Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

22 Νοε 2016

1 Η αλήθεια μου (Κεφάλαιο 2)

Ξυπνάω το πρωί, πεσμένη στο πάτωμα με το συνηθισμένο πια αίσθημα άπνοιας, καταϊδρωμένη. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο, κάτι άγνωστο.
Τα πόδια μου με οδηγούν στο μπάνιο χωρίς πριν να τους το ζητήσω και το σώμα μου με φροντίζει με τον ίδιο τρόπο. Κάθομαι σαστισμένη στο καναπέ μέχρι να αποφασίσω να φτιάξω έναν καφέ. Γονατίζω για να ανοίξω τις κούτες με την ένδειξη ''κουζίνα'' και ταυτόχρονα προσπαθώ να θυμηθώ τι το διαφορετικό είχε η χτεσινή νύχτα.

«Το όνειρο» ψιθυρίζω σαν να μην πρέπει κανείς να το ακούσει και ένα πιάτο που γλιστράει από τα χέρια μου καταλήγει σε χίλια κομμάτια, σκόρπια στο πάτωμα.
Δεν είμαι πια στην κουζίνα αλλά σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Ξαναζώ το όνειρό μου, χωρίς όμως να κοιμάμαι αυτή τη φορά.
Κάποιος μπαίνει μέσα, με σηκώνει αναίσθητη πια από τον καπνό και προσπαθεί να με περάσει μέσα από την πόρτα που πριν έσπασε. Το χέρι μου πιάνεται στην σπασμένη ξύλινη πόρτα και ένα αιχμηρό κομμάτι της καρφώνεται βαθειά πάνω του.
Με απομακρύνει από τη φλεγόμενη φυλακή μου και με ακουμπά στο δροσερό χορτάρι αρκετά μακριά από τη φωτιά. Ανασηκώνει με τα χέρια του το κεφάλι και το πάνω μέρος του σώματός μου, ταρακουνώντας με ελαφρά για να συνέλθω.
Νιώθω το χέρι του στο πρόσωπό μου και καταλαβαίνω ότι είναι ανδρικό. Δεν μπορώ, όμως, να δω το πρόσωπό του, ούτε να ακούσω τη φωνή του. Αισθάνομαι την παρουσία του χωρίς να μπορώ να ανοίξω τα μάτια ή να του μιλήσω. Με αγκαλιάζει σφιχτά με την καρδιά του να χτυπάει τρελά, να πονάει στην ιδέα ότι με έχασε. Ακόμα νιώθω τα δάκρυά του να στάζουν στο πρόσωπό μου.
Το σώμα του απομακρύνεται. Τα χέρια του με ακουμπούν απαλά στο έδαφος, τα χείλη του αγγίζουν τα δικά μου και η καρδιά μου αρχίζει να χτυπάει γρήγορα, έτοιμη να βγει από το στήθος μου. Ανοίγω ελάχιστα τα χείλη μου και τον ακούω να λέει, «Σε βρήκα».
Ένα κορίτσι κουνάει τα χέρια της μπροστά από τα μάτια μου. Φαίνεται σαν κάτι να λέει όμως δεν μπορώ να την ακούσω. Ψάχνει με τα μάτια της το τηλέφωνο. Σηκώνομαι, της πιάνω το χέρι και εκείνη γυρνά απότομα το κεφάλι της και με κοιτάει περίεργα. Τραβάει το χέρι της από τα νύχια μου και αρχίζει να μου φωνάζει, να με ρωτάει αν είμαι καλά και τι ήταν αυτό που ακούστηκε πριν, γιατί κάθομαι στο πάτωμα να κοιτάζω το κενό χωρίς καμία επικοινωνία με το περιβάλλον γύρω μου.
Ακόμα δεν την ακούω αλλά καταλαβαίνω τι μου λέει από τις κινήσεις των χεριών της. Το τελευταίο που θυμάμαι είναι το πιάτο να γλιστράει από τα χέρια μου και μετά σκοτάδι.
Γυρίζω με αργά βήματα στην κουζίνα, ενώ συνεχίζω να την αγνοώ, για να τρομάξω στην εικόνα του κομματιασμένου πιάτου να κολυμπάει στο αίμα. Τότε μόνο νιώθω έναν οξύ πόνο στο χέρι μου. Ένα μεγάλο κομμάτι πορσελάνης είναι καρφωμένο βαθειά μέσα στο κάτω μέρος του χεριού μου και το αίμα στάζει ποτάμι.
Βγάζω με δυσκολία το κομμάτι, για να μπορέσω να δω το μέγεθος της πληγής και ασυναίσθητα μια κραυγή πόνου ξεφεύγει από το στόμα μου. Τώρα μπορώ να ακούσω το ουρλιαχτό μου. Ζαλίζομαι και σωριάζομαι κάτω, κουλουριασμένη να πιέζω με τα δάχτυλα την πληγή και σπαράζω στο κλάμα. Ακούω την πόρτα να ανοίγει και η κοπέλα με την κ. Μαίρη με πλησιάζουν.
Λίγο μετά είμαι στο σαλόνι της κ. Μαίρης. Περιποιείται το χέρι μου, είναι νοσοκόμα όπως μου λέει. Την παρακαλάω να μην πει τίποτα στη Μιράντα και της υπόσχομαι να είμαι πιο προσεκτική. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει στο δωμάτιο το κορίτσι που είδα πριν. Με κοιτάζει με ανακούφιση και μου λέει ότι σκούπισε το αίμα, τακτοποίησε αρκετές από τις κούτες με την ένδειξη ''κουζίνα'' και ότι αν θέλω θα έρθει να μείνει μαζί μου τουλάχιστον μέχρι να κλείσει η πληγή και να μπορώ να κάνω πάλι τις δουλειές του σπιτιού.
Μια στιγμή μόνο κολλάω και μένω να την κοιτάζω για μερικά λεπτά. «Συγνώμη αλλά ποια είσαι;»
«Είναι η κόρη μου, η Έλενα. Θα την γνώριζες αν ερχόταν χτες το βράδυ αλλά... Πάντως νομίζω πως έχει δίκιο και πρέπει να μείνει μαζί σου για λίγο» λέει η κ. Μαίρη.
«Όχι δεν είναι απαραίτητο.» Προσπαθώ να το αποφύγω χωρίς αποτέλεσμα.
«Επιμένω! Έτσι θα γνωριστείτε καλύτερα».
Αναγκάζομαι τελικά να δεχτώ. Έτσι κι αλλιώς, η Μιράντα ούτε που θα το καταλάβει. Έρχεται στο σπίτι για δύο ώρες μόνο και αυτές όταν το θυμηθεί και μετά πάλι εξαφανίζεται.
Τις επόμενες δύο μέρες ταχτοποιούμε όλα τα πράγματα. Η Έλενα προσπαθεί πολλές φορές να με πλησιάσει, μάταια όμως. Δεν μου βγάζει ούτε λέξη. Είμαι συνεχώς απόμακρη. Κλείνομαι στο δωμάτιό μου, προσποιούμενη κάποια αδιαθεσία, μέχρι να με φωνάξει για φαγητό.
Τελειώνουμε τις δουλειές και ξαπλώνω στο κρεβάτι μου και την σκέφτομαι. Είναι τόσο καλή μαζί μου και εγώ της φέρομαι πολύ απότομα. Δεν είναι λίγες οι φορές που πιάνω τον εαυτό μου να την συλλογίζεται. Συχνά έχω την ανάγκη να της μιλήσω για μένα. Όταν την παρατηρώ νομίζω πως κάτι μου θυμίζει. Η εικόνα της είναι τόσο οικεία μα και τόσο άγνωστη συνάμα.
Έχει το ίδιο ύψος με εμένα, τα μαλλιά της είναι σκούρα καστανά, ίσια και μακριά και τα μάτια της έχουν χρώμα σκούρο. Είναι επικοινωνιακή και γεμάτη αυτοπεποίθηση. Πώς γίνεται όμως να αισθάνομαι τόσο οικείο ένα κορίτσι που γνωρίζω για πρώτη φορά;
Τον τελευταίο καιρό φωνάζω στον ύπνο μου. Βλέπω ξανά και ξανά την αρχή του ονείρου. Το σκοτεινό δωμάτιο να παίρνει φωτιά και να με τυλίγουν οι φλόγες.
Ξυπνάω ιδρωμένη και τρομοκρατημένη, ουρλιάζοντας και βήχοντας. Ανοίγω τα μάτια μου για να βρω την Έλενα καθισμένη πλάι μου στο κρεβάτι, περιμένοντάς με να ηρεμίσω. Ανακάθομαι, φέρνω τα χέρια μου στο κεφάλι και αφήνω ένα χείμαρρο δακρύων να ξεχυθεί από τις άκρες των ματιών μου.
«Ξέρεις, δεν μπορείς να συνεχίσεις έτσι. Πρέπει να κάνεις κάτι να σταματήσουν αυτοί οι εφιάλτες» λέει η Έλενα φανερά ανήσυχη και καμιά μας δε μιλάει για μερικά λεπτά.
«Όχι δεν θα κάνω τίποτα» λέω τελικά εγώ σπάζοντας τη σιωπή. «Έχω μάθει να ζω μαζί τους. Δεν είναι πρώτη φορά που βλέπω το ίδιο όνειρο. Απλώς τώρα είναι διαφορετικό από πριν».
«Τι εννοείς διαφορετικό; Πες μου, μίλησέ μου... Θα σε κάνει να νιώσεις καλύτερα».
«Δεν καταλαβαίνεις, δεν είναι μόνο τα όνειρα, είναι μια ολόκληρη ζωή» ξεσπάω.
Ξαφνικά όλη μου η ζωή περνάει από μπροστά μου σαν κινηματογραφικό φιλμ. Τι είχα κάνει για το οποίο θα έπρεπε να αισθάνομαι χαρούμενη; Τίποτα απολύτως. Είχα περάσει την καλύτερη ηλικία μόνη, χωρίς φίλους, χωρίς οικογένεια, χωρίς ουσία, πηγαίνοντας από το ένα αγγλόγλωσσο σχολείο στο άλλο.
«Κάποια πράγματα πρέπει να τα συνηθίζουμε, να μάθουμε να ζούμε μαζί τους, είτε μας αρέσουν είτε όχι. Όλα όσα μας συμβαίνουν έχουν λόγο. Δεν μπορούμε να τα προσπερνάμε έτσι απλά. Πρέπει πρώτα να ακούσουμε αυτό που ήρθαν να μας πουν» λέω στην Έλενα τα όσα επανειλημμένως μου έχει πει η Μιράντα. 
«Μιλάς σαν να έχεις περάσει πάρα πολλά και είσαι μόνο δεκάξι. Δε γίνεται να σκέφτεσαι έτσι από τώρα».
Και έτσι της τα λέω όλα. Της ανοίγω την καρδιά μου. Της λέω τα πάντα για μένα. Δεν είμαι σίγουρη αν πρέπει αλλά τουλάχιστον είμαι σίγουρη πως κάνω αυτό που μου λέει η καρδιά μου. Πρώτη φορά κάνω κάτι τέτοιο. Εγώ είμαι πάντα σοβαρή, συγκρατημένη και χωρίς να προβάλλω συναισθήματα. Το πήρα από την  μητέρα μου. Άλλαξα τόσο πολύ από τότε που ήρθα στην Ελλάδα.
Κάνω ένα μπάνιο, φτιάχνω καφέ και κάθομαι στο σαλόνι με την Έλενα. Μιλάμε για πολλά πράγματα. Μου ανοίγει κι εκείνη την καρδιά της. Και μετά μιλάμε για το σχολείο που ξεκινάει αύριο. Της ζητάω να με βοηθήσει με το να είμαι πιο κοινωνική, με το να προσαρμοστώ εύκολα και να είμαι πιο ανοιχτή στην παρέα. Χρειάζομαι μια νέα αρχή και της ζητάω βοήθεια.
Με βεβαιώνει πως θα γίνω αποδεκτή από όλους και πως υπάρχει πάντα θέση στην παρέα για καινούρια παιδιά. Δεν θα καθίσει όμως μαζί μου στη τάξη γιατί έχει ήδη κανονίσει να κάτσει με την Καίτη, συν ότι δεν ξέρουμε αν θα είμαστε στο ίδιο τμήμα.
Το ρολόι δείχνει έξι και μισή. Η Έλενα και εγώ ακούμε το κουδούνι και εκείνη ανοίγει την πόρτα μιας κι εγώ απολαμβάνω ένα ακόμη μπάνιο.
Πάντα με χαλαρώνει ένα ζεστό μπάνιο και μετά από την συναισθηματική έκρηξη που προηγήθηκε το έχω ανάγκη. Το καυτό νερό έρχεται σε επαφή με το παγωμένο δέρμα μου αφήνοντάς του κόκκινα σημάδια καθώς το δωμάτιο μετατρέπεται σε σάουνα με ατμούς. Οι πόροι του σώματός μου έχουν ανοίξει και μπορώ με ευκολία να διακρίνω τα μικρά κόκκινα ανοίγματα, σαν τσιμπήματα βελόνας, όμως δεν νιώθω τον σύνηθες πόνο, σαν τσούξιμο. Μπορώ να αισθανθώ την αρνητική ενέργεια που τόσα χρόνια με βαραίνει να εξατμίζεται, όπως το καυτό νερό, και να με αφήνει επιτέλους να αναπνεύσω.
Ξεπλένω και τα τελευταία υπολείμματα σαπουνιού από το σώμα και τα μαλλιά μου, σταματάω την ροή του νερού από το τηλέφωνο του ντους και με την πετσέτα σκουπίζω ευλαβικά τις σταγόνες από το σώμα μου πριν την στερεώσω στον κορμό μου. Παίρνω μια δεύτερη πετσέτα και την περνάω απαλά πάνω από τα μαλλιά μου, για να απορροφήσει το πολύ νερό, πριν τελικά τα τυλίξω με αυτήν.
Ψάχνω στο ντουλάπι για την κρέμα σώματός μου, με άρωμα γαρίφαλο, και με πολύ τρυφερό τρόπο αλείφω τα χέρια και τα πόδια μου. Δεν θυμάμαι προηγούμενη φορά που να προσφέρω τέτοια ή παραπλήσια αγάπη στο σώμα μου και απορώ με τον εαυτό μου. Οι άκρες τον χειλιών μου τείνουν προς τα πάνω και ένα κύμα χαράς και χαλάρωσης με αγκαλιάζει.
Πιάνω την βούρτσα στα χέρια μου, με σκοπό να περιποιηθώ και το αγαπημένο μου κομμάτι, τα μαλλιά μου, όμως δεν βρίσκω πουθενά την κρέμα που χρησιμοποιώ για να τα μαλακώνω. Σκέφτομαι πως θα πρέπει να ήταν σε μία από της κούτες που τακτοποίησε η Έλενα οπότε σφίγγω την πετσέτα στον κορμό μου και εγκαταλείπω το μπάνιο με γοργό ρυθμό.
«Έλενα, πού έβαλες την κρέμα για τα μαλλιά;» Κάνω την εμφάνισή μου στο σαλόνι όπου βρίσκομαι να κοιτάζω μια πανέμορφη κοπέλα. Εκείνη ανταποδίδει το βλέμμα άφωνη, και κοιτάζει μια εμένα και μια την Έλενα. Το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι μόλις τη βλέπω είναι πως δεν θα μπορέσω ποτέ να της μοιάσω. «Συγνώμη που διέκοψα, μιλούσατε έτσι; Φεύγω, φεύγω». Κάνω μεταβολή κατακόκκινη από την ντροπή.
«Όχι περίμενε. Να σας συστήσω. Εύα, από δω η Καίτη, η κολλητή μου. Καίτη, η Εύα, φίλη μου από Αμερική. Και για να προλάβω την ερώτηση, μιλούσαμε με e-mail. Η Εύα ταξιδεύει πολύ μαζί με την μητέρα της, την καινούρια οικιακή βοηθό της μαμάς μου. Της έλεγα από καιρό να έρθει να την γνωρίσω από κοντά και να που όχι μόνο ήρθε αλλά θα μείνει κιόλας.»
Αυτό είναι και το πρώτο βήμα για να μπω στην παρέα. Με την Έλενα και την Καίτη να με συμπαθούν όλα γίνονται πιο απλά αλλά και πιο περίπλοκα. Από τη μια μέρα στην άλλη αποκτώ όχι μία αλλά δύο φίλες και από αύριο ποιος ξέρει πόσες ακόμα. Αν και δεν ξέρω κατά πόσο θα μπορέσω να γίνω κομμάτι της παρέας.
Το απόγευμα, λοιπόν, εξελίσσεται σε ένα ladies night. Διαλέγουμε ρούχα για αύριο, μαγειρεύουμε, βλέπουμε ταινία, ακούμε μουσική και τραγουδάμε. Είναι η πρώτη φορά που παίζω κιθάρα και τραγουδάω μπροστά σε κόσμο και ομολογώ πως είναι υπέροχο συναίσθημα, αν εξαιρέσεις το σφίξιμο στο στομάχι.
«Έχεις υπέροχη φωνή! Να το κυνηγήσεις, έχεις ταλέντο!»
«Ευχαριστώ Καίτη αλλά δεν νομίζω. Είναι η πρώτη και τελευταία φορά που τραγουδάω μπροστά σε κάποιον. Ντρέπομαι πολύ και δεν ξέρω καν πώς βρήκα το θάρρος να το κάνω τώρα.»
«Έλα, άσε την αφού κοκκίνισε, δες την» λέει η Έλενα και το ρίχνουμε στα γέλια πριν συνεχίσει η Καίτη.
«Σαν πολύ δεν το ξενυχτίσαμε απόψε; Μία και μισή πήγε η ώρα» λέει με ύφος μεταξύ σοβαρού και αστείου.
«Άντε να βάλουμε ξυπνητήρι γιατί δεν μας βλέπω να σηκωνόμαστε το πρωί και πρέπει να είμαστε και φρέσκιες» λέει κωμικά η Έλενα για να μας κάνει να ξεκαρδιστούμε στα γέλια για τελευταία φορά σήμερα.
Μετά από αυτό, πέφτουμε όλες για ύπνο. Αργώ να κοιμηθώ παρά το ότι νυστάζω. Σκέφτομαι ότι μπορεί εδώ να είναι η ευκαιρία μου για μια νέα αρχή. Μια αρχή γεμάτη χαρά και γέλιο. ''Όλα όσα μας συμβαίνουν έχουν το λόγο τους''. Άρα υπάρχει λόγος που είμαι εδώ, που αυτά τα κορίτσια μπήκαν στο δρόμο μου.
Θυμάμαι την οικειότητα που ένιωσα, στην αρχή με τα βιβλία, με την Έλενα, την ευχέρεια που μιλάω τα ελληνικά, αν και αυτό εξηγείται από το ότι η Μιράντα πάντα φρόντιζε να πηγαίνω σε σχολείο όπου διδάσκονταν Ελληνικά ώστε να παρακολουθώ μαθήματα. Δεν μπορεί να είναι τυχαία όλα αυτά. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Τίποτα δεν μπορεί να είναι τυχ...

Και ο ύπνος έρχεται και με τυλίγει απαλά, πριν προλάβω καλά-καλά να ολοκληρώσω τη σκέψη μου.

 Ελένη Ζερβάκου

1 σχόλιο:

  1. Μου αρέσει αυτό που μας δείχνεις μια κανονικότητα που στην ουσία είναι επίφαση και προσπαθούμε να διακρίνουμε από που θα μας έρθει!

    ΑπάντησηΔιαγραφή