Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

20 Νοε 2016

0 Μετάλλαξη (Κεφάλαιο 24) Σκοτεινιασμένα Πρόσωπα

   Φωνές….
   Γέλια….
   Ήταν οι ήχοι που άκουγε ο άντρας που κρυβόταν στις σκιές. Αν υπήρχε και κάποιος άλλος ήχος του ήταν αδύνατον να τον προσέξει. Οι φωνές και τα γέλια ήταν  μόνο που είχαν σημασία για εκείνον. Έμοιαζαν με μουσική στα αυτιά του.
   Μακάρι να μην άκουγε αυτή τη «μουσική». Πόσο καλύτερα θα ήταν αν δεν άκουγε τίποτα απ’ όλα αυτά, αν δεν απλωνόταν το σκοτάδι γύρω του, αν ο ίδιος δεν ήταν αναγκασμένος να βρίσκεται εκεί. Αν ήταν σε ένα μέρος μακρινό, που όταν θα άκουγε φωνές και γέλια θα ήταν απλά μία όμορφη εμπειρία  και δε θα  διέλυε ότι είχε απομείνει αγνό  από το εφηβικό κομμάτι του εαυτού του, όπως συνέβαινε τώρα. Κάποτε και εκείνος γελούσε έτσι. Ή τουλάχιστον το προσπαθούσε .
Διαλυμένος.
  Αυτός ο χαρακτηρισμός του ταίριαζε. Ήταν ένα διαλυμένο ον που ό,τι είχε απομείνει απ’ την ψυχή του κάθε βράδυ, στον ύπνο του, στοιχειωνόταν από τύψεις. Κάθε σκοτεινή του πράξη, κάθε απόφαση που δεν μπορούσε να πάρει και κάθε ζωή που είχε στερήσει. Όλα αυτά ήταν τα φαντάσματα του που θα τον ακολουθούσαν μέχρι να λήξει η μίζερη ύπαρξη του.
   Έβλεπε το αίμα ξανά και ξανά. Τα γνώριμα  πρόσωπα και τα επόμενα που θα ακολουθούσαν.
   Πάντα ακολουθούσε κάποιος άλλος…
   Όπου πατούσε το πόδι του έσπερνε την καταστροφή.  Πουθενά δεν προκαλούσε  κάτι καλό. Εξυπηρετούσε μόνο συμφέροντα αμφίβολης ηθικής. Μέσα του βέβαια δεν υπήρχε καμία απολύτως αμφιβολία για την ηθική των πράξεων του.
   Πόσο σιχαινόταν τον εαυτό του. Τις πράξεις του. Την ίδια του την ζωή.
   Αν μπορούσε να εξαφανιστεί και να μην είχε υπάρξει ποτέ θα το έκανε.
   Κοίταξε το πρόσωπο του διπλανού του. Είχε μία παρόμοια έκφραση με εκείνον. Τα ίδια σκοτεινιασμένα μάτια που δεν έβρισκαν καμιά  παρηγοριά στο μάταιο τούτο κόσμο. Παρόλα αυτά συνέχιζε να πράττει τα ίδια. Δεν είχε άλλη επιλογή.
   Μακάρι να είχε…. Θα έδινε τα πάντα για μία άλλη επιλογή.
   Έσφιξε το ασημένιο περιδέραιο στο λαιμό του.
   Ήθελε να το τραβήξει. Να το σπάσει. Να το κάψει. Να μην το ξαναδεί ποτέ μπροστά του. Να εξαφανίσει κάθε ίχνος του.
   Δυστυχώς δεν μπορούσε. Κι ας ήταν αυτό που τον συνέδεε με το πιο σιχαμένο, το πιο αρρωστημένο επάγγελμα σε όλη την Ενότητα Ειρήνης.
   Ήταν αυτή η συσκευή που θαύμαζαν όλοι κάθε φορά που τον συναντούσαν κάπου. Όλοι θαμπώνονταν από την ασημένια εκτυφλωτική λάμψη της, ήλπιζαν να αποκτούσαν μία τέτοια γύρω από το λαιμό τους. Δεν ήξεραν τι σήμαινε αυτή η συσκευή και πόσο καταραμένη ήταν. Αυτό το κολάρο γύρω από το λαιμό του, του έκοβε την ανάσα.
   «Τώρα» ακούστηκε η φωνή του προϊσταμένου του στο αυτί του.
   Όλα τα πρόσωπα άλλαξαν. Ήταν σαν να εξανεμίστηκε από μέσα τους η ζωή. Όλοι μετατράπηκαν σε όντα που έμοιαζαν με άψυχα ρομπότ, χωρίς ίχνος συναισθήματος. Μια εντολή ήταν αρκετή.
   Έπρεπε οι ίδιοι να πνίξουν, να εξαφανίσουν την απέχθεια  που ένιωθαν.
   Οι αστυνομικοί δεν είχαν την πολυτέλεια των συναισθημάτων.
   Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Τώρα δεν υπήρχε σκοτάδι. Ούτε φως. Τώρα τα βλέμματα ήταν άδεια. Θα ακολουθούσαν το σχέδιο.
   Έλαβαν τις προσχεδιασμένες θέσεις τους.
   Η ομάδα, ενωμένη από το «καθήκον», βάδισε προς την πηγή των χαρούμενων φωνών.
   Αυτές οι φωνές σε λίγο θα σιγούσαν…
   Για πάντα.

*  *  *
   Τα μάτια της Αιμιλίας είχαν καρφωθεί δεξιά στην εικόνα των φακών της, στο σημείο όπου αναγραφόταν η σημερινή ημερομηνία.
Δευτέρα 3 Μαΐου 787
   Ένιωθε την καρδιά της να σφυροκοπάει στο στήθος της. Απέσυρε το βλέμμα της από την ημερομηνία και  εστίασε  στο γεμάτο τραπέζι μπροστά της και στη μητέρα και την αδερφή της  που κάθονταν εκεί μαζί της.
   Μπροστά της είχε ένα τραπέζι γεμάτο καλούδια και εδέσματα κάθε λογής. Κρουασάν γεμιστά με πραλίνα φουντουκιού αλλά και απλά βουτύρου, φρεσκοψημένο ψωμί που μόλις είχε βγει από τον φούρνο, μαρμελάδες  βερίκοκο, φρούτα του δάσους και δαμάσκηνο, φρέσκα φρούτα, φρέσκο γάλα, τρεις διαφορετικούς χυμούς, τηγανίτες με μέλι, κέικ σοκολάτας, γιαούρτι με ξηρούς καρπούς και τώρα η ψηφιακή βοηθός άφηνε στο τραπέζι ένα αχνιστό ταψί με μηλόπιτα που μόλις είχε βγει από τον φούρνο.
   Άρπαξε τη μία και μοναδική κανάτα με νερό που υπήρχε πάνω στο τραπέζι και γέμισε το ποτήρι της. Ένιωθε να ανακατεύεται το στομάχι της, δεν είχε όρεξη για τα εορταστικά εδέσματα που είχε ετοιμάσει η ψηφιακή βοηθός.
   Κάθε φορά τις ημέρες των μεγάλων  Φεστιβάλ της πόλης, η Σιμώνη φρόντιζε να διατάζει την ψηφιακή βοηθό να ετοιμάσει ένα αρχοντικό πρωινό για όλη την οικογένεια. Ήταν από εκείνες τις ελάχιστες φορές που και οι τέσσερις τους έτρωγαν όλοι μαζί. Και λόγω της σπανιότητας οικογενειακών στιγμών στο σπίτι τους η Σιμώνη δε ζητούσε απλώς, απαιτούσε από την Αιμιλία και τον Δημοσθένη να παρευρεθούν στο τραπέζι.
   Η Αιμιλία στο Φεστιβάλ Ενότητας είχε γλιτώσει αυτή την κουραστική παράδοση, λόγω του ρόλου της στο χορευτικό του σχολείου. Αλλά σήμερα, ανήμερα του Φεστιβάλ Τεχνολογίας, δεν είχε την ίδια τύχη.
   «Φάε κάτι παιδί μου! Ολόκληρο τραπέζι γεμάτο λιχουδιές και εσύ θα πιεις νερό;» ακούστηκε η φωνή της μητέρας της. Άπλωσε το χέρι της προς το ποτήρι της Αιμιλίας, έτοιμη να αλλάξει το νερό με χυμό.
   Το χέρι της Αιμιλίας το άρπαξε πριν προλάβει η μητέρα της. Την κοίταξε με τα μάτια της αγριεμένα.
   «Δεν πεινάω» είπε απότομα και ακούμπησε το ποτήρι στα χείλη της.
   Η Σιμώνη ξεφύσησε. Η κόρη της, ως συνήθως, δεν έδειχνε να έχει  διάθεση για επικοινωνία. Απορώντας για ακόμα μία φορά με τη συμπεριφορά της πήρε ένα κομμάτι κέικ και το άφησε στο πιάτο της.
   «Θα πεινάσεις σε λίγο. Ολόκληρη μέρα σε περιμένει» είπε με αγωνία. «Μπορεί να μην έχεις προπονήσεις σήμερα, αλλά αυτό δε σημαίνει πως μπορείς να αντέξεις χωρίς φαγητό. Είσαι στην ανάπτυξη, πρέπει να τρως καλά»
   Η Αιμιλία αδιαφόρησε για τα λόγια και την κίνηση της μητέρας της. Άφησε το άδειο ποτήρι μπροστά της και δεν άγγιξε το κομμάτι κέικ που μόλις είχε βρεθεί στο πιάτο της. Η ματιά της καρφώθηκε στον κόσμο έξω από το παράθυρο του σπιτιού της, που είχε βγει για να απολαύσει το δροσερό ανοιξιάτικο πρωινό. Μαζί τους και ένα ζευγάρι που χασκογελούσε και φλέρταρε.
   Η κοπέλα ψιθύριζε κάτι στο αυτί του αγοριού και εκείνο χαμογέλασε. Έπειτα του χάιδεψε το λαιμό  και τον φίλησε. Εκείνος με την σειρά του την αγκάλιασε.
   Στο μυαλό της ήρθε το πρόσωπο του Δάκη. Αναρωτιόταν τι να έκανε εκείνη τη στιγμή. Που να βρισκόταν; Μάλλον ήταν στο υπόγειο της γειτονιάς των φαντασμάτων μαζί με τους υπόλοιπους και ετοίμαζαν τα βραδινά σχέδια της ομάδας και τη συμμαχίας. Έπρεπε όλα να είναι τέλεια οργανωμένα για το μεγάλο βράδυ των μεταλλάξεων.
   Φαντάστηκε του δυο τους στη θέση αυτού του όμορφου ζευγαριού. Το πρόσωπο της συσπάστηκε στη σκέψη πως αν το σχέδιο της συμμαχίας πετύχαινε τότε οι ζωές αυτών των ξέγνοιαστων ανθρώπων θα άλλαζαν δια παντός. Δεν ήξερε βέβαια κατά πόσο η συμμαχία είχε πετύχει τους προγραμματικούς της στόχους τόσο  καιρό που έλειπε εκείνη από την ομάδα του Δράκου, αλλά δε φανταζόταν να έχουν αποτύχει. Πίστευε πως σήμερα, το σχέδιο των τελευταίων δέκα ετών θα έμπαινε σε εφαρμογή.
   Ένιωθε άγχος και ανυπομονησία. Δεν ήξερε τι να περιμένει. Πως θα ήταν άραγε η Ωκεανία σε λίγες ώρες; Ποια θα ήταν η τύχη των δύο ανθρώπων που ήταν μαζί της στο τραπέζι;
   Η Ραφαέλα άρπαξε ένα από τα γεμιστά κρουασάν, ενώ συγχρόνως η μητέρα της σέρβιρε στο πιάτο της ένα κομμάτι μηλόπιτα. Δεν έκανε καν τον κόπο να βάλει από το αχνιστό γλυκό στο πιάτο της Αιμιλίας αφού είχε αφήσει το κέικ άθικτο.
   Ο ενθουσιασμός της Ραφαέλας ξεχείλιζε. Σήμερα στο σχολείο δε θα γίνονταν  μαθήματα και είχε όλη την ημέρα δική της να την αξιοποιήσει με όποιον τρόπο εκείνη ήθελε. Είχε κανονίσει να βγει με τους φίλους της και να πάνε στο Πάρκο Ενότητας για βόλτα και μετά στο κέντρο της Ωκεανίας για να φάνε σ ένα από τα πολλά εστιατόρια εκεί.
   Οι δύο αδελφές έμοιαζε να ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους, με το χαμόγελο της μικρής να φωτίζει το δωμάτιο και τη μίζερη έκφραση της μεγάλης να ρουφάει όλη την ενέργεια από αυτό.
   Η Ραφαέλα δάγκωσε τη λαχταριστή ζύμη και ένιωσε τη γεύση της γλυκιάς πραλίνας στη γλώσσα της. Πριν προλάβει να καταπιεί καλά καλά είπε «Αιμιλία, μπορείς να φωνάξεις τον μπαμπά;»
   Η Αιμιλία τράβηξε το βλέμμα της από το παράθυρο και κοίταξε την αδερφή της που είχε γεμίσει πραλίνα σε όλο το πρόσωπο της. Φόρεσε ένα ψεύτικο χαμόγελο. «Μην ανησυχείς Ραφαέλα, ο μπαμπάς θα ανέβει σε λίγο μόνος του»
   Την τελευταία εβδομάδα δεν είχε μιλήσει σχεδόν καθόλου μαζί του παρόλο που ο ίδιος είχε κάνει πολλές φορές προσπάθεια να την προσεγγίσει. Η Αιμιλία οχυρωμένη πίσω από  τους τοίχους του δωματίου της δεν του επέτρεπε να εισβάλει στο προσωπικό της χώρο. Ήταν εξοργισμένη. Δεν ήθελε να τον βλέπει, ούτε να τον ακούει. Ακόμα δεν είχε χωνέψει τα ψέματα του και δεν ήταν διατεθειμένη να ακούσει άλλες παράλογες εξηγήσεις. Τα επιχειρήματά  του δε θα μπορούσαν ποτέ να είναι αρκετά για να καλύψουν το κενό που ένιωθε τα τελευταία δεκατρία χρόνια.
   Βέβαια η συμπεριφορά της απέναντι του δεν είχε περάσει απαρατήρητη από τη μητέρα της και την αδερφή της.
   Η Σιμώνη την κοίταξε εκνευρισμένη.
   «Αιμιλία γιατί το κάνεις αυτό;» γκρίνιαξε. «Πρώτα φεύγεις τρέχοντας από το υπόγειο λέγοντας αυτά τα πικρά λόγια στο πατέρα σου και μετά δεν καταδέχεσαι καν να τον φωνάξεις να φάει μαζί μας. Η συμπεριφορά σου με ανησυχεί αφάνταστα!»
   Η Αιμιλία αδιαφόρησε για δεύτερη φορά για τα λόγια της μητέρας της. Απλά γύρισε το κεφάλι της αλλού, αγανακτισμένη. Δεν είχε όρεξη για την γκρίνια της, ειδικά σήμερα.
   Η Σιμώνη περίμενε για λίγα δευτερόλεπτα την αντίδραση της κόρης της αλλά βλέποντας πως δεν είχε σκοπό να της απαντήσει φώναξε «Αιμιλία σου μιλάω, δεν μ’ ακούς; Δεν είναι τρόπος αυτός να συμπεριφέρεσαι, ούτε σε εμένα ούτε στο πατέρα σου!»
   Είχε συνηθίσει την απότομη ομιλία της κόρης της και τη σχεδόν αντικοινωνική συμπεριφορά της ωστόσο ποτέ ξανά δεν την είχε δει να συμπεριφέρεται έτσι στον Δημοσθένη. Συνήθως σε εκείνον απευθυνόταν για τα προβλήματα της και τις ανησυχίες της, και αυτός με τη σειρά του φρόντιζε να την ηρεμεί. Ποτέ δεν ήξερε το περιεχόμενο των συζητήσεων τους, ούτε είχε επιδιώξει να ανακατευτεί στη μεταξύ τους σχέση και δεν ανησυχούσε για εκείνη, από τη στιγμή που την στήριζε ο πατέρα της.
   Τον τελευταίο καιρό όμως έμοιαζε να τον έχει εξορίσει  από τη ζωή της. Και δεν ήταν ο μοναδικός που είχε βρεθεί σε αυτή τη θέση.
«Με τη Σοφία και την Αρετή έχεις μιλήσει καθόλου; Έχω μήνες να σας δω μαζί»
   Η Αιμιλία αναστέναξε. Δεν ήθελε να απαντήσει στην ερώτηση της, όπως και σε καμία άλλη από τις απορίες της. Με το να την αγνοήσει όμως για τρίτη φορά, γνώριζε πως θα την εξόργιζε και θα πολλαπλασίαζε  την γκρίνια της.
   «Δεν κάνω παρέα πια με τα κορίτσια» είπε λακωνικά ελπίζοντας να μην συνεχιστεί η συζήτηση.
   Η Σιμώνη όμως δεν το έβαζε κάτω. «Γιατί δεν κάνεις παρέα με τα κορίτσια; Ό,τι και να έγινε δεν αξίζει να χαλάσετε φιλία τόσων χρόνων. Και αν δεν κάνεις παρέα με τα κορίτσια, τότε με ποιον κάνεις;» έκανε ένα μικρό κενό και μετά συνέχισε «Μα τι σου συμβαίνει παιδί μου τον τελευταίο καιρό; Από το Φεστιβάλ Ενότητας και μετά έχεις γίνει άλλος άνθρωπος. Εξαφανίζεσαι τα βράδια δίχως να δώσεις λογαριασμό σε κανέναν, τσακώνεσαι με τις φίλες σου, κλείνεσαι ώρες στο δωμάτιο σου, αν και το να κλείνεσαι στο δωμάτιο σου δεν είναι καινούριο, αλλά τουλάχιστον έβγαινες που και που να πάρεις αέρα και τώρα…»
   Η Αιμιλία έπαψε να δίνει σημασία  στα λόγια της. Η μητέρα της δεν θα έπαυε τον εξάψαλμο της και δεν είχε ούτε την όρεξη αλλά και ούτε το κουράγιο να ασχοληθεί μαζί της. Έτσι έστρεψε την προσοχή της ξανά προς το παράθυρο και τον έξω κόσμο.
   Η ατμόσφαιρα όμως έξω δεν είχε καμία σχέση με πριν. Το κλίμα έμοιαζε… παγωμένο.
   Το ζευγάρι βρισκόταν ακόμα εκεί. Αλλά στα ξέγνοιαστα πρόσωπα των δύο ανθρώπων κάτι είχε αλλάξει. Και οι δύο είχαν μία ανήσυχη και έκπληκτη έκφραση. Κοιτούσαν κάτι που δεν μπορούσε να δει εκείνη από τη θέση της. Επίσης πρόσεξε ότι πολλοί από τους γείτονες είχαν βγει στις αυλές τους και κοιτούσαν στο ίδιο ακριβώς σημείο με το ζευγάρι.
   Τα μάτια της κοπέλας έπεσαν πάνω στην Αιμιλία.  Την κοίταξε με καθαρό φόβο.
   Η Αιμιλία ανατρίχιασε. Αυτό δεν ήταν καλό σημάδι.
   Με την άκρη του ματιού της είδε και κάτι άλλο. Μια σκοτεινή φιγούρα που δεν πρόλαβε να αναγνωρίσει πριν χαθεί από το οπτικό της πεδίο. Ενώ στο δρόμο υπήρχε ένα μεγάλο κουτί με ρόδες που είχε ακινητοποιηθεί μπροστά από το σπίτι της.
   Ένιωσε το αίμα της να παγώνει.
   Η Σιμώνη συνέχιζε να μιλάει χωρίς να έχει προσέξει το πρόσωπό της κόρης της. Είχε παρασυρθεί τόσο πολύ από τα παράπονα της που στην πραγματικότητα δεν πρόσεχε τι συνέβαινε γενικά γύρω της.
   «Αιμιλία;» ρώτησε η Ραφαέλα που σε αντίθεση με τη μητέρα της αντιλήφθηκε την ανησυχία της αδερφής της. «Είσαι καλά; Χλόμιασες.»
   Η Σιμώνη σταμάτησε να μιλάει, καθώς τα λόγια της μικρής της κόρης την παραξένεψαν και να την συνέφεραν ξαφνικά.
Κλικ! Ακούστηκε ένας ήχος από την πλευρά του χολ.
   «Τι ήταν αυτό;» ψιθύρισε η Σιμώνη.
   Ο ήχος των βημάτων κίνησε την προσοχή τους. Μία εξαμελής ομάδα βρέθηκε ξαφνικά στο χολ του σπιτιού τους, ενώ οι τρεις τους έμειναν να κοιτάζουν έκπληκτες το θέαμα από το άνοιγμα της τραπεζαρίας. Ένας μαυροντυμένος άντρας με ασημένιο περιδέραιο και το σήμα της Ωκεανίας στο στήθος του στάθηκε προσοχή μπροστά στην τριμελή πρωινή οικογενειακή σύναξη.
Αστυνομία! σκέφτηκε από μέσα της η Αιμιλία.
Έσφιξε τα χέρια της πάνω στο τραπέζι. Ο φόβος της για την αστυνομία παρέμενε αναλλοίωτος και ο άντρας που έβλεπε να στέκει μπροστά της αγέρωχος της επανάφερε την αβάσταχτη αίσθηση του πανικού που είχε μήνες να νιώσει.
   Τι δουλειά είχε η αστυνομία σπίτι τους; Η τελευταία φορά που είχε δει αστυνομικό από τόσο κοντά ήταν στο Φεστιβάλ Ενότητας που κυκλοφορούσαν σε όλο το πάρκο ερευνώντας τον χώρο μετά το βίντεο με τον Μιχάλη Θεοδοσίου. Με κάθε της βήμα αισθανόταν τα μάτια των αστυνομικών καρφωμένα πάνω της. Άλλωστε τότε νόμιζε πως το βίντεο είχε στόχο εκείνη και πως κάθε αστυνομικός κοιτούσε με προσοχή την πρωταγωνίστρια του χορευτικού.
   Όμως αυτή τη φορά δεν είχε τις προηγούμενες ψευδαισθήσεις. Οι αστυνομικοί ήταν μέσα στο ίδιο τους το σπίτι και δε θα μπορούσε ποτέ να είναι για καλό λόγο η εμφάνιση τους.
   Άρχισε να τρέμει άλλα προσπάθησε να συγκρατήσει την έκφραση της. Δεν ήθελε να αντιληφθούν το φόβο που κρυβόταν πίσω από το σφιγμένο πρόσωπο της. Πρέπει να είχαν έρθει για εκείνη. Είχαν ανακαλύψει άραγε το σχέδιο της συμμαχίας και μαζί μ΄ αυτό και τη δική της σύμπραξη;
   Εκτός από τον ένα άντρα, οι υπόλοιποι αστυνομικοί κατευθύνθηκαν με γοργά και βαριά βήματα προς τις σκάλες που οδηγούσαν στο υπόγειο.
Ααααααααααα! Ακούστηκε μία δυνατή κραυγή από κάτω. Ο διαπεραστικός ήχος της φωνής του Δημοσθένη απλώθηκε σε όλο το σπίτι.
   Η Αιμιλία ξεροκατάπιε. Η μητέρα της και η αδερφή της είχαν παγώσει, όπως ακριβώς κι εκείνη.
   Άλλη μία φορά μόνο είχε ακούσει κραυγές παρόμοιες με αυτή που μόλις είχαν βγει από το υπόγειο. Εκείνη την ημέρα στο Λούνα Παρκ της Ωκεανίας. Οι φωνές του άτυχου ανθρώπου έμοιαζαν ολόιδιες με αυτή του πατέρα της.
   Και ακριβώς όπως τότε ακολούθησαν και άλλες, ακόμα δυνατότερες κραυγές από την πρώτη.
   Κατάπιε τη φρίκη της και κοίταξε τον αστυνομικό.
   Η μητέρα της ταραγμένη σηκώθηκε από τη θέση της. Είχε ανατριχιάσει ολόκληρη. Οι γεμάτες οδύνη φωνές του άντρα της τις τρυπούσαν το δέρμα. «Τι συμβαίνει;»
   «Καλημέρα σας» είπε ο αστυνομικός με αυστηρό και σοβαρό ύφος. «Έχουμε ένταλμα σύλληψης για τον Δημοσθένη Ανδριαννό»
   Η Σιμώνη κοίταξε τον άντρα με αυθεντική έκπληξη, σα να μην μπορούσε να καταλάβει λέξη από αυτά που μόλις είχε ξεστομίσει. Συγχυσμένη από τα λόγια του άνοιξε το στόμα της για να παραπονεθεί για την ξαφνική εισβολή τους στην οικία τους.
   Δεν πρόλαβε να ξεστομίσει ούτε λέξη. Ο αστυνομικός έβγαλε μία μικρή μαύρη συσκευή από τη στολή του και εμφάνισε ένα ολόγραμμα. Το ολόγραμμα έγραφε με τεράστια κεφαλαία γράμματα «ΕΝΤΑΛΜΑ» και λίγες γραμμές πιο κάτω ακολουθούσε το όνομα «ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΑΝΔΡΙΑΝΝΟΣ» επίσης με κεφαλαία. Αυτά ήταν τα δύο πράματα που πρόσεξε η Αιμιλία κοιτώντας το κείμενο, ενώ ήταν ξεκάθαρο πως μπροστά από τα μάτια τους είχαν την αυθεντική σφραγίδα του πολιταρχείου της Ωκεανίας και την υπογραφή της Αριάδνης Μακρή, της πολιτάρχη.
   «Εσείς πρέπει να είστε η Σιμώνη Αγγελοπούλου, η σύζυγος…»
   «Ένταλμα;» τον διέκοψε τον αστυνομικό η διαπεραστική φωνή της Σιμώνης. «Για ποιο πράμα;»
   Ο αστυνομικός δεν πτοήθηκε από τη δυνατή φωνή της γυναίκας. Με στητό σώμα, την ίδια έκφραση και την ίδια ακριβώς φωνή είπε «Ο σύζυγός σας κατηγορείται για ομαδικό φόνο και εμπρησμό»
   «Τι;» φώναξε με ακόμα μεγαλύτερη ένταση η Σιμώνη.
   Η Αιμιλία σηκώθηκε από τη θέση της. Άκουγε βήματα από τις σκάλες και έναν δυνατό ήχο. Έπειτα, ακριβώς πίσω από τον αστυνομικό που στεκόταν στη τραπεζαρία, διέκρινε την υπόλοιπη ομάδα μαζί με τον σακατεμένο πατέρα της, ο οποίος με το ζόρι διατηρούσε τις αισθήσεις του.
   Ένιωσε ένα καρφί να χώνεται στη καρδιά της, αντικρίζοντας αυτό το θέαμα.
   «Στο χώρο του εγκλήματος βρέθηκαν δείγματα DNA τα οποία ταιριάζουν με αυτά του συζύγου σας. Με βάση τις εργαστηριακές μετρήσεις, ο Δημοσθένης Αδριαννός βρέθηκε στο χώρο του εγκλήματος πριν από οχτώ ώρες, την ώρα που υπολογίζεται ότι διεπράχθη το έγκλημα»
   Η Αιμιλία άνοιξε το στόμα της έτοιμη να υπερασπιστεί τον πατέρα της που τον έσερναν χωρίς έλεος οι αστυνομικοί. Όμως το παγωμένο βλέμμα του Δημοσθένη την σταμάτησε πριν προλάβει να μιλήσει.
   Ήξερε πολύ καλά τι σήμαινε αυτό το βλέμμα. Της ζητούσε να μείνει ακίνητη, να μην αντιδράσει στη σύλληψη του. Δεν έπρεπε να διαπληκτισθεί  με τον αστυνομικό που βρισκόταν μπροστά της. Θα διακινδύνευε τη ζωή της.
   Δεν είχε δει ποτέ ξανά τον πατέρα της με τέτοια έκφραση. Και πάνω απ’ όλα δεν τον είχε δει ποτέ ξανά σε αυτή τη άθλια κατάσταση να μην μπορεί να σύρει τα πόδια του.
   Δάγκωσε το μάγουλό της. Συγκρατούσε τον εαυτό της που ήθελε να ορμήσει στην ομάδα των αστυνομικών και να τον τραβήξει.  Ακόμη και αν τολμούσε να εναντιωθεί στους αστυνομικούς, η εξαμελής ομάδα θα την ακινητοποιούσε πριν προλάβει να αγγίξει τον πατέρα της.
   Ήταν τόσο ανήμπορη, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να σταματήσει την αδικία που γινόταν εκείνη τη στιγμή εις βάρος του ίδιου της του πατέρα. Ο πατέρας της μπορεί να ήταν ψεύτης, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να έχει διαπράξει ένα αρρωστημένο έγκλημα σαν αυτό που μόλις είχαν περιγράψει οι αστυνομικοί. Άλλο τίμημα πλήρωνε και όχι αυτό του εγκλήματος που υποτίθεται ότι είχε διαπράξει.
   Ήταν αθώος, όπως αθώες ήταν όλες οι μεταλλάξεις που είχαν πεθάνει από τα χέρια των αστυνομικών όλα αυτά τα χρόνια.
   Πως μπορούσε να μείνει ακίνητη όταν έβλεπε κάτι τέτοιο να συμβαίνει μπροστά στα μάτια της;
   Θυμήθηκε τα λόγια που της είχε πει ο Ορφέας πριν φύγει από τον Δράκο.
Μπορείς να κρυφτείς, να προσποιηθείς ότι είσαι άνθρωπος, να ζήσεις στην απομόνωση και να κοροϊδεύεις την οικογένεια σου πως είσαι το παιδί που πιστεύουν και θέλουν να είσαι και να φοράς όσα ψεύτικα χαμόγελα θες. Άλλα δεν παύεις να είσαι μετάλλαξη.
   Και αργά ή γρήγορα θα πληρώσεις το τίμημα.
   Είχε δίκιο.
   Το ίδιο ήταν και ο πατέρας της. Και τώρα πλήρωνε το τίμημα του γονιδίου Ρ5.
   «Είναι αδύνατον!» είπε η Ραφαέλα σοκαρισμένη. «Ο μπαμπάς δε θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο! Δεν είναι ικανός να πειράξει ούτε μύγα!»
   Ο αστυνομικός δεν έχασε τη σοβαρότητά του μπροστά στο κορίτσι που έχανε τον κόσμο κάτω απ τα πόδια του και ήταν εκείνος που  με τα λόγια και τις πράξεις του μόλις της είχε αλλάξει τη ζωή. «Τότε νεαρά μου, ίσως να μην γνωρίζεις καλά τον μπαμπά σου»
   Η Αιμιλία κοίταξε το σκληρό πρόσωπο του άντρα. Το θράσος των λόγων που ξεστόμισε προς την μικρή της αδερφή άγγιξαν κάποιο ευαίσθητο νεύρο μέσα της. Ένιωθε την οργή να φουντώνει. Έσφιξε τις γροθιές της με όλη τη δύναμη της σε σημείο που άσπρισαν οι κλειδώσεις της. Ήταν σαν ο άντρας να τρεφόταν  από τον πανικό και τη σύγχυση της Ραφαέλας βρίσκοντας  κάποιου είδους σαδιστική ευχαρίστηση.
   Ο αστυνομικός τώρα κοίταζε εκείνη. Αναγνώρισε τα κρυμμένα συναισθήματα της χωρίς δυσκολία. Η Αιμιλία ήθελε να του χιμήξει, να τον γδάρει που έπαιρνε κάποιον αγαπημένο της μακριά της μόνο και μόνο επειδή ήταν μετάλλαξη, αλλά αυτός αδιαφορούσε παντελώς για το βλέμμα της. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε μία καταπιεσμένη μετάλλαξη σε αυτή τη κατάσταση.
   Έκανε νόημα στους αστυνομικούς να αποχωρήσουν από την έξοδο που μόλις είχαν μπει. Η ομάδα ακολούθησε με γοργές οργανωμένες κινήσεις τις διαταγές του αρχηγού τους.
   «Μας συγχωρείτε, αλλά πρέπει να οδηγήσουμε τον κρατούμενο στο πολιταρχείο. Και πάλι καλημέρα σας» είπε ο άντρας και ακολούθησε την υπόλοιπη ομάδα.
   Η πόρτα έκλεισε πίσω του με έναν δυνατό γδούπο.
   Η Αιμιλία κοίταξε για ακόμα μία φορά έξω από το παράθυρο της. Οι άντρες και οι γυναίκες που αποτελούσαν την ομάδα έχωσαν το πατέρα της στο τετράτροχο φορείο κρατουμένων που είχε δει προ λίγου. Μπορούσε να διακρίνει την έκφραση του πατέρα της που άθελά  του αποχωριζόταν την οικογένεια του. Δεν μπορούσε να καταλάβει κατά πόσο φοβόταν που τον οδηγούσαν στο πολιταρχείο με μία κατηγορία που θα μπορούσε να καταλήξει στην εκτέλεσή του. Το φορείο με ταχύτητα αποχώρησε από τη γειτονιά τους.
   Όλοι οι γείτονες είχαν βγει στις αυλές τους και παρακολουθούσαν το θέαμα αποσβολωμένοι. Η Αιμιλία ένιωθε σαν να μπορούσε να ακούσει τους ψιθύρους τους,  που σχολίαζαν την τύχη του για τα υποτιθέμενα εγκλήματα που είχε διαπράξει αλλά και τα πικρά λόγια τους εναντίον του αθώου πατέρα της.
   Θα ορκιζόταν πως το αίσθημα που ένιωθε εκείνη τη στιγμή στη καρδιά της έμοιαζε με σωματικό πόνο.
   «Τι… Τι έγινε μόλις τώρα;» είπε η Σιμώνη που δεν μπορούσε να συνέλθει από το σοκ.
   «Μαμά αποκλείεται ο μπαμπάς να έχει κάνει κάτι τέτοιο! Δε θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο!»
   Η Ραφαέλα κοιτούσε τρομαγμένη τη μητέρα της. Ακόμα και αν δεν είχε τη στενότερη επαφή με τον πατέρα της αδυνατούσε να πιστέψει πως ήταν ικανός για ένα τέτοιο έγκλημα. Ήλπιζε πως η έκφραση της Σιμώνης θα έλεγε το ίδιο ακόμα και αν δεν το έκανε λόγο.
   Η Σιμώνη όμως δεν είχε τη σιγουριά της μικρής της κόρης. Η αστυνομία για εκείνη ήταν ο νόμος που δεν έκανε ποτέ λάθος. Ο αστυνομικός απ’ την άλλη είχε παρουσιάσει αδιάσειστα στοιχεία που ενοχοποιούσαν τον άντρα της.
   «Είπαν ότι βρέθηκαν δείγματα DNA του Δημοσθένη στο χώρο του εγκλήματος. Πως θα μπορούσαν να βρεθούν αν ο ίδιος δεν βρισκόταν στο χώρο;» αναφώνησε τρομοκρατημένη.
Φαντάστηκε το πρόσωπο του Δημοσθένη με ένα σατανικό χαμόγελο να κρατάει έναν ηλεκτρονικό αναπτήρα και έπειτα να τον πετάει στο έδαφος, όπου ήταν γεμάτο με εύφλεκτες ουσίες και να αποχωρεί από το σημείο του εγκλήματος δίχως ίχνος ενοχής.
   Ανατρίχιασε στην εικόνα. «Τι άντρα παντρεύτηκα;» ψιθύρισε μέσα από τα δόντια της.
   Η Αιμιλία την κοίταξε με ανάμικτη  έκπληξη και αηδία. Αδυνατούσε να πιστέψει πως η μητέρα της είχε μόλις ξεστομίσει αυτές τις λέξεις.
   «Μα μαμά…» η φωνή της Ραφαέλας έσπασε ενώ τα μάτια της είχαν βουρκώσει. Δεν μπορούσε ο πατέρας της να είχε κάνει κάτι τέτοιο, ό,τι και να έλεγαν οι αστυνομικοί.
   Η Σιμώνη δεν έκανε τον κόπο να σκεφτεί περαιτέρω την υπόθεση των αστυνομικών. Είχε ήδη πειστεί από τα αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα τους. «Ραφαέλα λυπάμαι…»
   «Τι νομίζεις ότι κάνεις;» φώναξε η Αιμιλία οργισμένα.
   Η Σιμώνη κοίταξε  με έκπληξη την μεγάλη της κόρη, η οποία δεν είχε βγάλει ούτε λέξη τα τελευταία λεπτά. Τα μάτια της πετούσαν σπίθες καθώς την κοιτούσαν.
   Η Αιμιλία συνέχισε «Πιστεύεις στ’ αλήθεια πως ο άντρας σου θα μπορούσε ποτέ να κάνει κάτι τέτοιο;»
   Η Ραφαέλα ξέσπασε σε κλάματα. Οι φωνές του δεκατριάχρονου κοριτσιού ήχησαν απόκοσμα στην  τραπεζαρία.
   «Εσύ τι νομίζεις ότι κάνεις Αιμιλία;» είπε η Σιμώνη και έσφιξε τη μικρή της κόρη στην αγκαλιά της. «Δεν άκουσες τι είπαν οι αστυνομικοί;»
   «Άκουσα πάρα πολύ καλά τι είπαν οι αστυνομικοί!» είπε χωρίς να κατεβάζει την ένταση της φωνής της. «Το θέμα είναι κατά πόσο πιστεύεις τα λόγια τους!»
   Η Σιμώνη χάιδεψε μαλακά την πλάτη της Ραφαέλας που είχε πλαντάξει στο κλάμα. Η μεγάλη της κόρη είχε αποτρελαθεί τελείως, δεν μπορούσε να υποστηρίζει πως έλεγαν ψέματα. Οι αστυνομικοί και η πολιτάρχης ήταν αυτοί που φρόντιζαν η πόλη τους να έχει τάξη και ασφάλεια. Ο λόγος τους ήταν νόμος και αντιπροσώπευε πάντα την αλήθεια. Ακόμα και αν δεν ήταν έτσι, τα λόγια της Αιμιλίας δεν έβγαζαν και πάλι νόημα. «Γιατί να κάνουν κάτι τέτοιο; Δεν έχουν λόγο να πουν ψέματα»
   Το κλάμα της Ραφαέλας έγινε ακόμα πιο έντονο, το ίδιο και τα χάδια της μητέρας της που δεν μπορούσαν να ανακουφίσουν ούτε τον πόνο αλλά ούτε και το σοκ της.  Με κάθε λέξη της ένιωθε χειρότερα.
   «Τι λόγο έχει ο μπαμπάς να κάνει ομαδική δολοφονία και εμπρησμό; Τι έχει να κερδίσει από μία τόσο μακάβρια πράξη;» είπε η Αιμιλία που ήξερε ότι είχε το δίκιο με το μέρος της.
   «Που να ξέρω εγώ τι βίδα γύρισε στον πατέρα σου;» είπε με το ίδιο ύφος.
   Η Αιμιλία έμεινε να την κοιτάζει αηδιασμένη για τα λόγια και τη συμπεριφορά της.
   Ήξερε πως οι σχέσεις των γονιών της δεν ήταν ποτέ οι καλύτερες και πως ανάμεσα τους υπήρχε φοβερή αποξένωση. Σε σημείο μάλιστα που πολλές φορές δεν κοιμόντουσαν καν στο ίδιο κρεβάτι. Ήθελε να πιστεύει όμως πως πίσω απ’ όλη αυτή τη απομάκρυνση τους υπήρχε κάτι δυνατό που τους συνέδεε έστω κι αν είχε  εξασθενήσει με τα χρόνια. Τα λόγια της μητέρας της αποδείκνυαν το αντίθετο. Δεν μπορούσε αυτή η γυναίκα να νιώθει συναισθήματα αγάπης και εμπιστοσύνης για τον άντρα που είχε δίπλα της τόσα χρόνια και συγχρόνως να πιστεύει χωρίς δεύτερη σκέψη πως ήταν ικανός για μία τέτοια πράξη.
   Της θύμιζε έντονα την Αρετή και τη Σοφία. Δεν έκανε τον κόπο να αμφισβητήσει όσα είχαν υποστηρίξει οι αστυνομικοί γιατί δε θεωρούσε αναγκαίο να κάνει κάτι τέτοιο.
   Χωρίς να διστάσει, άρπαξε τη Ραφαέλα από την αγκαλιά της και την κοίταξε κατάματα. Το πρόσωπο της είχε γίνει κατακόκκινο από το κλάμα, ενώ τα δάκρυά της είχαν φτάσει στο λαιμό λεκιάζοντας την μπλούζα της. Με την άκρη του μανικιού της σκούπισε τα δάκρυα της αδελφής της που έρρεαν σαν ποτάμι στα μάγουλά της δίχως σταματημό.
   «Ραφαέλα κοίταξε με» είπε με στοργική φωνή.
   Τα καστανά μάτια της Ραφαέλας καρφώθηκαν στα δικά της.
   «Ο μπαμπάς δεν έκανε τίποτα από αυτά που τον κατηγόρησαν οι αστυνομικοί. Είναι αθώος»
   Σκέφτηκε τον πατέρα της το προηγούμενο βράδυ, κλεισμένο στο υπόγειο να ασχολείται με τον μοντελισμό αεροπλάνων όπως έκανε πάντα. Λογικά θα είχε στρώσει και θα είχε κοιμηθεί στο υπόγειο αφού είχε τελειώσει κάποιο καινούργιο μοντέλο….. που προφανώς θα είχε γίνει κομμάτια από τα χέρια των αστυνομικών.
   Η Ραφαέλα μόρφασε προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυα της. Ήθελε να πιστέψει τα λόγια της Αιμιλίας, ήθελε να πιστεύει πως οι αστυνομικοί είχαν κάνει λάθος. Αλλά δυστυχώς οι αμφιβολίες και η δυσπιστία  της μητέρας της έβρισκαν έφορο έδαφος στο ανυποψίαστο μυαλό της.
   «Τότε πως βρέθηκε το DNAτου εκεί;»
   Δεν είχε απάντηση σε αυτή την ερώτηση. Πως θα εξηγούσε στη μικρή της αδερφή πως δεν βρέθηκαν ίχνη DNAτου πατέρα της στο χώρο του εγκλήματος και πως ήταν μία δικαιολογία των αστυνομικών για να τον συλλάβουν. Δεν είχαν κάνει καν το κόπο να τους αναλύσουν τα υπόλοιπα στοιχεία του εγκλήματος, όπως τοποθεσία, αριθμός και ταυτότητα θυμάτων. Είχαν παρουσιάσει αόριστες κατηγορίες χωρίς λεπτομέρειες και κίνητρο. Λογικά θα τον παρουσίαζαν σαν διαταραγμένη προσωπικότητα.
   Ο μοναδικός λόγος που ο Δημοσθένης ερχόταν αντιμέτωπος με το εκτελεστικό απόσπασμα ήταν η ταυτότητα του σαν μετάλλαξη και το παρελθόν του ίδιου και της κόρης του που συνδεόταν με τη συμμαχία. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μπορούσε να αποκαλύψει στη Ραφαέλα.
   Ένιωσε ενοχές για τα πικρά λόγια που είχε ξεστομίσει μια βδομάδα πριν. Τώρα καταλάβαινε γιατί ήθελε να έχει μηδενική ανάμιξη με τη συμμαχία κι ο ίδιος  και η Αιμιλία.
   «Οι αστυνομικοί λένε ψέματα. Αλλά δεν μπορώ να σου εξηγήσω το λόγο» είπε με ηρεμία.
   Το πρόσωπο της Ραφαέλας φωτίστηκε. Η Αιμιλία της έδινε μία μικρή ελπίδα πως ο πατέρας τους ήταν στη πραγματικότητα αθώος ακόμα και αν η ίδια δε γνώριζε πως θα μπορούσε ποτέ να υποστηριχθεί η αθωότητα του. Ίσως κάτι που δεν γνώριζαν η ίδια και η μητέρα της να ήταν αρκετός λόγος για τη σύλληψή του.
   Η Αιμιλία αγκάλιασε σφιχτά τη Ραφαέλα και εκείνη με τη σειρά της έδειχνε να ηρεμεί κάπως με τα λόγια της αδελφής της. Έσφιξε τα χέρια της γύρω από την αδελφή της παρηγορημένη για όσα είχαν μόλις συμβεί μες το σπίτι τους.
   «Αιμιλία τι λες;» ρώτησε η Σιμώνη υστερικά. «Πως μπορείς να μηδενίζεις τα λόγια και τις πράξεις των αστυνομικών με αυτόν τον τρόπο; Ξέρεις κάτι που δεν ξέρω;»
   Ποτέ δεν έλαβε την απάντηση σε αυτή τη ερώτηση.
   Η Αιμιλία άφησε τη αδελφή της από την αγκαλιά της και άρπαξε το δερμάτινο μπουφάν της που ήταν ακουμπισμένο στη καρέκλα που καθόταν προ λίγου. Έβγαλε το ακουστικό από το αυτί της και το άφησε στο γεμάτο τραπέζι και δίχως δεύτερη σκέψη κατευθύνθηκε προς την έξοδο τη σπιτιού.
   «Αιμιλία που πας;» ρώτησε η Σιμώνη απορώντας για τις κινήσεις της κόρης της.
   Δίστασε πριν απαντήσει στην ερώτηση της μητέρας της.
«Να σώσω τη ζωή του μπαμπά» είπε με θάρρος και άνοιξε τη πόρτα.
   Καθώς την έκλεινε πίσω της με έναν δυνατό γδούπο ένιωσε τα καυτά δάκρυα να τρέχουν στα δικά της μάγουλα, αλλά και τα βλέμματα των γειτόνων καρφωμένα πάνω της.

   Πλέον ήταν η κόρη του εμπρηστή.


Ναταλία Β.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου