Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

30 Δεκ 2016

0 Γυάλινος Κόσμος (Κεφάλαιο 1/Μέρος Β)

«Πάλι ονειροπολείς, Γκίντεον;» η φωνή του Μπέντζαμιν τον έβγαλε από τις σκέψεις του.
«Με ανοιχτά τα μάτια» απάντησε ο Μάικλ. «Σκεφτόμουν τον θάνατο του πατέρα μου».
Ο Μπέντζαμιν σηκώθηκε από τη θέση του και έκατσε απότομα δίπλα του. Έριξε ένα καχύποπτο βλέμμα στους υπόλοιπους επιβαίνοντες. Ο οδηγός έδειχνε υπερβολικά προσηλωμένος στο δρόμο, ενώ οι «συμπολεμιστές» τους, τρεις δεκαεξάχρονοι Άρχοντες των Σκιών, συζητούσαν κεφάτοι για τις παραλίες της Χάιπερ.
«Μεταξύ μας» ψιθύρισε ο Μπέντζαμιν, συνεχίζοντας να κοιτάει με καχυποψία τους υπόλοιπους «ο πατέρας μου ήταν λίγο χέστης... Όλοι μας είμαστε!»
«Λες να μην το ξέρω;» απάντησε ο Μάικλ. «Κάθε βράδυ βλέπω εφιάλτες με εκείνην τη στιγμή».
«Κάποια στιγμή θα βρούμε την ευκαιρία να ξεπληρώσουμε τον Λάιο για όσα μας έχει κάνει» είπε ο Μπέντζαμιν, πριν στρέψει το βλέμμα του στο παράθυρο. «Δεν είναι τρελό; Πανηγυρίζουν λες και πρόκειται για κάποια γιορτή».
«Φυσικά και πανηγυρίζουν» απάντησε ο Μάικλ. «Δεν είναι αυτοί αναγκασμένοι να πολεμήσουν σε έναν πόλεμο που δε θέλουν».
«Αυτό πες στο στους τρεις εξυπνάκηδες που νομίζουν ότι πηγαίνουμε διακοπές» είπε ο Μπέντζαμιν, δείχνοντας την κεφάτη παρέα δίπλα τους.
«Ξέρεις τι με εκνευρίζει περισσότερο;» ρώτησε ο Μάικλ. Κάποια παιδιά μέσα στο πλήθος πέταξαν μια αγκαλιά λουλούδια την ώρα που περνούσε το αυτοκίνητο. «Ότι ακόμα κι αν πεθάνουμε εκεί πάνω, αυτοί θα συνεχίσουν να πανηγυρίζουν έτσι».
«Με τον Λάιο βασιλιά, κάθε ευκαιρία απόδρασης από την καθημερινότητα θεωρείται γιορτή» σχολίασε ο Μπέντζαμιν.
Ο Μάικλ κάρφωσε το βλέμμα του στο πλήθος. Είχε καιρό να αισθανθεί την ευτυχία και την ανεμελιά που ξεχείλιζε από όλους αυτούς τώρα.
«Δεν είναι φοβερό;» ρώτησε ένας από τους Άρχοντες των Σκιών κάποια στιγμή. Ο Μάικλ και ο Μπέντζαμιν τον κοίταξαν με απορία. «Πατάμε στα βήματά της! Κάπως έτσι την είχαν σύρει κι εκείνη στον πόλεμο, πριν από πεντακόσια χρόνια» είπε ενθουσιασμένος ο νεαρός.
Δεν χρειάστηκε να πει κάτι άλλο. Η γυναίκα στην οποία αναφερόταν ήταν κάτι σαν θεότητα για τα είδη τους. Το DNA της υπήρχε μέσα σε όλους τους.
«Ναι» απάντησε ο Μάικλ. «Μόνο που είμαι σίγουρος ότι πριν πεντακόσια χρόνια ο κόσμος στους δρόμους θρηνούσε».
Ο νεαρός δεν απάντησε. Αυτός και οι φίλοι του κοίταξαν μελαγχολικά έξω από το παράθυρο.  Η υπόλοιπη διαδρομή μέχρι το σταθμό τους βρήκε βυθισμένους στη σιωπή.
Μόλις έφτασαν, ο Μάικλ και ο Μπέντζαμιν έτρεξαν να βρουν τον Ντόνοβαν Ντερέι, γιο του τωρινού Άρχοντα των Αρχόντων του Σκότους και τον Νίλις Λ' Όμπρα, γιο του Άρχοντα των Αρχόντων των Σκιών. Οι τέσσερις νέοι γνώριζαν ο ένας τον άλλον από όταν γεννήθηκαν και παρά το γεγονός ότι ανήκαν σε διαφορετικά είδη, τους ένωνε μια μακροχρόνια φιλία.
«Ιδέα μου είναι ή μπέρδεψαν τον πόλεμο με κάποιο καλοκαιρινό φεστιβάλ;» σχολίασε ο Ντόνοβαν μόλις τους είδε.
«Απλά χαίρονται» απάντησε ο Μπέντζαμιν «για οτιδήποτε κακό...Αρκεί να είναι μακριά από το σπίτι τους» συμπλήρωσε.
«Θνητοί...Τι να πεις;» είπε δραματικά ο Νίλις, κάνοντας τους υπόλοιπους να ξεσπάσουν σε γέλια.
«Ενώ εμείς είμαστε καλύτεροι» είπε ο Μάικλ.
«Πολύ καλύτεροι, αν εννοείς αυτό» απάντησε ο Ντόνοβαν.
«Και μιας και έχουμε μαζευτεί εδώ, δεν νομίζεις πως είναι η ώρα να κάνεις κάτι, Μάικλ;» πρόσθεσε ο Νίλις.
«Δεν εννοείς αυτό που φαντάζομαι;»
«Αυτό ακριβώς εννοεί!» πετάχτηκε ο Ντόνοβαν. «Εσύ έδεσες τον γάιδαρο σου με την Σελίζ. Δεν νομίζεις ότι ήρθε η ώρα να αποκαταστήσεις και την αδερφή σου;»
«Η Ελένα είναι ακόμα είκοσι» μουρμούρισε ο Μάικλ. 
Είχε ακούσει ότι η αδερφή του ήταν ερωτευμένη με κάποιον ασήμαντο Άρχοντα του Σκότους. Αυτός ως έκπτωτος διάδοχος είχε χάσει το δικαίωμα να παντρευτεί κάποια από τις Αρχόντισσες που ανήκαν σε ισχυρές οικογένειες. Η αδερφή του, όμως, έπρεπε οπωσδήποτε να παντρευτεί κάποιον διάδοχο, δηλαδή έναν από τους τρεις φίλους του.
«Kαι η Σελίζ το ίδιο» απάντησε ο Νίλις.
«Λέω να την αφήσω να διαλέξει μόνη της» είπε ο Μάικλ.
«Ωωω έλα τώρα Μάικλ! Δεν παίζεις δίκαια!» είπε ο Ντόνοβαν, που ήταν τρελά ερωτευμένος με την Ελένα.
«Ξέρεις ότι δεν θα διαλέξει κανέναν μας» συμφώνησε ο Μπέντζαμιν.
Ο Μάικλ γέλασε. «Γίνεται να συγκεντρωθούμε στο τώρα;» είπε. «Η Ελένα δυστυχώς δεν έχει κάποια άλλη επιλογή, πέρα από εσάς τους τρεις, οπότε μην ανησυχείτε».
«Γιατί, της κακοπέφτουμε;» είπε ο Ντόνοβαν δήθεν θιγμένος.
Ο Νίλις τον χτύπησε φιλικά στον ώμο. «Παρ' το απόφαση, Ντερέι! Μαζί θα γεράσουμε!»
«Μένει μόνο να παρατήσει ο Μάικλ την Σελίζ! Τέσσερα γεροντοπαλίκαρα καλύτερα από τρία» πρόσθεσε ο Μπέντζαμιν.
«Πες πως έγινε!» απάντησε ο Μάικλ. 
Οι τέσσερις φίλοι μπήκαν μέσα στο τρένο, μόλις άκουσαν την αντίστοιχη διαταγή. Το έδαφος της Ατλάντικ άρχισε σιγά σιγά να στενεύει, δίνοντας την θέση του στην μεγάλη γέφυρα, που ένωνε την Ατλάντικ με τα άλλα δύο βασίλεια. Το τρένο θα σταματούσε στην περιοχή της Νέισιν την οποία είχε καταλάβει ο στρατός της Ατλάντικ. Εκεί, τα είδη θα έπρεπε να σκοτώσουν ό,τι απέμενε από το στρατό του Ιξίωνα Νιούτον της Νέισιν. Έπειτα, ο στρατός θα βάδιζε προς την Χάιπερ. 
Ο Μπέντζαμιν, που ήταν ο πιο μεθοδικός από τους τέσσερις, κοιτούσε ανήσυχος τους συμπολεμιστές του. Πολλοί από αυτούς είχαν μεγαλώσει σε πόλεις της Νέισιν και της Χάιπερ. Ήταν σίγουρος ότι στο πεδίο της μάχης θα αυτομολούσαν για να προστατέψουν τις πατρίδες τους και όσους αγαπούσαν. Και τότε, τα είδη θα οδηγούνταν σε κάτι πολύ χειρότερο από τον Μεγάλο Πόλεμο: έναν εμφύλιο. 
Ο Μάικλ τους κοιτούσε και αυτός προβληματισμένος. Ήταν όλοι τους νέοι, κάτω από είκοσι πέντε χρονών. Πολλοί ήταν ακόμα έφηβοι, που δεν είχαν ολοκληρώσει την εκπαίδευση τους. Ό,τι κι αν γινόταν στο πεδίο της μάχης, η Ακαδημία είχε πολλά να χάσει από αυτόν τον πόλεμο. 
Τα βλέμματα και των δύο στράφηκαν ταυτόχρονα στον Νίλις, ο οποίος, αν και δεν το έδειχνε, βρισκόταν στην δυσκολότερη θέση από όλους. Η νεκρή μητέρα του καταγόταν από μια επαρχία της Χάιπερ, την Αέρικ. Είχε εξομολογηθεί πριν φύγουν στους φίλους του ότι θα αυτομολούσε. 
Ο Ντόνοβαν απ' την άλλη το είχε πάρει απόφαση. Δεν θα πολεμούσε. Δεν θα αφαιρούσε τις ζωές αθώων, που δεν μπορούσαν ούτε να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους απέναντι στις δυνάμεις του. Μπορεί οι Άρχοντες του Σκότους να είχαν την φήμη ότι ήταν οι πιο ανελέητοι και σκληροί από τα τρία είδη, αλλά όπως και τα άλλα δύο είδη, ήταν δίκαιοι. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν θα σκότωναν ποτέ κάποιον αθώο. Δεν ήταν αυτός ο τρόπος τους. 
Μέσα σε αυτό το τρένο, τη στιγμή που κινούνταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς της Νέισιν, οι τρεις από τους τέσσερις φίλους έκαναν μια σιωπηλή συμφωνία. Δεν θα αφαιρούσαν την ζωή από κανέναν αθώο. Δεν θα στερούσαν τα όνειρα από κανέναν. Ο στόχος τους ήταν ένας: ο Λάιος. Μόνο αυτός!
Ο Μάικλ από την άλλη, είχε άλλες σκέψεις να περνάνε από το μυαλό του.

Σωτηρία Μαυρομμάτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου