Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

14 Δεκ 2016

1 Γυάλινος Κόσμος (Κεφάλαιο 1/Μέρος Α)

Γη, 500 χρόνια μετά την Αποκάλυψη.

Tα κλάματα των γυναικών ακούγονταν σε όλο το κτίριο. Οι άντρες είχαν παραταχθεί έξω από το κτίριο, έτοιμοι να ξεκινήσουν για τον Μεγάλο Πόλεμο. Μια κοπέλα κρεμόταν από το λαιμό του αδερφού της, ανίκανη να τον αφήσει να φύγει.
«Είναι ανάγκη να φύγετε όλοι;» είπε.
«Διαταγές του βασιλιά» της απάντησε, μην μπορώντας να κρύψει την αντιπάθειά του γι’ αυτόν. «Θέλει να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις μας, για να νικήσει».
«Δεγίνεται να έρθω μαζί σας; Δεν είστε οι μόνοι με δυνάμεις!»
«Eλένα, δε γίνεται να μείνει άδεια η Ακαδημία της Λήθης. Οι τρεις Άρχοντες δε θα το επέτρεπαν ποτέ αυτό. Ό,τι κι αν έλεγε ο βασιλιάς».
Η Ελένα προσπάθησε να πνίξει τα δάκρυα που απειλούσαν να εμφανιστούν στα μάτια της.
«Μάικλ, υποσχέσου ότι θα γυρίσεις πίσω σε μένα! Δεν θέλω να μείνω μόνη μου».
Ο Μάικλ της χαμογέλασε.
 «Θυμάσαι τι σου είπα όταν πέθανε ο πατέρας; Δεν πρόκειται να σε αφήσω ποτέ μόνη» είπε.
Η Ελένα τον αγκάλιασε για μια τελευταία φορά.
«Ελπίζω να μην σε ξεμυαλίσει καμία εκεί πάνω! Η Σελίζ θα σε περιμένει» είπε υπενθυμίζοντάς του ότι δεν είχε αποχαιρετήσει την αρραβωνιαστικιά του.
Ο Μάικλ φίλησε την αδερφή του και πήγε να βρει τους υπόλοιπους στρατιώτες-φίλους του. Η Ελένα έμεινε να τον κοιτάζει. Δεν ήθελε να του το αποκαλύψει, αλλά ένα άσχημο προαίσθημα γι’ αυτόν, που τη βασάνιζε από όταν άκουσε την εντολή του βασιλιά. Ήταν σίγουρη ότι κάτι κακό θα συνέβαινε στα Βόρεια Βασίλεια. Θυμόταν ακόμα το όνειρο που είχε δει μόλις  έναν μήνα πριν.

Στεκόταν μόνη της, σε ένα άγνωστο λιμάνι. Η θάλασσα είχε ένα περίεργο χρώμα, κάτι σαν ανάμειξη του φυσιολογικού γαλαζοπράσινου με το χρώμα του μόλυβδου. Αν και φαινόταν ήρεμη, η Ελένα ένιωθε ότι κινδύνευε. Μια κοπέλα, περίπου στην ηλικία της την πλησίασε. Η Ελένα εντυπωσιάστηκε από τα μακριά καστανόμαυρα μαλλιά της και το μακρύ φόρεμα που φορούσε, που είχε την ίδια απόχρωση με τη θάλασσα και άφηνε τον έναν από τους ώμους της ακάλυπτο. Όταν η κοπέλα έφτασε αρκετά κοντά της, η Ελένα κατάλαβε ότι την γνώριζε. Ήταν η γυναίκα η οποία πρωταγωνιστούσε στις ιστορίες που άκουγε από όταν γεννήθηκε. Η Ελένα την κοιτούσε, μην μπορώντας να αρθρώσει λέξη.
«Ποια είσαι;» τη ρώτησε τείνοντας το λεπτό χέρι της προς το μέρος της.
«Ελένα Γκίντεον» απάντησε βιαστικά. «Κόρη του Εμίλιο, απογόνου του Γκαμπριέλε».
«Ώστε λοιπόν, εσύ είσαι η Ελένα» είπε η κοπέλα.
«Ναι...» ψέλλισε η Ελένα.
Η κοπέλα χαμογέλασε.
«Εγώ, ξέρεις ποια είμαι;»
«Ναι».
«Δεν το νομίζω» είπε γελώντας.
Η Ελένα προσπάθησε να μιλήσει, αλλά είχε παραλύσει από τον φόβο της.
«Πρόσεχε τον αδερφό σου...»

Η Ελένα ξύπνησε καταϊδρωμένη, παρά το γεγονός ότι μόλις είχε μπει το φθινόπωρο. Από εκείνη την ημέρα, τα λόγια της κοπέλας τη βασάνιζαν. «Πρόσεχε τον αδερφό σου...»
Τώρα, έναν μήνα μετά, έβλεπε τον αδερφό της να πηγαίνει στον πόλεμο, και η ίδια δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τον σταματήσει.
Ο Μάικλ μπήκε σε ένα από τα οχήματα που θα τους πήγαιναν στον σιδηροδρομικό σταθμό, στην άκρη της πρωτεύουσας. Όλοι οι κάτοικοι της πόλης είχαν ξεχυθεί στους δρόμους και πανηγύριζαν λες και είχαν νικήσει ήδη τον πόλεμο.  Η λαοθάλασσα που απλωνόταν από την Ακαδημία της Λήθης μέχρι το Ανάκτορο, στην άλλη άκρη της Ατλάντικ, θύμιζε τον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί πριν από τέσσερα χρόνια για τη γέννηση του διαδόχου του θρόνου, του πρίγκιπα Λιάντερ. Ο βασιλιάς Λάιος είχε αναγκάσει όλους όσους φοιτούσαν στην Ακαδημία να γονατίσουν μπροστά σε αυτόν και το βρέφος, και τους τους τρεις Άρχοντες να του ορκιστούν αιώνια πίστη και υποταγή. Ο δεκαοχτάχρονος τότε Μάικλ κρατούσε σφιχτά τη μικρότερη αδερφή του στην αγκαλιά του, για να μη χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του και εξαφανίσει κάθε ίχνος του άθλιου βασιλιά και της ακόμα αθλιότερης οικογένειάς του από την χώρα. Πώς ήταν δυνατό πάνω από χίλιοι άνθρωποι με υπερφυσικές δυνάμεις να υποταχθούν σε έναν θνητό, που είχε την εντύπωση πως είναι βασιλιάς, τον οποίο οποιοσδήποτε από αυτούς θα μπορούσε να κάνει σκόνη με ένα μόνο βλέμμα; Ο Μάικλ είχε χαμογελάσει, όταν ο πατέρας του, ο Εμίλιο, ο Άρχοντας των Αρχόντων και των Αρχοντισσών των Στοιχείων, αρνήθηκε να οδηγήσει το είδος του σε αυτή την τόσο προσβλητική γι’ αυτούς υποταγή.
«Το είδος μου δεν υποτάσσεται σε κανέναν» είχε πει ο Εμίλιο. «Ως άμεσοι απόγονοι των αληθινών βασιλέων και αληθινοί διάδοχοί τους, δεν υποτασσόμαστε!»
Ο Μάικλ ήταν έτοιμος να σηκωθεί και να χειροκροτήσει τον πατέρα του, αλλά η απάντηση του Λάιου τον έκανε να χάσει το χρώμα του.
«Πιάστε αυτόν τον προδότη και σκοτώστε τον!» φώναξε ο βασιλιάς.
Μια διμοιρία φρουρών μπήκε τρέχοντας στην αίθουσα και αλυσόδεσε τον Εμίλιο. Δεν αντιστάθηκε. Ακόμα και δεμένος, μπορούσε άνετα να τους σκοτώσει όλους τους. Αλλά δεν το έκανε... Έμεινε πιστός στους όρκους, που είχε δώσει, μέχρι το τέλος. Ο Μάικλ σηκώθηκε αγριεμένος, έτοιμος να απαλλάξει τη χώρα από τον βασιλιά και τον απόγονό του.
«Μάικλ, όχι» είπε ο πατέρας του μόλις τον είδε. «Πρέπει να προστατέψεις την αδερφή σου».
Ο Εμίλιο άφησε τους φρουρούς να τον οδηγήσουν έξω από την αίθουσα. Αμέσως οι άλλοι δύο Άρχοντες ανακοίνωσαν ότι ο Πέντρο Παβέλ, ο πατέρας του καλύτερου φίλου του, του Μπέντζαμιν, θα έπαιρνε τη θέση του πατέρα του, αφού το κάθε είδος έπρεπε πάντα να έχει έναν Άρχοντα. Ο Κόλιν, τρομαγμένος από την κατάληξη του φίλου του, ορκίστηκε αμέσως πίστη και υποταγή στον βασιλιά. Ο Μάικλ γύρισε στην Ακαδημία δίπλα στον Μπέντζαμιν, κρατώντας σφιχτά το χέρι της Ελένα, η οποία προσπαθούσε χωρίς επιτυχία να συγκρατήσει τα δάκρυά της.  Δύο μέρες μετά, φέρανε στην Ακαδημία το σώμα του πατέρα τους.

Και τώρα αναγκαζόμαστε να πολεμήσουμε σε έναν πόλεμο που δε θέλουμε για χάρη αυτού του άθλιου, σκέφτηκε ο Μάικλ.

Σωτηρία Μαυρομμάτη

1 σχόλιο:

  1. Καλή αρχή! Αγαπώ πολύ το fantasy και μου άρεσε η αρχή. Ελπίζω ο κόσμος να έχει τόσο βάθος όσο φαίνεται!

    ΑπάντησηΔιαγραφή