Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

6 Δεκ 2016

7 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 1)

2013, Σεπτέμβριος, Απόγευμα Σαββάτου

«Έπρεπε να ΄χα πάρει μπουφάν» σκέφτηκε, και σηκώθηκε από το πέτρινο λευκό παγκάκι. Αν και αργά το Σεπτέμβρη, το νησί γέμιζε ακόμα τα Σαββατοκύριακα και ειδικά τώρα, η χώρα μάζευε τον περισσότερο κόσμο. Κοίταξε πάλι γύρω του και διαπίστωσε ότι ήταν ο μοναδικός με κοντομάνικο. Όταν τύπωνε το συμφωνημένο μήνυμα «KODAK» στο μπλουζάκι, ήταν στην Αθήνα και δεν έλαβε υπόψη τον καιρό. Τώρα είχε ξεπαγιάσει και το άτομο που περίμενε δεν είχε ακόμα εμφανιστεί. Πιθανόν να έλεγχε την περίμετρο, όπως και ο ίδιος άλλωστε, από χθες το βράδυ και μισή ώρα πριν, σήμερα. Περπάτησε προς τον «Αφανή Ναύτη» και τσέκαρε τις κάμερες που είχε βάλει για παρακολούθηση του χώρου, ένα παλιό πακέτο τσιγάρα, ένα κουτάκι Coca-Cola κι ένα γύψινο εξόγκωμα κάτω από το περβάζι. Αυτή η τελευταία δεν έπαιρνε τίποτα εδώ και ώρα. Μια τύπισσα είχε θρονιαστεί μπροστά στο περβάζι στο συγκεκριμένο σημείο και όταν δε μιλούσε στο κινητό τραβούσε φωτογραφίες. Έπρεπε παρόλα αυτά να παραδεχτεί… ήταν ωραία γυναίκα. Με τα τακούνια ξεπερνούσε το 1,80, πληθωρική όσο του άρεσε, ψηλά πόδια, μαύρα ίσια μαλλιά και φορούσε εφαρμοστό τζιν παντελόνι, ένα λευκό πουκάμισο επιμελώς ξεκούμπωτο μέχρι τη διακόσμηση του σουτιέν κι ένα μακρύ ριχτό ασύμμετρο πανωφόρι που ο αέρας κολλούσε πάνω της. Αναμφίβολα ήταν η πιο εντυπωσιακή παρουσία στην πλατεία. Δεν μπορούσε παρόλα αυτά να διακρίνει τα μάτια της.
Ξανακοίταξε τριγύρω. Καμία κίνηση προς το μέρος του. Είχαν περάσει πέντε λεπτά από την ώρα του ραντεβού και ήταν άνθρωπος που δεν του άρεσαν οι καθυστερήσεις. Στην πραγματικότητα τις μισούσε. Ειδικά στη δουλειά του ήταν απαγορευτικές. «Δουλειά» σκέφτηκε και χαμογέλασε. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να δει τα μάτια της γυναίκας στο περβάζι μπροστά στην κάμερα. Φορούσε γυαλιά ηλίου και επιπλέον ήταν γυρισμένη προς το βορρά, κοιτούσε στο Νημποριό. Πέρασε άλλο ένα λεπτό. Άρχισε να εκνευρίζεται. Έβρισε από μέσα του, σήκωσε τη φωτογραφική μηχανή και την πλησίασε. Θα της ζητούσε να κάνει άκρη για να βγάλει και καλά μια φωτογραφία. Αν ήταν τυχερός θα διέκρινε τα μάτια της. Την ώρα που σχεδόν την ακούμπησε διέκρινε με την άκρη του ματιού του έναν μεσήλικα με μια εφημερίδα να κοιτάει γύρω του. «Αυτός πρέπει να είναι» σκέφτηκε. Έβρισε πάλι από μέσα του. Ο άνθρωπος φαινόταν φοβισμένος σαν μωρό παιδί, περπατούσε σαν βρεγμένη γάτα και ήταν ντυμένος σαν Άγγλος μπάτλερ, φορούσε ακόμα και παπιγιόν, προς Θεού, σ’ ένα χώρο γεμάτο τουρίστες. Μ’ άλλα λόγια ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα.
Ξεκρέμασε τη φωτογραφική από το λαιμό, την ακούμπησε στο πεζούλι του αγάλματος και κάθισε δίπλα. Ο «σύνδεσμος» τον είδε, κοίταξε γύρω και ήρθε και κάθισε δίπλα του.
«Are you Mr.Kodak? » ρώτησε με τέλεια προφορά αλλά φωνή που έτρεμε.
«You can call me whatever you want. You ‘ll never see me again anyway!» ήρθε η απάντηση από τον Παύλο που έδειξε τη μηχανή, ήταν μια αναλογική Kodak. Ο τυπάκος με την προπέλα στο λαιμό άνοιξε την εφημερίδα, ήταν το «ΒΗΜΑ».
«Κοίτα στη θήκη του φιλμ. Έχεις δέκα λεπτά!» του είπε ο Παύλος και φεύγοντας άρπαξε την εφημερίδα. Περπάτησε γρήγορα στο καλντερίμι προσπερνώντας τους τουρίστες μέχρι που έφτασε στην πλατεία Καΐρη. Μείωσε ρυθμό και έβγαλε το κινητό. Κάλεσε ένα νούμερο και είπε «Φύγε. Θα σε πάρω εγώ. Μάλλον μεθαύριο, χιλιάρικο την ώρα»
Έστριψε ξαφνικά σ’ ένα στενό δεξιά, μπήκε στην αυλή ενός παρατημένου σπιτιού και προχώρησε στην πίσω πλευρά που δε φαινόταν από το καλντερίμι. Πήρε από μια γωνία το σακίδιο που είχε κρύψει νωρίτερα, έχωσε μέσα την εφημερίδα, ξεντύθηκε, έβγαλε την περούκα, το μούσι και πλύθηκε με εμφιαλωμένο νερό και σαπούνι από το σακίδιο για να φύγει το μακιγιάζ. Φόρεσε τα ρούχα που είχε στο σακίδιο, ευτυχώς ήταν πιο ζεστά και έβγαλε ένα καθρεφτάκι για να ελέγξει το πρόσωπό του. Είχε καθαρίσει καλά. Κοίταξε το ρολόι του, είχε δύο ακόμα λεπτά, μάζεψε τα παλιά ρούχα σε μια σακούλα απορριμμάτων, φόρεσε το σακίδιο στην πλάτη και βγήκε πάλι στο καλντερίμι. Κατηφόρισε προς τη θάλασσα και κάλεσε ένα άλλο νούμερο, αυτή τη φορά από ένα καρτοκινητό.
«How are you today Mr kodak» ακούστηκε η απάντηση με την ίδια τέλεια προφορά αλλά διαφορετική φωνή, προφανώς γυναικεία.
«Προτιμώ ελληνικά» απάντησε ο Παύλος και συνέχισε «Την επόμενη φορά που θα υπάρξει οποιαδήποτε καθυστέρηση, η συμφωνία μας χαλάει. Αντιληπτό;»
«Loud and clear» απάντησε η γυναίκα στο τηλέφωνο. «Τα στοιχεία είναι στην εφημερίδα που κρατάτε και το μισό της αμοιβής σας κατατέθηκε όπως συμφωνήθηκε. Αναμένω αντίστοιχα αποτελέσματα.»
«Και θα τα έχετε το πολύ σ’ ένα μήνα! Δε θα μπορέσετε να με ξαναβρείτε από ‘δω και πέρα. Αν χρειαστεί κάτι, θα επικοινωνήσω εγώ»  αποκρίθηκε ο Παύλος και έκλεισε. Πέταξε τη συσκευή στη θάλασσα και συνέχισε για το παρκινγκ. Περπάτησε πέντε λεπτά ακόμα και έφτασε στο αυτοκίνητο. «Ώρα για φαΐ» σκέφτηκε, μπήκε μέσα και έβαλε μπροστά.
Καθώς ο ήλιος είχε αρχίσει να χαμηλώνει ο ουρανός είχε αρχίσει να παίρνει περίεργα και όμορφα χρώματα. Χρώματα που σκάλισαν τη μνήμη του και βγήκαν γέλια και φιλιά σε παραλίες, μάτια γεμάτα νόημα και αισθήματα, μυρωδιές αγαπημένες και… σταμάτησε, έκλεισε τα μάτια και ξεροκατάπιε, σκέφτηκε λεφτά, διορίες, τράπεζες, συμβόλαια και συνήλθε. Δεν ήταν, πλέον, συναισθηματικός, μα τον είχε κιόλας λούσει ο ιδρώτας. Σκούπισε το μέτωπο με την ανάστροφη του χεριού του. Κάποιος ήδη του κόρναρε, είχε σταματήσει στη μέση του δρόμου. Σήκωσε το χέρι σε χειρονομία συγγνώμης και ξανάβαλε μπροστά το νοικιασμένο Fiat.


Βασίλης Ζησόπουλος

7 σχόλια:

  1. Καλή αρχή! Αρκετά δυναμικό το ξεκίνημα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όχι να το παινευτώ, καθότι περισσότερο απ' όλα τα άλλα προτερήματά μου είμαι μετριόφρων(!!!!!), αλλά παρακάτω γίνεται καλύτερο!

      Διαγραφή
  2. Βασίλη με εκπλήσσεις, κεντρίζει το ενδιαφέρον και αρκετά αινιγματικό, αναμένουμε τη συνέχεια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έτσι για να γίνεται κουβέντα, τα πρώτα κεφάλαια είναι "κράχτες" που δημιουργούν εντυπώσεις και απορίες. Η πλοκή μετά, με το χρόνο να πηγαίνει μπρος πίσω και τα κεφάλαια να αλληλοσυμπληρώνονται και να εξηγούνται, γίνεται πιο ωραία.

      Διαγραφή
  3. Must Read για όσους θέλουν κάτι που να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη

    Άγγελος Κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πολύ ενδιαφέρουσα αρχή. Από την πρώτη στιγμή η αγωνία και το ενδιαφέρον που προκαλεί η αναμονή για το πως θα εξελιχθεί η υπόθεση χτυπάει κόκκινο.
    Αναμένω με την ίδια αγωνία τη συνέχεια.

    Κ. Χρηστάκης

    ΑπάντησηΔιαγραφή