Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

4 Δεκ 2016

0 Ο Ισορροπιστής 2 (Κεφάλαιο 5) - "Μια περίεργη μέρα"

      Σύννεφα έρχονται επιθετικά πάνω από το χωριό. Μαύρα και απειλητικά, απλώνουν τον μανδύα τους και καλύπτουν κάθε ελπίδα να φωτιστεί το μέρος. Ακούγονται μανάδες να φωνάζουν τα παιδιά τους πίσω στα σπίτια. Άντρες να βάζουν προληπτικά καλύμματα πάνω στ’ αμάξια τους. Πόρτες να κλείνουν με πάταγο. Βήματα που συνδυάζονται με την τρεχάλα καθώς στον αέρα πλανάται μια αίσθηση λανθάνουσας πρόληψης. Ξέρεις, απ’ αυτές που έχουν ξεμείνει στο υποσυνείδητο του ανθρώπου από τους πρώτους αιώνες. Αυτές οι προλήψεις που κάποτε οδήγησαν αθώες γυναίκες στην πύρα. Αυτές οι προλήψεις που στην εποχή του ίντερνετ ακόμα ανθούν και επηρεάζουν τα μυαλά του κόσμου. Αυτές οι προλήψεις που δεν σ’ αφήνουν να πας μπροστά ως άνθρωπος.

      Κι αφού το χωριό έχει καθαρίσει και τίποτα δεν κυκλοφορεί έξω, από τη μαυρίλα εκτοξεύεται ένας κεραυνός που χτυπάει τον πλακόστρωτο δρόμο. Αρχικά δεν συμβαίνει τίποτα αλλά κατοπινά ένα περίεργο αεράκι σηκώνεται που αρχίζει να χτυπάει τα πατζούρια καθώς κινείται νότια. Μετά πάλι ηρεμία.
      Η αόρατη μάζα ανέμου κατευθύνεται προς τα δέντρα όπου κινεί τις φυλλωσιές αλλά και τρομάζει όλα τα ζώα αναγκάζοντάς τα να κρυφτούν ή να τρέξουν μακριά. Αμέσως μετά περνάει και σχηματίζει ένα κύμα στα στάχυα και τα χόρτα σ’ ένα απέραντο λιβάδι. Γλείφει τον δρόμο και ξάφνου χάνεται σ’ ένα άλλο λιβάδι. Άπνοια.
      Είναι η αόρατη περιοχή του ακόμα κατεστραμμένου αρχοντικού. Το αεράκι φυσάει μέσα από τα μαραμένα πια λουλούδια και περνάει από το άκοπο γρασίδι που κιτρινίζει από την έλλειψη νερού. Τελικά το αεράκι φτάνει στο αρχοντικό και εισέρχεται από τις οπές. Διασχίζει όλο το μέρος ώσπου τελικά και μαγικά σταματάει στο διάδρομο. Όλη η μάζα του αέρα ξαφνικά ακούγεται να σφυρίζει σαν χύτρα με νερό. Και τότε σκάει, ρίχνοντας βάζα κάτω και σπρώχνοντας παραπέρα πεσμένους σοβάδες, αφήνοντας μια πολύ δυνατή κραυγή:
«ΜΕΔΟΥΣΑ!»
      Ο επιτακτικός και φοβερός τόνος αντηχεί στο διάδρομο και τους βγάζει έξω όλους. Γοργόνες συζητούν μεταξύ τους και Φρουροί καλύπτουν όλο το χώρο προετοιμαζόμενοι για μάχη. Η Μέδουσα βγαίνει τελευταία φορώντας τα ρούχα της. Αμέσως, περπατώντας στο διάδρομο για τη σάλα, λέει σε όλες και σε όλους:
«Ηρεμήστε και γυρίστε στους κοιτώνες σας».
«Τι ήταν αυτό;» ρωτάει ένας Φρουρός.
«Θα μάθω και θα σας ενημερώσω. Μέχρι τότε μείνετε μακριά από τη σάλα».
      Και κλείνει τις πόρτες αφήνοντάς τους όλους να αναρωτιούνται. Περπατά κατά μήκος της σάλας και σταματάει μπροστά από το τζάκι. Στρέφει το βλέμμα της στον μακρόστενο ορθογώνιο καθρέφτη που βρίσκεται από πάνω. Ένα μεγάλο νύχι βγαίνει σ’ ένα από τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού και μ’ αυτό κόβει την παλάμη της. Το αίμα που βγαίνει εκτινάσσεται με μια απότομη  κίνηση στον καθρέπτη. Κάνει λίγο πίσω. Το αίμα της αρχίζει να κινείται σε όλες τις κατευθύνσεις και να καλύπτει γύρω-γύρω τον καθρέπτη. Και μόλις καλυφτεί γίνονται τα αποκαλυπτήρια. Σ’ έναν σκοτεινό κόσμο με φλογισμένα βουνά για φόντο κάνουν την εμφάνισή τους τα αφεντικά της. Μια σειρά από σκιές. Άλλοι ψηλοί, άλλοι κοντοί, άλλοι έχουν κέρατα, άλλες μαλλιά που πάλλονται, όλοι όμως είναι σκοτεινοί και δεν φαίνονται. Η Μέδουσα κοιτάζει την πληγή της και κοιτάζει και αυτούς. Οι φωνές αναμειγνύονται και προστάζουν:
«Αναφέρσου».
«Ok! Δεν έχω τίποτα να αναφέρω» λέει με περιπαικτική διάθεση.
«Σου φαινόμαστε να θέλουμε να παίξουμε;» ρωτούν με τόνο αυστηρό.
«Όχι. Αλλά θα έπρεπε να ξέρετε, τόσους αιώνες, ότι δεν δίνω αναφορές. Μόνο αποτελέσματα».
«Και πού είναι αυτά τα αποτελέσματα;»
«Ετοιμάζονται. Δεν είναι εύκολο να ενεργοποιήσεις ένα αίμα που έμεινε κατεψυγμένο για αιώνες. Ούτε είναι εύκολο να βγάλεις από τόσο βάθος αρχέγονα όπλα όταν μπλέκεις με τη γραφειοκρατία».
      Για λίγο το μόνο που ακούγεται είναι τα σιγανά γρυλίσματά τους. Εκείνη έχει σταθερή αναπνοή και περιμένει. Ξέρει ότι αυτή η συνάντηση δεν θα λήξει καλά και περιμένει. Τελικά οι φωνές ξαναενώνονται σε μία και ρωτάνε:
«Και με τον Ισορροπιστή τι γίνεται;»
«Τι εννοείτε;» την βρίσκει απροετοίμαστη αυτή η ερώτηση.
«Γιατί είναι ακόμα ζωντανός;»
      Ω θεοί, το είχε ξεχάσει αυτό. Το μίσος της γι’αυτόν και η προσήλωσή της στο να τον καταστρέψει, την έκανε να ξεχάσει την πρώτη και βασική εντολή των Συγχρονιστών· να εξολοθρεύσει τον Ισορροπιστή. Φυσικά είχε και έχει διαφορετική ατζέντα για τον Τρόι, όποτε όταν ακούει τους Συγχρονιστές να λένε:
«Το μίσος σου γι’ αυτόν, θολώνει τη κρίση σου. Αναλαμβάνουμε εμείς από δω και πέρα» δεν της κάθεται καλά. Αποφασίζει να αντιδράσει και πάει να πει:  
«Όχι, δεν μπορείτε να το κάνετε…»
«Μπορούμε κι έτσι θα γίνει. Εσύ θα επικεντρωθείς στα υπόλοιπα θέματα. Ήδη στέλνουμε έναν κυνηγό να μαζέψει κόσμο για να τον εξοντώσει. Οι ώρες του είναι μετρημένες».
      Πάει να πει ακόμα μια κουβέντα, αλλά ο καθρέφτης ξαναδείχνει την αντανάκλαση της σάλας και το αίμα της ρέει πάνω στο τζάκι. Σφίγγει τα χείλια της και με μια κίνηση δίνει μια κλωτσιά σε μια πολυθρόνα. Βγαίνει από τη σάλα με σκληρό πρόσωπο και κανένας δεν τολμά να μιλήσει. Πάει να μπει στο δωμάτιο της αλλά σταματάει. Γυρίζει και λέει σε όλους:
«Νόμιζα ότι οι άνθρωποι είναι ηλίθιοι και δεν μαθαίνουν από τα λάθη τους αλλά τελικά έκανα λάθος».
«Δηλαδή;» ρωτάει μια Γοργόνα.
«Δηλαδή, οι Συγχρονιστές ξεκινάνε να κάνουν ακόμα μια μαλακία από τις πολλές που έχουν κάνει. Και αν είναι αυτό που νομίζω, θα έχει την ίδια κατάληξη με την 9η Λεγεώνα στη Βρετανία. Απόλυτη καταστροφή».
      Αλάσκα, περιοχή Πόιντ Λέϊ. Το βορειότερο άκρο της Αλάσκας είναι πέρα για πέρα καλυμμένο από το χιόνι. Τέρμα χαμηλές θερμοκρασίες που δυσκολεύουν την κίνηση και μερικές φορές τη διαβίωση. Είναι όμως μια ήσυχη περιοχή με εργατικούς ανθρώπους που ζουν από το εμπόριο δέρματος φώκιας. Γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους.
      Σήμερα όμως, τη στιγμή που ο ήλιος ανατέλλει και δεν μπορείς να τον κοιτάξεις γιατί θα τυφλωθείς, μια γραμμή φαίνεται στον ορίζοντα να πλησιάζει το χωριό. Μέσα στον άνεμο που σηκώνει το χιόνι και το σπέρνει στα ύψη η φιγούρα αρχίζει να διαγράφεται πιο καθαρά. Είναι ένας άντρας με τζιν παντελόνι και χοντρό μαύρο μπουφάν, κατάξανθο μακρύ μαλλί ατημέλητο και αρκετά καλή σωματική διάπλαση.  
      Οι εργάτες σταματούν τη δουλειά τους απορημένοι από τον άγνωστο άντρα. Αφήνουν το γδάρσιμο και πετάνε τα μαχαίρια. Το μισό χωριό αρχίζει να μαζεύεται στην ανατολική πλευρά προκειμένου να δει τον άνδρα να πλησιάζει. Ένας από τους κατοίκους, ένας πενηντάρης άντρας παρατηρεί κάτι τότε. Ο βηματισμός του αφήνει κάτι από πίσω· μια περίεργη κόκκινη γραμμή. Αμέσως αρχίζει να σπρώχνει όλους τους συνανθρώπους του να φύγουν. Κάποιοι τον πιάνουν και παλεύουν να τον ηρεμήσουν, αλλά εκείνος είναι σαν να έχει αφηνιάσει. Τα μάτια του έχουν εξογκωθεί από τον τρόμο, τον όποιο όμως κανένας δε φαίνεται να συμμερίζεται. Τον πιάνουν και τον κρατούν τρεις άντρες. Ένας ακόμα βγαίνει μπροστά και κάνει αρκετά βήματα ώστε να βρεθεί εμπρός του άντρα που έχει φτάσει ήδη κοντά. Του λέει φωναχτά:
«Ποιος είσαι;»
      Εκείνος δεν μιλάει και συνεχίζει να περπατάει κοντά τους. Ο άντρας σηκώνει το χέρι του και του λέει ξανά και πιο επιτακτικά:
«Ποιος είσαι; Σταμάτα!»
      Εκείνος όμως όχι απλά δε σταματάει αλλά ανοίγει το στόμα και με δύναμη εκτινάσσει ένα σύννεφο κόκκινου καπνού πάνω του και πάνω στους ανθρώπους. Το σύννεφο συνεχίζει να βγαίνει από το στόμα του και καλύπτει πολύ γρήγορα όλο το Πόιντ Λέϊ. Μία μεγάλη κόκκινη μάζα υπερκαλύπτει το μέρος για λίγο.
      Εντέλει όμως το σύννεφο εξατμίζεται και το νέο σκηνικό δείχνει όλους τους κατοίκους πεσμένους στο έδαφος. Ο άγνωστος άντρας κάνει μερικά βήματα και μπαίνει στο χωριό. Απλώνει λίγο τα χέρια του και λέει χαμηλόφωνα:
«Σηκωθείτε, παιδιά μου».
      Και με μιας τα σώματα σηκώνονται και στέκονται ακίνητα. Όλοι οι κάτοικοι είναι τώρα δικοί του. Εκείνος γυρίζει τον εαυτό του κυκλικά και κοιτάζει τα πρόσωπα τους. Κανένα συναίσθημα. Καμία αντίδραση. Χαμογελώντας λέει:
«Και τώρα παιδιά μου, υψωθείτε. Υψωθείτε στον ουρανό και πάμε να σκοτώσουμε τον Ισορροπιστή».
      Στο άκουσμα της τελευταίας λέξης, σαν τρέλα που χτυπά κατακέφαλα, όλοι εκνευρίζονται. Ανοίγουν τα στόματα τους αλλά πλέον δεν έχουν ανθρώπινο εσωτερικό, αλλά ένα περίεργο κόκκινο που καλύπτει το εσωτερικό του στόματος.  
      Το σώμα του άγνωστου άντρα αλλάζει και παίρνει μια κόκκινη αέρινη μορφή και μεμιάς εκτινάσσεται σε μορφή κόκκινου σύννεφου στον ουρανό. Οι υπόλοιποι κάνουν το ίδιο και βλέπεις από το Πόιντ Λέϊ κόκκινες γραμμές να φεύγουν από τη γη και με ταχύτητα να χάνονται στον ουρανό. Αμέσως μετά τα μαύρα σύννεφα αποκτούν ένα κόκκινο χρώμα που με κάθε βροντή κινείται όλο και πιο δυτικά.
      Πολύ μακρύτερα από αυτή τη σκηνή στην Αλμπέρτα του Καναδά και συγκεκριμένα σε μια μικρή πόλη, ονόματι Σλέϊβ Λέικ, μια μηχανή Varadero σταματάει στην οδό Μπάρτον. Η γυναίκα που την καβαλάει είναι η Ρουθ που κατεβαίνει με νεύρα από τη μηχανή και κατεβάζει τον ιμάντα στήριξης. Βγάζει κατόπιν το κινητό της και μπαίνει σε μια ειδική εφαρμογή. Ένα μικρό κόκκινο σημάδι δείχνει ότι είναι πολύ κοντά στον στόχο που ψάχνει. Κλείνει το κινητό, περνάει τον δρόμο και κατευθύνεται στο υπαίθριο μπαρ ονόματι Τζόνας.   
      Μέσα στο Τζόνας είναι καθισμένοι, τώρα το καταμεσήμερο, ως επί το πλείστον ξυλοκόποι. Άνθρωποι που μόλις σχόλασαν από τις δουλειές τους που με τα πριονίδια κολλημένα πάνω τους, με τα τσεκούρια και τα αλυσοπρίονα αφημένα σε μια γωνιά, πίνουν ένα ποτάκι για να χαλαρώσουν. Ο καταστηματάρχης έχει βάλει ένα παλιό καναδικό ροκ συγκρότημα ονόματι Moxy να παίζει σε χαμηλή ένταση. Οι παρέες χαλαρώνουν. 
      Και κάπου εκεί στο μπαρ καθισμένος στο σταντ είναι ο Τρόι που κατεβάζει αδιάθετος την μπύρα του. Είναι ήδη στο μισό το ποτήρι του κι εκείνος είναι χαμένος στον καθρέπτη απέναντι του. Τα μάτια δεν κλείνουν. Κοιτάζουν τη σκηνή τότε στη Bio-Anubis. Βλέπει το σκίσιμο του δέρματος στο λαιμό της. Την πτώση του σώματός της. Το βαρύ γδούπο όταν σωριάζεται στο πάτωμα ενώ σπίθες και φλόγες τον απειλούν τριγύρω. Αυτό που θυμάται όμως περισσότερο και πιο έντονα είναι το συναίσθημα. Κάτι σαν μίσος, σαν απέχθεια, σαν να σιχάθηκε όλη την προηγούμενη ζωή του. Θυμάται να σφίγγει τις γροθιές του και να κοιτάζει το πτώμα πριν ο Σουγκουλέ τον αρπάξει και τον βγάλει έξω. Τότε όμως δεν ήξερε.
      Δεν ήξερε ότι κουβαλούσε στα σπλάχνα της το παιδί τους. Ότι πέρασε έντεκα χρόνια μέσα στον ανείπωτο πόνο γι’ αυτό τον χαμό. Και το χειρότερο όλων. Όλο αυτό που γίνεται σήμερα. Από το θάνατο των Ρυθμιστών μέχρι τη μάχη στο Χαρτούμ. Τώρα βλέπει το μοτίβο. Τώρα αντιλαμβάνεται την πηγή του μίσους της Μέδουσας. Εκείνο το βράδυ είναι η πηγή. Και το συμμερίζεται απόλυτα, κατεβάζοντας το κεφάλι και σφίγγοντας το χέρι του.  
      Στου Τζόνας μπαίνει η Ρουθ κι αμέσως σχεδόν όλοι οι θαμώνες γυρίζουν και την κοιτάζουν. Εκείνη ούτε καν τους δίνει σημασία και με έκφραση που της δημιουργεί ρυτίδες στο μάγουλό της. Πηγαίνει στο μπαρ και κάθεται δίπλα του. Εκείνος δεν μιλάει κι εκείνη ξέρει ότι δεν θα του πάρει κουβέντα. Έτσι γίνεται τις τελευταίες μέρες. Φεύγει από την καμπίνα, εξαφανίζεται για ώρες κι όταν γυρνάει είναι τύφλα και ξερνάει τα πάντα. Εννοείται φυσικά ότι παραμιλάει και λέει ότι θέλει να πεθάνει κι ότι πρέπει να πληρώσει για το έγκλημα που έκανε. Αυτά τα ωραία διαδραματίζονται αυτές τις ημέρες και γι’αυτό η Ρουθ αποφάσισε να βάλει στο κινητό του εφαρμογή εντοπισμού, για να αποφύγει κι άλλες τέτοιες καταστάσεις.
      Εκείνος την έχει καταλάβει αλλά αρνείται να μιλήσει. Εκείνη το ξέρει και βγάζει ένα τσιγάρο. Το ανάβει, παίρνει μια γερή ρουφηξιά, και λέει στον μπάρμαν να της φέρει μια μπύρα. Εκείνος την ετοιμάζει κι εκείνη βγάζει το κινητό της, μπαίνει σε μια σελίδα και το αφήνει δίπλα του. Εκείνος του ρίχνει μια ματιά και μετά πάλι μπροστά. Εκείνη του λέει:
«Ωραία πράγματα, ε; Εξαφάνιση δέκα ταχύπλοων ανοικτά του Ινδικού ωκεανού. Κάτσε όμως, σου έχω και καλύτερο».
      Κάνει μια κίνηση με το δάχτυλο και του βγάζει μια άλλη σελίδα. Και μετά μια άλλη και λέει:
«Πέντε σφαγιασμένες μανάδες χωρίς στομάχια βρέθηκαν στην Πολωνία. Περιέργο ηλεκτρικό φαινόμενο σκοτώνει από το πουθενά δέκα εργάτες σε εργοστάσιο στη Ονδούρα. Ξέρεις πόσα τέτοια βρήκα μέσα σε δέκα λεπτά και μόνο σήμερα;»
«Τι θες, ρε Ρουθ;» και γυρίζει απότομα και την κοιτάζει.
«Τι θέλω; Για να δούμε. Χμ, τι θα έλεγες για αρχή… να κάνεις τη δουλειά σου;»
«Μπορεί να περιμένει η δουλειά μου».
«Και οι οικογένειες αυτών των ανθρώπων μπορούν να περιμένουν;»
«Μετά από τόσα χρόνια υπηρεσίας μπορώ να πάρω ένα ρεπό. Το δικαιούμαι».
      Η μπύρα σερβίρεται μπροστά της και εκείνη λύνεται στα γέλια τραβώντας ξανά τα βλέμματα των θαμώνων. Εκείνος όμως γυρίζει και την κοιτάζει σχεδόν με μια απέχθεια στο βλέμμα. Νιώθει ότι γελάει με τον πόνο του. Η Ρουθ συνεχίζει και γελάει αλλά παράλληλα λέει:
«Χρόνια υπηρεσίας; Ρεπό; Δικαίωμα; Τι φάση, ρε μαλάκα; Τι είναι αυτά που λες;»
      Ο Τρόι δεν αντέχει άλλο και χτυπάει το χέρι του δυνατά στο μπαρ ρίχνοντας τις μπύρες κάτω. Ο μπάρμαν, αλλά κι οι θαμώνες σηκώνονται όρθιοι και σιγά-σιγά κλείνουν την σκηνή. Η Ρουθ όμως δε σταματάει να γελάει κι ο Τρόι της λέει με σθένος:
«Είναι αστείο για σένα ο πόνος μου; Είναι αστείο που θέλω να πάρω τον χρόνο μου για να ηρεμήσω;»
«Είναι αστείο που νομίζεις ότι έχεις χρόνο. Και ακόμα πιο αστείο,» και σηκώνεται και στέκεται εμπρός του «είναι ότι νομίζεις πως έχεις επιλογή».
«Την δημιουργώ, αν δεν υπάρχει».
«Σοβαρά; Και η επιλογή σου ποια είναι ακριβώς; Χμ; Να κάθεσαι και να μπεκροπίνεις και να κλαις σαν κοριτσάκι; Αυτή είναι η επιλογή σου Ισορροπιστή;»
«Σκότωσα το παιδί μου, ηλίθια!»
      Όλοι κοιτάζουν τον Τρόι ακούγοντας την αποκάλυψή του. Κάποιοι με πολύ μίσος σφίγγουν τις γροθιές τους για να του επιτεθούν. Το πιο ειδεχθές έγκλημα είναι αυτό που περιλαμβάνει μια παιδική ψυχούλα μέσα. Οι ξυλοκόποι έχουν οργιστεί απ’ αυτό που άκουσαν και δεν σκοπεύουν να το αφήσουν έτσι. Ο μπάρμαν σταματάει τη μουσική κι εκείνοι πλησιάζουν πιο κοντά.
      Η Ρουθ όμως, όπως και ο Τρόι, δεν δίνει σημασία και λέει:
«Δεν το ήξερες. Μίλησε το αίμα. Μίλησε η συνείδηση των Ισορροπιστών».
«Δεν είναι δικαιολογία αυτό».
«Αυτές τις μέρες είναι».
      Και επειδή βλέπει ότι πάνε να τους διακόψουν, βάζει το χέρι της πίσω από το τζάκετ της και βγάζει ένα πιστόλι Barak και πυροβολεί τρεις φορές στο ταβάνι. Όλοι τρέχουν να ξεφύγουν. Οι πόρτες ανοίγουν και βλέπεις σώματα να καταπλακώνονται για να ξεφύγουν.
      Μένουν οι δυο τους και η Ρουθ συνεχίζει, ενώ παράλληλα ξαναβάζει το πιστόλι στο παντελόνι της:
«Και ξέρεις γιατί; Γιατί έχουμε πόλεμο. Δεν υπάρχει χώρος για τύψεις και συναισθηματισμούς. Πρώτα πρέπει να πάρουμε πίσω τη Γη και μετά να πνιγούμε στον προσωπικό μας πόνο».
      Μέσα του, πολύ βαθιά μέσα του, ξέρει ότι έχει δίκιο. Κατεβάζει το κεφάλι χαμένος ανάμεσα στα λόγια της και τις τύψεις του. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και ξανακάθεται στο σταντ. Σταυρώνει τα χέρια του στο πάγκο και βυθίζει το κεφάλι του εκεί μέσα. Η Ρουθ ακούει μια σιγανή κίνηση της μύτης. Βλέπει το σώμα του να δονείται και καταλαβαίνει ότι έχει βυθιστεί στο κλάμα. Όσο κι αν θέλει να τον λυπηθεί και να του συμπαρασταθεί, δεν θα το κάνει. Πρέπει να είναι η κυνική σκύλα που θα τον φέρει πίσω στον δρόμο των Ισορροπιστών.
      Φεύγει αφήνοντάς τον έτσι. Αυτό που ήθελε το πέτυχε, για αρχή. Τον έβαλε σε σκέψεις. Αποχωρεί και κατευθύνεται προς τη μηχανή. Την καβαλάει και ετοιμάζεται να βάλει το κράνος της, όταν βλέπει κάτι περίεργο στον αριστερό της καθρέφτη. Γυρίζει το κεφάλι της και βλέπει στην ανατολή, εκεί που τα σύννεφα μαζεύονται, κάτι κόκκινες λάμψεις να αναβοσβήνουν για μερικά δευτερόλεπτα και μετά να το ξανακάνουν σε διαφορετική τοποθεσία. Σαν να κινούνται. Κι αυτό, ναι μεν τής εξάπτει την περιέργεια αλλά ταυτόχρονα τής δημιουργεί ένα κακό προαίσθημα.
      Πίσω στο Χαρτούμ και συγκεκριμένα στο στρατόπεδο υποδοχής, ο Μόρτον μπαίνει στην αίθουσα ανακρίσεως. Ένα πρόχειρο δωμάτιο με καρέκλες από δημοτικό σχολείο, ένα θρανίο και πολύ ζέστη. Η Ζαλάικα σκουπίζει τον ιδρώτα της και τον βλέπει να κάθεται απέναντί της. Κάθεται άτσαλα στην καρέκλα και είναι σαν χαμένος, λες και οι σκέψεις του να μην μπορούν να μπουν σε μια τάξη μέσα στο κεφάλι του. Με στόμα μισάνοιχτο, με χέρια κρεμασμένα και με ολόκληρη την ύπαρξή του ακουμπισμένη πίσω στη καρέκλα. Η Ζαλάικα τον βλέπει και παραξενεύεται. Εκείνος κοιτάζει λίγο τριγύρω χωρίς λόγο, λες και ψάχνει κάτι. Μια απάντηση ίσως. Το βλέμμα του επανέρχεται στη μικρή που περιμένει να ακούσει κάτι. Και το κάτι έρχεται:
«Είμαι αστυνομικός εδώ και πολλά χρόνια. Έχω πάρει δύο μετάλλια από την υπηρεσία μου αλλά και από το κράτος για ανδραγαθήματα. Έχω αφιερώσει τη ζωή μου στην προστασία του νόμου και των συμπολιτών μου. Πάντα έβρισκα την άκρη. Πάντα κουραζόμουν, απειλούμουν αλλά έβρισκα τη καταραμένη την άκρη σ’ αυτό που έψαχνα».
      Κάνει μια παύση και παίρνει μια πολύ βαθιά ανάσα. Μια ανάσα που δείχνει ότι βγάζει τα πάντα από μέσα μέσω του οξυγόνου που εκπνέει. Η Ζαλάικα σχεδόν ανυπομονεί να ακούσει. Κι ο Μόρτον δεν την απογοητεύει.
«Αλλά πλέον… νιώθω… τόσο ανίσχυρος. Τόσο μόνος. Δε μπορώ να καταλάβω ποιος είναι ένοχος και ποιος όχι. Ποιος είναι άνθρωπος και ποιος… κάτι άλλο. Κι αυτή τη στιγμή, πρέπει να είμαι τέρμα ηλίθιος που τα λέω σ’ ένα μικρό παιδί αυτά». 
      Εκείνη γέρνει λίγο μπροστά και απλώνει τα μικρά της χέρια στο τραπέζι. Τον κοιτάζει λίγο και τον επεξεργάζεται. Βγάζει ένα συμπέρασμα που συνοφρυώνει το πρόσωπό της και την πικραίνει. Περνάνε λίγα δευτερόλεπτα και λέει:
«Δεν σε έστειλε ο Τρόι για να με βοηθήσεις, έτσι;»
«Όχι. Δεν τον έχω γνωρίσει ποτέ προσωπικά».
«Και φαντάζομαι δεν έχεις ιδέα για το ποιος πραγματικά είσαι και τι συμβαίνει στο κόσμο».
«Τι… τι εννοείς;»
      Ρωτάει ξεψυχισμένα. Η Ζαλάικα όμως βλέπει μια ευκαιρία. Μια πολύτιμη ευκαιρία και την πιάνει κατευθείαν από τα μαλλιά, λέγοντας:
«Μπορώ να σε βοηθήσω εγώ, αν θες».
«Πώς;»
«Θα σου πω πράγματα που δεν έχεις ξανακούσει. Θα σου δώσω αλήθειες πολύ σκληρές. Θα σου πω ποιος και τι είσαι πραγματικά».
      Σκύβει μπροστά και απλώνει κι αυτός και στηρίζεται στο θρανίο. Την κοιτάζει ευθεία στα μάτια και της λέει:
«Λέγε».
«Α όχι, δεν πάει έτσι. Πρώτα θα με βγάλεις από δω μέσα και μετά θα σου πω ό,τι ξέρω».
«Δεν μπορώ να σε βγάλω. Δεν έχω τέτοια δικαιοδοσία κι ούτε θα δεχθούν οι ανώτεροί μου να παρέμβουν για πάρτη σου».
«Τότε καλύτερα να βρεις έναν άλλο τρόπο. Γιατί όπως το βλέπω, με την εξομολόγηση που έκανες, είμαι η μόνη σου ευκαιρία για να βγάλεις μια άκρη. Και που ξέρεις, ίσως και για να ξεφύγεις από την τρέλα».
      Τα μάτια του ανοίγουν και αστράφτουν ξαφνικά. Όχι μόνο γιατί, ίσως, πιθανόν, να βρει απαντήσεις αλλά και από το θράσος του κοριτσιού. Ένα μικρό κορίτσι τού κάνει παζάρια. Το χειρότερο είναι ότι η ιδέα της είναι ελκυστική. Θέλει να μάθει πράγματα. Θέλει να βρει ένα δρόμο που μπορεί να περπατήσει. Θέλει να βρει την άκρη. Και γι’αυτό το μυαλό του αρχίζει να παίρνει στροφές για το πώς θα βγάλει αυτό το έξυπνο κωλόπαιδο από δω μέσα.
      Εν τω μεταξύ αρκετά πιο μακριά από την σκηνή, συγκεκριμένα στο μέρος της καταστροφής, μηχανές και γερανοί σκάβουν το μέρος. Εδώ και μέρες η περιοχή έχει αποκλειστεί και οι εργάτες δουλεύουν πυρετωδώς προκειμένου να αναστηλωθεί ο διαλυμένος τόπος. Φυσικά η όλη κατάσταση είναι βιτρίνα. Η εταιρία ελέγχεται από άτομο της Μέδουσας, τον Δίραξ, που έχει αναλάβει να αναστηλώσει και να ανοικοδομήσει μια πολυκατοικία που θα την δώσει στο κράτος. Στην πραγματικότητα ο Δίραξ ξεθάβει τα όπλα και τα μαζεύει.
      Κάποια στιγμή από το εργοτάξιο - τεράστια σκηνή ακούγεται μια ανδρική κραυγή. Οι εργάτες παρατούν τις δουλειές τους και τρέχουν προς τα εκεί. Ο Δίραξ πηγαίνει τελευταίος. Ο νέος σύμβουλος της εταιρίας και υπεύθυνος της ανοικοδόμησης προσπερνάει τον όχλο, σπρώχνοντας, και βρίσκεται μπροστά σ’ένα αποτρόπαιο θέαμα. Ένας εργάτης είναι πεσμένος στο έδαφος με σπασμούς και με το σώμα του ολάκερο να ανοίγει πληγές. Η λέξη πόνος είναι πολύ λίγη γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Οι πληγές ανοίγουν μόνες τους και σαπίζουν σχεδόν αμέσως. Το σώμα του είναι γεμάτο από τέτοιες μαύρες τρύπες που τον βασανίζουν τόσο πολύ που δεν μπορεί πλέον να φωνάξει, παρά μόνο να περιμένει το γλυκό άγγιγμα του θανάτου.
      Οι υπόλοιποι εργάτες φοβισμένοι αρνούνται να πλησιάσουν. Ο Δίραξ όμως βλέπει τον λόγο αυτού του βασανιστηρίου. Ο εργάτης βρίσκεται δίπλα από τα μακρόστενα ορθογώνια και μεταλλικά δοχεία όπου μπαίνουν τα όπλα των Ισορροπιστών. Ένα από αυτά είναι σχεδόν ανοιγμένο. Ο Δίραξ έχει δώσει εντολή να τυλίγονται και να μεταφέρονται μ’ένα κομμάτι πανί. Φυσικά δεν το κάνει γιατί κόπτεται για την ασφάλεια των εργατών, αλλά γιατί τέτοια περιστατικά μπορεί να βγουν παραέξω και να τραβήξουν τα λάθος βλέμματα. Όπως κρατικοί έλεγχοι, μυστικές υπηρεσίες, υγειονομικό ή ακόμα χειρότερα τον Ισορροπιστή.
      Περνάει το πεσμένο σώμα και κλείνει με δύναμη το δοχείο. Κοιτάζει με νεύρα τους υπόλοιπους εργάτες και τούς λέει με δυνατή φωνή:
«Σας είπα να μην ακουμπάτε αυτά τα αντικείμενα. Είδατε τώρα τι έγινε. Λοιπόν, γυρίστε στις δουλειές σας και όποιος πει κουβέντα γι’ αυτό παραέξω, θα απολυθεί την ίδια στιγμή. Πηγαίνετε».
      Όλοι γυρνούν τις πλάτες τους και φεύγουν, αν και μερικοί ρίχνουν μερικές κλεφτές ματιές πίσω στο σώμα που σπαρταράει ακόμα. Ο Δίραξ που τους βλέπει να κοιτάζουν τον ετοιμοθάνατο συνάδελφό τους, τους φωνάζει:
«Κι ας καλέσει κάποιος ασθενοφόρο γι’ αυτόν τον άνθρωπο».
      Κάποιοι σηκώνουν τα κινητά τους και καλούν καθώς βγαίνουν από το εργοτάξιο. Εκείνος όμως αρχίζει να ανησυχεί γιατί ξέρει ότι ως γνήσιοι άνθρωποι δεν θα κρατήσουν το στόμα τους κλειστό. Κοιτάζει μία το άνθρωπο, που απέχει λίγα δευτερόλεπτα από το θάνατο, και μια τα δοχεία. Σφίγγει τα χείλια του και καλεί από το κινητό του τη Μέδουσα λέγοντας:
«Έλα, έχουμε πρόβλημα».
«Έχει σχέση με τα όπλα;»
«Ναι»
«Τότε μετέφερε τα άμεσα. Σήμερα κιόλας».
«Έχει πολύ χαρτομάνι και πολλή γραφειοκρατία…»
«Τότε κάντο παράνομα. Φόρτωσέ τα σ’ ένα αεροπλάνο και στείλε τα στη Νέα Υόρκη».
«Μα δεν είναι πιστοποιημένο εμπόρευμα, θα το δει η αστυνομία της Νέας Υόρκης και θα το κατασχέσει».
«Ακριβώς»
      Και με αυτή την απάντηση ανάβει ένα τσιγάρο και εισπνέει το καπνό περιμένοντας παράλληλα την αντίδρασή του. Όμως όχι. Ο Δίραξ λέει απλά ένα:
«Έγινε»
      Και κλείνει το τηλέφωνο. Αρχικά εκείνη εκπλήσσεται αλλά μετά από μια γερή ρουφηξιά νικοτίνης, χαμογελάει. Επιτέλους εδραιώθηκε ως αρχηγός στο μυαλό ακόμα και του Δίραξ. Αυτό είναι ένα ευχάριστο νέο ετούτη τη μέρα.
      Για κάποια άλλη όμως, η μέρα τείνει να εξελιχτεί σε εφιάλτης. Η Ρουθ έχει πατήσει τέρμα το γκάζι και ακολουθώντας το ένστικτό της, ταξιδεύει προς τα κόκκινα σύννεφα. Μετά από δύο χιλιόμετρα φθάνει σε μια αυτόνομη κατασκήνωση στο Canyon Creek. Τα σύννεφα είναι ακριβώς από πάνω της και είναι πυκνά. Το συνεχές κόκκινο αναβόσβημα φωτίζει την κατασκήνωση και όλοι μαζεύονται με τα κεφάλια ψηλά για να δουν το όμορφο κατά τα άλλα θέαμα. Η Ρουθ μπαίνει ανενόχλητη στην κατασκήνωση και κοιτάζει κι αυτή επάνω. Ακούγονται από πίσω της αμάξια να σταματούν και οικογένειες να βγαίνουν και να κοιτάζουν προς τα πάνω.
      Και ξάφνου όλοι τρομάζουν όταν ακούγεται ένα τρομακτικός θόρυβος. Σαν μούγκρισμα. Σαν πολύ άγριο μούγκρισμα που ήρθε από τον ουρανό. Και τότε, απροειδοποίητα τα κόκκινα φώτα χάνονται. Όλοι αρχίζουν να συζητούν για το ανεξήγητο φαινόμενο που εξελίχθηκε μπροστά τους. Όλοι μοιάζουν τόσο χαρούμενοι που ήταν παρόν σε μια τέτοια στιγμή τόσο όμορφη. Η Ρουθ όμως δεν ηρεμεί. Κάτι δεν της αρέσει. Κάτι δε πάει καλά και το ένστικτό της δεν την έχει απογοητεύσει ποτέ μέχρι τώρα.
      Κι ούτε σήμερα θα την απογοητεύσει. Γιατί ξαφνικά από τον ουρανό αρχίζουν να πέφτουν μεγάλες κόκκινες μπάλες και να κατευθύνονται με δύναμη στη γη. Τα χαμόγελα χάνονται με μεμιάς και ο τρόμος παίρνει τη θέση στα πρόσωπα. Καθώς οι μπάλες πλησιάζουν τη γη ο κόσμος αρχίζει να τρέχει προς τον νότο για να ξεφύγει. Ακούγονται φωνές και πεσίματα αντικειμένων. Η Ρουθ, όμως, μένει στη θέση της και φέρνει το χέρι της στο πιστόλι.
      Οι μπάλες σκάνε κάτω και γονατισμένοι άνθρωποι σηκώνονται. Σκάνε παντού, περιτριγυρίζοντας την κατασκήνωση. Οι κατασκηνωτές αποκλείονται από παντού, καθώς θυμωμένοι άνθρωποι τούς κοιτάζουν. Τελευταίος σκάει, σε απόσταση πέντε μέτρων από τη Ρουθ, ο αρχηγός τους με τα μακριά μαλλιά. Σηκώνει το βλέμμα του και την κοιτάζει. Εκείνη έχει έτοιμο το πιστόλι και έχει βγάλει την ασφάλεια. Γύρω της οι κατασκηνωτές μαζεύονται τρομαγμένοι και κοντά ο ένας στον άλλον. Επικρατεί ησυχία για λίγο. Νεκρική ησυχία αν και όλοι καταλαβαίνουν πώς θα λήξει αυτό.
      Ο μακρυμάλλης ανοίγει το στόμα και από το κόκκινο βάθος βγαίνει μια τρομερή κραυγή. Είναι όμως ιαχή που δίνει το έναυσμα στους υπόλοιπους να ορμήσουν. Και το κάνουν. Η Ρουθ τραβάει το πιστόλι της και του ρίχνει στην καρωτίδα ξαπλώνοντάς τον. Αρχίζει να πυροβολεί τριγύρω και να καρφώνει σφαίρες στα τέρατα με τα κόκκινα στόματα. Μια γεμιστήρα τελειώνει και πάει να βάλει άλλη. Παρατηρεί τότε ότι οι σφαίρες δεν τους κάνουν απολύτως τίποτε, απλά τους σταματούν για λίγο.
Ο κόσμος κραυγάζει από φόβο και η Ρουθ μέσα στην απελπισία της γυρνάει προς αυτούς, φωνάζοντας το μόνο λογικό πράγμα που της έρχεται εκείνη τη στιγμή στο μυαλό:
«ΠΟΛΕΜΗΣΤΕ!»
      Και όντως σαν να επηρέασε αυτή η λέξη μαγικά το μυαλό τους, οι άντρες όρμησαν. Αμέσως το κάμπινγκ γέμισε μαχητές που χτυπούν σαν μανιασμένοι. Τα τέρατα όμως είναι πιο δυνατά και τους βάζουν κάτω. Τους ανοίγουν το στόμα και ρίχνουν κόκκινο καπνό στο δικό τους στόμα, μεταμορφώνοντάς τους. Η ζυγαριά γέρνει επικίνδυνα. Η Ρουθ γεμίζει το πιστόλι της και ξανακοιτάζει μπροστά. Ο μακρυμάλλης σηκώνεται και κραυγάζει, έτοιμος να της επιτεθεί. Εκείνη όμως κάνει τη κίνηση πρώτη και τρέχει καταπάνω του πυροβολώντας τον. Αδειάζει όλη τη γεμιστήρα αλλά αυτός δεν πέφτει. Σε μια απέλπιδα κίνηση, πιάνει το πιστόλι από την κάννη και το κατεβάζει στο σαγόνι του. Το κεφάλι του απλά στρίβει αριστερά. Το ξαναφέρνει μπροστά και της ρίχνει μια γροθιά στο πρόσωπο κι εκείνη χάνει το όπλο της. Αρχίζουν να παλεύουν με φόντο τη λίμνη, ενώ γύρω τους τέρατα δέχονται χτυπήματα με ξύλα, μπουκάλια και γυμνές γροθιές, αλλά και άνθρωποι δέχονται στον οργανισμό τους το κόκκινο καπνό. Η μάχη έχει ανάψει αλλά φαίνεται ότι θα σβήσει πολύ γρήγορα.
      Η Ρουθ παλεύει γέρνοντας πότε δεξιά, πότε αριστερά. Εκτοπίζει τις γροθιές του με τη τεχνική της και ανταποδίδει. Η ανθρώπινη δύναμή της όμως δεν τον ενοχλεί ούτε στο ελάχιστο. Η Ρουθ βαριανασαίνει από την υπερπροσπάθεια να τον νικήσει, αλλά και από τη γνώση ότι είναι χαμένος κόπος. Η συνειδητοποίηση ότι σε λίγο θα γίνει σαν αυτόν την έχει τρομάξει και η ανδρεία της έχει πάει περίπατο. Οι άμυνες χαλαρώνουν. Το νεύρο χάνεται. Οι αποφυγές μειώνονται. Η Ρουθ νιώθει τελείως ηττημένη.
      Ο αντίπαλός της τη χτυπάει στο πόδι και αυτή πέφτει κάτω ουρλιάζοντας. Εκείνος πέφτει αμέσως επάνω της και η Ρουθ φέρνει το χέρι της στο λαιμό του. Της το πιάνει και της το καθίζει στο έδαφος. Με το άλλο του χέρι την πιάνει από το λαιμό κι εκείνη παλεύει με το άλλο της χέρι να τον χτυπάει στα πλευρά. Το τέλος είναι κοντά. Ο μακρυμάλλης ανοίγει το στόμα του και το κόκκινο χρώμα μέσα στο στόμα του ανάβει και είναι έτοιμο να εξαπολυθεί.  Εκείνη τρέμει και κλείνει τα μάτια μαχόμενη ακόμα.
      Και τότε ακούγεται από τον δρόμο έξω μια φωνή να φωνάζει:
«ΕΪ!»
      Όλοι σηκώνουν τα βλέμματά τους και βλέπουν τη φιγούρα του Τρόι να πλησιάζει παραπατώντας. Είναι πιωμένος και μ’ένα μπουκάλι Johnny στο χέρι. Εκείνος τους κοιτάζει και ρωτάει:
«Διασκεδάζετε, τέρατα;»
      Παραλλαγμένη η φράση από την ταινία «ο Μονομάχος». Τον είχε ξετρελάνει όταν την είχε πρωτοδεί και πάντα έψαχνε έναν λόγο να την πει. Σηκώνει το μπουκάλι και κατεβάζει μια γερή και γενναία γουλιά αλκοόλ στον οισοφάγο του. Τα τέρατα σηκώνονται και γκαρίζουν σαν τρελά στη θέα του. Ο μακρυμάλλης σηκώνεται και η Ρουθ πιάνει το λαιμό της πασχίζοντας να επαναφέρει την αναπνοή της. Ο Τρόι λήγει τη γουλιά του και σκουπίζει το στόμα του. Ο μακρυμάλλης βγάζει ακόμα μία ιαχή και με το χέρι του δείχνει στους ακόλουθούς του τον Τρόι. Εκείνοι εφορμούν αλαλάζοντας με μουγκανητά.  
      Ο Τρόι σηκώνει το μπουκάλι και το εκσφενδονίζει πετυχαίνοντας το κεφάλι του πρώτου της ορδής, ρίχνοντάς τον κάτω. Τηλεμεταφέρεται πίσω από την ορδή και χτυπάει έναν στο λαιμό και μια άλλη στα πλευρά, ξαπλώνοντάς τους. Η ορδή γυρίζει προς το μέρος του. Εκείνος τηλεμεταφέρεται ξανά σε άλλο σημείο και πιάνει έναν άνθρωπο από το πόδι. Τον στριφογυρίζει στον αέρα και τον πέτα στην ορδή ρίχνοντας πέντε κάτω. Strike, στη γλώσσα του μπόουλινγκ. Ενεργοποιεί τη θνητοποίηση και τηλεμεταφέρεται πιάνοντας δύο τέρατα από το λαιμό. Τα ξαπλώνει και βγάζει από μέσα τους δύο νέους ανθρώπους. Πιάνει ένα ξύλο και τηλεμεταφέρεται σε μια άλλη ομάδα τεράτων στο κέντρο τους. Με μια περιστροφική κίνηση που κρατάει για λίγο, τους χτυπάει έναν-έναν αφήνοντάς τους κάτω. Τελευταία μεταφορά είναι τρία μέτρα μπροστά από τον μακρυμάλλη αρχηγό.
      Ακούγονται κραυγές πόνου τριγύρω. Σε λιγότερο από δύο λεπτά ο Τρόι ξάπλωσε το μισό στρατό. Κοιτάζει τώρα τον μακρυμάλλη και χαμογελάει. Τού λέει:
«Ράθπορας. Πόσο απελπισμένοι πρέπει να είναι για να στέλνουν ένα βακτήριο να με καθαρίσει;»
      Τα Ράθπορας είναι όντως βακτήρια με νοημοσύνη από ένα πολύ μακρινό σύμπαν. Στις ιστορίες των Ισορροπιστών αυτά τα τέρατα έχουν εμφανιστεί τουλάχιστον δύο φορές και τη μία κατάφεραν να μολύνουν έναν Ισορροπιστή. Την άλλη μόλυναν μια ολόκληρη στρατιά και επιτέθηκαν ενάντια σ’έναν Ισορροπιστή. Μιλάμε για την 9η Λεγεώνα που χάθηκε στα βόρεια της Αγγλίας. Ο Βάνδαλος Ισορροπιστής αναφέρει ότι ήταν από τις πιο δύσκολες αποστολές του κι ότι χρειάστηκε τη βοήθεια των ντόπιων πολεμιστών για να κερδίσει. Η μάχη τελείωσε με ολοκληρωτική καταστροφή της Λεγεώνας και την πλήρη εξαφάνισή της από τους ντόπιους.          
      Την ίδια μάχη καλείται να δώσει τώρα κι ο Τρόι μόνο που είναι πιο τυχερός. Είναι ένας εναντίον ενός. Ο μακρυμάλλης κάνει μια κίνηση και γίνεται καπνός που κινείται ταχύτατα προς τον Τρόι. Εκείνος εξαφανίζεται. Οι δύο τους συγκρούονται και πιάνονται στα χέρια. Πιέζουν ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Βλέπεις δύναμη, πάθος και μίσος στις κινήσεις τους. Προσπαθούν με μανία να επικρατήσουν ο ένας πάνω στον άλλο. Σφίγγουν τα χέρια ο ένας του άλλου και βλέπεις τον πόνο στα πρόσωπα τους και το σφίξιμο.      
      Σε κάποια στιγμή αφήνονται και οπισθοχωρούν ένα βήμα. Ο μακρυμάλλης ανασαίνει βαθιά και αμέσως εξαπολύει από το στόμα του ένα κύμα κόκκινου καπνού. Ο Τρόι σηκώνει τα χέρια και με τη θνητοποίηση μπλοκάρει την επίθεση. Το χρυσό και το κόκκινο δημιουργούν ένα περίεργο φώς που τρομάζει ακόμα και τέρατα και τα κάνει να λυγίσουν και ανθρώπους να τρέχουν να ξεφύγουν. Μία κοπέλα όμως, βγάζει το κινητό της και τραβάει με την κάμερα το σκηνικό καθώς οπισθοχωρεί. Η Ρουθ σηκώνεται και ξαναπέφτει δίπλα από το πιστόλι της. Γυρίζει και βλέπει ότι ο Τρόι κρατάει άμυνα, αλλά ο μακρυμάλλης έχει πολλά αποθέματα ακόμα. Πιάνει το πιστόλι και βάζει την τελευταία γεμιστήρα. Ο Τρόι φαίνεται ότι υποφέρει καθώς ο καπνός τον σπρώχνει προς τα πίσω. Σφίγγει τα δόντια και παλεύει να αντισταθεί. Ο μακρυμάλλης αρχίζει να κινείται προς το μέρος του. Πράγμα που σημαίνει ότι η πυκνότητα του καπνού θεριεύει και μπορεί να κατακλύσει τον Ισορροπιστή και ο κόσμος να χάσει μια για πάντα τον προστάτη του.
      Μια σφαίρα όμως στον αχίλλειο τένοντα του μακρυμάλλη τον αναγκάζει να σταματήσει την επίθεση και να γονατίσει. Ο Τρόι κάνει λίγο πίσω παίρνοντας μερικές ανάσες. Οι ακόλουθοι του μακρυμάλλη σηκώνονται και τρέχουν προς τον Τρόι. Δεν παίρνει άλλη ανάσα. Αποϋλοποιείται και με μια αστραπιαία θνητοποίηση βγάζει τον άνθρωπο μέσα από τον μακρυμάλλη και τηλεμεταφέρεται ξανά στην ακτή, όπου τον ρίχνει μέσα στο νερό. Κάθεται από πάνω του κι αρχίζει να τον γρονθοκοπεί βάναυσα και να λέει διακεκομμένα ανάμεσα στις γροθιές:
«Δεν… μπορείτε… να… με… αφήσετε… να θρηνήσω;»
      Κάνει μια παύση και σηκώνει το κεφάλι του στον ουρανό βγάζοντας μια κραυγή που ακούγεται σχεδόν σε όλη τη λίμνη. Από πίσω του τα υπόλοιπα Ράθπορας βγαίνουν από τα σώματα των ανθρώπων και σαν μπάλες πάλι εκτινάσσονται στον ουρανό. Πάλι τα σύννεφα γεμίζουν με κόκκινο χρώμα. Ο Τρόι αρχίζει και πάλι να γρονθοκοπεί το πρόσωπο του νέου άντρα. Κόκαλα σπάνε και το αίμα που βγαίνει γεμίζει τη λίμνη. Η Ρουθ καταφέρνει να σηκωθεί και φωνάζει:
«Σταμάτα!»
«Όχι» απαντάει εκείνος.  «Ήθελα… μια μέρα… για… τον εαυτό μου!»
      Το κεφάλι χάνει την αρχική του μορφή. Η Ρουθ λέει άλλη μία φορά:
«Είπα, σταμάτα.»
      Όμως ο Τρόι δεν ακούει. Θυμάται τη σκηνή στη Σουηδία και βλέπει τον εαυτό του στη θέση του άντρα. Νομίζει ότι χτυπάει τον εαυτό του για την τότε του κίνηση. Σφίγγει τα δόντια και το ματωμένο του χέρι ετοιμάζεται να ρίξει την επόμενη γροθιά. Μια σφαίρα διαπερνάει το μέτωπό του και τον ξαπλώνει πάνω στο νεκρό σώμα του άντρα. Η Ρουθ τον σταμάτησε με τον άσχημο τρόπο. Κατεβάζει το πιστόλι και προχωράει αργά προς εκεί. Τον πιάνει από το πόδι και τον σέρνει μέσα από το χορτάρι. Γύρω της πτώματα, άνθρωποι που προσπαθούν να καταλάβουν πώς βρέθηκαν εδώ και κραυγές γυμνών ατόμων, πρώην Ράθπορας. Μια ακόμα ημέρα στο γραφείο.
      Το βίντεο που ανέβασε η κοπέλα έγινε viral μέσα σε λίγες ώρες σπάζοντας το ρεκόρ προβολών στο Facebook. Στο κάμπινγκ συνέρευσαν δημοσιογράφοι προκειμένου να μιλήσουν με τους ανθρώπους. Η αστυνομία δηλώνει ότι είναι στα ίχνη της γυναίκας και του Τρόι. Όλα αυτά όμως είναι βίντεο που δείχνει η Μέδουσα από το κινητό της στα αφεντικά της. Μόλις τελειώνει πετάει το κινητό στην καρέκλα και κοιτάζει επικριτικά τις σκιές στο καθρέπτη. Κουνάει το κεφάλι της και λέει:
«Σημερινό μάθημα κυρίες και κύριοι· μάθετε από την ιστορία. Μην επαναλαμβάνετε τις ίδιες μαλακίες».
«Μη κοροϊδεύεις».
«Ναι, ε; Για κοιτάξτε τι βρήκα εδώ».
      Και από το τραπεζάκι δίπλα της πιάνει έναν κιτρινισμένο πάπυρο. Τους τον δείχνει και λέει:
«Αυτή είναι η αναφορά του Γκάρμπο, του Βάνδαλου Ισορροπιστή για τη μάχη με την 9η Λεγεώνα. Τη Λεγεώνα που εσείς στείλατε για να τον καθαρίσει τότε. Μισό να διαβάσω τι λέει. Κάτσε, δεν χρειάζεται. Γιατί μόλις είδαμε ότι κάνατε το ίδιο. Τι περίεργο, ε;»
«Ω, πόσο θέλω να σου ξεριζώσω το λαιμό αυτή τη στιγμή».
«Πολλοί το θέλησαν. Αλλά το θέμα δεν είμαι εγώ σήμερα, αλλά εσείς. Πότε θα μάθετε να εμπιστεύεστε τους στρατιώτες σας; Πότε θα καταλάβετε ότι οι βιαστικές κινήσεις μπορεί να οδηγούν σε λάθος αποτελέσματα; Πότε επιτέλους, θα σταματήσετε να μοιάζετε με τους Ρυθμιστές που τόσους αιώνες διατείνεστε ότι μισείτε;»
      Ησυχία για λίγο.
«Τελείωσες;»
«Προς το παρόν».
«Ωραία. Μάθε μικρή κι ανόητη ότι αυτή η αναφορά είναι ψευδής».
      Η Μέδουσα κοιτάζει το γραπτό και σουφρώνει τα φρύδια της. Αστραπιαία από την αγανάκτηση περνάει στα ερωτήματα που κατακλύζουν το μυαλό της και ρωτάει:
«Τι είναι ψευδές σε αυτό;»
«Οι Ρυθμιστές τον έβαλαν να το γράψει έτσι γιατί αποτελούσε ένα μυστήριο αυτή η μάχη. Στη πραγματικότητα, Μέδουσα, δεν έγινε καμία μάχη».
      Η Μέδουσα αφήνει την αναφορά στο τραπεζάκι και κοιτάζει όλες τις σκιές περιμένοντας απαντήσεις. Και εννοείται δεν την αφήνουν στο σκοτάδι.
«Εκείνη την περίοδο είχαμε πολλούς έτοιμους και πλήρως προπονημένους Σκοτεινούς Ισορροπιστές. Μεθοδεύσαμε την μεταφορά τους στη τότε Ισπανία όπου ήταν η 9η».
«Κάτι θυμάμαι. Ακουγόταν πολύ έντονα ότι ετοιμάζατε την τελική επίθεση σε Ρυθμιστές και Ισορροπιστή».
«Καλά θυμάσαι. Όμως οι άνθρωποι παραμένουν άνθρωποι όποια ιδιότητα κι αν τους δώσεις».
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Έγιναν ασταθείς και ανεξέλεγκτοι. Άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για περίεργους ανθρώπους με δυνάμεις. Περιστατικά που σχετίζονταν με εξαφανίσεις ανθρώπων. Ο αυτοκράτορας το έμαθε και ήταν θέμα χρόνου να το μάθει και ο Γκάρμπο».
      Η Μέδουσα, που το μυαλό της παίρνει χίλιες στροφές το δευτερόλεπτο, αρχίζει να βλέπει πού θα οδηγήσει η ιστορία και κουνά το κεφάλι της και ρωτάει:
«Τους στείλατε πακέτο στον Γκάρμπο, έτσι δεν είναι;»
«Ναι, και θεωρήσαμε τα Ράθπορας ως την τέλεια κάλυψη. Δεν θέλαμε να ρισκάρουμε να αποκαλυφθούν οι Σκοτεινοί».
«Για μια στιγμή. Τι εννοείτε θεωρήσατε; Δεν είναι τυχαία η λέξη».
«Όπως σου προείπαμε, δεν έγινε καμία μάχη. Ο Γκάρμπο, θεωρητικά, δεν είχε καμία τύχη ενάντια σε πέντε χιλιάδες Ράθπορας. Ναι, πήγε εκεί να σταματήσει την προέλασή τους, αλλά έγινε κάτι άλλο».
«Τι έγινε;» και τα μάτια της κεντράρουν στον καθρέπτη.
«Το βακτήριο αντέδρασε με το αίμα των Σκοτεινών. Τους έκανε κινούμενες χημικές βόμβες. Δε πρόλαβαν να βγάλουν καν τα σπαθιά από τα θηκάρια όταν άρχισαν οι εκρήξεις. Η αλυσιδωτή αντίδραση πέρασε και στους απλούς στρατιώτες και έγιναν όλοι σκόνη. Δεν σου φαίνεται περίεργο που τόσους αιώνες μετά, δεν έχει βρεθεί τίποτα από την 9η
      Κι όντως έτσι είναι. Ούτε σκελετοί, ούτε πανοπλίες, ούτε όπλα βρέθηκαν από τη χαμένη λεγεώνα. Όλοι έγιναν στάχτη. Η Μέδουσα αρχίζει να βλέπει μια πλευρά της ιστορίας που δεν ήξερε. Τη σκέψη της διακόπτει μια λέξη:
«Όμως» και γυρίζει και τους κοιτάζει ξανά «δεν πέθαναν όλοι».
«Τι πράγμα;»
«Τέσσερις χιλιάδες εννιακόσιοι ενενήντα εννιά έγιναν σκόνη. Ένας ξέφυγε και τον έχεις στο βίντεο που μας έδειξες».
      Τα μάτια της ανοίγουν διάπλατα και κοιτάζει το κινητό της. Ξανακοιτάζει το καθρέπτη και λέει:
«Ο μακρυμάλλης… ήταν εκεί; Στην 9η
«Ναι, κι είναι Σκοτεινός Ισορροπιστής. Για κάποιο λόγο το σώμα του άντεξε το βακτήριο και ξέφυγε. Τον απαγάγαμε και τον κρατήσαμε σε κρυόσταση. Μέδουσα, το Κροατόαν απ’ ότι φαίνεται δεν θα λειτουργήσει. Το αίμα όμως αυτού του ανθρώπου μπορεί να σου δείξει τους υπόλοιπους Σκοτεινούς. Πάρτο από τους ανθρώπους και δώσε το στον Ανούβις».
«Τι σας κάνει να πιστεύετε ότι θα έχει αποτέλεσμα;»
«Το βακτήριο αναγνωρίζει το γενετικό κώδικα του ξενιστή και τον αφομοιώνει στη μνήμη. Ο Ανούβις πρέπει να ξεκλειδώσει αυτή τη μνήμη».
«Και γιατί δεν το στείλατε κατευθείαν σε μένα;»
«Το είδαμε σαν ευκαιρία. Και να σκοτωθεί ο Τρόι και να μάθουμε πού είναι οι ανενεργοί Σκοτεινοί. Δεν πετύχαμε το πρώτο. Θα παλέψουμε για το δεύτερο».
      Και με αυτά τα λόγια εξαφανίζονται από τον καθρέπτη. Η Μέδουσα πιάνει το κεφάλι της και προσπαθεί να επεξεργαστεί και τις εντολές και τις αποκαλύψεις. Αναρωτιέται αν η σημερινή μέρα απέδωσε κάτι ή θα της δημιουργήσει προβλήματα στο μέλλον. Αναρωτιέται ακόμα αν αυτές οι επεμβάσεις θα συνεχίζουν να διακόπτουν την προέλαση της προς τη νίκη. Τη μόνη νίκη που θα απολαύσει. Την καταστροφή του Τρόι.
      Πίσω στην καμπίνα, το μέτωπο του Τρόι έχει κλείσει και εκείνος σηκώνεται μ’έναν απίστευτο πονοκέφαλο. Πιάνει το κεφάλι του και παλεύει να επαναφέρει την όραση που έχει θολώσει. Μόλις το καταφέρνει βλέπει σε μια καρέκλα δίπλα στη κουζίνα τη Ρουθ να κάθεται και να καπνίζει. Εκείνη ούτε καν γυρίζει να τον κοιτάξει. Εκείνος ρωτά:
«Γιατί;»
«Είχες χάσει τον έλεγχο. Κάπως έπρεπε να σε σταματήσω».
«Ήθελα να ξεσπάσω. Ακόμα και σήμερα, τις ημέρες που πενθώ, έπρεπε να τρέξω να σώσω ανθρώπινες ζωές. Ούτε σήμερα δεν μ’ άφησαν, γαμώ το σπίτι τους, να ηρεμήσω. Να κλάψω… για τότε. Ούτε σήμερα».
      Η Ρουθ παίρνει μια τελευταία ρουφηξιά και βγάζοντας τον καπνό σβήνει το τσιγάρο πάνω στο ξύλο. Σηκώνεται και πάει και στέκεται μπροστά του λέγοντας:
«Με κούρασες, μαλάκα. Εδώ και μέρες τρέχω από πίσω σου λες και είμαι η γυναίκα που πρέπει να μαζέψει το άχρηστο τομάρι που παντρεύτηκε. Κουράστηκα με τα δάκρυα, τα παράπονά σου και τις ενοχές σου. Θέλω να σώσω τον κόσμο μας, αλλά δεν μπορώ να το κάνω μόνη μου. Θέλω να πολεμήσω, αλλά δεν έχω τις δυνάμεις σου. Οπότε, για τελευταία φορά, σε ρωτάω· θα βγεις να παλέψεις ή θα μείνεις εδώ μέχρι ο κόσμος να αρχίσει να γίνεται αστρόσκονη;»
      Ο Τρόι βλέπει στα μάτια της την αποφασιστικότητα. Βλέπει ότι σοβαρολογεί. Βλέπει το δίκιο στα λεγόμενα της. Και κάπου μέσα στο μυαλό του κάτι ξυπνάει. Ένα μίσος. Ένα μίσος που γεμίζει τις φλέβες του και τον εξαναγκάζει να σφίξει τις γροθιές του. Μια φωτιά ανάβει στα σωθικά του και τον καίει απίστευτα. Η έκφραση του πρόσωπου του αλλάζει άρδην. Από το καημένο ανθρωπάκο παρία, περνάει στο χαμογελαστό στρατηγό που έχει ξεστρατίσει από τους κανόνες. Η Ρουθ το βλέπει αυτό και χαλαρώνει τη σκληρή έκφρασή της και κάνει ένα βήμα πίσω. Ο Τρόι χαμογελάει κάπως νευριασμένα. Άλλο ένα βήμα πίσω για τη Ρουθ. Εκείνος λέει:
«Έχεις δίκιο. Ήμουν αξιολύπητος όλες αυτές τις μέρες. Αλλά τώρα νιώθω πιο ζωντανός από ποτέ».
      Στρίβει και αρχίζει να βγάζει τα ρούχα του και να τα φοράει. Τα φοράει γρήγορα και τα τραβάει με δύναμη. Η Ρουθ λέει:
«Τρόι;»
«Ώρα να πολεμήσουμε σοβαρά Ρουθ. Απ’ ότι φαίνεται τα τερατάκια αυτού του κόσμου ξέχασαν ποιος κάνει κουμάντο σ’ αυτόν τον πλανήτη. Καιρός να τους το θυμίσω».
«Τρόι, τι εννοείς;»
      Εκείνος γυρίζει απότομα και την κοιτάζει με σπινθηροβόλο βλέμμα λέγοντας:
«Τόσα χρόνια έχω σαν μότο τη φράση, υπάρχει ο εύκολος, υπάρχει και ο διασκεδαστικός τρόπος. Καταργώ το πρώτο. Τώρα θα γελάσουμε».
«Μήπως να ηρεμήσεις;»
«Όχι!»     
      Λέει τόσο δυνατά που την τρομάζει. Τα μάτια του δεν κλείνουν και οι φλέβες του έχουν ξεπεταχτεί από τον λαιμό. Οι ανάσες του είναι κοφτές. Η τελική του φράση είναι:
«Ώρα για λίγη τρομοκρατία».
      Και αποϋλοποιείται αφήνοντας ένα σαρδόνιο γέλιο να αιωρείται στην καμπίνα. Η Ρουθ βυθίζεται ξανά στην καρέκλα και πέφτει σε σκέψεις. Ένα αίσθημα ενοχής κατακλύζει τώρα τη δικιά της ύπαρξη. Κάτι έκανε πολύ λάθος. Κάτι έχει ξυπνήσει στον Τρόι και δεν είναι καλό. Κάπου νιώθει ότι τα σκάτωσε με το πιεστικό της λόγο. Τι μέρα κι αυτή! Για αλλού ξεκίνησαν όλες οι πλευρές και άλλα κατάφεραν.   

Γιώργος Πουρλιάκας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου