα αποφάσισε να κατέβει μέχρι το υπόγειο. Χωρίς να χάσει άλλο χρόνο του εξήγησε τα πάντα. Όλα τα βράδια που ήταν εξαφανισμένη δικαιολογούνταν από το Φεστιβάλ Ενότητας, τη συμμαχία και το Ξωτικό. Ανέλυσε όλες τις πληροφορίες που είχε μάθει, τους λόγους για τους οποίους είχε κόψει τις επαφές της με την Αρετή και την Σοφία,  όπως και τα συμβάντα του Λούνα Παρκ. Οι τελευταίοι μήνες της ζωής της είχαν πια γνωστοποιηθεί στον πατέρα της, εκτός όμως από τα συναισθήματά της για τον Δάκη που δεν ήξερε πως να τα εκφράσει στον γονιό της.
   Τώρα, ανακουφισμένη και ταυτόχρονα αναστατωμένη, κοιτούσε τον πατέρα της. Περίμενε μία αντίδραση που θα ταίριαζε με την εικόνα που είχε στο μυαλό της όλον αυτό τον καιρό. Το αινιγματικό του πρόσωπο ωστόσο δεν πρόδιδε ούτε ίχνος από τις πραγματικές του σκέψεις.
   «Πες κάτι» αναφώνησε η Αιμιλία.
   Ο Δημοσθένης κοίταξε την κόρη του με σοβαρή έκφραση. Το πρόσωπό του ήταν σφιγμένο και ανήσυχο. «Πού πήγες και έμπλεξες;»
   Η Αιμιλία ένιωσε έκπληξη. Αυτά τα λόγια δεν τα περίμενε. Μετά τις πληροφορίες που μόλις είχε ξεστομίσει άλλα και όσα είχε δει τον καιρό που βρισκόταν μέσα στην συμμαχία περίμενε να δει τον πατέρα της πολύ διαφορετικό από αυτό που αντίκριζε εκείνη τη στιγμή. Μόλις είχε μάθει πως ο ίδιος και η κόρη του δεν ήταν οι μοναδικές μεταλλάξεις στην Ωκεανία. Δεν είχε να εκφράσει τίποτε άλλο πέρα από την ανησυχία για του για εκείνη;
    Άσε που δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί πια. Ήταν εκτός της συμμαχίας και δεν σκόπευε να γυρίσει, ακόμα και αν τα όνειρα της της έλεγαν το αντίθετο.
   Τον κοιτούσε τώρα συγχυσμένη.   «Δεν είχα και πολλές επιλογές όταν είδα το απειλητικό μήνυμα στο μέιλ μου. Και έπειτα  έπρεπε να μάθω κατά πόσον  όσα υποστήριζαν τα παιδιά εκεί μέσα θα μπορούσαν να είναι αλήθεια. Δεν θα ησύχαζα αν δεν ήξερα. Η συμμαχία...»
   «Δεν έπρεπε ποτέ να μπλέξεις με την συμμαχία!» φώναξε ο πατέρας της. «Πώς είναι ποτέ δυνατόν να πιστέψεις πως υπήρχε περίπτωση να αποδεχθούν τους ανθρώπους στη ζωή σου; Αυτά τα παιδιά έχουν μεγαλώσει με το να σιχαίνονται και να μισούν ό,τι έχει σχέση με την ανθρώπινη φύση! Και εσύ είσαι κόρη ανθρώπου!»
   Η σύγχυση της μεγάλωνε. Η αντίδραση του πατέρα της την μπέρδευε. Δεν έδειχνε να νοιάζεται για όσα είχαν σχέση με τις μεταλλάξεις. Και ενώ η ανησυχία του για εκείνη, αν και ανούσια, ήταν απολύτως κατανοητή, η αδιαφορία του για όλα τα υπόλοιπα στοιχεία ήταν απολύτως ακατανόητη.
   Η ίδια ακόμα και μετά από τόσους μήνες προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει πλήρως όσα είχε μάθει. Για μέρες, αυτά τα στοιχεία, της είχαν γίνει έμμονη ιδέα. Υπήρχε πιθανότητα να είναι πραγματικά; Έμοιαζε αδύνατον! Συγχρόνως όμως είχε γνωρίσει τόσες μεταλλάξεις που ο αριθμός τους δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί σύμφωνα  με  όσα γνώριζε ως εκείνη τη στιγμή.
   Για το μόνο που ήταν σίγουρη ήταν πως υπήρχε ένα μεγάλο μυστικό πίσω από τις μεταλλάξεις.
   Αυτό το μυστικό, ακόμη και σήμερα, δεν το είχε ανακαλύψει.
   «Σου είχα πει να είσαι προσεχτική! Κανένας δεν έπρεπε να μάθει πως είσαι μετάλλαξη!» συμπλήρωσε ο πατέρας της στα προηγούμενα του λόγια.
   Η Αιμιλία ένιωσε ένα τσίμπημα στο στήθος της.
   Προσεκτική; Πώς μπορούσε ο πατέρας της να την κατηγορεί για απροσεξία; Πριν τον Ορφέα κανένας δεν είχε αντιληφθεί την ιδιότητα της, ούτε καν η μητέρα της. Είχε αποκοπεί από τον έξω κόσμο προσπαθώντας να μείνει κρυμμένη, ενώ προσποιούταν τον άνθρωπο μπροστά στις δύο υποτιθέμενες φίλες της. Είχε εγκαταλείψει όλα της τα όνειρα που είχαν σχέση με τον αθλητισμό, διαλέγοντας ένα από τα πιο αδιάφορα επαγγέλματα στην Ενότητα Ειρήνης. Όλα αυτά για να κρατήσει την πραγματικότητα κρυφή από τον έξω κόσμο που αν υποψιαζόταν το παραμικρό θα πίστευε ότι ήταν τέρας.
   Δεν ήταν απρόσεκτη. Ήταν τυχερή μέσα στην ατυχία του ρόλου που είχε αναλάβει στο Φεστιβάλ Ενότητας.
   Ακόμα και αν σιχαινόταν αυτόν το ρόλο, αυτός ήταν που τη βοήθησε να γνωρίσει τις μεταλλάξεις και μαζί τους όλα εκείνα τα αδιανόητα στοιχεία. Με αυτά τα στοιχεία ένιωσε απελευθερωμένη από τον εφιάλτη που ζούσε όλα αυτά τα χρόνια. Δεν ξυπνούσε πια νιώθοντας το βάρος της ίδιας της της ύπαρξης να την πλακώνει. Κι ακόμη  με αυτά τα παιδιά είχε γνωρίσει την πραγματική φιλία, τη χαρά, τη συμπόνια άλλα και τον έρωτα.
   «Αυτό έχεις να πεις;» ρώτησε η Αιμιλία αγανακτισμένη. «Απρόσεκτη; Σου εξήγησα τι έγινε, δεν μπορείς να με κατηγορείς για απροσεξία! Μακάρι να ήμουν απρόσεχτη διότι έτσι θα είχα μάθει μία ώρα αρχύτερα την αλήθεια για τις μεταλλάξεις! Πως μπορείς να δείχνεις τέτοια αδιαφορία για όλα όσα έμαθα και να δίνεις σημασία στη δική μου συμπεριφορά; Δεν είμαστε οι μοναδικές μεταλλάξεις στην Ωκεανία!»
   Ένιωθε τα μάγουλα της να καίνε. Τα λόγια του πατέρα της την είχαν εκνευρίσει. Τον κοίταξε κατάματα με θράσος περιμένοντας να δει μέσα στα δικά του κάτι που θα υποδήλωνε τις πραγματικές του σκέψεις.
   Ο Δημοσθένης απέσυρε το βλέμμα του. Αντ’ αυτού τα μάτια του καρφώθηκαν σε ένα αεροπλανάκι που ήταν ακουμπισμένο στο πάτωμα. Η κόκκινη επιφάνεια του γυάλιζε κάτω από το απαλό φως του υπογείου.
   «Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Αιμιλία αυξάνοντας την ένταση της φωνής της.
   Ο πατέρας την συνέχιζε να κοιτάζει αμίλητος το μικρό αεροπλάνο.
   Η έκφρασή του επιτέλους άλλαξε  δίνοντας θέση σ’ ένα βαθιά προβληματισμένο πρόσωπο. Μία έκφραση που η Αιμιλία είχε δει πολλές φορές στο πρόσωπο του πατέρα της όταν η μητέρα της τον ρωτούσε κάτι που είχε σχέση με τις μεταλλάξεις. Συνήθως σκεφτόταν πως θα αποφύγει την ερώτηση της και αυτό το έκανε κυρίως αλλάζοντας το βασικό θέμα της συζήτησης με ένα άλλο παρεμφερές.
   Αυτό ακριβώς που είχε κάνει προ λίγου στην ίδια...
   Αντί να ασχοληθεί με το βασικό κομμάτι της συζήτησης τους που ήταν οι μεταλλάξεις, είχε δώσει βάση στη συμμαχία και στα μέλη της αλλά και στη δική της «απερισκεψία», κατά την άποψή του.
   Γιατί όμως συμπεριφερόταν έτσι; Τι είχε να κρύψει από εκείνη που τον τάραζε τόσο;
   Μία παράλογη σκέψη πέρασε από το μυαλό της. Άλλα όσο και παράλογη αν έμοιαζε σαν ιδέα, δικαιολογούσε τα λόγια του, την αδιαφορία του και, πάνω απ’ όλα, το πρόσωπο του.
Δεν μπορεί...
   Τα μάτια της γούρλωσαν. Δεν μπορούσε, ήταν αδύνατο. Αυτή η υπόθεση δεν μπορούσε να ισχύει. Άλλα για ποιόν άλλο λόγο θα μπορούσε ο πατέρας την να έχει αυτή ακριβώς την έκφραση; Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να εξηγηθούν η αντίδραση του και τα λόγια του.
   Η έκφραση του Δημοσθένη παρέμενε ίδια. Σαν μην μπορούσε να βρει τη λύση στο πρόβλημα του.
   «Το ήξερες;» οι λέξεις βγήκαν από το στόμα της πριν ακόμη προλάβει να ολοκληρώσει τις σκέψεις της.
   Ο πατέρας της απέσυρε το βλέμμα του από το αεροπλανάκι και το έστρεψε προς το πάτωμα.
   Η Αιμιλία τον κοιτούσε έκπληκτη. Πώς θα μπορούσε να γνωρίζει την αλήθεια για τις μεταλλάξεις; Πώς την είχε μάθει; Και πάνω απ’ όλα, γιατί δεν της είχε πει τίποτα;
   Τον ήξερε τον πατέρα της, δεν γινόταν  να ξέρει αυτού του είδους τα στοιχεία και να μην της έχει πει τίποτα. Δεν ήταν δυνατόν να της είχε κρύψει ηθελημένα την αλήθεια και να την αφήσει να ζει στον εφιάλτη που ζούσε όλα αυτά τα χρόνια. Εκείνος ήταν που πάντοτε την προστάτευε και της ζητούσε να προσέχει. Για να την κρατήσει μακριά από τον οποιονδήποτε κίνδυνο την είχε παροτρύνει να απομακρυνθεί μέχρι και από τη μητέρα της.
   Δεν γινόταν, κάποιο λάθος έκανε….
   Η ανάσα του πατέρα της ήταν βαριά. Μπορούσε να την ακούσει ξεκάθαρα μέσα στην αποπνιχτική ησυχία του υπογείου.
   «Ναι Αιμιλία» ήχησε η φωνή του Δημοσθένη, καταρρίπτοντας όλα όσα νόμιζε ότι ήξερε  για τον πατέρα της. «Γνωρίζω την αλήθεια για τις μεταλλάξεις. Την γνωρίζω από μικρό παιδί, πολύ πριν γεννηθείς εσύ και πολύ πριν γνωρίσω την μητέρα σου. Και επίσης ανήκα και εγώ στη συμμαχία των τεράτων, μόνο που τότε δεν είχε αυτό το μεγαλοπρεπές όνομα ούτε τη σημερινή οργάνωση. Ήταν περισσότερο μία παρέα νέων με όνειρο να αλλάξουν την Ενότητα Ειρήνης»
   Η ανάσα της κόπηκε. Τα λόγια του έμοιαζαν με κάποια κακόγουστη φάρσα με στόχο εκείνη.
   Ο πατέρας της, ο Δημοσθένης Ανδριαννός, που σαν κόρη του είχε κληρονομήσει το επίθετο του αλλά και την ιδιότητα του, ήξερε την αλήθεια και της την είχε κρύψει. Ηθελημένα. Ανήκε στη συμμαχία των τεράτων και μάλλον γνώριζε πολλά περισσότερα απ’ όσα είχε μάθει η ίδια τους τελευταίους μήνες.
   Όχι. Δεν μπορούσε να το δεχτεί.  Δεν μπορεί να ήταν αλήθεια όλα αυτά…..
   Ο πατέρας της συνέχισε να μιλάει. «Για την ακρίβεια η ιδέα της συμμαχίας ήταν του Χάρη Πολυχρόνου, του πατέρα του Ορφέα Πετρή. Θέλοντας να βρει χαμένες μεταλλάξεις μέσα στην Ωκεανία και να ενώσει τις γνωστές υπάρχουσες πρότεινε την δημιουργία ομάδων οι οποίες θα απλώνονταν σε όλη την πόλη. Με την βοήθεια της Ρωξάνης Πετρή, της γυναίκας του, και μερικών μεταλλάξεων ακόμα, ενώσαμε όλες τις μεταλλάξεις που γνωρίζαμε μέσα στην Ωκεανία και δημιουργήσαμε αυτό που εσύ σήμερα γνωρίζεις σαν συμμαχία των τεράτων.»
   Ένα κόμπος σχηματίστηκε στο λαιμό της. Αισθανόταν πως με κάθε καινούργια λέξη του οι πνεύμονες της άδειαζαν από αέρα. Ήταν σαν τα λόγια του να ήταν σκόρπια μέσα στο μυαλό της, ασυνάρτητα  και με το ζόρι να έβγαζε το νόημα που είχαν.
   «Τι... τι λες;» τραύλισε.
   Ο πατέρας της επιτέλους γύρισε και κοίταξε το έκπληκτο πρόσωπο της.
   Δεν έλεγε ψέματα. Αυτή η σοβαρή έκφραση δεν ανήκε σε κάποιον που αστειευόταν.
   Η Αιμιλία θυμήθηκε πως τον Δεκέμβριο η συμμαχία είχε γιορτάσει τα εικοστά πρώτα γενέθλια της. Για πρώτη φορά συνειδητοποιούσε πως δεν ήξερε σχεδόν τίποτα για τη ζωή του πατέρα της πριν από είκοσι ένα χρόνια. Σπάνια της έλεγε ιστορίες, ενώ δεν είχε γνωρίσει κανέναν απολύτως συγγενή από την πλευρά του. Το μόνο που ήξερε ήταν πως είχε χάσει τους γονείς του σε νεαρή ηλικία.
   Ακριβώς όπως οι περισσότερες μεταλλάξεις...
   Ήταν μία σύνδεση που δεν είχε κάνει ποτέ ως τώρα.
   Μέσα σε δευτερόλεπτα, η σύγχυση έδωσε τη θέση της στην οργή. Ο παλμογράφος της ανέβηκε απότομα σε βαθύ πορτοκαλί χρώμα.
   «Το ήξερες και δεν μου είπες τίποτα;» Η φωνή της έβγαινε με ένταση από το λαιμό της.
   «Αιμιλία...»
   Έχωσε τα δάχτυλα της στις ρίζες των μαλλιών της, αγγίζοντας το κρανίο της. Η φωνή της ήταν ακόμα πιο δυνατή από πριν. «Ήξερες! Ήξερες τα πάντα!» πήρε μία κοφτή ανάσα προσπαθώντας να γεμίσει με οξυγόνο τους πνεύμονες της. «Με ποιο δικαίωμα μου έκρυψες την αλήθεια;»
   Ο Δημοσθένης προσπάθησε να μιλήσει άλλα δεν πρόλαβε.
   «Επί δεκατρία ολόκληρα χρόνια φοβόμουν αυτό που είμαι! Νόμιζα ότι η μαμά είχε δίκιο όταν έλεγε πως οι μεταλλάξεις είναι τέρατα! Σιχαινόμουν τον εαυτό μου που ήμουν μετάλλαξη! Ξυπνούσα τα βράδια με το φόβο πως θα με ανακαλύψουν! Παράτησα όλα μου τα όνειρα! Κάθε φορά που άκουγα κάτι για μετάλλαξη έτρεχα να κρυφτώ! Και εσύ ήξερες τα πάντα και δεν μου είπες τίποτα!»
   Αυτή τη φορά δεν την άφησε να συνεχίσει. «Αιμιλία χαμήλωσε τον τόνο της φωνής σου! Θα σε ακούσει η μητέρα σου!»
   Η Αιμιλία έσφιξε τις γροθιές της και τα δόντια της. Είχε ξεχάσει πως η μητέρα της και η αδερφή της ήταν στο σπίτι. Η αποκάλυψη όμως την είχε εξοργίσει τόσο που τον ζόρι συγκρατούσε τον εαυτό της. Με μία απότομη κίνηση σηκώθηκε και πέταξε με δύναμη το σκαμπό που καθόταν. Το μεταλλικό κάθισμα λύγισε καθώς χτυπούσε με δύναμη στο έδαφος.
   «Αιμιλία ηρέμησε σε παρακαλώ. Δεν μπορούμε να συζητήσουμε έτσι»
   Χαμήλωσε λίγο τη φωνή της χωρίς όμως να μειωθεί η οργή που ένιωθε . «Ηρέμησε; Δεν μπορούμε να συζητήσουμε έτσι; Πώς μπορείς να μου λες κάτι τέτοιο μετά από αυτό που με ανάγκασες να ζω τόσα χρόνια; Δώσε μου έναν καλό λόγο για τον οποίο μου έκρυψες την αλήθεια! Έναν!»
   «Πρώτος και κύριος λόγος είναι η ασφάλεια σου» είπε ο Δημοσθένης χωρίς να διστάζει. «Ήσουν στη συμμαχία. Γνωρίζεις πάρα πολύ καλά τι είδους ζωή κάνουν οι μεταλλάξεις μέσα σε αυτή. Το να γνωρίζεις την αλήθεια είναι επικίνδυνο»
Τι λέει; Δεν μπορούσε καν ν΄ ακούσει τη λογική που μπορεί να είχαν τα λόγια του. Όλα ήταν πολύ χειρότερα όταν δεν γνώριζε τίποτα. Και εκείνος το ήξερε.
   «Δηλαδή κατά τη δική σου άποψη θα ήταν καλύτερο να αγνοώ τα πάντα μέχρι να πεθάνω!»
   Ο Δημοσθένης δεν έχασε την ψυχραιμία του.
   «Όχι, ποτέ δεν σκόπευα να σε αφήσω να ζεις για πάντα σε ένα ψέμα» είπε με αυστηρή αλλά σιγανή φωνή. «Η προτεραιότητα μου όμως είναι η ζωή σου. Πιστεύοντας πως ανήκεις σε μία συντριπτική μειοψηφία έχεις αναπτύξει άμυνες που δεν έχουν οι μεταλλάξεις της συμμαχίας. Σε περίπτωση ανάγκης μπορείς να κρυφτείς και να προσποιηθείς πως είσαι ένας απλός άνθρωπος και κανένας να μην αντιληφθεί τίποτα. Αν ήξερες την αλήθεια θα είχες εφησυχάσει με τον μεγάλο αριθμό των μεταλλάξεων και θα ήταν πολύ πιο εύκολο να γίνεις αντιληπτή και να μπεις στο στόχαστρο των αρχών της Ωκεανίας. Δεν ήμουν διατεθειμένος να επιτρέψω να συμβεί κάτι τέτοιο»
   Υποστήριζε με τέτοια άνεση της πράξεις του που της προκαλούσε αηδία. Παρόλο που ζούσε μαζί της στο ίδιο σπίτι και παρόλο που πίστευε πως ήταν το πιο κοντινό της πρόσωπο την είχε αφήσει να ζει σε μία κόλαση. Θα μπορούσε τόσο εύκολα να την απελευθερώσει από το βάσανο της. Και το χειρότερο ήταν πως υποστήριζε ότι είχε πράξει σωστά.
   «Δεν έχω δει ούτε μία απρόσεκτη μετάλλαξη μέσα στην συμμαχία. Τα επιχειρήματα τα οποία αναφέρεις  δεν είναι αρκετά για να δικαιολογήσουν τα ψέματα σου!» είπε με πικρή φωνή.
   «Οι μεταλλάξεις στη συμμαχία έχουν χάσει πάρα πολλά κοντινά τους πρόσωπα. Είναι τόσο προσεκτικές επειδή έχουν μάθει με  σκληρό τρόπο ότι η απροσεξία πληρώνεται. Στο λέω από προσωπική πείρα»
   Δεν ήταν αρκετό. Αυτά τα λόγια δεν ήταν αρκετά για να δικαιολογήσουν τίποτα. Θα μπορούσε να ξέρει την αλήθεια και να μάθει να προσέχει μόνη της. Από τη στιγμή που θα γνώριζε τα πάντα, θα ήταν τόσο πολύ εύκολο να αδιαφορήσει για όλα όσα άκουγε και σχετίζονταν με τις μεταλλάξεις. Θα αδιαφορούσε για τα λόγια της μητέρας της και του υπόλοιπου κόσμου.
   «Επίσης υπάρχει ένας δεύτερος λόγος για τον οποίο δεν ήθελα να μάθεις την αλήθεια πριν κρίνω ότι είσαι έτοιμη να την δεχτείς» συνέχισε ο Δημοσθένης με τον ίδιο τόνο.
   Τι θα της έλεγε αυτή τη φορά; Για κάποιο δικό του παραλογισμό που είχε σχέση με την ασφάλεια της; Μήπως και δεν θα μπορούσε να μένει κρυμμένη από την κοινή θέα γνωρίζοντας την αλήθεια;  «Τι άλλο θα ακούσω σήμερα…» ψιθύρισε στον εαυτό της.
   «Αιμιλία, για πιο λόγο έφυγες από τη συμμαχία των τεράτων;»
   Τον κοίταξε μπερδεμένη. Δεν μπορούσε να καταλάβει που αποσκοπούσε η ερώτηση του. «Οι λόγοι για τους οποίους αποχώρησα από την συμμαχία δεν έχουν καμία σχέση με τα ψέματα σου!»
   «Κι όμως έχουν. Μόνη σου είδες τι πιστεύουν αυτά τα παιδιά για τους ανθρώπους. Δεν έχει σημασία ποιος είναι και τι έχει κάνει. Μόνο και μόνο η ανθρώπινη φύση του τον καθιστά ένα πλάσμα του οποίου τα συναισθήματα έχουν ελάχιστη σημασία και κατά συνέπεια το ίδιο και η ζωή του. Τα συμβάντα του Λούνα Παρκ το αποδεικνύουν»
   Αυτά ήταν συμπεράσματα που είχε βγάλει και η ίδια χωρίς την βοήθεια του πατέρα της.
   Δεν μπορούσε να καταλάβει όμως γιατί τόνιζε το μίσος των μεταλλάξεων προς τους ανθρώπους. Δεν υπήρχε συνδετικός κρίκος μεταξύ τους. Ήταν σαν να έψαχνε μία δικαιολογία που θα μπορούσε να ισορροπήσει τη συμπεριφορά του απέναντί της.
   Παρ’ όλα αυτά η εικόνα του Λούνα Παρκ ζωντάνεψε και πάλι στο μυαλό της προκαλώντας της απέχθεια.
   «Εσύ δεν είσαι έτσι!» ακούστηκε η φωνή του Δημοσθένη.
   Η Αιμιλία, για δεύτερη φορά, ένιωσε ένα τσίμπημα στο στήθος της.
   «Δεν πιστεύεις πως οι ζωές τον ανθρώπων αξίζουν λιγότερο από αυτές των μεταλλάξεων. Έχεις γνωρίσει ανθρώπους και έχεις ζήσει μαζί τους. Ακόμα και αν προσποιούσουν πως ήσουν ίδια με τους ανθρώπους, καταλαβαίνεις τα συναισθήματα τους. Δεν τους βλέπεις σαν μονοδιάστατα όντα χωρίς προσωπικότητα που το μόνο που κάνουν είναι να τρέμουν τις μεταλλάξεις. Ξέρεις πως υπάρχουν πολλά περισσότερα από πίσω, ακόμα και αν η στάση τους απέναντι μας είναι ξεκάθαρα εχθρική»
   Σαφώς και πίστευε κάτι τέτοιο. Δύο πολύ σημαντικά μέλη της οικογένειας της ήταν άνθρωποι. Τους είχε δει στις χαρές τους και τις λύπες τους. Ενώ συγχρόνως ήξερε πόσο στοργικοί θα μπορούσαν να γίνουν στους ανθρώπους που αγαπάνε. Τους συναισθανόταν.
   «Αν είχες μεγαλώσει γνωρίζοντας την αλήθεια και αν είχες επαφές με μεταλλάξεις από μικρή ηλικία η στάση σου απέναντί τους θα ήταν πολύ διαφορετική. Δεν θα έκανες τον κόπο να καταλάβεις τα συναισθήματα τους. Δεν θα έδινες ιδιαίτερη σημασία στους ανθρώπους που απορρίπτουν την ύπαρξη σου. Θα ήταν πολύ πιο εύκολο να συμβαδίσεις με τη λογική των μεταλλάξεων και να υιοθετήσεις τη στάση τους απέναντι τους»
   Τον κοίταξε με μια έκφραση αποστροφής στο πρόσωπο της.
   Δεν πίστευε όσα άκουγε. Αυτά ήταν λόγια του ίδιου του πατέρα της;
   «Δεν θα γινόμουν ποτέ έτσι! Δε θα γυρνούσα τόσο εύκολα την πλάτη μου στη μαμά και στη Ραφαέλα!»
   «Αυτό το λες τώρα» είπε ο Δημοσθένης. «Αλλά δεν είναι εύκολο οι  μεταλλάξεις να δουν τους ανθρώπους πέρα από τα συναισθήματα τους και τις δικές τους τραυματικές εμπειρίες. Ακόμα και αν αυτοί οι άνθρωποι είναι γονείς τους.»
   Τα λόγια του Δάκη ήχησαν στ’ αυτιά  της.
Η αλήθεια είναι πως σαν μετάλλαξη είναι δύσκολο να δω τα πράματα έξω απ’ όσα έχω βιώσει εγώ.
   Οι λέξεις μπορεί να ήταν διαφορετικές, η σημασία όμως ήταν όμοια. Ο Δάκης είχε εκφράσει τα συναισθήματα του για τους ανθρώπους. Πριν γνωρίσει την Αιμιλία δεν μπορούσε να δει τους ανθρώπους σαν κάτι άλλο πέρα από ανόητα όντα που αρκούνται σε όσα ήδη γνωρίζουν για τις μεταλλάξεις και δεν αναζητούν να μάθουν τίποτα καινούργιο.
   Και η Αιμιλία από την άλλη καταλάβαινε γιατί ο ίδιος και οι υπόλοιπες μεταλλάξεις πίστευαν πως οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να προσφέρουν τίποτε θετικό στη μελλοντική κοινωνία που ήλπιζαν να χτίσουν.
   Έδιωξε την εικόνα του Δάκη από το μυαλό της, αν και ήξερε πως θα επέστρεφε αργά η γρήγορα.
   Η ίδια δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει αυτό που ήταν οι υπόλοιπες μεταλλάξεις. Ακόμα και αν γνώριζε την αλήθεια θα αγαπούσε τη μητέρα της και την αδερφή της. Τα συναισθήματα της δεν θα άλλαζαν. Ο πατέρας της είχε άδικο.
Τα συναισθήματα μου δε θα άλλαζαν, επανέλαβε στον εαυτό της.
   «Όπως σου είπα προηγουμένως δεν σκόπευα να σε αφήσω για πάντα στο σκοτάδι. Σκόπευα να σου πω όλη την αλήθεια με το που θα τελείωνες το σχολείο. Αλλά έως τότε, έκρινα πως θα ήταν καλύτερο για εσένα να μην γνωρίζεις τίποτα»
   Ο Δημοσθένης ξεφύσησε. Ένιωθε ανακούφιση που έλεγε επιτέλους στη κόρη του την αλήθεια, ακόμα και αν η κατάσταση είχε αποκλίνει από αυτό που είχε σχεδιάσει. Ήταν ένα μυστικό που τον έτρωγε μέσα του για χρόνια. Υπέφερε κάθε φορά που έβλεπε την Αιμιλία να ανησυχεί για τη ζωή της, όταν έβαζε την ταμπέλα «τέρας» στον εαυτό της.                    Ίσως να   υπέφερε παραπάνω από εκείνη, αλλά δεν σκόπευε να της επιτρέψει να γίνει μία μετάλλαξη σαν αυτές της συμμαχίας που και ο ίδιος είχε γνωρίσει στο παρελθόν. Η κόρη του  μπορούσε να νιώσει διαφορετικά συναισθήματα για τους ανθρώπους πέρα από την οργή και το μίσος.
   Και πάνω απ’ όλα θα ήταν ασφαλής μακριά από τη συμμαχία.
   Τουλάχιστον τα δικά της αρνητικά συναισθήματα απέναντι στον ίδιο τον εαυτό της θα είχαν ημερομηνία λήξης, σε αντίθεση με το μίσος των άλλων μεταλλάξεων προς τους ανθρώπους που παρέμενε αναλλοίωτο.
   «Λυπάμαι πολύ» συνέχισε ο Δημοσθένης. «Πίστεψε με ξέρω πάρα πολύ καλά πόσο υπέφερες από αυτή μου την απόφαση. Ξέρω πως τα λόγια μου ποτέ δεν ήταν αρκετά για να ανακουφίσουν το βασανιστήριό  σου. Ξέρω πως έχεις μείνει βράδια άγρυπνη από τον φόβο πως θα σε ανακαλύψουν. Επίσης ξέρω πόσο σου στοίχισε ο ρόλος σου στο Φεστιβάλ Ενότητας. Αλλά πίστεψε με, αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος να σε προστατεύσω.»
   Η Αιμιλία τον κοιτούσε χωρίς να μαλακώνει η  οργή και η αηδία της. Ο Δημοσθένης δεν περίμενε να αλλάξει η έκφραση της. Θα περνούσε καιρός πριν η Αιμιλία αποδεχτεί όσα είχε ακούσει και προσπαθήσει να καταλάβει τις πράξεις του. Ήταν πολύ δύσκολο από την πλευρά  της να δει κάτι άλλο πέρα από τα ψέματα του.
   «Δυστυχώς η μοίρα των μεταλλάξεων μέσα στην Ενότητα Ειρήνης είναι πάντα σκληρή» είπε ο Δημοσθένης ανακουφισμένος.
   Η κόρη του περίμενε να ολοκληρώσει όσα είχε να της πει, αλλά και αφού τελείωσε δεν μπορούσε να κατανοήσει το ελάχιστο απ’ όσα της είχε πει ο πατέρας της. Πίστευε πραγματικά πως αν ήξερε την αλήθεια θα γυρνούσε με άνεση την πλάτη της στη μητέρα της και την αδερφή της;;;
   Δεν της είχε εμπιστευτεί το μεγαλύτερο μυστικό του γιατί δεν ήθελε  να την δει να συμπεριφέρεται  διαφορετικά από τις υπόλοιπες μεταλλάξεις. Ήταν απογοητευμένη και εξοργισμένη με τον πατέρα της. Νόμιζε πως ήταν διαφορετικός. Νόμιζε πως την συμπονούσε όμως τώρα έμοιαζε ότι δεν ένιωσε το παραμικρό από τον δικό της πόνο.
Της έλεγε ψέματα…
   «Δεν πιστεύω στη μοίρα» είπε τελικά. «Μην προσπαθείς να ανακατέψεις τη μοίρα στα ψέματα σου.  Θα μπορούσες να μου πεις την αλήθεια και να με διδάξεις να αγαπάω τους ανθρώπους με τα ελαττώματά τους. Όμως εσύ επέλεξες να μου την κρύψεις καθώς δεν πίστευες πως θα μπορούσα να γίνω διαφορετική από τις υπόλοιπες μεταλλάξεις, ακόμα και αν η ίδια μου η μάνα είναι άνθρωπος.»
   «Οι λίγες μεταλλάξεις με γονείς ανθρώπους που βρέθηκαν στη συμμαχία…»
   «Δε με ενδιαφέρει τι έκαναν αυτές οι μεταλλάξεις!» φώναξε διακόπτοντας τον πατέρα της πριν ολοκληρώσει την φράση του. «Εγώ δεν είμαι αυτές οι μεταλλάξεις!»
   «Δεν έχει σημασία αν είσαι ή δεν είσαι αυτές οι μεταλλάξεις στην προκειμένη περίπτωση. Θα έβλεπες τον κόσμο με τόσο διαφορετικά μάτια που δεν θα ήσουν το ίδιο άτομο που είσαι σήμερα»
   «Αυτό το λες εσύ!» είπε με ακόμα μεγαλύτερη ένταση. «Εγώ ένα πράγμα ξέρω απ’ όσα μου λες! Μου έχεις μηδενική εμπιστοσύνη!»
   Ήταν πληγωμένη. Δεν μπορούσε να σκεφτεί ορθά και αυτό το αναγνώριζε. Κάθε καινούριο επιχείρημα του πατέρα της την εξόργιζε. Δεν πίστευε σε εκείνη. Δεν πίστευε πως θα μπορούσε να γίνει κάτι διαφορετικό από τις υπόλοιπες μεταλλάξεις. Δεν εμπιστευόταν την κρίση της.
   Πως μπορούσε να πιστεύει κάτι τέτοιο για την ίδια του την κόρη!
   «Δεν ισχύει κάτι τέτοιο» είπε χωρίς να χάνει την ψυχραιμία του ο Δημοσθένης και χωρίς να παρασύρεται από την αντίδραση της κόρης του. Στην πραγματικότητα την καταλάβαινε απόλυτα….
   Η Αιμιλία όμως αρνιόταν να κατανοήσει την οπτική του πατέρα της. Δεν άντεχε να ακούει άλλο τα λόγια του. Χωρίς να πει τίποτε άλλο, έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε προς τις σκάλες. Γρήγορα αντιλήφθηκε πως άκουγε βήματα να έρχονται προς το μέρος της. Μάλλον η μητέρα της είχε ακούσει τις φωνές της.
   «Αιμιλία» την σταμάτησε η φωνή του Δημοσθένη.
   Τον κοίταξε με το ίδιο οργισμένο πρόσωπο. Η έκφρασή της δεν είχε μαλακώσει ακούγοντας τις εξηγήσεις του. Αντιθέτως, ήταν εντονότερη από πριν.
   «Θέλω να ξέρεις πως είμαι πραγματικά περήφανος για εσένα»
   Από μόνη της είχε αποφασίσει να αποχωρήσει από τη συμμαχία. Η εξοργισμένη κόρη του δεν είχε γίνει μία μετάλλαξη με μηδενική συναίσθηση για τους ανθρώπους γύρω της, παρόλο που τους τελευταίους μήνες έκανε παρέα αποκλειστικά με μεταλλάξεις. Ήταν πραγματικά περήφανος που ήταν κόρη του.
   Η Αιμιλία τον κοίταξε με απαξίωση . Με την άκρη του ματιού της είδε την μητέρα της που κατέβαινε τις σκάλες.
   «Εγώ δεν μπορώ να πω το ίδιο για εσένα» είπε.

   Έπειτα με ταχύτητα προσπέρασε τη μητέρα της που είχε κατέβει μέχρι το υπόγειο, αφήνοντας τη σαστισμένη να απορεί με τα λόγια και τη συμπεριφορά της κόρης της.



Ναταλία Β.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου