Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

30 Νοε 2016

0 Μετάλλαξη (Κεφάλαιο 25) Εκδικητικά Ένστικτα

  Ο δροσερός ανοιξιάτικος αέρας χάιδεψε το πρόσωπο του Ορφέα. Περπατούσε με γρήγορα και δυναμικά  βήματα ανάμεσα στο τρομοκρατημένο πλήθος  που είχε μαζευτεί για να δει τι συνέβαινε  απέναντί του. Μπροστά είχαν παραταχθεί ένα σωρό δημοσιογράφοι που με τις κάμερες τους αποθανάτιζαν τη σκηνή από κάθε οπτική γωνία. Το μόνο που τους χώριζε από τον τόπο του εγκλήματος ήταν ένας πρόχειρος ηλεκτρομαγνητικός φράχτης, από αυτούς που έστηνε η αστυνομία για να κρατάει μακριά τους πολίτες.
   «Βλέπεις τίποτα;» ρώτησε ο Δάκης που τον ακολουθούσε με προσοχή ώστε να μην χαθούν μες την οχλαγωγία.
   «Όχι» είπε με αγωνία. «Δεν μπορώ να δω καλά από εδώ. Πρέπει να πάμε πιο μπροστά  για να αποκτήσουμε οπτική επαφή. Έχει ανακοινωθεί τίποτε άλλο στις ειδήσεις;» είπε και χώθηκε πιο βαθιά μες τον κόσμο. Ένιωθε ασφυξία καθώς τα σώματα των ανθρώπων άγγιζαν το δικό του, αλλά ήταν αποφασισμένος να φτάσει ως τον διαχωριστικό φράχτη.
   Ο Δάκης ακολούθησε τα βήματα του. «Τίποτα το αξιόλογο.»
   «Μίλησες με την Εύη;» ρώτησε με αγωνία.
   «Ναι» είπε με μια ψυχραιμία που έκανε τον Ορφέα να απορήσει.  «Δεν έχει βρει κανέναν τους»
   «Διάολε!» είπε χωρίς να σκεφτεί τις λέξεις του.
 Ήλπιζε πως κανένας δε θα του είχε δώσει προσοχή, αλλά σύντομα αισθάνθηκε τα ανθρώπινα βλέμματα κολλημένα πάνω του. Οι πολίτες αντιλήφθηκαν την παρουσία του Ορφέα Πετρή στο χώρο του εγκλήματος και όπως ήταν αναμενόμενο τα σχόλια δεν ήταν θετικά. Μερικοί δεν άργησαν να υποθέσουν πως είχε άμεση σύνδεση με την μακάβρια πράξη και πως ο γιος της μετάλλαξης ήταν ικανός για τα πάντα.
   Έβρισε από μέσα του για την απροσεξία του αλλά συνέχισε να προχωράει.
   Θα προτιμούσε η παρουσία του να μην γίνει αντιληπτή, αλλά ήθελε να δει με τα ίδια του τα μάτια τα αποτελέσματα όσων είχαν διαδραματιστεί τα ξημερώματα.
     Η αποπνικτική οσμή του ιδρώτα  χτύπησε τη μύτη του καθώς έφτανε στους παρατεταγμένους δημοσιογράφους.
   Ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων με κάμερες αλλά και άλλων καλοντυμένων συναδέλφων τους που  βρίσκονταν σε απευθείας σύνδεση με τα κανάλια τους, σχημάτιζαν έναν δεύτερο τοίχο που δύσκολα κάποιος πολίτης μπορούσε να προσπεράσει. Πλησιάζοντας τους, οι  λέξεις  «τραγωδία» και «πένθος» ήταν οι μόνες που ξεχώρισε ανάμεσα στα λόγια τους, μέσα σ΄ εκείνη τη φασαρία.
   Ο Ορφέας είδε πως στην άκρη του φράχτη υπήρχε χώρος απ’ όπου θα μπορούσε να αποκτήσει οπτική επαφή με το χώρο καθώς  η απουσία δημοσιογράφων από το σημείο, επέτρεπε σε ένα μικρό αριθμό πολιτών να δουν την εικόνα από κοντά.
    Καθώς πλησίαζε άκουσε μία φωνή κοντά του, η οποία ήταν αρκετά καθαρή ώστε να μπορεί  να αναγνωρίσει τα λόγια της.
   Η ρεπόρτερ από το τοπικό κανάλι της Ωκεανίας στεκόταν με ένα λευκό αψεγάδιαστο φόρεμα μπροστά από τον κάμεραμαν και μιλούσε ακατάπαυστα.
   «Βρισκόμαστε στη σκηνή του εγκλήματος όπου πραγματοποιούνται οι έρευνες. Η αστυνομία δεν έχει ανακοινώσει παραπάνω στοιχεία για την υπόθεση πέρα από το ότι υπάρχει βασικός ύποπτος, το όνομα του οποίου δε γνωρίζουμε,  που μέσα στην επόμενη ώρα θα συλληφθεί από τις αρχές. Τις τελευταίες ώρες η αστυνομία προσπαθούσε να κρατήσει μυστικότητα  ώστε να μην τρομοκρατηθούν οι πολίτες από το συμβάν αλλά τα ξημερώματα όλα αποκαλύφθηκαν από τους εργάτες  που επισκέφθηκαν τον εγκαταλελειμμένο χώρο. Από τότε οι φήμες  έχουν πάρει φωτιά και τα νέα σταδιακά απλώνονται σε όλη την Ωκεανία. Σε λίγες ώρες δε θα υπάρχει πολίτης που δε θα γνωρίζει για αυτό το φρικιαστικό έγκλημα»
   Τα λόγια της δημοσιογράφου τον εκνεύρισαν. Πόσο ηλίθιοι ήταν οι άνθρωποι για να πιστεύουν στις λέξεις της; Αν η αστυνομία ήθελε να κρατήσει μυστικό το συμβάν και χαμηλό προφίλ, δε θα είχε καλέσει όλα τα κανάλια της Ενότητας Ειρήνης να καλύψουν το θέμα.
   Η ανόητη δημοσιογράφος βέβαια ήταν το τελευταίο πράγμα που τον ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή. Ελίχθηκε σα γάτα ανάμεσα στους ρεπόρτερ και έφτασε στην άκρη του φράχτη όπου έστεκε ένας μικρός αριθμός ανθρώπων.
   Εκεί ήταν που είδε ένα θέαμα χειρότερο από κάθε φαντασία.
   Στο σημείο που κάποτε έστεκε το παλιό σπίτι του τρόμου της Ωκεανίας πλέον υπήρχε ένας μαύρος σωρός από σίδερα, στάχτη και μαυρισμένα συνθετικά υλικά. Οι μεταλλικοί σκελετοί των παλαιωμένων ρομπότ έμοιαζαν για πρώτη φορά πραγματικά άψυχοι ενώ αστυνομικοί και ερευνητές έψαχναν στα συντρίμμια για τα στοιχεία και θύματα.
   «Δεν μπορεί» ψιθύρισε σαστισμένος.
   Ο Δάκης τον έφτασε με κόπο. Στάθηκε δίπλα του κοιτώντας το ίδιο ακριβώς θέαμα με εκείνον. Ήταν μία από τις σπάνιες εκείνες φορές που στο πρόσωπο του φάνηκαν τα συναισθήματα του…. Συναισθήματα αηδίας και οργής.
   «Πες την Εύη να ξαναπάρει τηλέφωνο τους πάντες. Έναν έναν! Να μην αφήσει κανέναν!» είπε με ένταση.
   Η εικόνα ασφαλώς δεν του έδινε πολλές ελπίδες για την τύχη των συμμάχων τους. Δεν μπορούσε να φανταστεί κάποιον να βγαίνει ζωντανός από αυτό το σωρό σκόνης στον οποίο  είχε μετατραπεί το κτίσμα.
   Η διστακτική φωνή του φίλου του, έδειξε πως σκεφτόταν το ίδιο. «Ορφέα δεν νομίζω…»
   «Απλά καν’ το!» είπε σχεδόν αυταρχικά.
   Δεν έφταιγε ο Δάκης για τον προφανή χαμό των φίλων τους και το ήξερε. Απλά εξέφρασε  αυτό που σκεφτόταν και ο ίδιος αλλά δεν ήθελε να πιστέψει.
   Η Εύη δεν ήταν η μόνη που προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τους αγνοούμενους συντρόφους τους. Πολλά μέλη της συμμαχίας, τους αναζητούσαν με κάθε δυνατό τρόπο, είτε αυτό ήταν τηλέφωνα, είτε μηνύματα, είτε προσωπικές επισκέψεις στις κατοικίες τους. Αλλά δεν είχε υπάρξει ούτε μία ανταπόκριση, ούτε κάποιο δείγμα ζωής. Όσοι εργάζονταν στο τελευταίο κομμάτι του  Ξωτικού ήταν εξαφανισμένοι και τα υπόλοιπα μέλη της συμμαχίας,  κάθε λεπτό που περνούσε, έχαναν  την ελπίδα πως θα τους έβρισκαν ζωντανούς.
   Τα σχέδια τους είχαν καταστραφεί μία ανάσα πριν το Φεστιβάλ Τεχνολογίας, αν και αυτό  είχε τη λιγότερη σημασία αυτή τη στιγμή, που οι φίλοι τους έμοιαζε  να έχουν χαθεί από προσώπου γης.
   Ο Ορφέας ήλπιζε πως ίσως κάποιος δεν είχε παρευρεθεί χθες στη συνάντηση της ομάδας. Ίσως να υπήρχε κάποιος ζωντανός ο οποίος είχε γλιτώσει από αυτό το σκληρό καλομελετημένο χτύπημα εναντίον τους. Ίσως απλά να κοιμόταν στο κρεβάτι του και να μην είχε ξυπνήσει ακόμα.
   Ήξερε πως οι υποθέσεις του ήταν αβάσιμες. Η πολιτάρχης δε θα άφηνε ούτε μία μετάλλαξη ζωντανή από τη στιγμή που είχε αποφασίσει να κινηθεί με αυτόν τον αδίστακτο τρόπο. Έτσι λοιπόν δικαιολογούνταν η απραξία της αστυνομίας τους τελευταίους μήνες.
   Προφανέστατα η πολιτάρχης είχε κατορθώσει να ανακαλύψει το σχέδιο της συμμαχίας. Δεν μπορούσε να σκεφτεί με ποιο τρόπο είχαν φανεί απρόσεκτοι ώστε να αποκαλυφθούν, αλλά τίποτα απ’ όσα είχε διαπράξει η πολιτάρχης  δεν ήταν τυχαίο. Αυτή η μοχθηρή γυναίκα περίμενε την τελευταία στιγμή, τη τελευταία μέρα που η συμμαχία πλέον είχε την επιτυχία του σχεδίου σχεδόν δεδομένη για αφανίσει μία από τις ομάδες. Και με αυτόν τον τρόπο, πέρα από την αποδυνάμωση της ίδιας της συμμαχίας κατέστρεφε και ένα ζωτικό κομμάτι του ιού.
   Ήταν η απόλυτη προειδοποίηση. Δε δίσταζε να φτάσει στα άκρα προκειμένου να μείνει η αλήθεια κρυφή από το κόσμο.
   Ένας αστυνομικός πλησίασε την λευκοντυμένη ρεπόρτερ και ψιθύρισε κάτι στο αυτί της. Η γυναίκα γούρλωσε τα μάτια της ενώ στο πρόσωπο της διαγραφόταν η φρίκη για το αποτρόπαιο έγκλημα.
   «Γιάννη μόλις ενημερωθήκαμε από την αστυνομία για τον αριθμό των θυμάτων. Ο αριθμός των νεκρών υπολογίζεται στους δεκαοκτώ και  πρόκειται για παιδιά ηλικίας 15 έως 19 ετών. Όπως καταλαβαίνουν οι τηλεθεατές πρόκειται για ένα πραγματικά αποκρουστικό έγκλημα με θύματα νεαρά παιδιά που έχασαν τις ζωές τους σε μία τόσο τρυφερή ηλικία, πριν καν γνωρίσουν τις χαρές της ζωής»
   Οι μύες του Ορφέα ατόνησαν προσγειώνοντας τα γόνατα του στο έδαφος. Ένιωθε σαν μία λεπίδα να έχει καρφωθεί στο στήθος του ακούγοντας τα λόγια της δημοσιογράφου.
   «Δεν έζησε ούτε ένας» ψιθύρισε ο Δάκης με ανέκφραστο πρόσωπο.
   Ο Ορφέας ένιωθε το μίσος να ρέει μέσα του σαν δηλητήριο που πότιζε όλο του το σώμα. Μισούσε τόσο την αστυνομία που εξαιτίας της είχαν χαθεί οι πιο κοντινές του μεταλλάξεις και τώρα οι σύντροφοί τους…. Έκανε εικόνα το πρόσωπο της πολιτάρχη με το ειρωνικό χαμόγελο της επιτυχίας. Είχε εξοντώσει ένα τεράστιο και πολύτιμο μέρος της συμμαχίας, είχε κατορθώσει να καταστρέψει τα σχέδια τους μία ανάσα πριν το Φεστιβάλ Τεχνολογίας. Αυτή η έξυπνη και μοχθηρή γυναίκα αντιπροσώπευε για εκείνον όσα είχαν στερηθεί και  όσα είχαν υποφέρει οι μεταλλάξεις όλα αυτά τα χρόνια. Και το χειρότερο ήταν πως δε θα πλήρωνε ποτέ για τα αποτρόπαια εγκλήματα της  από τη στιγμή που η ίδια θέσπιζε τους νόμους μες την πόλη.
   Αν την είχε μπροστά του δε θα την άφηνε να ζήσει και ας πλήρωνε το τίμημα των δικών του πράξεων με τη ζωή του μετά.  Δεν της άξιζε η πολυτέλεια της ζωής που είχε δεδομένη.
   Κοίταξε για μία τελευταία φορά τα συντρίμμια.
   Ένιωσε τη λεπίδα να γυρίζει.
   Ήταν το τέλος του Φοίνικα. Δε θα αναγεννιόταν ποτέ από τις στάχτες του.

*  *  *

   Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, στη γειτονιά των φαντασμάτων λειτουργούσε υπολογιστής με σύνδεση στο ίντερνετ. Η μικρή συσκευή ήταν αφημένη πάνω στο γραφείο του υπογείου και πρόβαλε το τοπικό κανάλι της Ωκεανίας.
   Δημοσιογράφοι που πολυλογούσαν για τα συμβάντα της προηγούμενης νύχτας, εικόνες από το διαλυμένο σπίτι του τρόμου, συνεντεύξεις αστυνομικών που συμμετείχαν στην «έρευνα» αλλά και δεκαοκτώ πρόσωπα, τόσο οικεία στη συμμαχία και στα παιδιά, στόλιζαν το ολόγραμμα. Ήταν οι φίλοι τους, σύμμαχοι και μεταλλάξεις.
   Τα μέλη του Φοίνικα πριν από λίγες ώρες έχασαν τις ζωές τους. Πλήρωσαν το τίμημα για όλη τη συμμαχία, ως παραδειγματισμό για τις υπόλοιπες μεταλλάξεις. Αυτή ήταν η σκληρή τιμωρία που τους επιφύλασσε η πολιτάρχης.
   «Απίστευτο μου φαίνεται» αναφώνησε η Λορέτα. «Τελευταία στιγμή...»
   Δεν ολοκλήρωσε την πρόταση της. Δεν είχε πολλές επαφές με τα μέλη του Φοίνικα, αλλά για αυτά τα παιδιά τα μέλη της συμμαχίας ήταν κάτι παραπάνω από φίλοι.
   «Σιχαμένοι…» είπε ο Ιάσονας με μία έκφραση γεμάτη μίσος. Όσο έβλεπε τα πρόσωπα των αδικοχαμένων παιδιών στο ολόγραμμα αλλά και όσο σκεφτόταν το κατεστραμμένο τους σχέδιο, τόσο πιο πικρή γινόταν η γεύση που είχε στο στόμα.
   Ο Δάκης κοίταξε τα υπόλοιπα παιδιά. Όλα ήταν καθισμένα στους καναπέδες πέρα από τον Ορφέα και την Εύη που κάθονταν στο γραφείο. Είχαν παρόμοιες εκφράσεις, απογοήτευσης και μίσους.
   Ήταν λογικό. Οι μεταλλάξεις για πρώτη φορά είχαν την ελπίδα ότι μπορούσαν  να αλλάξουν τα δεδομένα στην Ενότητα Ειρήνης προς όφελος τους. Να διεκδικήσουν το δικαίωμα στη ζωή που εκείνη τη στιγμή δεν είχαν, να ξεσκεπάσουν τα ψέματα της Ενότητας Ειρήνης και να πάρουν εκδίκηση για τους φίλους και συγγενείς τους που είχαν χαθεί άδικα. Πλέον τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ήταν δυνατό. Χωρίς το τελευταίο κομμάτι του ιού όλες τους οι ελπίδες είχαν εξανεμιστεί και μαζί τους η ζωή ζωτικών μελών της συμμαχίας.
   Η πολιτάρχης με την έξυπνη της κίνηση είχε κατορθώσει να ελέγξει την κατάσταση επιτυχημένα.
   Σκέφτηκε πόσο τυχερή ήταν η Αιμιλία που είχε κατορθώσει να φύγει από τη συμμαχία πριν αρχίσει το λουτρό αίματος. Τουλάχιστον εκείνη ήταν ασφαλής σπίτι της, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους που κανείς δε γνώριζε  για πόσο ακόμα θα είχαν την τύχη να επιβιώσουν.
   Πόσα λίγα ήξερε…
   Η ματιά του έπεσε πάνω στον Ορφέα. Το πρόσωπό του ήταν σφιγμένο και τα μάτια του κόκκινα. Πριν από λίγο είχε παρακολουθήσει το ξέσπασμα του. Έσπασε τα πάντα, ρήμαξε το υπόγειο του σπιτιού του. Ήξερε πολύ καλά πόσα είχε επενδύσει σε αυτό το σχέδιο και πως πολλά από τα μέλη του Φοίνικα τα γνώριζε από παιδιά. Η Νάσια ήταν αυτή που είχε προτείνει στον ίδιο και την Εύη να βοηθήσουν με τον ιό και την έβλεπε σαν καλή του φίλη.
   Όμως τα συναισθήματα του Ορφέα δεν μπορούσαν να ερμηνευτούν μόνο από την αντίδρασή του.  Οι γονείς του, και ειδικότερα ο πατέρας του, που τόσο απεχθανόταν, ήταν εκείνοι που είχαν την ιδέα της συμμαχίας. Βλέποντας τα μέλη της να χάνονται σήμερα, αυτομάτως ξυπνούσαν μέσα του εκδικητικά ένστικτα. Σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό ένιωθε ευθύνη για όλα τα μέλη και όλες τις μεταλλάξεις που ανήκαν σε αυτή.
   Για πρώτη φορά μέσα σε αυτά τα είκοσι ένα χρόνια είχαν υποστεί ήττα πέρα από κάθε προηγούμενο. Αγωνιούσε να βρει έναν τρόπο για να πάρουν το αίμα τους πίσω.
   Βυθισμένος στις σκέψεις του κοιτούσε την οθόνη, αναμένοντας την μετάλλαξη που θα παρουσίαζαν σαν ένοχη για τον εμπρησμό  στο σπίτι του τρόμου. Μια μετάλλαξη που το πιο πιθανό ήταν πως δε θα ζούσε να δει το φως της επόμενης ημέρας, καθώς όλη η Ωκεανία θα ανυπομονούσε να τη δει νεκρή ακόμα και αν αγνοούσε την ιδιότητα της.
   Αναρωτιόταν, ποιος θα πλήρωνε αυτή τη φορά το τίμημα. Για να είναι όλοι τους στο υπόγειο πιθανότατα δεν ήταν κάποιος από τη δικιά τους ομάδα.
    Η υπόθεση του Ορφέα θα άλλαζε στη στιγμή…. με το άκουσμα του χτυπήματος στην πόρτα.
   1 χτύπημα.
   7 χτυπήματα.
   5 χτυπήματα.
Το συνθηματικό! σκέφτηκε από μέσα του. Κοιτάζοντας ξανά  όλα τα πρόσωπα στο υπόγειο ήξερε πάρα πολύ καλά ούτε μία μετάλλαξη δεν έλειπε από εκεί. Επίσης  κανένας από τις υπόλοιπες ομάδες δεν τους είχε ενημερώσει πως θα ερχόταν για επίσκεψη.
   Το χτύπημα στην πόρτα ήταν ύποπτο.
   Μήπως είχε έρθει η αστυνομία για κάποιον από αυτούς τελικά; Μήπως ήταν κάποιου είδους παιχνίδι της αστυνομίας για να παίξει με τα νεύρα τους;  Ίσως να είχαν μάθει και το σύνθημα πέρα από τα σχέδια τους και έτσι να περίμεναν από τους ίδιους να ανοίξουν την πόρτα, επιτρέποντας τους να εισβάλλουν σε δεύτερο κρησφύγετο της συμμαχίας με άνεση.
   «Σςςςςςς!» έκανε ο Ορφέας ενστικτωδώς  βάζοντας το δείκτη του στα χείλη του.
   Κανένα από τα παιδιά δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο σιγανός ήχος του υπολογιστή που εξέπεμπε αναμεταδίδοντας τις ταραγμένες φωνές των δημοσιογράφων. Δεν έκανε το κόπο να σιγήσει τον ήχο, καθώς αυτό θα φαινόταν πιο ύποπτο σε όποιον βρισκόταν απ’ έξω.
   Η χαρακτηριστική σειρά των χτυπημάτων ακούστηκε δεύτερη φορά. Αλλά ακριβώς όπως προηγουμένως κανένας δεν κουνήθηκε από τη θέση του.
   Ο Ορφέας με κομμένη την ανάσα κοιτούσε την πόρτα. Περίμενε ανά πάσα στιγμή να μπουκάρουν οι αστυνομικοί στο υπόγειο. Λογικά δε θα εξολόθρευαν δεύτερη ομάδα από τη συμμαχία στο ίδιο εικοσιτετράωρο. Το πιο πιθανό ήταν να έπαιρναν αυτόν που ήθελαν αφού πρώτα τον βασάνιζαν μπροστά στους υπόλοιπους και να έφευγαν μαζί του.
   Ή μήπως όχι; Θα σκότωναν τα υπόλοιπα μέλη της συμμαχίας και θα κατηγορούσαν έναν τους και για τις δύο ομαδικές δολοφονίες; Ίσως ο κατηγορούμενος να ήταν ο ίδιος. Ίσως να είχε έρθει τελικά  η ώρα του να εκτελεσθεί για χάρη της Ωκεανίας. Η πολιτάρχης με αυτόν τον τρόπο θα έδινε ένα αίσθημα δικαίωσης στους πολίτες που περίμεναν εδώ και πολλά χρόνια να εξαφανισθεί  από την πόλη τους.
   Ήταν έτοιμος. Δεν περίμενε άλλωστε πως θα ζούσε πολύ έχοντας «βρώμικο» αίμα και ένα παρελθόν γεμάτο «ένοχα» μυστικά.
   Το σύνθημα ακούστηκε για τρίτη φορά.
   Ενώ περίμενε, ανά πάσα στιγμή,  ότι οι αστυνομικοί θα έκαναν έφοδο στο χώρο τους και δε θα έδειχναν κανένα  έλεος στον ίδιο και στους φίλους του, η πόρτα παρέμενε απαραβίαστη. Κανένας δεν προσπαθούσε να την ανοίξει απ’ έξω. Απλά χτυπούσε με επιμονή.
   Ένας λυγμός ήχησε πίσω από τη βαριά σιδερένια πόρτα. Ήταν μία φωνή που,  δεν ήταν σίγουρος, άλλα έμοιαζε οικεία στα αυτιά του. Δεν άργησε να καταλάβει τι του θύμιζε.
   Το πρόσωπο του Δάκη έχασε το χρώμα του.
   «Αιμιλία;»
   Ναι, όντως, αυτή η φωνή θύμιζε την φωνή της Αιμιλίας.
   Ο Δάκης πετάχτηκε από το μαξιλάρι που καθόταν και χωρίς δεύτερη σκέψη κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
   «Μην ανοίξεις!» είπε ο Ορφέας απότομα χωρίς να σκεφτεί πως ακουγόταν πίσω από την πόρτα.
   Ο Δάκης αδιαφόρησε για την προειδοποίηση του φίλου του. Με μία ταχύτατη κίνηση άνοιξε τη πόρτα.
   Η Αιμιλία στεκόταν στο κατώφλι του υπογείου. Το πρόσωπο της ήταν κατακόκκινο ενώ στα μάγουλά της έρεε ένας χείμαρρος από δάκρυα. Άκουγε την κοφτή της ανάσα που έβγαινε ακανόνιστα από τους πνεύμονές της.
   Ο Ορφέας ένιωσε ανακούφιση βλέποντας πως στο κατώφλι του υπογείου στεκόταν όντως η Αιμιλία και όχι κάποιος αστυνομικός που παρίστανε γυναικεία φωνή. Ωστόσο δεν μπορούσε παρά να απορεί, τι δουλειά είχε η Αιμιλία εκεί , μία μέρα σαν τη σημερινή και γιατί ήταν σε αυτή την κατάσταση;
   «Αιμιλία τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Δάκης με αγωνία. Την έπιασε από τους ώμους και την έσυρε μέσα το χώρο του υπογείου. Έκλεισε ερμητικά την πόρτα πίσω.
   Οι φωνητικές της χορδές δε συνεργάζονταν για να βγάλουν τις λέξεις από το στόμα της.  Οι λυγμοί κάλυπταν ό,τι και αν ήθελε να πει.
   Ο Δάκης τη βοήθησε να  ακουμπήσει στα μαξιλάρια και κάθισε δίπλα της. Τα υπόλοιπα παιδιά σχημάτισαν γύρω της έναν κύκλο. Κανένα από τα παιδιά δεν έδειξε να ενδιαφέρεται για όσα είχαν ειπωθεί λίγες βδομάδες πριν, όταν είχε φύγει από τον Δράκο εκφράζοντας τις αντισυμβατικές απόψεις της. Η διαλυμένη της εικόνα επισκίαζε τις οποιεσδήποτε διαφορές τους. Την κοιτούσαν με πραγματική ανησυχία.
   Η Μαρίνα έκατσε δίπλα της και της χάιδεψε μαλακά τον ώμο.
    Ο Ορφέας και η Εύη διατηρούσαν μία απόσταση παρακολουθώντας με περιέργεια το θέαμα.
   Ο Ορφέας αναρωτήθηκε για μία στιγμή αν η Αιμιλία ήταν υπαίτια για την διαρροή του σχεδίου τους στην αστυνομία. Οποιαδήποτε αμφιβολία είχε για αυτή όμως χάθηκε πολύ σύντομα.
   «Αιμιλία είσαι καλά;» ρώτησε η Λορέτα ανήσυχα. Μετά απ’ όσα είχαν συμβεί τα ξημερώματα στην ομάδα του Φοίνικα αναστατώθηκε με την Αιμιλία που με το ζόρι ανέπνεε πίσω από το κλάμα. «Γιατί κλαις;»
   Η Αιμιλία κατάπιε προσπαθώντας να βρει την ανάσα της.
   «Είμαι μέσα» είπε με τρεμάμενη φωνή ανάμεσα στους λυγμούς της. «Θα κάνω ό,τι θέλετε, ας απελευθερώσουμε τον ιό και ας προκαλέσουμε πανικό στην Ωκεανία. Αρκεί να σταματήσουμε την αστυνομία»
   Ο Ορφέας απόρησε με τα λόγια της. Εκτός από το γεγονός πως ήταν το τελευταίο άτομο που περίμενε να ξεστομίσει αυτές τις λέξεις, δεν έμοιαζε να έχει ιδέα για την κατάσταση της Ωκεανίας τις τελευταίες ώρες. Μα καλά, δεν είχε μάθει τίποτα; Ήξερε ποιο ήταν το κρησφύγετο του Φοίνικα, αλλά και τα πρόσωπα της ομάδας.
   Με μια γρήγορη ματιά, είδε πως το ακουστικό έλειπε από το αυτί της.
   «Δεν έχεις ανοίξει καθόλου ίντερνετ και τηλεόραση σήμερα;» ρώτησε ο Μανώλης σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις του.
   Η Αιμιλία έκανε ένα αρνητικό νεύμα.
   Την ώρα του πρωινού στο σπίτι της τις σπάνιες φορές που έτρωγαν όλοι μαζί, δεν άνοιγαν ποτέ ίντερνετ. Περίμεναν να τελειώσουν το φαγητό τους και μετά ενημερώνονταν για τα νέα της ημέρας. Σήμερα  όμως, έτσι κι αλλιώς το μυαλό της ήταν μακριά από κάθε άλλο γεγονός  που μπορεί να συνέβαινε στην Ωκεανία. Συγχρόνως είχε φύγει βιαστικά από το σπίτι της, αφού προηγουμένως είχε παρατήσει το ακουστικό της στην τραπεζαρία, χωρίς να τσεκάρει τα νέα της πόλης.
   Πράγμα που τώρα συνειδητοποιούσε πως ήταν μεγάλη ανοησία. Μπορεί να είχε ανακοινωθεί κάτι που είχε σχέση με τον πατέρα της.
   «Τότε δεν ξέρεις» αναφώνησε συγκρατημένα η Εύη.
   Εκείνη τη στιγμή η Αιμιλία αντιλήφθηκε πως άκουγε αχνά φωνές δημοσιογράφων. Δεδομένου ότι  δεν υπήρχε τηλεόραση στο υπόγειο η μοναδική πηγή των φωνών θα μπορούσε να είναι κάποιος υπολογιστής με σύνδεση στο διαδίκτυο. Ήξερε καλά πως αυτό ήταν κάτι που απέφευγε η συμμαχία για να μειώσει τις πιθανότητες διαρροής πληροφοριών από τις ομάδες.
   Κάτι σοβαρό έπρεπε να είχε συμβεί.
   Με γρήγορα βήματα κατευθύνθηκε προς το γραφείο και κοίταξε το ολοζώντανο ολόγραμμα.
   Δε χρειάστηκε κόπο για αναγνωρίσει τα πρόσωπα. Κάποια από αυτά τα είχε γνωρίσει τους προηγούμενους μήνες. Μερικά της ήταν άγνωστα και έτσι δεν κατάλαβε αμέσως πως όλοι τους ήταν μέλη του Φοίνικα. Τι δουλειά όμως είχαν τα πρόσωπα τους στο τοπικό κανάλι της Ωκεανίας;
   Κατάπιε τους λυγμούς της στη προσπάθεια της να ακούσει τα λόγια των δημοσιογράφων.
   «Οι έρευνες συνεχίζονται από την αστυνομία. Αναμένουμε μέσα σε λίγα λεπτά ενημέρωση και περισσότερες πληροφορίες που να έχουν σχέση με την υπόθεση. Ο αριθμός των θυμάτων έχει κλειδώσει  στα δεκαοκτώ, ενώ τα πρόσωπα των παιδιών μπορούν να τα δουν οι τηλεθεατές μας στους δέκτες τους. Όπως λένε οι αστυνομικοί έχουν ανασύρει όλα τα πτώματα από το κατεστραμμένο σπίτι του  τρόμου.
   » Έγκυρες πηγές μας λένε πως έχει πραγματοποιηθεί  ήδη η σύλληψη του βασικού ύποπτου…»
Η ομαδική δολοφονία! σκέφτηκε από μέσα της.
  Αστραπιαία όλα τα γεγονότα μπήκαν σε σειρά μες το μυαλό της. Η αστυνομία είχε μάθει για την ύπαρξη του ιού και πιθανότατα για όσο θα συνέβαιναν  στο Φεστιβάλ Τεχνολογίας. Έτσι αποφάσισε να επιτεθεί στην ομάδα του Φοίνικα για να διαλύσει τα σχέδια τους και σαν ένοχο για τις πράξεις τους είχαν διαλέξει τον πατέρα της, ένα από τα παλαιά μέλη της συμμαχίας.
   Ένιωσε την απελπισία να γιγαντώνεται μέσα της,  συνειδητοποιώντας πως μαζί με τον Φοίνικα πιθανότατα είχε χαθεί και ο ιός, η μόνη της ελπίδα να σώσει τον πατέρα της από την εκτέλεση.
   Οι λυγμοί ήχησαν ακόμα πιο δυνατοί από πριν. Τα πόδια  της δεν άντεξαν το βάρος του σώματος της και λύγισαν προς  το έδαφος. Είχε απλώσει τους αγκώνες της στο γραφείο και είχε χώσει το κατακόκκινο πρόσωπο της μέσα στα μπράτσα της.
   Ο Ορφέας κοιτάζοντας την σε αυτή τη κατάσταση θυμήθηκε τον εαυτό του λίγο νωρίτερα την ώρα που αντίκριζε  τα συντρίμμια του Φοίνικα. Μόνο που η απελπισία της Αιμιλίας έμοιαζε χειρότερη, πολύ χειρότερη από τη δική του.
   Ο Δάκης την ακολούθησε και της χάιδεψε μαλακά την πλάτη.
   «Δεν μπορεί…» είπε πνιχτά. «Κάτι θα υπάρχει που να μπορώ να κάνω… κάτι…»
   Ο Ορφέας απορούσε που την έβλεπε έτσι. Η Αιμιλία είχε ξεκαθαρίσει τους λόγους που δεν ήθελε να συμμετέχει στο Φεστιβάλ Τεχνολογίας και τώρα είχε έρθει μόνη της ως τη γειτονιά των φαντασμάτων, έτοιμη να ρισκάρει τα πάντα. Αλλά ως προς τι αυτή η αλλαγή; Γιατί ήταν διατεθειμένη να ρισκάρει όπως υποστήριζε τις ζωές των πολύτιμων της ανθρώπων προκειμένου να αποκαλυφθεί η σκευωρία πίσω από τις μεταλλάξεις;
   «Αιμιλία τι συμβαίνει;» είπε με απόμακρο τόνο.
   Το κλάμα δεν της επέτρεπε να σχηματίσει ούτε λέξη. Το μόνο που ακουγόταν  ήταν οι λυγμοί της.
   Δε χρειάστηκε τις εξηγήσεις της. Δευτερόλεπτα αργότερα ένα νέο πρόσωπο εμφανίστηκε στο ολόγραμμα δίπλα στα θύματα των αστυνομικών. Αυτό το πρόσωπο για κάποιον λόγο έμοιαζε οικείο στα μάτια του, αν και δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ακριβώς του θύμιζε.
   Η φωνή της δημοσιογράφου ακούστηκε. «Στα ολογράμματα σας βλέπετε το πρόσωπο του βασικού υπόπτου. Ακούει στο όνομα Δημοσθένης Ανδριαννός και συνελήφθη  λίγο νωρίτερα στην κατοικία που διέμενε  μαζί με την οικογένεια του στο Βόρειο Συγκρότημα»
Ανδριαννός… Αιμιλία Ανδριαννού… Ο πατέρας της Αιμιλίας!
   «Πλάκα κάνεις» αναφώνησε ο Δάκης που δεν είχε ξεκολλήσει το χέρι του από την πλάτη της Αιμιλίας.
   Ο Ορφέας δεν καταλάβαινε. Γιατί είχαν συλλάβει τον πατέρα της Αιμιλίας; Είχαν τόσες μεταλλάξεις διαθέσιμες που προκαλούσαν πολλά περισσότερα προβλήματα απ’ ότι κάποιος ο οποίος ζούσε μία ειρηνική ήσυχη ζωή με την οικογένεια του και τη γυναίκα του που ήταν άνθρωπος. Θα μπορούσαν να ξεφορτωθούν κάποιον σαν τον ίδιο που άνηκε χρόνια στη συμμαχία και είχε προκαλέσει ένα σωρό μπελάδες με τη δημιουργία ενός ιού που είχε σκοπό να αναστατώσει την Ωκεανία. Γιατί κάποιον τόσο αδιάφορο;
   «Το πρόσωπο του…» είπε η Εύη με παραξενεμένη. «…μοιάζει οικείο»
   Το ίδιο ακριβώς στοιχείο που είχε παρατηρήσει και ο ίδιος βλέποντας τον. Του θύμιζε κάτι, αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ακριβώς. Σαν να τον είχε δει κάπου. Αλλά που;
   «Αιμιλία;» ρώτησε ο Δάκης με ήρεμη φωνή. «Αιμιλία κοίταξε με λίγο»
   Το πρόσωπο της Αιμιλίας πρόβαλε πίσω από τα μπράτσα της που ήταν απλωμένα πάνω στο γραφείο. Ο Δάκης σκούπισε τα δάκρυα της και έπειτα την αγκάλιασε τρυφερά. Σπάραζε η καρδιά του να τη βλέπει σε αυτήν την τόσο οδυνηρή κατάσταση. Δυστυχώς το μόνο που μπορούσε να κάνει εκείνη τη στιγμή ήταν να την αγκαλιάσει.
   Τα τρεμάμενα χέρια της Αιμιλίας έσφιξαν την πλάτη του ενώ οι λυγμοί της απάλυναν, χωρίς να σταματήσουν.
   «Έχεις κάποια ιδέα; Γιατί συνέλαβαν τον πατέρα σου;»
   Η Αιμιλία έκανε ένα θετικό νεύμα χωρίς να αφήνει το Δάκη από την αγκαλιά της. «Πριν από μία βδομάδα, όταν του είπα την αλήθεια για τις μεταλλάξεις και όσα είχα μάθει τους τελευταίους μήνες πριν φύγω από τον Δράκο, μου είπε ότι και αυτός άνηκε κάποτε στη συμμαχία»
   «Τι;» αναφώνησε η Εύη έκπληκτη.
   Την ίδια έκπληξη μοιράζονταν και τα υπόλοιπα παιδιά στο υπόγειο.
   «Μα πως είναι δυνατόν;» ρώτησε η Λορέτα με περιέργεια.
   Ο Ορφέας την κοίταξε με δυσπιστία. «Ο πατέρας σου στη συμμαχία; Εσύ δεν είχε πει πως δεν γνώριζε τίποτα γύρω από τις μεταλλάξεις; Όπως και εσύ»
    «Αυτό νόμιζα και εγώ. Αλλά απ’ ότι φάνηκε  γνώριζε την αλήθεια όλον αυτόν τον καιρό και δε μου είχε πει τίποτα. Ήθελε να με κρατήσει μακριά από τη συμμαχία πάση θυσία. Την θεωρεί επικίνδυνη»
   «Μα ο πατέρας σου είναι παντρεμένος με άνθρωπο!» είπε η Εύη. «Οι μεταλλάξεις δεν παντρευόμαστε ποτέ ανθρώπους.»
   «Απ’ όσο φαίνεται ο πατέρας μου δε μοιράζεται τις ίδιες απόψεις με τη συμμαχία όσον αφορά τους ανθρώπους. Ήταν ένας από τους λόγους που δεν ήθελε να έχω επαφές με μεταλλάξεις. Ήθελε να γνωρίσω τον κόσμο και τους ανθρώπους δίχως προκατάληψη. Δεν ξέρω τι ήταν ακριβώς αυτό που του άλλαξε την εικόνα τότε, αλλά αυτό ήταν ένα από τα βασικά κίνητρα του για να μου κρύψει την αλήθεια πίσω από τις μεταλλάξεις»
   «Αποκλείεται!» είπε ο Ιάσονας. «Δεν υπάρχει περίπτωση να άνηκε στη συμμαχία. Λες ψέματα!»
   «Δεν λέω ψέματα!» είπε με ένταση αυτή τη φορά. «Ούτε εκείνος έλεγε! Μου είπε πως η συμμαχία ήταν ιδέα του Χάρη Πολυχρόνου, του πατέρα του Ορφέα. Και πως μαζί με την Ρωξάνη Πετρή και μερικούς ακόμα μάζεψαν όλες τις μεταλλάξεις που γνώριζαν και δημιούργησαν τη συμμαχία. Επίσης μου είπε πως τότε δεν είχε αυτό το μεγαλοπρεπές όπως το χαρακτήρισε όνομα. Μάλλον ήταν κάτι που προέκυψε μετά την έξοδο του από τη συμμαχία»
   Ήταν δεδομένο πως το όνομα «συμμαχία των τεράτων» ήταν κάτι που είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται μετά την έξοδο των ιδρυτικών μελών της συμμαχίας. Αυτή η πληροφορία ήταν γνωστή σε όσους είχαν ακούσει την ιστορία των ομάδων.
   «Αυτή είναι η απόδειξη πως λες ψέματα!» συνέχισε ο Ιάσονας. «Τα ιδρυτικά μέλη της συμμαχίας ήταν έξι και αυτά τα έξι ονόματα είναι γνωστά σε όλους μας. Δε θυμάμαι κανέναν Δημοσθένη Ανδριαννό στη λίστα!»
   Ο Δάκης αναστέναξε. Ο Ιάσονας έβλεπε την Αιμιλία σε αυτή τη κατάσταση και είχε το θράσος να αναδείξει το πνεύμα αντιλογίας που τον διακατείχε πάντα. Δεν μπορούσε τουλάχιστον να χαμηλώσει τους τόνους του; Επίσης του έλειπε μια βασική πληροφορία.
   «Όχι ακριβώς.» αναφώνησε η Εύη. Άνοιξε το πρώτο συρτάρι στο γραφείο και άρχισε να ψάχνει μανιωδώς.
   «Λέμε ότι είναι έξι» είπε ο Ορφέας συνειδητοποιώντας που είχε ξαναδεί το πρόσωπο του πατέρα της Αιμιλίας. «Το έβδομο όμως δεν το αναφέρουμε γιατί κανείς δε θέλει να το θυμάται. Αλλά αν ψάξεις τα χρονικά μας θα το βρεις. Θεωρείται η ντροπή της συμμαχίας»
   Τα κατακόκκινα μάτια της Αιμιλίας τον κοίταξαν γεμάτα έκπληξη. Αυτό ήταν κάτι που δεν της είχε πει ο πατέρας της εκείνο το απόγευμα. Αλλά με βάση τις απόψεις που είχε για τις μεταλλάξεις δε θα έπρεπε να την εκπλήσσει το γεγονός ότι η συμμαχία δεν τον είχε σε εκτίμηση. Υποστήριζε τους ανθρώπους χωρίς προκατάληψη, κάτι που όταν είχε κάνει η ίδια δεν είχε και την πιο ευνοϊκή αντιμετώπιση.
   «Το βρήκα!» είπε η Εύη. Με μία απότομη κίνηση έκλεισε το παράθυρο που προβαλλόταν το κανάλι της Ωκεανίας και σύνδεσε το μικρό τσιπάκι που κρατούσε στα χέρια της.
   Πριν από πολλά χρόνια ο Ορφέας ανακάλυψε αυτό το τσιπάκι στα ξεχασμένα πράματα της μητέρας του. Ήταν κάτι που άνηκε στο ιστορικό της συμμαχίας, για αυτό το είχε φέρει στο Δράκο και το είχε φυλάξει με τα υπόλοιπα πράματα που ανήκαν στην ιστορία της. Εκεί ήταν που είχε δει ένα πρόσωπο που δεν αναγνώριζε. Ρωτώντας την Καρολίνα ανακάλυψε πληροφορίες που έμοιαζε  να αγνοούν οι νέες γενιές μεταλλάξεων.
   Στην εικόνα του υπολογιστή εμφανίστηκε μία φωτογραφία με κίνηση. Επτά νέοι, μαζεμένοι στο κέντρο της, χαμογελούσαν στην κάμερα.
   «Ποτέ δεν έκανα τη σύνδεση» είπε η Εύη.
   Αν και το όνομα Ανδριαννού της θύμιζε κάτι, ποτέ δεν είχε δώσει παραπάνω σημασία. Άλλωστε η Αιμιλία ήταν μία μετάλλαξη σαν πολλές που κυκλοφορούσαν στη πόλη. Γνώριζε μόνο όσα επέτρεπε το κράτος να γνωρίζει. Υπέθετε πως ακριβώς για αυτό τον λόγο δε θα μπορούσε ποτέ να έχει παρελθόν με την συμμαχία.
   Η Αιμιλία άφησε τον Δάκη από την αγκαλιά της και στύλωσε το βλέμμα της στην όμορφη φωτογραφία. Με μία γρήγορη ματιά αναγνώρισε το πρόσωπο της Ρωξάνης Πετρή δίπλα σε έναν ψηλό άντρα με καστανά μάτια. Από τα χέρια της που αγκάλιαζαν τη μέση του μπορούσε να υποθέσει πως αυτός ήταν ο Χάρης Πολυχρόνου. Ακριβώς δίπλα του στεκόταν με ένα λαμπερό χαμόγελο το οικείο πρόσωπο του πατέρα της. Αν και είχαν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια μπορούσε να ξεχωρίσει τα ζεστά μάτια του στο χρώμα του φουντουκιού,  ενώ τα μαλλιά του στη φωτογραφία είχαν το ίδιο χρώμα με τα δικά της.
   «Αυτή εδώ είναι η Ρωξάνη Πετρή» είπε η Εύη και έδειξε με τον δείκτη της την όμορφη γυναίκα με τα μπλε μάτια. «και δίπλα της είναι ο Χάρης Πολυχρόνου. Η ξανθιά αριστερά της μητέρας του Ορφέα είναι η Δόμνα Χριστοπούλου και ακριβώς δίπλα της στέκεται η θεία μου, η Ελεονώρα Αγάθη. Οι δύο άντρες δίπλα τους είναι ο Βησσαρίων Δοξαράς και ο Ισίδωρος Πυλαρινός. Ενώ δεξιά του Χάρη Πολυχρόνου στέκεται το μέλος για το οποίο δε μιλάμε ποτέ, ο Δημοσθένης Ανδριαννός.»
   «Ο πατέρας μου» αναφώνησε η Αιμιλία.
   Η Αιμιλία δεν είχε προλάβει να μάθει πολλά πράματα για την ιστορία της συμμαχίας όσο βρισκόταν στην ομάδα. Επομένως τα ονόματα που άκουγε και τα πρόσωπα που έβλεπε στην εικόνα ήταν πρωτόγνωρα. Αλλά από τις εκφράσεις των υπόλοιπων μπορούσε να καταλάβει πως δεν ίσχυε το ίδιο και για αυτούς. Κοιτούσαν με δέος και θαυμασμό την εικόνα των ειδώλων τους.  Εκείνων που έκαναν τη συμμαχία πραγματικότητα και τους έδωσαν την ελπίδα μίας καλύτερης ζωής.
    «Αυτή η φωτογραφία τραβήχτηκε είκοσι ένα χρόνια πριν. Δυστυχώς μόνο ένας από την εικόνα κατόρθωσε να δει το φως της σημερινής ημέρας»
   Όλοι κοίταξαν το φωτεινό πρόσωπο του νεαρού τότε Δημοσθένη.
   Και καθώς η Αιμιλία κοιτούσε έναν Δημοσθένη που δεν είχε δει ποτέ στις φωτογραφίες που ήταν μαζί με την μητέρα της, αναρωτιόταν:

    Θα ζούσε άραγε να δει το φως και της επόμενης μέρας;



Ναταλία Β.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου