Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

22 Δεκ 2016

0 Η Τελετή 2: Έξω από τα τείχη (Κεφάλαιο 1/ Μέρος 1ο)


             Ξυπνάω απότομα από τις εικόνες που μόλις είδα. Εύχομαι να ήταν όλα ένα απλός εφιάλτης. Δυστυχώς όμως αυτό δεν ισχύει. Πριν από περίπου τέσσερεις μέρες ο σύμβουλός μου μας πρόδωσε. Εκεί έξω θεωρούμαστε ζώα και τίποτα παραπάνω! Μας χρειάζονται, για να μας κάνουν πειράματα, για να βρούνε τι μας κάνει τόσο ξεχωριστούς. Αλλά δεν πρόκειται να το καταφέρουν ποτέ.
Ο πατέρας μου είχε δίκιο. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε έτσι, ενώ οι εχθροί μας ανακαλύπτουν όλο και περισσότερους τρόπους, για να μας κάνουν στάχτη. Ήμασταν πολύ τυχεροί την τελευταία φορά. Αν ο Ντάνιελ δεν... Τέλος πάντων, ήταν καλά τότε. Τώρα όλοι μας θα ήμασταν κάτω από το χώμα και σε φυλακές. Δε θα υπάρξουν άλλες ευκαιρίες. Μπορεί να τους διώξαμε. Ποιος ξέρει, ίσως για πολλά χρόνια. Αυτό όμως δε σημαίνει, ότι είμαστε ελεύθεροι. Κάποια μέρα πρέπει να ζήσουμε κι εμείς έχοντας όλα τα προνόμια της γης. Πρέπει να ζήσουμε όλοι μας. Αυτοί που κρατούνται ως πειραματόζωα, έχουν κι αυτοί το δικαιώματα της ελευθερίας. Δε θα το αφήσω να περάσει έτσι. Νιώθω ολόκληρο το σώμα μου να συσπάται από οργή. Μίσος, εκδίκηση, ελευθερία. Όλα αυτά είναι, που με τρώνε μέσα μου. Αλλά πώς; Πώς θα μπορέσω να τους νικήσω; Πώς θα μπορέσουμε να εισβάλουμε στον τόπο τους; Δεν έχουμε καμία ελπίδα μπροστά τους. Πρέπει να πάρουμε αυτό που θέλουμε πλαγίως. Ναι αυτό είναι! Κάτι σαν ενέδρα.

Κάτι με ακουμπάει στον ώμο και πετάγομαι ολόκληρη, απορροφημένη από τις σκέψεις μου. Είναι ο Ντάνιελ και μόλις ξύπνησε.

«Βρε μωρό μου, ηρέμησε. Άσε να ξημερώσει κι ό,τι κι αν σκέπτεσαι, θα βρούμε μια άκρη. Κοιμήσου» μου λέει νυσταγμένα, ενώ με τραβάει απαλά στην αγκαλιά του.

«Τι εννοείς; Ήρεμη είμαι» του λέω όσο πιο γλυκά μπορώ. Με κοιτάει κάπως  ειρωνικά και σηκώνει το ένα του φρύδι.

«Α ναι; Και γιατί κάνει τόσο κρύο καλοκαιριάτικα;» μου λέει κάπως ενοχλημένος κι εγώ κοιτάζω γύρω μου. Πράγματι κάνει τρομερό κρύο. Γύρω γύρω όλες οι πόρτες και τα έπιπλα έχουν κοκαλώσει και μερικοί σταλαγμίτες μεγαλώνουν όλο και πιο πολύ στις γωνίες. Πρέπει να μάθω να το ελέγχω αυτό το πράγμα. Δεν πάει άλλο. Μετά από εκείνη την έκρηξή μου, όλα έχουν πάρει την κάτω βόλτα.

Παίρνω βαθιά ανάσα και όλα γύρω μου αρχίζουν και ξεπαγώνουν, αφήνοντας τα πάντα μούσκεμα. Αναστενάζω κι αρχίζω και σκέπτομαι ζέστη. Αμέσως στεγνώνουν και το κλασικό καλοκαίρι επικρατεί πάλι μέσα στο δωμάτιο .Ο Ντάνιελ με σφίγγει πάνω του και για μερικά δευτερόλεπτα μού χαϊδεύει τα μαλλιά. Μετά τον παίρνει πάλι ο ύπνος. Σε λίγο σηκώνομαι αργά και ήσυχα, για να μην τον ξυπνήσω. Δεν μπορώ να κοιμηθώ και οι σκέψεις μου με τρώνε. Σκέφτομαι να ανοίξω την ντουλάπα να πάρω μια φόρμα να βάλω, αλλά τελικά αλλάζω γνώμη. Όσο κουρασμένος και αν είναι συνήθως, ξυπνάει εύκολα και δε θέλω να το διακινδυνεύσω. Βάζω μια ασπρόμαυρη ρόμπα που βρίσκεται στα πόδια του κρεβατιού και βγαίνω γρήγορα έξω.

      Ησυχία επικρατεί σε όλο το σπίτι. Όλα είναι τόσο ήρεμα, που ανατριχιάζω. Τα φώτα κλειστά. Οι διάδρομοι άδειοι. Μέσα από σχισμές ανάμεσα στις κουρτίνες πέφτει φως από έξω. Το φεγγάρι σήμερα είναι μεγάλο και το φως του μού είναι αρκετό, για να μπορώ να δω τα βήματά μου. Πηγαίνω προς το δωμάτιο της Κάσιας. Ανοίγω την πόρτα και τη βλέπω να κοιμάται αγκαλιά με τον Κρίστιαν. Ο Έκτορας μόλις ακούει την πόρτα να ανοίγει μέσα στα άγρια χαράματα, πετάγεται από το μαξιλάρι του και πάει να μου γαβγίσει. Ευτυχώς με καταλαβαίνει και έρχεται πάνω μου όλος χαρά. Γελάω γλυκά και τον χαϊδεύω. Αφήνω πίσω μου ένα χαμόγελο και κλείνω την πόρτα. Αμέσως ο Έκτορας αρχίζει να κλαίει. Μπορεί να μένει πια με την Κάσια, αλλά παραμένει να είναι δικός μου σκύλος. Ανοίγω λίγο την πόρτα και του κάνω νόημα να έρθει. Αυτός βάζει σε εγρήγορση την ουρά του και, χωρίς να τον κοιτάξω δεύτερη φορά, βρίσκεται δίπλα μου.

     Κατεβαίνουμε τα σκαλιά και φτάνουμε στην είσοδο. Θέλω να βγω έξω να περπατήσω λίγο, αλλά είμαι ακόμα με τη ρόμπα. Δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν κυκλοφορεί τέτοια ώρα. Στο χωριό μπορεί. Εδώ, όμως, στην αυλή αποκλείεται. Περπατάμε μερικά λεπτά και ο Έκτορας σταματάει να με ακολουθεί.

«Τι είναι αγόρι μου;» του λέω και του κάνω παλαμάκια, για να έρθει κοντά μου. Αλλά τίποτα. Έχει μείνει να κοιτάζει προς ένα σημείο.

Ακολουθώ το βλέμμα του και δε βλέπω τίποτα. Μυρίζει τον αέρα που χτυπάει απαλά πάνω μας κι αρχίζει να γρυλίζει. Στο οπτικό μου πεδίο εμφανίζεται μια ψιλή αντρική φιγούρα να έρχεται αργά προς το μέρος μας. Κάτι κρατάει στο χέρι του. Ένα όπλο. Αποκλείεται! Σηκώνει αργά προς το μέρος μου το χέρι του και εγώ έχω παγώσει. Ένα δυνατό γαύγισμα του Έκτορα με ξυπνάει. Αμέσως παίρνω θέση μάχης και η γη από κάτω μου με καταπίνει ολόκληρη. Δεν περνάει πολύ ώρα και ακούω κάτι.

«Έλα τώρα! Γιατί το έκανες πάλι αυτό; Αφού ξέρεις, ότι το μισώ!»

Κοκαλώνω για ακόμα μία φορά, καθώς αυτή είναι η φωνή του Βίκτωρ. Η φωνή του και τα πόδια του, που σέρνονται στο έδαφος, μου δείχνουν, ότι βρίσκομαι από κάτω του. Βγάζω τα χέρια μου στην επιφάνια και με μια κίνηση αυτός βρίσκεται από τον λαιμό και κάτω θαμμένος στο χώμα κι εγώ έξω στην επιφάνεια.

«Τι ακριβώς νομίζεις πως κάνεις;» του λέω αγριεμένη.

«Τι; Σε είδα και ήρθα να σου δώσω μια αγκαλίτσα» μου λέει με το ζόρι.

Σκύβω για να τον δω καλύτερα. Βρωμοκοπάει αλκοόλ, τα μάτια του είναι κατακόκκινα και αν τον άφηνα δύο λεπτά εκεί θα τον έπαιρνε ο ύπνος. Σηκώνομαι όρθια και χτυπάω το πόδι μου στο έδαφος, εκτινάσσοντας τον Βίκτωρ μακριά μου. Πέφτει μπρούμυτα ξαπλωμένος πάνω στο γρασίδι και δεν κάνει τον κόπο ούτε να κουνηθεί. Δίπλα του έχει πέσει ένα όπλο. Το κοιτάζω εξεταστικά και τελικά αποφασίζω να το αφήσω εκεί που είναι.

«Πού το βρήκες αυτό;» τον ρωτάω, ενώ τον γυρνάω ανάσκελα και του δείχνω το όπλο.

«Μου το έδωσαν κάτι φίλοι» μου λέει και προσπαθεί να ανοίξει τα μάτια του.

«Φίλοι; Τι σόι φίλοι;» του λέω φανερά προβληματισμένη. Δεν απαντάει. Η κάθε προσπάθεια που έκανε, για να ξυπνήσει, εξαφανίζεται, καθώς όχι απλώς τον έχει πάρει ο ύπνος, αλλά ροχαλίζει κιόλας. Τι να κάνω τώρα με αυτόν;

     Πάω να τον σηκώσω και ξαφνικά μου αρπάζει το χέρι μου και με ρίχνει πάνω του. Πάει να με φιλήσει και ασυναίσθητα του ρίχνω μια μπουνιά και τον ρίχνω αναίσθητο. Σηκώνομαι απότομα από πάνω του και τινάζω την ρόμπα μου. Κάνω μια κίνηση στον αέρα κι ο άνεμος τον σηκώνει απαλά από το έδαφος. Προχωράω προς το σπίτι παίρνοντας μαζί μου και τον βλάκα τον Βίκτωρ. Μπαίνω μέσα στο δωμάτιό μου κι ο Ντάνιελ ακόμα κοιμάται. Βάζω τον Βίκτωρ δίπλα του, από τη μεριά που κοιμάμαι εγώ, και τον σκεπάζω. Πάω να αφήσω τον Έκτορα στην Κάσια και σε όλη τη διαδρομή σκέπτομαι. Τι συνέβη μόλις τώρα; Που έμπλεξε πάλι; Το όπλο; Γιατί τον έβαλα στο κρεβάτι μου; Μπράβο! Τώρα πρέπει να αλλάξω πάλι σεντόνια! Αφήνω τον Έκτορα και επιστρέφω γρήγορα στο δωμάτιό μου. Μπαίνω μέσα στο δωμάτιο και τους βρίσκω και τους δύο να ροχαλίζουν έχοντας ο ένας στραμμένη την πλάτη στον άλλον.



Όπου νά ‘ναι ξημερώνει και σκέπτομαι, ότι έχω πολλά να κάνω. Πηγαίνω στο μπάνιο και γεμίζω την μπανιέρα με δροσερό νερό. Βάζω σαπούνι και κάτι αιθέρια έλαια και βουλιάζω μέσα του. Μυρίζει υπέροχα κι απολαμβάνω το κάθε λεπτό, που μουλιάζω το σώμα μου εδώ μέσα. Βγάζω έναν αναστεναγμό και χαλαρώνω... Όχι για πολύ...

«Ααα!» ακούω τον Ντάνιελ να ουρλιάζει από δίπλα. «Τατιάνα!»

Βγαίνω από την μπανιέρα σε δευτερόλεπτα και μπαίνω στο δωμάτιο με μια πετσέτα τυλιγμένη γύρω μου. Βλέπω τον Ντάνιελ να είναι όρθιος κολλημένος πάνω στον τοίχο με ένα φοβισμένο βλέμμα.

«Τι είναι αυτό;» μου λέει εξαγριωμένος, δείχνοντας τον Βίκτωρ, ο οποίος ούτε που έχει κουνηθεί από την θέση του. Κοιμάται του καλού καιρού.

«Τι, αυτό; Α, ο Βίκτωρ» του απαντάω ήρεμη.

«Και γιατί ο χιμπατζής κολλητός σου κοιμάται δίπλα μου;» μου λέει με τον ίδιο τόνο.

«Τον βρήκα στην αυλή τύφλα...» του λέω και σχηματίζω ένα στραβό χαμόγελο στα χείλη μου.

«Αυτό δεν απαντάει στην ερώτησή μου!»

«Ε, ήταν τύφλα και τον έφερα εδώ! Πειράζει;» έχει γίνει έξω φρενών και του τα λέω όλα όσο πιο ναζιάρικα μπορώ.

«Αν πειράζει; Αν πειράζει; Φυσικά και πειράζει! Τον πήρα αγκαλιά και του είπα "Καλημέρα, μωρό μου" και πήγα να τον φιλήσω! Εσύ τι λες;» αρχίζει και ωρύεται ο Ντάνιελ κι εγώ ξεσπάω σε δυνατά γέλια. «Μη γελάς! Δεν είναι αστείο!»

«Κι όμως είναι ξεκαρδιστικό!» του λέω κλαίγοντας από τα γέλια. Ηρεμώ και πηγαίνω κοντά του. Τον φιλάω και μετά από λίγο αυτός μαλακώνει.

«Έλα κάνε ένα μπάνιο και ντύσου. Έχουμε πολλές δουλειές να κάνουμε σήμερα».


Voula GK.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου