Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

16 Δεκ 2016

3 Κατακτώντας την Αγάπη (Κεφάλαιο 15)

Τη ρώτησε και την ξαναρώτησε τη μητέρα της η Αγάπη σχετικά μ’εκείνο το απόγευμα και την άτακτη φυγή του Γιώργου. Κι η απάντηση της ήταν κάθε φορά η ίδια. Την ώρα που μπήκε η Αγάπη στο σπίτι είχε μόλις κλείσει το τηλέφωνο ο Γιώργος. Κάτι του είπαν στο τηλέφωνο κι εκείνος έφυγε σαν κυνηγημένος. «Είσαι σίγουρη; Δεν ειπώθηκε τίποτα όσο ήσασταν μαζί που να δικαιολογεί την συμπεριφορά του;» επέμενε να ρωτάει η Αγάπη. Η μητέρα της όμως απλώς την καθησύχαζε. Προσπαθούσε τουλάχιστον, γιατί δεν το έβγαζες από το μυαλό της Αγάπης ότι κάτι είχε συμβεί. Κάτι που δεν της αποκάλυπτε η μητέρα της. Διαφορετικά δεν υπήρχε καμία δικαιολογία για τον Γιώργο.
Όσο σοβαρό και προσωπικό κι αν ήταν αυτό που τον απασχολούσε και τον είχε κάνει να εξαφανιστεί από προσώπου γης, ένα τηλέφωνο θα μπορούσε να σηκώσει από τα αμέτρητα που τον είχε πάρει η Αγάπη το τελευταίο δεκαήμερο. Ή έστω να στείλει ένα μήνυμα κάποια στιγμή. Εκείνος όμως είχε γίνει άφαντος και δεν έδινε κανένα σημείο ζωής. Όχι μόνο στην Αγάπη, αλλά ούτε στη Μίνα ούτε στην Άννα που προσπάθησαν επίσης να επικοινωνήσουν μαζί του.
Ένα απόγευμα, λίγες μέρες αργότερα, καθόντουσαν η Αγάπη με τη Μίνα και την Άννα στο σαλόνι του διαμερίσματος τους και συζητούσαν για τον Γιώργο ξανά πίνοντας τον καφέ τους. Τις τελευταίες δύο εβδομάδες, καμία από τις τρεις τους δεν είχε καταφέρει να επικοινωνήσει με τον Γιώργο. Τηλέφωνο σταθερό για να τον βρουν δεν γνώριζαν, ούτε τη διεύθυνση του σπιτιού του ήξερε καμιά τους. Βρίσκονταν πρακτικά σε αδιέξοδο στην αναζήτησή τους. Δεν είχε φανεί κι από τη σχολή οπότε, όπως συμπέραινε η Μίνα, τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά. Εκεί ήταν που, πάνω στην κουβέντα, ένα σχόλιο της Άννας με καθαρό αποδέκτη την Αγάπη δεν άργησε να ανάψει τα πνεύματα και, πρωτού προλάβει να αντιδράσει η Μίνα, βρέθηκαν οι δυο τους στα χέρια. Η Άννα μάλωνε μάλλον σαν κορίτσι, η Αγάπη όμως έχοντας αδερφούς και πείρα στο ξύλο υπερείχε σαφώς της αντιπάλου της. Οι φωνές της Μίνας έβρισκαν τοίχο και, μην έχοντας άλλη επιλογή, στην προσπάθεια της να χωρίσει τις δύο φίλες της που είχαν μετατραπεί σε αλητάκια που παίζουν ξύλο στο δρόμο τις περιέλουσε, αδειάζοντας πάνω τους έναν κουβά νερό.
Το σοκ που υπέστησαν από την ψυχρολουσία αποδείχτηκε αρκετό για να ηρεμήσει λίγο τους τόνους. «Άντε να αλλάξετε τώρα μέχρι να μαζέψω εγώ τα νερά και τσακιστείτε να μιλήσουμε σαν άνθρωποι. Πεντάχρονα, κι οι δυο σας. Άννα, πάρε κάτι από την ντουλάπα μου να φορέσεις». Τα πράγματα είχαν σοβαρέψει. Η Άννα έδειχνε πλέον ανοιχτά την αντιπάθεια της για την Αγάπη, αντιπάθεια που, όπως πίστευε η Μίνα, πήγαζε καθαρά από τα αισθήματα της για το Γιώργο. Αν ο Γιώργος δεν είχε δείξει προτίμηση στην Αγάπη, τότε κι η Άννα δεν θα είχε πρόβλημα μαζί της. Ο Γιώργος όμως είχε δείξει ανοιχτά την προτίμηση του και τώρα είχε εξαφανιστεί. Κι η Άννα θεωρούσε υπεύθυνη την Αγάπη και δεν δίστασε να της το πει κατάμουτρα. Το υπόλοιπο βράδυ το πέρασαν σε ήσυχους γενικά τόνους, αν και το ρήγμα στη σχέση των δύο κοριτσιών ήταν αρκετά βαθύ πλέον και δεν έδειχνε να μπορεί να επουλωθεί. Κατέληξαν όμως σε μερική ανακωχή έπειτα από σαφή δήλωση της Αγάπης, γεγονός που ίσως θα έπρεπε να έχει συμβεί νωρίτερα, ότι δεν τρέφει αισθήματα για το Γιώργο οπότε και η Άννα παρόλη τη ζήλεια της δεν είχε προφανή λόγο να την ανταγωνίζεται.
Ένα πρωινό, λίγες μέρες αργότερα, καθόταν η Αγάπη στον καναπέ κι έπινε μόνη της τον καφέ της. Η Μίνα είχε φύγει νωρίς για τη σχολή κι έτσι είχε όλο το χρόνο η ίδια  να σκεφτεί το θέμα που τις απασχολούσε. Σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν τα όσα είχαν συμβεί με τον Γιώργο από την αρχή προσπαθώντας να βγάλει κάποιο νόημα! Συνειρμικά, το μυαλό της έτρεξε σ’εκείνο το απόγευμα στο εμπορικό, στις αρχές της γνωριμίας τους, και στην ιδιαίτερη συζήτηση τους. Της είχε δείξει μεγάλη εμπιστοσύνη από την αρχή και καθ’όλη τη διάρκεια της σύντομης φιλίας τους. Γιατί να απομακρυνθεί έτσι απότομα τώρα; Όσο πάλευε με τις ερωτήσεις και ταλαιπωρούσε το μυαλό της για απαντήσεις, της ήρθε η ιδέα να ψάξει στις πληροφορίες μήπως έβρισκε κάποιο σταθερό τηλέφωνο επικοινωνίας. Δεν ήταν σίγουρη για το πατρώνυμο του Γιώργου, ήξερε όμως την περιοχή που έμενε. Πόσοι μπορεί να υπήρχαν με το επίθετο Καλαϊτζής; Πολλοί περισσότεροι από όσους περίμενε σαφώς, η κατάσταση βελτιωνόταν όμως με τον περιορισμό της αναζήτησης βάσει περιοχής. Εντέλει κατέληξε στην επικρατέστερη καταχώρηση βάσει ονόματος και οδού.
Πέρασαν αρκετές ώρες προσπαθώντας η Αγάπη να βρει το κουράγιο να κάνει εκείνο το τηλεφώνημα. Προς μεγάλη της απογοήτευση, όταν τελικά τηλεφώνησε, η γυναίκα στην άλλη άκρη της γραμμής την ενημέρωσε ότι ο Γιώργος απουσίαζε. «Θα αργήσει να γυρίσει;» την ρώτησε τότε η Αγάπη, για να ακούσει έκπληκτη ότι ο Γιώργος έλλειπε εδώ και μέρες εκτός Αθηνών συνοδεύοντας τον πατέρα του σε κάποιες δουλειές. Ευχαρίστησε τότε την κυρία που, όπως πίστευε, πρέπει να ήταν η μητέρα του κι έκλεισε το τηλέφωνο πιο προβληματισμένη από όσο ήταν πριν. Η εξήγηση που είχε λάβει δικαιολογούσε την απουσία του Γιώργου, όχι όμως και την παντελή έλλειψη κάθε μορφής επικοινωνίας από μέρους του.
Η Αγάπη καθόταν στον καναπέ με τα χέρια της να στηρίζουν το κεφάλι της. Ήταν τρομερά μπερδεμένη. Όσο περνούσε ο καιρός όλα στη ζωή της έδειχναν να μπλέκουν και να μπερδεύονται. Με τον Ηλία όλα είχαν γίνει λάθος. Ίσως και ο απότομος χωρισμός τους να ήταν ένα λάθος. Η ένταξη της στην οργάνωση, αν και όσον αφορούσε στις πεποιθήσεις της δεν μπορούσε να την χαρακτηρίσει λάθος, παρ’όλα αυτά κόντεψε να της στοιχίσει την ίδια της τη ζωή. Κι εκείνο το όνειρο που είχε δει όταν ακόμα δεν είχε τις αισθήσεις της... Τι να ήταν κι αυτό; Τόσο αληθινό από τη μία, αλλά με τόσα κενά από την άλλη; Με όλα όσα συνέβαιναν το είχε σχεδόν ξεχάσει. Ο πατέρας της ακόμα ένα μεγάλο μυστήριο. Όλον αυτόν τον καιρό που εκείνη ανάρρωνε, πέρα από ένα σύντομο τηλεφώνημα στη μητέρα της κι όχι στην ίδια, δεν είχε κάνει τίποτα άλλο. Δεν ανησυχούσε για εκείνη; Δεν ήθελε να της μιλήσει; Εντάξει, είχε πολλά να φροντίσει όσο απουσίαζε η μαμά της από το σπίτι, αλλά και πάλι... Τόση αδιαφορία πια; Και τώρα ο Γιώργος, εξαφανισμένος κι αυτός, εκτός Αθηνών απ’ότι είπε η μητέρα του χωρίς να δείχνει ότι θέλει να δώσει σημεία ζωής. Όλα ένα μεγάλο μπερδεμένο κουβάρι που, από τη μία έδειχναν να συνδέονται, κι από την άλλη νόμιζες ότι το κάθε γεγονός είναι εντελώς ανεξάρτητο από το άλλο.
Έτσι, ένα μεγάλο κουβάρι, παρέμεινε κι η ίδια κουλουριασμένη στον καναπέ για ώρες. Της είχε στείλει μήνυμα νωρίτερα η Μίνα ότι δεν θα επέστρεφε απόψε οπότε είχε όλο το χρόνο δικό της, και τη μοναξιά της επίσης, να σκέφτεται και να αναλύει συνέχεια τα ίδια πράγματα χωρίς να μπορεί να καταλήξει πουθενά. Ένιωθε πραγματικά μόνη. Δεν ήθελε, κι ένιωθε πως δεν μπορούσε να μιλήσει σε κανέναν για όσα σκεφτόταν κι όσα ένιωθε. Η Μίνα, ναι, ήταν η κολλητή της, σε αυτήν την φάση όμως είχε κι εκείνη μια εξεταστική να κοιτάξει και μια Άννα να κατευνάσει. Η Ιωάννα, αν και έκαναν αρκετή παρέα, δεν ένιωθε ότι μπορούσε να της ανοιχτεί πολύ. Ούτε σε καμιά άλλη από τις συμφοιτήτριες της. Η μητέρας της επέμενε ότι δεν συμβαίνει τίποτα και να μην ανησυχεί για το Γιώργο κι εκείνος, που πάντοτε ως τώρα ήταν το στήριγμα της, δεν σήκωνε τα τηλέφωνα. Ο Ηλίας τι να έκανε άραγε; Δεν τον είχε δει από τότε που επέστρεψε στο σπίτι. Στο νοσοκομείο την είχε επισκεφθεί μια φορά. Απ’ότι έμαθε πολύ αργότερα, ο Ηλίας ουσιαστικά της είχε σώσει τη ζωή. Αν δεν ήταν εκείνος να διακινδυνεύσει και τη δική του ζωή για να την τραβήξει από τη μέση της οδομαχίας το πιθανότερο είναι ότι δεν θα ζούσε τώρα. Κι εκείνη δεν είχε κάνει τον κόπο να του πει ούτε ένα ευχαριστώ. Να του έστελνε μήνυμα στο κινητό; Να το έπαιρνε τηλέφωνο; Κι αν εκείνος παρεξηγούσε την κίνηση της; « Όχι, δεν είμαστε για τέτοια τώρα.» σκέφτηκε. Ίσως θα ήταν καλύτερα να περιμένει να τον ευχαριστήσει από κοντά. Σε λίγες μέρες άλλωστε θα επέστρεφε στη σχολή και τότε σίγουρα θα τον έβλεπε. Η μοναξιά της όμως, σε συνδυασμό με την έντονη ανάγκη της για επικοινωνία και στήριγμα, δεν άργησαν να αναστείλουν τις αποφάσεις που νόμιζε πως είχε πάρει. Η γνώριμη φωνή του στην άλλη άκρη της γραμμής ήχησε σαν βάλσαμο στην ψυχή της. «Αγάπη, είσαι καλά;» τη ρώτησε κι ο τόνος του προσέδιδε στην ερώτηση αυτή όλη την τρυφερότητα, την τόσο οικεία, που της πρόσφερε κι άλλοτε.
Λίγα λεπτά αργότερα ο Ηλίας και η Αγάπη καθόντουσαν παρέα στον πορτοκαλί καναπέ του σαλονιού. Καμία αμηχανία, καμία ψυχρότητα δεν υπήρχε ανάμμεσα τους. Εκείνη ένιωθε την ασφάλεια και τη γαλήνη να κυριεύουν την αναστατωμένη από τα γεγονότα ψυχή της. Κι εκείνος την κοιτούσε βαθειά μέσα στα μεγάλα εκφραστικά της μάτια κι έλαμπε. Αυτό το τηλεφώνημα, το τόσο ξαφνικό κι απρόσμενο, του είχε δώσει ξανά φτερά. Τα φτερά του έρωτα του για την Αγάπη που δεν έσβησε ποτέ. Δεν τολμούσε ακόμα να κάνει κάποια κίνηση, δεν του είχε δώσει τέτοιο δικαίωμα άλλωστε η Αγάπη. Επέτρεπε όμως στο εαυτό του ξανά να ελπίζει ότι, ενδεχομένως, κάτι να άλλαζε μεταξύ τους. Να άλλαζε προς το καλύτερο.
Η Αγάπη βρήκε επιτέλους την ευκαιρία να μιλήσει στον Ηλία και να του πει το «ευχαριστώ» που ένιωθε ότι του όφειλε. Ήξερε ότι του όφειλε τη ζωή της. Ήξερε ότι είχε κι ο ίδιος νοσηλευτεί αρκετές μέρες μετά την αυτοθυσία του. Του ήταν ευγνόμων κι έπρεπε να του το εκφράσει. Ο Ηλίας μάλλον ένιωθε άβολα ακούγοντας την Αγάπη να επαινεί το θάρρος του και να τον ευχαριστεί, λέγοντας μάλιστα ότι του οφείλει τη ζωή της. Όχι! Δεν του όφειλε τίποτα! Ούτε έπρεπε να νιώθει υποχρεωμένη απέναντι του! Εκείνος έπραξε όπως ένιωσε, κι ένιωσε ότι έπρεπε να την βοηθήσει. Να την προφυλάξει. Αυτό πρόσταξε η καρδιά και το μυαλό του. Πώς μπορούσε να πράξει διαφορετικά; Θα έκανε το ίδιο όποιον κι αν έβλεπε σ’εκείνη τη θέση, πολύ δε μάλλον τη στιγμή που κινδύνευε εκείνη. Η Αγάπη, αν και κατάλαβε ξεκάθαρα τη φιλοφρόνηση και τα όσα υποδήλωνε, εκείνη τη στιγμή προτίμησε να κάνει ότι δεν είχε αντιληφθεί πλήρως το νόημα των λόγων του. Το αντιλήφθηκε όμως ξεκάθαρα και ένιωσε κατευθείαν τα λόγια του αυτά να της ζεσταίνουν την καρδιά.
Εκείνο το απόγευμα που πέρασαν παρέα, αν και δεν άλλαξε πολλά στη ουσία της μεταξύ τους σχέσης, ήταν παρόλα αυτά ένα μεγάλο βήμα στο γεφύρωμα των όσως τους κρατούσαν χώρια. Μετά από καιρό, από την επόμενη κι όλας μέρα, άρχισαν ξανά να περνούν χρόνο μαζί και να μιλάνε αρκετές φορές μέσα στη μέρα. Ο Ηλίας ήταν αρκετά επιφυλακτικός μη θέλωντας να φανεί ότι πιέζει μία κατάσταση. Προς μεγάλη του χαρά και ανακούφιση, η Αγάπη έδειχνε να αποζητά την συντροφιά και την επικοινωνία μαζί του, αν όχι εξίσου με εκείνον, περισσότερο απ’ότι θα φανταζόταν ή θα μπορούσε να ελπίζει. Μέρα με την ημέρα ανακτούσαν την χαμένη οικειότητα και την ελαφρότητα του πρώτου καιρού. Μέρα με τη μέρα κι ο Ηλίας επέτρεπε στον εαυτό του να ελπίζει...
Αρκετές μέρες μετά από εκείνο το απόγευμα που η Αγάπη τόλμησε να καλέσει τον Ηλία στο τηλέφωνο, κι αρκετές μέρες που δεν είχε αναζητήσει το ημερολόγιο της μητέρας της, βγάζοντας μια ζακέτα από την ντουλάπα της τράβηξε καταλάθος και το ημερολόγιο που έπεσε στα πόδια της. Το σήκωσε κρατώντας το σχεδόν ευλαβικά για λίγη ώρα και, αν και είχε ήδη καθυστερήσει στο ραντεβού της με τον Ηλία, το άνοιξε και συνέχισε να διαβάζει από εκεί που το είχε αφήσει. Οι ημερομηνίες των υποτιθέμενων επιστολών απείχαν αρκετά η μία απο την άλλη κι αυτό την έκανε να πιστεύει ότι η μητέρα της ανέτρεχε σ’αυτό όποτε κάτι σοβαρό της συνέβαινε.

17 Μαρτίου 1984

Αγαπημένη μου Ελένη,
Μετά από καιρό νιώθω ξανά την ανάγκη να ανατρέξω σ’εσένα. Θα ήθελα πολύ να μπορούσα να χωθώ στην αγκαλιά σου όπως τότε που ήμασταν μικρές. Να με κρατήσεις και να μου πεις να μην φοβάμαι τίποτα κι ότι όλα θα πάνε καλά.
Θυμάσαι πόσο είχα στενοχωρηθεί όταν έμαθα ότι θα έπρεπε να αφήσω την πόλη που μεγαλώσαμε και να μετακομίσω με τον Χαράλαμπο στον Βόλο; Αν και ήξερα ότι η διαμονή μας εκεί θα είναι παροδική, ήμουν απαρηγόρητη. Πού να με δεις τώρα! Τώρα είμαι ακόμα χειρότερα. Μόλις χθες στο δείπνο μου ανακοίνωσε ο Χαράλαμπος ότι ήρθε ο καιρός να πάρει μετάθεση. Του δόθηκε δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στη Θήβα και τη Θεσσαλονίκη. Εγώ για μια στιγμή χάρηκα! Θεώρησα δεδομένο ότι είχε επιλέξει τη Θήβα. Έτσι θα μπορούσαμε να μένουμε στη Χαλκίδα και να πηγαινοέρχεται καθημερινά στη δουλειά του. Δεν είναι δα και τόσος δρόμος!
Κι όμως, γελάστηκα. Όταν μου μίλησε γι’αυτό, είχε ήδη κάνει την επιλογή να πάρει τη θέση που του πρότειναν στη Θεσσαλονίκη. Εκεί μάλιστα η μετάθεση του δεν θα είναι διετής όπως η προηγούμενη, αλλά τετραετής στην καλύτερη των περιπτώσεων, συνοδευόμενη από προαγωγή! Και μου το ανακοίνωσε όλο καμάρι! Ούτε με ρώτησε, ούτε νοιάστηκε στιγμή για εμένα κι αν θα ήθελα κάτι τέτοιο. Παρά με υποχρεώνει να μαζέψω ξάνα το σπιτικό μας για να μεταφερθούμε στην συμπρωτεύουσα. Το μόνο που με παρηγορεί είναι ότι ο Νικόλας είναι ακόμα μικρός. Φαντάσου τι έχει να περάσει το παιδί όταν αργότερα θα πηγαίνει σχολείο και θα ξεσπιτωνόμαστε κάθε τόσο.
Η ζωή μας σαν οικογένεια είναι μάλλον μονότονη. Εγώ περνάω τη μέρα μου με τις δουλειές μου και τη διαπαιδαγώγηση του Νικόλα, σωστή μάνα και σύζυγος. Ο Χαράλαμπος από την άλλη, το πρωί στο στρατόπεδο και το απόγευμα κοινωνική ζωή. Κάθε απόγευμα σχεδόν στα τσιπουράδικα τον βρίσκεις με άλλους συναδέλφους του, καλούς οικογενειάρχες. Εγώ φυσικά δεν μπορώ να ακολουθήσω, πρέπει να κρατάω το παιδί.
Να πω την αλήθεια το προτιμώ όταν λείπει. Αν είναι εδώ πρέπει μονίμως να ανησυχώ μην κάνει φασαρία ο Νικόλας και τον ενοχλήσει ενώ διαβάζει την εφημερίδα του. Δεν ασχολείται σχεδόν καθόλου με το παιδί. Τι πατέρας είναι αυτός, μου λες; Πολλές φορές εύχομαι να μην μας δώσει ο Θεός άλλα παιδιά. Αν δεν αγάπησε το πρώτο, το αγόρι, σιγά μην αγαπήσει το οποιοδήποτε επόμενο.
Όλα αυτά βέβαια απλά τα εύχομαι γιατί, άμα γυρίσει και με φωνάξει κοντά του, ειδικά αν είναι μεθυσμένος, δεν μπορώ να αρνηθώ. Μία φορά το επιχείρησα πριν λίγο καιρό και το μετάνιωσα ακριβά.Μου έδωσε ξεκάθαρα να καταλάβω ότι δεν έχω δικαίωμα επιλογής, με αποτέλεσμα την επόμενη μέρα να πονάει και το σώμα μου και η ψυχή μου. Ευτυχώς δεν με χτυπάει ποτέ στο πρόσωπο. Φαντάζεσαι να μην μπορώ να κυκλοφορήσω από την ντροπή;
Παρηγοριά στην άρρωστη, που λένε. Γιατί, Ελένη μου, είναι σωστή αρρώστια για μια γυναίκα να βιώνει τέτοιες συμπεριφορές και να μην μπορεί να αντιδράσει. Πάω κι εγώ, λοιπόν, με τα νερά του για να περνάω όσο το δυνατόν πιο όμορφα και ήσυχα τη μίζερη ζωή μου.
Ελένη μου, με ξέχασες. Έχω πολύ καιρό να πάρω γράμμα σου. Έμαθα πως ούτε στη μάνα σου έχεις γράψει τελευταία και ανησυχώ. Εύχομαι μόνο να είσαι καλά κι ευτυχισμένη.
Αχ, να ήξερες πόσο μου λείπεις!


Η Αγάπη για ακόμα μία φορά κλείνοντας το ημερολόγιο ένιωθε ένα ανθρώπινο ράκκος. Αδυνατούσε να πιστέψει ότι, μόλις είκοσι χρόνια πριν, η μητέρα της βίωνε ζωή ανάλογη με εκείνη της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η επιλογή του Χαράλαμπου ως συζύγου της από τον πατέρας της είχε αποδειχθεί παταγώδης αποτυχία και κάθε ελπίδα συζυγικής ευτυχίας είχε σβήσει στην καρδιά της προ πολλού. Να ήξεραν άραγε οι παππούδες της το δράμα που βίωνε η κόρη τους; Να τους μίλησε ποτέ η μητέρας της; Ή τα περνούσε όλα τελείως μόνη κι ανίσχυρη να αναζητήσει βοήθεια και παρηγοριά απο τον οποιονδήποτε;
Μετά από τα όσα είχε διαβάσει ένιωθε πως είχε χάσει κάθε όρεξη για βόλτα. Αποφάσισε να τηλεφωνήσει στον Ηλία και, έστω και καθυστερημένα, να ακυρώσει το ραντεβού τους. Εκείνος, φανερά ανήσυχος από την αδιαθεσία που προφασίστηκε η Αγάπη, πρότεινε να περάσει από το σπίτι να την δει. Δεν επέμεινε όμως λαμβάνοντας τις διαβεβαιώσεις την ότι θα είναι εντάξει, περισσότερο για να μην γίνει πιεστικός παρά επειδή έπαψε να ανησυχεί.
Αφού έκλεισε το θέμα της συνάντησης της με τον Ηλία, η Αγάπη αποφάσισε να φτιάξει μία κούπα ζεστό καφέ και να διαβάσει λίγο ακόμα από το ημερολόγιο. Όσο κι αν  της δημιουργούσαν λύπη τα όσα διάβαζε, δεν μπορούσε να καταπολεμήσει την έλξη που ένιωθε κρατώντας το στα χέρια της. Ήταν λες και έκανε ένα ταξίδι στο χρόνο και βίωνε με τα μάτια της φαντασίας της τις ζωές κάποιων άλλων. Απλά τύχαινε αυτοί οι άλλοι να είναι οι γονείς της, γεγονός που την ενέπλεκε συναισθηματικά. Ήταν σαν να διαβάζει ένα μυθιστόρημα γνωρίζοντας προσωπικά του ήρωες. Ξεφυλλίζοντας ελαφρά τις επόμενες σελίδες παρατήρησε ότι οι ημερομηνίες από το σημείο που βρισκόταν και μετά ξεκινούσαν να είναι κοντινές η μία με την άλλη.

23 Απριλίου 1984

Αγαπημένη μου Ελένη, γεια σου!
Μπορώ πλεόν να πω και επίσημα ότι από σήμερα είμαστε κάτοικοι Θεσσαλονίκης.
Το νέο μας σπίτι είναι ένα διαμέρισμα στον πέμπτο όροφο μιας πολυκατοικίας στην οδό Πλάτωνος. Η πολυκατοικία ευτυχώς έχει ασανσέρ κι έτσι ανέβηκαν εύκολα τα πράγματα μας.
Μπαίνοντας στο διαμέρισμα βρίσκεσαι σ’ένα μεγάλο καθιστικό που συνεχίζει στην καλή τραπεζαρία. Ο Χαράλαμπος αγόρασε μια ωραία, ξύλινη τραπεζαρία σκαλιστή, με ασορτί σκαλιστές καρέκλες κι ασορτί σερβάν. Πάνω από το σερβάν δεσπόζει ένας μεγάλος καθρέπτης. Το καθιστικό αποτελείται από έναν καναπέ και δύο πολυθρόνες σε βυσσινί βελούδο. Την επίπλωση του καθιστικού ολοκληρώνει ένα χαμηλό τραπεζάκι σαλονιού με τζάμι.Το καθιστικό χωρίζεται από το υπόλοιπο σπίτι με εσωτερική πόρτα με τζάμι.
Περνώντας την πόρτα του καθιστικού, βρίσκεσαι σ’έναν διάδρομο. Η πρώτη πόρτα που συναντάς στα αριστερά σου είναι η κουζίνα κι ακριβώς απέναντι το δωμάτιο υπηρεσίας. Ο Χαράλαμπος λέει ότι θα γκρεμίσουμε τον τοίχο του δωματίου υπηρεσίας, δεν το χρειαζόμαστε άλλωστε, και θα το μετατρέψουμε σε καθημερινή τραπεζαρία.
Συνεχίζοντας, ο διάδρομος οδηγεί στις δύο κρεβατοκάμαρες του σπιτιού, αριστερά κι ευθεία, και στο λουτρό που βρίσκεται στο δεξί σου χέρι.
Όλο το λουτρό, πλακάκια, είδη υγιεινής, είναι σε χρώμα πράσινο ανοιχτό κι ο νιπτήρας είναι σε σχήμα κοχυλιού. Αχιβάδα μου είπαν ότι λέγεται.
Η αριστερή κρεβατοκάμαρα είναι η δική μας και η άλλη, στο τέλος του διαδρόμου, είναι το παιδικό δωμάτιο.
Ξέχασα μια τελευταία λεπτομέρεια. Από τη μεριά του καθιστικού, το σπίτι έχει μια άνετη βεράντα, ενώ από την πίσω μεριά έχει ένα μικρότερο μπαλκόνι που συνδέει τα δύο υπνοδωμάτια.Τα απογεύματα, όταν το επιτρέπει ο καιρός, υποθέτω ότι θα καθόμαστε στη βεράντα να πίνουμε τον καφέ μας. Η θέα από εκεί είναι υπέροχη. Βλέπεις μέχρι τη θάλασσα.
Τώρα νομίζω, Ελένη μου, έχεις πλήρη εικόνα του σπιτιού μας. Για την ώρα το ενοικιάζουμε αλλά, άκουσα τον Χαράλαμπο να λέει ότι, ίσως το αγοράσουμε. Λες να το έχει η μοίρα μου να μείνω για πάντα στη Θεσσαλονίκη, Λενιώ μου; Πάντως πρέπει να πω ότι μου αρέσει περισσότερο από το Βόλο. Μου θυμίζει τη Χαλκίδα μας.
Αύριο, μου είπε ο Χαράλαμπος, μας έχουν ετοιμάσει υποδοχή στο στρατόπεδο και θα πάμε όλοι μαζί. Ο Χαράλαμπος, εγώ και το παιδί. Σήμερα πήγε μόνος του, αλλά μόνο για τα τυπικά. Θα επιστρέψει σύντομα.
Σε αφήνω τώρα, γλυκιά μου φίλη, μην τυχόν γυρίσει και με βρει να σου γράφω! Θα σου γράψω ξανά σύντομα, να σου πω πώς πήγε η εκδήλωση υποδοχής μας.
Σε φιλώ!


Ήταν ίσως η πρώτη από τις «επιστολές» της κυρίας Δέσποινας προς τη φίλη της, την Ελένη, που δεν ήταν στενάχωρη και μελαγχολική. Αντιθέτως, θα μπορούσες να πεις ότι, τη δεδομένη χρονική στιγμή, η μητέρα της Αγάπης ήταν μάλλον αισιόδοξη για τη νέα ζωή που ανοιγόταν μπροστά τους. Έτσι, με την ανάλαφρη διάθεση που της είχε μεταδώσει η επιστολή, γύρισε η Αγάπη τη σελίδα έτοιμη να προχωρήσει στην ανάγνωση ακόμα μίας επιστολής. Αυτό που αντίκρυσε όμως την έκανε να παγώσει! Στην πίσω σελίδα βρισκόταν μία φωτογραφία. Είχε ημερομηνία επομένης και φαινόταν ότι είχε τραβηχτεί στην εκδήλωση υποδοχής προς τιμήν της οικογένειας της. Ανάμεσσα στους υψηλόβαθμους του στρατοπέδου που πόζαραν με καμάρι, ένας νέος. Ένα πρόσωπο γνωστό και άγνωστο. Ένα πρόσωπο που, αν δεν ήταν σίγουρη ότι κρατούσε για πρώτη φορά αυτό το ημερολόγιο στα χέρια της, θα ήταν σίγουρη ότι το είχε δει στο παρελθόν. Κι όμως, το είχε δει! Μια φορά σ’ένα όνειρο, μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Και τότε... Τότε που πάλευε για τη ζωή της. Ήταν εκείνος που ήρθε κοντά της. Εκείνος που την προέτρεψε να επιστρέψει. Η μορφή του είχε χαραχτεί τόσο ανεξίτηλα μέσα της. Αποκλείεται να έκανε λάθος. Ήταν εκείνος! Και ζητούσε τη λύτρωση. Ποιος να ήταν άραγε αυτός ο νέος; Μυστήριο... Ένα μυστήριο που καλούνταν να λύσει!


Αλεξία Λαμπροπούλου 

3 σχόλια: