Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

16 Δεκ 2016

0 Ο Ισορροπιστής 2 (Κεφάλαιο 6) - "Ανεξέλεγκτος"


Νέα Υόρκη, αεροδρόμιο Νιούαρκ, στέγαστρο 5, ώρα 1:35 μμ.
      Από τα μεγάφωνα ακούγεται η φωνή μιας νεαρής γυναίκας να λέει το εξής:
«Κυρίες και κύριοι επιβάτες, σας ενημερώνουμε ότι όλες οι πτήσεις παγώνουν για λίγη ώρα. Ζητούμε την κατανόηση και την υπομονή σας καθώς πρόκειται για θέμα εσωτερικής ασφάλεια. Πολύ σύντομα θα ενεργοποιηθούν ξανά όλες οι πτήσεις. Ευχαριστούμε πολύ».

      Κι όντως, ο πίνακας αναχωρήσεων και προσγειώσεων αφαιρεί τα γράμματα του και οι αυτόματες πόρτες κλειδώνουν. Η φρουρά του αεροδρομίου εξαπλώνεται παντού και οι υπάλληλοι ανά δύο κλείνουν οποιαδήποτε δίοδο εξόδου. Από τις βασικές πόρτες μέχρι τις τουαλέτες. Οι κάμερες ενεργοποιούνται με διαφορετικό λογισμικό και ελέγχεται κάθε πρόσωπο παριστάμενου μέσω του Έσελον. Η πλέον βασική ελευθερία καταργείται εντός του αεροδρομίου.
      Αυτό δεν αρέσει στους επιβάτες και ήδη ξεκινούν οι πρώτες γκρίνιες και προστριβές με τους ανθρώπους της ασφάλειας. Ακούγονται απειλές ότι θα το κάνουν θέμα και θα έρθουν δικηγόροι και όλοι θα χάσουν τις δουλειές τους στο αεροδρόμιο. Υπάρχουν βέβαια και οι υπομονετικοί που απλά κάθονται στα καθίσματα και συμβιβάζονται με την κατάσταση. Όλοι όμως έχουν την ίδια απορία. Γιατί έγινε αυτό;    
      H απάντηση δίνεται όταν ανοίγουν οι πύλες του αεροδιαδρόμου και μπαίνουν με μεγάλη ταχύτητα τέσσερα περιπολικά. Οι ρόδες παίρνουν φωτιά και οι οδηγοί τρέχουν, σαν σε αγώνα δρόμου για να φτάσουν στο στέγαστρο 5. Σταματάνε απότομα και όλοι οι αστυνομικοί βγαίνουν και τραβούν τα όπλα τους. Πηγαίνουν από τις δυο πλάγιες πόρτες του στεγάστρου. Συγχρονισμένα οι πόρτες ανοίγουν και οι αστυνομικοί εισβάλλουν μέσα και με τα όπλα παρατεταμένα φωνάζουν στους παρευρισκόμενους να παραδοθούν.
      Οι παρευρισκόμενοι είναι απλοί υπάλληλοι κι ένας πιλότος μιας εταιρίας από την Αφρική που επέβαιναν σε μεταφορικό λίαρ τζετ. Νωρίτερα το συγκεκριμένο τζετ δεν πήρε άδεια προσγείωσης, αλλά παρόλα αυτά προσγειώθηκε και μάλιστα πήγε σε στέγαστρο που ούτε εκεί του δόθηκε άδεια.
      Οι μισοί αστυνομικοί γονατίζουν τους υπαλλήλους και τους περνούν χειροπέδες. Οι άλλοι μισοί περιτριγυρίζουν τα ορθογώνια κιβώτια. Ένας από αυτούς κάνει την κίνηση και ανοίγει ένα. Τα μάτια όλων αιχμαλωτίζονται από το απαράμιλλης ομορφιάς μακρόστενο δρέπανο. Σκαλισμένο ξύλο με διάφορα ζώα επάνω και λεπίδα στολισμένη τριγύρω με ακιδωτά διαμάντια. Ο αστυνόμος απλώνει το χέρι του να το ακουμπήσει. Ακούγεται όμως μια φωνή από πίσω:
«Όχι».
      Όλοι γυρίζουν και βλέπουν τον Κρίσπιν να πλησιάζει. Εκείνος λέει:
«Μη δείτε εσείς οι Αμερικανοί κάτι όμορφο και επιβλαβές αμέσως να το αρπάξετε».
      Ακόμα ένα από τα ηλίθια εθνικιστικά αστεία του Κρίσπιν που αν δεν ήταν αστυνομικός, σίγουρα θα έτρωγε ξύλο κάθε μέρα για τη γλώσσα του. Ο Νορβηγός, όχι μόνο κάνει το αφεντικό τόσο καιρό που λείπει ο Μόρτον, αλλά φέρεται και χειρότερα. Επικαλείται κάθε άρθρο του αμερικάνικου συντάγματος για να διακηρύττει ότι έχει την αρχηγία κι ότι ο καφές του πρέπει να έχει μισή ζάχαρη! Όλοι τον μισούν κι αναπολούν τον φωνακλά Μόρτον.
      Ο Κρίσπιν με το πόδι κλείνει το κιβώτιο και κοιτάζει τους αστυνομικούς.
«Λοιπόν, δύο από σας θα μείνουν εδώ φρουρά. Οι υπόλοιποι θα με βοηθήσετε με τις ανακρίσεις και την εξακρίβωση αυτών των κουτιών. Κι όταν λέω θα με βοηθήσετε, εννοώ ότι θα κάνετε εσείς όλη τη δουλειά κι εγώ θα πάρω εύφημη μνεία για τη δουλειά σας».
      Και γελάει μόνος του. Κανένας αστυνομικός δεν φαίνεται να πιάνει το αστείο. Αντιθέτως όλοι αποχωρούν για τα αμάξια και δύο μένουν για να φυλάσσουν τα κιβώτια. Καλύτερα μόνοι τους εδώ παρά με τον Κρίσπιν στο τμήμα. Το μπουλούκι φεύγει και οι δύο αστυνομικοί βρίσκουν καρέκλες και αράζουν. Πού να ήξεραν τι θησαυρό έχουν από πίσω τους! Πού να ήξεραν ότι το Οπλοστάσιο των Ισορροπιστών είναι ένα μέτρο μακριά τους. 
      Στο αρχοντικό και συγκεκριμένα στο δωμάτιο του Ανούβις, δύο Φρουροί εναποθέτουν το σώμα του μακρυμάλλη πάνω σ’ένα τραπέζι. Δεν ήταν πολύ δύσκολο να το κλέψουν από τις καναδικές αρχές, απλά έπρεπε να περιμένουν λίγο καιρό μέχρι να τελειώσει ο ιατροδικαστής τη δουλειά του και να μιλήσει στα media. Η Μέδουσα ήθελε η όλη επιχείρηση να γίνει με άκρα μυστικότητα, χωρίς να χρειαστούν υπερφυσικά μέσα. Κι έτσι έγινε. Οι καναδικές αρχές απλά τώρα ψάχνουν τους βέβηλους.
      Ο Ανούβις φοράει τη χαρακτηριστική διάφανη ποδιά και τα χειρουργικά γάντια. Οι δύο Φρουροί απομακρύνονται κι εκείνος έρχεται κοντά στο σώμα. Παίρνει μια μυρωδιά και αγαλλιάζει. Κοιτάζει τη Μέδουσα που στηρίζεται κατσουφιασμένη στο τοίχο και της λέει:
«Έλα να πάρεις μυρωδιά, Μέδουσα».
«Δεν έχω τέτοια φετίχ. Γουστάρω πιο απλά πράγματα στο σεξ».
«Αχ, είναι η μυρωδιά του παλιού. Μυρίζει ακόμα βρεγμένο γρασίδι, ιδρωμένη στολή και Ρώμη. Τα θυμάσαι;»
«Είχα βγάλει κάτι γούστα στα εκεί όργια. Λοιπόν…» φεύγει από τον τοίχο και πηγαίνει κοντά στο πτώμα και συνεχίζει: «μπορείς να κάνεις κάτι τώρα ή θα τα σκατώσεις πάλι;»
      Εκείνος την κοιτάζει και αν και καταλαβαίνει την ειρωνεία χαμογελά και σκύβει πάνω από το στέρνο.
«Μην ανησυχείς. Το βακτήριο Ράθπορας είναι το μόνο εμπόδιο μας εμπόδιο. Μόλις διαρρήξω τη μνήμη του θα είναι θέμα χρόνου».
«Μπλα, μπλα, μπλά. Ξεκίνα».
«Βεβαίως. Νυστέρι, Φρουρέ».
      Ο Φρουρός εκπλήσσεται αρχικά και γυρνά προς τη Μέδουσα. Εκείνη του κάνει νόημα να αποχωρήσει μαζί με τον άλλον, με μια κίνηση του κεφαλιού. Ο Ανούβις τους κοιτάζει, αναστενάζει και πιάνει μόνος του το νυστέρι. Βάζει τη κόψη στο στέρνο και καθώς κόβει λέει:
«Τι πρέπει να κάνω για να κερδίσω λίγο σεβασμό;»
«Να διαγράψεις το ιστορικό σου. Δύσκολο όμως. Έχεις πολλούς αιώνες στη καμπούρα σου».
      Ακούγονται γοργά βήματα στο διάδρομο και η πόρτα ανοίγει. Είναι μια Γοργόνα που ασθμαίνει και λέει:
«Έλα γρήγορα στη σάλα. Πρέπει να το δεις αυτό».
      Οι δύο τους φθάνουν στη σάλα και η Μέδουσα απορεί που έχουν μαζευτεί Γοργόνες και Φρουροί γύρω από ένα τραπεζάκι. Πλησιάζει και της βάζουν να δει ένα βίντεο στο YouTube. Στην πόλη Γκιμαράες της Πορτογαλίας, μια παμπ έχει πάρει φωτιά και άτομα βγαίνουν από μέσα φλεγόμενα. Είναι πολλοί και αγκομαχούν από τον κολασμένο πόνο. Το βίντεο τελειώνει και η Μέδουσα ρωτάει:
«Τι έγινε, έφτασε ο ISIS μέχρι την Ιβηρική Χερσόνησο;»
«Όχι» απαντάει μια Γοργόνα. «Το YouTube έχει γεμίσει από τέτοιες επιθέσεις σε διάφορες περιοχές του πλανήτη. Αγία Νάπα, Σεούλ, Τεγκουθιγκάλπα, Στρασβούργο. Και τα θύματα είναι πάντα υπερφυσικά όντα».
«Όχι, ρε πούστη».
      Και πιάνει το στόμα της σκεπτόμενη. Αμέσως ο νους της τρέχει στον Τρόι. Είναι ο μόνος που θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Αλλά υπάρχει κάτι που δεν της αρέσει. Οι επιθέσεις είναι τυφλές και τυχαίες κάτι που δεν συνηθίζουν οι Ισορροπιστές.
      Και τότε έρχεται η τρομακτική σκέψη. Το έχει ξαναδεί αυτό το έργο πολύ παλιά, όταν διέτρεχε με το άλογο της τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία για να προειδοποιήσει τις υπερφυσικές κοινότητες. Νιώθει ξαφνικά στο δέρμα της εκείνον τον ιδρώτα που είχε και τότε, την αγωνία να προλάβει τους ανθρώπους που καθάρισε στο διάβα της για να εκπληρώσει το σκοπό της. Κουνάει το κεφάλι της και λέει σε όλους:
«Έχουμε επαφή με τις υπόλοιπες κοινότητες;»
«Όχι όλες» απαντάει ένας Φρουρός.
«Τότε βρείτε τες όλες! Μιλήστε με τους αρχηγούς και πες τους να μεταφέρουν τους υπηκόους τους σε ασφαλή τοποθεσία. Γύρω από τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Θα καταλάβουν. Οι υπόλοιποι και υπόλοιπες έχετε δέκα λεπτά να ετοιμαστείτε. Ώρα να τελειώνουμε με τον Τρόι».
      Και φεύγει προς την αντίθετη κατεύθυνση ώστε κι εκείνη να προετοιμαστεί. Ακούει τη φωνή της Γοργόνας που λέει:
«Γιατί να μεταφερθούν οι κοινότητες; Μπορούμε απλά να κυνηγήσουμε τον Τρόι».
      Σταματάει απότομα. Γυρίζει και με άγριο βλέμμα λέει:
«Πρώτον, απλά και Ισορροπιστής δε πάνε μαζί. Αν αποτύχουμε θα συνεχίσει να σφάζει. Και δεύτερον, αυτή τη στιγμή ο Τρόι είναι το τελευταίο που με απασχολεί. Αν συνεχίσει θα έχουμε πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα και οι Συγχρονιστές δεν θα τρέξουν να μας βοηθήσουν».
      Τρόμος απλώνεται στα μάτια όλων. Βλέπουν τη Μέδουσα να αποχωρεί γρήγορα και αποφασίζουν να τη μιμηθούν. Αρχίζουν και αλλάζουν σε κάτι πιο ετοιμοπόλεμο και να παίρνουν όπλα. Πιστόλια, αυτόματα, λεπίδες, οτιδήποτε. Ένας Φρουρός όμως, καθώς γεμίζει το πιστόλι του, σταματάει και ανοίγει το στόμα του. Κάτι θυμάται και λέει:
«Ω, θεοί!»
«Τι;» ρωτάει ένας άλλος και κάτι Γοργόνες κοιτάζουν με περιέργεια.
«Δε θυμάσαι; Την εποχή του Μάρκου Αυρήλιου ποιος ήταν Ισορροπιστής;»
      Οι Γοργόνες πλησιάζουν και παρακολουθούν καθηλωμένες τη συζήτηση. Περιμένουν τη συνέχεια και τα μάτια τους καρφώνονται πάνω στους Φρουρούς. Μέχρι που κάποια στιγμή ο ένας λέει το όνομα του Ισορροπιστή. Του πιο μισητού Ισορροπιστή όλων των εποχών.
«Ακίλιο» με γουρλωμένα τα μάτια
«Ωχ» λέει μια Γοργόνα. «Τον θυμάμαι. Ο Σαδιστής Ισορροπιστής».
      Φυσικά και τον θυμάται. Και οι Φρουροί τον θυμούνται καθώς ήταν ο πιο βραχύβιος Ισορροπιστής που πέρασε ποτέ, μόλις ένα χρόνο άντεξε. Αλλά πολλές φατρίες τον θυμούνται. Ο Ακίλιο ήταν ένας ψηλός γεροδεμένος άντρας, με πανέμορφα γαλάζια μάτια και θελκτικό χαμόγελο. Όμως αυτή ήταν η επιφανειακή όψη. Από την πρώτη μέρα που πήρε το χρίσμα, έγραψε εκεί που δεν πιάνει μελάνι τους Ρυθμιστές και ξεκίνησε μια εκστρατεία μόνος του. Ο λόγος, άγνωστος για τους πολλούς. Ακόμα πιο περίεργο όμως είναι ότι οι Ρυθμιστές άργησαν πολύ να αντιδράσουν. Ο Ακίλιο παρουσιάστηκε στον Μάρκο Αυρήλιο ως μέγας κυνηγός χριστιανών, ζητώντας την αυτοκρατορική του άδεια για να εξολοθρεύσει τη νέα θρησκεία. Ο Αυρήλιος είχε τις ενστάσεις του και δεν ήθελε να δώσει στο γεροδεμένο άντρα αυτή την άδεια. Όμως εκείνη την περίοδο η θρησκευτική έξαρση είχε φτάσει στο απόγειό της και ο Αυρήλιος δεν ήθελε να μείνει στην ιστορία ως ο άνθρωπος που κατέπνιξε με τη μια έναν θρησκευτικό πόλεμο. Ζύγισε τις επιλογές του και αποφάσισε να αφήσει τους πολυθεϊστές στο απυρόβλητο. Έδωσε το πράσινο φως στον Ακίλιο, ο οποίος μόλις πήρε την έγκριση έριξε ένα μεφιστοφελικό χαμόγελο.
      Μέρα παρά μέρα η Ρώμη λάμβανε σε διάφορες τοποθεσίες της πόλης κατακρεουργημένους ανθρώπους. Χτυπημένοι, με σπασμένα κόκαλα, πότε νεκροί, πότε μισοπεθαμένοι. Δεμένοι, πότε με σκοινιά περιπλεγμένα με αγκάθια ή πυρωμένες αλυσίδες. Ραγδαία, ο Αυρήλιος άρχισε να λαμβάνει ανησυχητικές αναφορές από τις επαρχίες του. Κοινότητες είχαν εξαφανιστεί μέσα σε μια νύχτα. Οι λεγεωνάριοι έβρισκαν απανθρακωμένα πτώματα παντού. Ο ζήλος του Ακίλιο τον οδηγούσε σε γενοκτονία και το θέμα ήταν σίγουρο ότι θα πήγαινε σε εκατόμβη.
      Ο Ακίλιο όμως δεν κυνηγούσε χριστιανούς αλλά υπερφυσικά όντα. Λέγεται μάλιστα ότι δεν χρησιμοποίησε ούτε μία φορά τη θνητοποίηση. Στο τότε αρχοντικό επικρατούσε μια ανεξήγητη νιρβάνα. Οι Ρυθμιστές αρνούνταν να κάνουν το οτιδήποτε για να τον σταματήσουν. Ο Δίραξ τους ικέτευε καθημερινά να τον αφήσουν να σταματήσει αυτή τη μάστιγα, όμως εκείνοι δεν του έδιναν σημασία. Για ένα χρόνο ο Ακίλιο δρούσε ανενόχλητος σφάζοντας οτιδήποτε υπερφυσικό.
      Μέχρι που μια νύχτα, το αρχοντικό λούστηκε στο κατάλευκο φως και η αίθουσα των Ρυθμιστών κλειδώθηκε. Όλοι οι Φρουροί περίμεναν απ’ έξω καθώς το εκτυφλωτικό φως τούς απαγόρευε την είσοδο. Μετά τη παρέλευση μισής ώρας το φως χάνεται και βγαίνει η Κλόμα, με τα λευκά ριχτά της ρούχα να τονίζουν τις αναλογίες της, δίνοντας εντολή σε όλη τη Φρουρά να της φέρουν τον Ακίλιο. Κι έτσι έγινε. Τον σύρανε μπροστά στους Ρυθμιστές κι αυτόι το μόνο που έκαναν ήταν να του αφαιρέσουν τις δυνάμεις. Αυτή ήταν η μόνη δικαιοσύνη που απέδωσαν στη γενοκτονία του. Ο Ακίλιο έγραψε τα κατορθώματα του με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια, αλλά δεν έγραψε το λόγο που τα έκανε όλα αυτά. Ένα μήνα μετά την αποπομπή του βρέθηκε αποκεφαλισμένος και κρεμασμένος από το ένα πόδι σ’ένα νεκρό δέντρο. 
      Όμως οι πράξεις του είχαν ένα ακόμα αποτέλεσμα. Για μια δεκαετία οι υπερφυσικές κοινότητες φρονίμεψαν. Κάποιες εξαφανίστηκαν από τη Γη κι όσες έμειναν είτε διασπάστηκαν και αφομοιώθηκαν στις ανθρώπινες κοινωνίες, είτε κρύφτηκαν. Κανείς δεν ξέρει το λόγο. Ο φόβος ίσως; Ή κάτι άλλο. Κανένας κατοπινός Ισορροπιστής δε νοιάστηκε γι’αυτές τις συνέπειες. Ίσα-ίσα που το παράδειγμα του Ακίλιο θεωρήθηκε ως μάθημα. Ένα σπουδαίο μάθημα που εφαρμόζει αυτές τις ημέρες ο Τρόι.
      Κάτω από ένα κατάλευκο και ολόγιομο φεγγάρι στη πόλη Φορταλέζα της Βραζιλίας, δίπλα από την ήρεμη θάλασσα στο λιμάνι της πόλης εξελίσσεται μια τραγωδία. Πανικόβλητα Ντρουξ τρέχουν ανάμεσα στα κοντέινερ. Τα φώτα είναι σβηστά αλλά δεν αποτελεί πρόβλημα γι’ αυτούς. Στόχος τους είναι να φτάσουν στα αυτοκίνητα τους και να εξαφανιστούν μέσα στη Φορταλέζα. Δεξιά κι αριστερά ακούγονται κραυγές. Ντρουξ να φωνάζουν:
«Όχι, μη, σε παρακαλώ».
      Επίσης ακούγεται ο ήχος της αποϋλοποίησης πίσω τους κι όποτε γυρνάνε κάποια, βλέπουν ότι λείπει κάποιος δικός τους. Αυτό τους κάνει να πατάνε ακόμα περισσότερο γκάζι. Ξέρουν ότι είναι ένας αντίπαλος που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν.
      Το παρκινγκ απέχει μόλις λίγα μέτρα. Η κάλυψη των κοντέινερ τελειώνει. Λίγο πριν την είσοδο του παρκινγκ εμφανίζεται μπροστά τους και τους σταματάει αυτός. Στέκεται με το κεφάλι χαμηλά και με τα χείλη αγέλαστα. Τα Ντρουξ παγώνουν και δεν κινούνται από τον τρόμο. Για λίγα δευτερόλεπτα ακούγεται μόνο ο λεπτός ήχος του ανέμου.
      Ο Τρόι αποϋλοποιείται και εμφανίζεται ανάμεσα τους. Τους χτυπάει πολύ γρήγορα και ξαπλώνει τρεις κάτω. Οι υπόλοιποι προσπαθούν να φύγουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο Τρόι εξαφανίζεται και επανεμφανίζεται μπροστά στον κάθε ένα και με μερικές γροθιές τον ρίχνει κάτω. Κανένας δεν ξεφεύγει από το μένος του. Όλοι πέφτουν κι όλοι εξαφανίζονται μαζί του. Ο τελευταίος που μένει αποφασίζει, μην έχοντας τίποτα να χάσει, να παλέψει εναντίον του και ενεργοποιεί τη δύναμη των Ντρουξ. Τα χέρια τρυπάνια. Η δομή του χεριού αλλάζει και διογκώνεται μέχρι να μεταλλαχθεί σε μια κωνική μάζα που στριφογυρίζει. Ο Τρόι όμως δεν φοβάται. Ο τύπος τού επιτίθεται φωνάζοντας και προσπαθώντας να τον τρυπήσει. Ο Τρόι αποφεύγει όλες τις επιθέσεις χωρίς να ρίξει ούτε μια σταγόνα ιδρώτα.
      Κάποια στιγμή πιάνει το ένα τρυπάνι στον αέρα και ρίχνει μια κλωτσιά στην κοιλιά του τύπου. Μόλις εκείνος γονατίσει τον πιάνει και εξαφανίζεται. Επανεμφανίζεται έξω από ένα ανοιχτό κοντέινερ και τον πετάει μέσα μαζί με τα υπόλοιπα Ντρουξ. Είναι όλα εκτός μάχης και κάποια τον κοιτάζουν με τρόμο. Ο Τρόι κάθεται για λίγο στο κατώφλι με το φως από πίσω του να τον δείχνει σαν μια μεγάλη απειλητική σκιά. Όλα τα Ντρουξ κάνουν πίσω. Ο Τρόι κουνάει λίγο το χέρι του και στο σώμα του υλοποιείται ένα φλογοβόλο. Το σηκώνει και τα Ντρούξ δεν προλαβαίνουν να φωνάξουν.
      Ο Τρόι κρατάει πατημένη σκανδάλη και η φωτιά φωτίζει το εσωτερικό αποκαλύπτοντας παράλληλα την έκφραση του προσώπου του. Απαθής. Οι κραυγές των Ντρουξ δεν τον ακουμπούν καθόλου. Δεν σαλεύει τίποτα στη πέτσα του. Μόλις η φωτιά φουντώσει και τα σώματα των Ντρουξ καταβληθούν από την κόκκινη λαίλαπα κάνει ένα βήμα πίσω, εξαφανίζοντας παράλληλα το φλογοβόλο και περιμένει. Οι λυσσασμένες κραυγές αργά και σταθερά φθίνουν και η φωτιά αργοπεθαίνει. Όλο αυτό το διάστημα όμως, ο Τρόι παρακολουθεί και περιμένει.
      Όταν γυρίζει στην καμπίνα είναι φορτωμένος με δύο σακούλες από καμένο δέρμα Ντρουξ. Τις αδειάζει πάνω στο τραπέζι και φαίνονται σαν μικροί οψιδιανοί. Μαύρο πέτρωμα. Δεν χάνει χρόνο και ανάβει το φούρνο. Τοποθετεί σ’ένα ταψί μερικούς και το βάζει στο φούρνο. Δέκα λεπτά αργότερα το βγάζει και προσεκτικά το χύνει στις οπές μια σιδερένιας κατασκευής, ειδικής για φυσίγγια. Η διαδικασία επαναλαμβάνεται άλλες έξι φορές και μέσα σε μία ώρα το τραπέζι έχει γεμίσει από παχιές μαύρες και γυαλιστερές σφαίρες. Φορτώνει τις περισσότερες σε μια ειδική θήκη που πάει μαζί με το αλεξίσφαιρο γιλέκο. Οι υπόλοιπες εννέα μπαίνουν στο εδικό όπλο. Το δυνατότερο πολεμικό τουφέκι στο κόσμο στο είδος του, το Spas-12. Μια βολή από αυτό σου ανοίγει τρύπα ή σου ξεκολλάει κάποιο άκρο.
      Ο Τρόι βάζει τις σφαίρες και ο ήχος αντανακλάται στην ησυχία της καμπίνας. Είναι ο μόνος ήχος που ακούγεται. Ο Τρόι είναι μόνος του πλέον. Τη πρώτη μέρα που ξεκίνησε αυτό το θανατικό μπήκε μέσα στην καμπίνα καλυμμένος με αίματα. Η Ρουθ, μόλις τον είδε, κόλλησε τον εαυτό της στον τοίχο από το αποτρόπαιο θέαμα. Το πιο χυδαίο όμως ήταν η αντίδραση του Τρόι. Καλυμμένος με αίματα και κάτι μικρά κομματάκια απλωμένα πάνω του, μάλλον δέρμα ή εναπομείναντα όργανα, της λέει:
«Τι λέει;»
      Αυτό ήταν. Η Ρουθ σήκωσε τόσο πολύ τη φωνή της που την άκουσαν πουλιά στην άλλη άκρη του δάσους και έφυγαν τρομαγμένα. Τον έβρισε όπως δεν έχει ξαναματαβρίσει τόσο πολύ κανέναν άνθρωπο στη ζωή της. Πετούσε ότι έβρισκε μπροστά της από την οργή της. Τηγάνια, φαγητά, τζάμια οτιδήποτε. Ο Τρόι όμως ήταν ασάλευτος και απλά σταύρωσε τα χέρια αναμένοντας το τέλος αυτού το κρεσέντο.      
      Κάποια στιγμή όντως τελείωσε και τον κοιτούσε αναπνέοντας γρήγορα σαν να είχε τελειώσει από κάποιο αγώνα μποξ. Ο Τρόι της είπε απλά:
«Αν δεν αντέχεις, η πόρτα είναι ανοιχτή για σένα».
      Τα νεύρα έφυγαν μεμιάς. Κούνησε το κεφάλι της πλήρως απογοητευμένη κι απλά άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Ο Τρόι δεν μπήκε καν στο κόπο να την σταματήσει.     
      Κι ούτε τώρα ενδιαφέρεται να την ξαναφέρει πίσω. Μόλις τελειώνει το γέμισμα ακούγεται ο ήχος της όπλισης. Βάζει το τουφέκι σε μια τσάντα, φοράει το αλεξίσφαιρο γιλέκο παίρνει πιστόλι και μαχαίρι φοράει κάτι κόκκινα μακρόστενα γάντια και αποϋλοποιείται. Ώρα για το επόμενο θύμα-κοινότητα.      
      Έχουν περάσει πέντε ημέρες από εκείνο το απόγευμα. Η Ρουθ, όταν έφυγε, έπιασε δουλειά σε μια καφετέρια στη πλησιέστερη πόλη. Αναγκάστηκε να δουλέψει διπλοβάρδιες και να κοιμηθεί σε παγκάκια. Έπλενε το σώμα της, όσο γινόταν, σε μια υπαίθρια βρύση. Για φαί είχε πατατάκια και σοκολάτες από τα πιο φθηνά. Το χειρότερο όλων ήταν ότι έπρεπε να ανεχτεί τους πελάτες. Η καφετέρια μάζευε κυρίως αντρικό πληθυσμό, άντρες πάνω από σαράντα χρονών, που έβλεπαν μια ωραία κοπέλα και την κόζαραν επιθετικά. Κάποιοι βέβαια δεν έμεναν στο κοζάρισμα και άπλωναν χέρι στα οπίσθιά της, μόνο και μόνο για να νιώσουν το νεανικό της δέρμα στα ξασμένα χέρια τους. Η Ρουθ τα ανέχτηκε όλα.
      Φυσικά δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο γι’αυτήν. Στα πρώτα χρόνια του κολλεγίου έμπλεξε με τη χειρότερη παρέα που την έκανε αρχικά σερβιτόρα, μετά την είχαν για κονσομασιόν και φυσικά αναπόφευκτα ήρθε και η πορνεία. Για έξι μήνες την ανάγκαζαν να πηγαίνει με τον έναν και με τον άλλο. Φυσικά, η Ρουθ υπάκουσε γιατί αυτά τα κατακάθια του κολλεγίου την είχαν βιντεοσκοπήσει παλιότερα να κάνει έρωτα, απειλώντας ότι θα το βγάλουν στο διαδίκτυο. Εκείνη έσκυψε το κεφάλι και υπέκυψε στον εκβιασμό ανεχόμενη για έξι μήνες τον εξευτελισμό. Όπως και τότε, έτσι και τώρα άντεξε.
      Τις πέντε αυτές μέρες μάζεψε λεφτά, έκλεψε βέβαια και μερικά και το πρωί της έκτης ημέρας δεν εμφανίστηκε στη δουλειά. Αντιθέτως, έκανε ωτοστόπ και ένα καλοσυνάτο ζευγάρι ηλικιωμένων την πήραν στο αμάξι τους. Την αφήσαν στο αεροδρόμιο Edmonton όπου κατευθύνθηκε στην έκδοση εισιτηρίων και ακούστηκε να λέει:
«Ένα εισιτήριο για Νέα Υόρκη, παρακαλώ».
      Πίσω στη Νέα Υόρκη λοιπόν. Στην πόλη όπου ξεκίνησε η περιπέτειά της και η γνωριμία της με το παραφυσικό. Στην πόλη που ζει ακόμα σε φρενήρεις ρυθμούς μετά το περιστατικό στη Times Square. Στη πόλη όπου η Ρουθ έχει σκοπό να τερματίσει την καταστροφική πορεία που επέλεξε ο Τρόι.
      Στην ίδια όμως αυτή πόλη και συγκεκριμένα πίσω στο αεροδρόμιο Νιούαρκ κάτι περιέργο πάει να γίνει. Μια ομάδα νεαρών έχει εισβάλλει στο χώρο του αεροδρομίου και κατευθύνεται προς το στέγαστρο 5. Τα φώτα τριγύρω ανάβουν και σβήνουν σε διαφορετικά μέρη. Φυσικά είναι, για τα αεροπλάνα, για τους εργαζόμενους αλλά και την ασφάλεια του αεροδρομίου. Όμως, όταν τα φώτα χτυπάνε πάνω σε αυτά τα παιδιά, εκείνα εξαφανίζονται. Κι όταν το φως φύγει έχουν ήδη περπατήσει μερικά μέτρα. Είναι οι Άρλανας, παιδιά του φωτός και περπατητές της νύχτας. Τα σώματά τους εξαφανίζονται στο φως και επανέρχονται στα σκοτάδια. Αν σε πιάσουν, θα σε εξαφανίσουν στο κενό και το χωροχρόνο.     
      Τα Άρλανας πλησιάζουν το στέγαστρο και χωρίς ιδιαίτερο άγχος ανοίγουν την πόρτα και μπαίνουν μέσα. Κι ενώ ήταν έτοιμοι για μάχη με ανθρώπους, προς έκπληξή τους βλέπουν δύο πτώματα στο πάτωμα. Είναι οι αστυνομικοί που φυλούσαν τα Όπλα και τα κεφάλια τους είναι γυρισμένα ανάποδα. Ο αρχηγός της ομάδας προχωράει μπροστά και πλησιάζει τα πτώματα. Ξάφνου όμως ακούει:
«Έκπληξη!»
      Γυρίζει τριγύρω και το ίδιο κάνουν και οι δικοί του σχεδόν τρομαγμένοι. Δεν υπάρχει κανένας στο στέγαστρο παρά μόνο αυτοί. Η φωνή όμως ξανακούγεται να λέει:
«Σας έβγαλα κι από το κόπο να τους καθαρίσετε. Τώρα, ώρα για δουλειά».
«Έβαλα τους δικούς μου να ψάξουν και βρήκαν πολλούς αγοραστές για τα ό…»
«Τι πράγμα; Ποιος σου είπε, ρε ηλίθιε, να πάρεις τέτοια πρωτοβουλία;»
      Οι Άρλανας τρομοκρατούνται αρχικά με την αντίδραση και κάνουν μερικά βήματα πίσω. Ο αρχηγός τους όμως, στέκεται όρθιος και προσπαθεί να μη φοβηθεί, αν και τα χείλια του τρεμοπαίζουν λίγο. Σηκώνει το κεφάλι του προς τα πάνω και λέει:
«Έχουμε δεσμευτεί. Δε μπορούμε να…»
      Η φράση κόβεται όταν ένα φως φέγγει επάνω του και τον εξαφανίζει. Οι υπόλοιποι πλησιάζουν προς το φως αργά και σταθερά. Όταν το φως σβήνει, μένουν ενεοί κι ένα κύμα τρόμου ριγεί τα ανθρώπινα σώματά τους. Ο αρχηγός του κείτεται νεκρός με πολλαπλές πληγές στο σώμα του. Η φωνή ξανακούγεται να λέει:
«Για να ακούσω τώρα, έχει δεσμευτεί κανένας άλλος;»
      Κανείς δεν μιλάει κι όλα τα Άρλανας σκύβουν το κεφάλι. Η φωνή τούς λέει:
«Πολύ ωραία. Τώρα τα Όπλα αυτά δεν θέλω να τα πουλήσετε. Δεν είναι για κέρδος χρηματικό».
«Αλλά;» ρωτάει ένας
«Αλλά για διανομή. Πάρτε και αφήστε τα όπου θέλετε, σε όποιο σημείο το κόσμου θέλετε. Αρκεί να το βρουν άνθρωποι. Θέλω να τα έχουν στα χέρια τους οι άνθρωποι».
«Μα…μάλιστα».
      Κι ένα προς ένα, τα Άρλανας παίρνουν τα κουτιά και βγαίνοντας από το στέγαστρο, εξαφανίζονται στο φως. Το μέρος αδειάζει και το μόνο που μένει είναι τα τρία πτώματα. Όλα τα Άρλανας έχουν χαθεί στα φώτα που έρχονται και φεύγουν στον αεροδιάδρομο. Ένας περίεργο σχέδιο μπαίνει σε εφαρμογή και δεν είναι το μόνο.
      Ένα ακόμα σχέδιο παίρνει μορφή στο Λοτζ της Πολωνίας. Μία από τις πόλεις που δέχτηκε τα πιο βάναυσα χτυπήματα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εδώ όπου εξολοθρεύτηκαν 200.000 Εβραίοι και γλίτωσαν πολύ λιγότεροι. Η Πολώνια, άλλωστε, είναι γνωστό ότι δέχτηκε την πρώτη και πιο πικρή γεύση του ναζιστικού Ράιχ.
      Και τώρα, μέσα στην ήσυχη νύχτα, η φιγούρα του Τρόι περπατάει κατά μήκος του πάρκου Μάτζα και κατευθύνεται προς μια μπυραρία. Εκεί είναι ο επόμενος στόχος του. Βλέπει από μακριά ότι τα φώτα είναι αναμμένα και σκιές να κουνιούνται σαν να χορεύουν. Αμέσως τραβάει το Spas-12 και βγάζει την ασφάλεια. Αυτό πρέπει να τελειώσει πιο γρήγορα απ’όλες τις προηγούμενες φορές. Καθώς πλησιάζει πιο κοντά παίρνει μια βαθιά αναπνοή και κάπως όλα γύρω σιγούν. Ο άνεμος, τα φύλλα που παρασέρνονται, ακόμα κι ό ήχος των αμαξιών. Έτσι ένιωθε σε όλες τις προηγούμενες αποστολές του όλες αυτές τι ημέρες. Λίγο πριν την επίθεση ένιωθε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ντροπή, τύψεις; Κανείς δε ξέρει, ούτε ο ίδιος. Και δεν έχει καμιά σημασία τώρα.
      Μόλις φθάνει στην πόρτα, της δίνει μια γερή κλωτσιά και μόλις ανοίγει, εισβάλλει μέσα με το Spas-12 σε ευθεία γραμμή και το χέρι στη σκανδάλη. Η μπυραρία όμως είναι άδεια και οι σκιές που είδε είναι απλώς χαρτιά κρεμασμένα που κουνιούνται. Αμέσως το μυαλό του παίρνει στροφές και καταλαβαίνει τον λόγο που θα είχε κάποιος να μπει σε όλη αυτή τη διεργασία. Γιατί είναι παγίδα.
      Γυρίζει αμέσως το όπλο προς την έξοδο αλλά το χέρι της Μέδουσας το πιάνει και του ρίχνει μια κλωτσιά στη κοιλιά, εκσφενδονίζοντάς τον μέσα στη μπυραρία. Εκείνη κρατώντας το όπλο, κλείνει την πόρτα, πλησιάζει κοντά του και ταυτόχρονα Γοργόνες και Φρουροί εμφανίζονται και τον περικυκλώνουν. Ο Τρόι σηκώνεται, χωρίς να βιάζεται, και πιάνοντας τη κοιλιά του κοιτάζει τη Μέδουσα και χαμογελώντας ειρωνικά ρωτάει:
«Πως ήξερες ότι θα είμαι εδώ;»
      Εκείνη αρχίζει να βγάζει μία-μία τις σφαίρες από το όπλο, τραβώντας την όπλιση και απαντάει:
«Είσαι πιο προβλέψιμος κι από αποτέλεσμα εκλογών στη Βόρειο Κορέα. Όλες οι περιοχές που πήγες είχαν κάτι να σου δώσουν για να αντιμετωπίσεις την επόμενη».
      Ο Τρόι δεν περίμενε ότι κάποιος θα τον καταλάβαινε και τώρα νιώθει πολύ ανόητος. Όντως κάθε περιοχή τού έδινε υλικό για νέο όπλο που θα το χρησιμοποιούσε στην επόμενη αποστολή. Ήταν ένας από τους λόγους που μπήκε σε αυτή τη διαδικασία.
      Η Μέδουσα πετάει το όπλο παραπέρα και κοιτάζει τις σφαίρες. Νιώθει τη μυρωδιά των Ντρουξ στα ρουθούνια της και κοιτάζει οργισμένη τον Τρόι. Εκείνος αφήνει την κοιλιά του και κρατάει τη συνήθη στάση που του καθιέρωσε το προσωνύμιο εδώ και έντεκα χρόνια. Κυνικός και χωρίς κάποιο ίχνος συναισθήματος. Αυτό την κάνει να σφίξει τις γροθιές της και να πει:
«Δε περίμενα να πέσεις τόσο χαμηλά».
«Είμαι Ισορροπιστής χωρίς αφεντικά πλέον. Ο πρώτος μετά από αιώνες. Πρέπει να πάρω δύσκολες αποφάσεις».
«Και αυτή πρέπει να ήταν η καλύτερη σου. Να αρχίσεις να σφάζεις όντα που δεν σου έκαναν τίποτα».
«Τάχθηκαν με το μέρος σου. Ξέχασαν ποιος κάνει κουμάντο εδώ πέρα».
«Όχι όλοι, ρε μπάσταρδε!»
«Δεν έχει σημασία, γαμώ!»
      Και με τις φωνές όλοι και όλες κάνουν πίσω καθώς βλέπουν ότι η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται. Η Μέδουσα καλμάρει λίγο την έκφραση της και λέει:
«Δεν έχει, ε;» κάνει μια παύση και στραβώνει το χείλος της σαν το γονιό που είναι έτοιμος να κάνει παρατήρηση στο παιδί του. «Σε ποια τα λες αυτά ρε; Σε ξέρω καλύτερα κι από την τσέπη μου».
«Πέρασαν χρόνια από τότε. Τώρα πλέον είμαι Ισορροπιστής και ακολουθώ τα βήματα των προκατόχων μου. Δεν έχω χώρο για συναισθηματισμούς».
«Σωστά. Ξέρεις, τις ίδιες μαλακίες έλεγε κι ο Ακίλιο. Ακόμα και πριν του ξεριζώσω το κεφάλι».
      Και ξάφνου ο κυνισμός χάνεται για πολλοστή φορά από το πρόσωπό του και η έκπληξη παίρνει θέση. Δεν του φαίνεται περίεργο που ξέρει για τον Ακίλιο, αλλά ότι για ακόμα μια φορά μαθαίνει κάτι που δεν ήξερε. Τον πραγματικό δολοφόνο του Σαδιστή Ισορροπιστή. Το σώμα του βρέθηκε ακέφαλο να επιπλέει ανοιχτά της Μάλτας. Ο Τρόι κουνάει το κεφάλι και ξεφυσώντας λέει:
«Στα γραπτά του έλεγε ότι γι’ αυτά που έκανε θα ερχόταν η μέρα που θα  πλήρωνε με πολύ πόνο».
«Ω, Τρόι, υπάρχουν και πράγματα που δεν έγραψε ποτέ στα αρχεία του».
      Σηκώνει το κεφάλι και την κοιτάζει βαθιά στα μάτια. Εκείνη δεν απαντά κι απλά χαμογελάει. Αυτό δεν του αρέσει και την ρωτάει:
«Τι πράγματα;»
«Τώρα που θα πας στη Πόλη θα στα πει ο ίδιος».
      Και με την τελευταία λέξη, η Μέδουσα αλλάζει τα μάτια της σε φιδίσια και εξαπολύει μια ακτίνα κατά πάνω του. Τελευταία στιγμή, εκείνος σκύβει και ο Τοίχος πετρώνει, αλλά τώρα Φρουροί και Γοργόνες ορμούν καταπάνω του. Αλλά έχει ακόμα όπλα. Με μια κίνηση χτυπάει τα γάντια του στο πάτωμα και κάτι συνταρακτικό συμβαίνει. Ολάκερος ο χώρος δέχεται ένα κύμα, όμοιο με της θάλασσας. Πάτωμα και τοίχοι πάλλονται με μιας και όλοι, πλην του Τρόι, χάνουν την ισορροπία τους. Ώρα για αντεπίθεση. Ο Τρόι πηδάει και πέφτει πάνω στη Μέδουσα και μαζί αποϋλοποιούνται. Επανεμφανίζονται όμως να πέφτουν πάνω από το πάρκο Μάτζα. Η Μέδουσα τού δίνει μια γροθιά στο σαγόνι και εξαφανίζεται. Ο Τρόι λίγο πριν σκάσει στο έδαφος εξαφανίζεται και επανεμφανίζεται στο έδαφος να στέκεται σε στάση μάχης. Το ίδιο και η Μέδουσα μερικά μέτρα μακριά του.
      Για λίγο παίρνουν μερικές ανάσες ξεκούρασης. Ακούγεται ο αέρας ανάμεσα τους να σφυρίζει και φύλλα από φυλλοβόλα δέντρα του πάρκου φεύγουν με τον άνεμο. Σαν να ξέρουν τι πρόκειται να συμβεί και ανοίγουν το δρόμο γι’αυτό που θα ακολουθήσει.
      Από την μπυραρία βγαίνουν όλοι οι ακόλουθοι της Μέδουσας και τρέχουν κατά πάνω του. Ξέρει ότι δεν μπορεί να πολεμήσει σε δύο μέτωπα όποτε πρέπει να χρησιμοποιήσει τα όπλα του. Ξαναχτυπάει τα γάντια του, αλλά αυτή τη φορά πολύ λιγότεροι πέφτουν παρά το δυνατό κύμα. Βγάζει τότε το μαχαίρι και το εκσφενδονίζει κατά πάνω τους. Ένας Φρουρός το πιάνει και ακινητοποιείται. Το χέρι του τρέμει και χάνει τον έλεγχο. Επιτίθεται στους υπόλοιπους με το μαχαίρι να παίρνει την πρωτοβουλία. Κανένας πλέον δεν ασχολείται με το Τρόι, αλλά με τον Φρουρό. Η Μέδουσα κοιτάζει έκπληκτη για λίγο και ξανακοιτάζει τον Τρόι με μένος. Πριν προλάβει να κάνει την οποιαδήποτε κίνηση ο Τρόι τραβάει το πιστόλι και πυροβολεί. Ο τρομακτικός ήχος της εκπυρσοκρότησης που αντηχεί στον αέρα, κάνει μερικά φώτα στις γύρω πολυκατοικίες να ανάψουν και ανθρώπους να βγουν στα μπαλκόνια και να βλέπουν τις σκηνές μάχης. Ο Τρόι πυροβολεί, αλλά η Μέδουσα έχει πετρώσει τα χέρια της και τα χρησιμοποιεί σαν άμυνα. Ο γεμιστήρας τελειώνει κι ο Τρόι πάει να τον αλλάξει. Αυτή την ευκαιρία η Μέδουσα την εκμεταλλεύεται και επιτίθεται. Τον πιάνει από το χέρι και χτυπώντας το στο γόνατό της, το πιστόλι πέφτει. Τώρα είναι με γυμνές γροθιές.
      Αρχίζει μια αψιμαχία ανάμεσά τους με αποκρούσεις γροθιών και μπλοκάρισμα κλωτσιών. Ο Τρόι παλεύει να βρει ένα άνοιγμα για να χρησιμοποιήσει τη θνητοποίηση. Χτυπάει σε ευαίσθητα σημεία, όπως γοφούς και πλευρά, αλλά η Μέδουσα δεν πέφτει εύκολα. Οι υπόλοιποι παλεύουν να αντιμετωπίσουν τον Φρουρό που προσπαθεί να τους μαχαιρώσει. Κάποια στιγμή, Μέδουσα και Τρόι πιάνονται στα χέρια και ασκούν δύναμη ο ένας στον άλλο. Η θνητοποίηση ενεργοποιείται και οι παλάμες της Μέδουσας πονούν αφόρητα. Βγάζει μια κραυγή γιατί νιώθει ότι χάνει το υπερφυσικό της στοιχείο κι αυτό την γονατίζει. Ο Τρόι φέρνει όλο και πιο κοντά τα χέρια της στο πρόσωπό της. Οι Γοργόνες προσπαθούν να φτάσουν εκεί αλλά ο Φρουρός τις μαχαιρώνει, χωρίς να το θέλει. Όλα δείχνουν ότι θα τελειώσουν εδώ.
      Μια πράσινη ακτίνα όμως χτυπάει τον Τρόι στη πλάτη και τον αναγκάζει να πάρει τα χέρια του. Η Μέδουσα πέφτει κάτω και παλεύει να επανέλθει. Μια φωνή τον χτυπάει στα αυτιά και τον γονατίζει. Ξάφνου αόρατες γροθιές τον χτυπούν και τον ρίχνουν κάτω ματωμένο. Τότε το βλέπει.
      Υπερφυσικά όντα σε ομάδες κυκλώνουν το πάρκο και κλείνουν κάθε δίοδο διαφυγής. Είναι αγριεμένοι και τα πρόσωπα τους σκληρά και γεμάτα εκδίκηση. Καθώς πλησιάζουν, ο Τρόι σηκώνεται και ξαναενεργοποιεί τα χρυσά του χέρια έτοιμος για μάχη. Από πίσω του τότε ακούγεται ένα χτύπημα. Μια Γοργόνα πετυχαίνει χτύπημα στο χέρι του Φρουρού και για δέκατα του δευτερολέπτου το χέρι σταματάει. Οι Φρουροί ορμούν και τον βάζουν κάτω. Οι υπόλοιποι ορμούν στον Τρόι. Εκείνος δίνει γροθιές και αποκρούει επιθέσεις, αλλά δέχεται και πολλαπλά χτυπήματα. Πολλά υπερφυσικά όντα εφορμούν και τον χτυπούν με τις δυνάμεις τους. Πράσινες ακτίνες, γροθιές από ατσάλι, πρόκληση αόρατων πόνων. Δεν είναι πλέον μάχη, είναι λιντσάρισμα και ο Τρόι χάνει.
       Με αλαλαγμούς τού επιτίθενται και το πάρκο γεμίζει από κόσμο. Η αστυνομία που φθάνει παλεύει να διαλύσει τον όχλο αλλά μάταια. Τα υπερφυσικά όντα έχουν κυριαρχήσει. Ο Τρόι ματωμένος στο πρόσωπο, γονατίζει. Πλευρά σπασμένα, πληγές στο μισό του κορμί, φτύσιμο αίματος. Ο όχλος του κόβει τον αέρα και όλοι ετοιμάζονται για το τελειωτικό χτύπημα, μέχρι που ακούγεται η φωνή της Μέδουσας να φωνάζει:
«Περιμένετε!»
      Ανοίγουν δίοδο στον όχλο κι αυτή περπατάει ανάμεσα τους και φθάνει εμπρός του. Εκείνος με κόπο σηκώνει το κεφάλι του και την κοιτάζει. Εκείνη λέει:
«Η ιστορία επαναλαμβάνεται».
«Δεν ήθελα να φτάσω σ’αυτό το σημείο. Άλλος ήταν ο σκοπός μου».
      Πηγαίνει ένα ακόμα βήμα μπροστά του και γονατίζει στο ένα πόδι σε απόσταση αναπνοής από αυτόν. Του λέει:
«Ήθελες να θυμίσεις σε όλους ποιο είναι το αφεντικό. Αλλά το πλάνο που χρησιμοποιήσεις δεν είχε αυτό το σκοπό».
«Τι;»
«Τρόι, ο Ακίλιο ήταν στημένος. Η όλη φάση τότε ήταν στημένη».
«Τι μου λες;»
«Εκείνη την περίοδο, για πρώτη φορά οι Ρυθμιστές μάθανε για τον Σκοτεινό Ισορροπιστή και τους Συγχρονιστές. Το πρόβλημα ήτανε όμως ότι κανένας δεν μιλούσε γι’αυτό και τρόμαξαν».
      Κι όντως έτσι ήταν. Κανένα υπερφυσικό ον δεν μιλούσε γι’αυτό το θέμα. Ανακρίσεις, απειλές, εκβιασμοί. Όλα τα μέσα χρησιμοποιηθήκαν για να μάθουν τι ήταν αυτή η άγνωστη απειλή. Και τότε οι Ρυθμιστές βρήκαν ένα σχέδιο. Έβαλαν ένα νέο Ισορροπιστή να σπάσει όλους τους κανόνες. Να σπείρει τον τρόμο. Κι αυτό ακριβώς έκανε ο Ακίλιο, μόνο που δεν του εξήγησαν ποτέ γιατί ήθελαν να κάνει κάτι τόσο αποτρόπαιο. Η απάντηση δίνεται από τα χείλη της Μέδουσας.
«Αφού δεν μπορούσαν οι Ρυθμιστές να λύσουν το θέμα, θα το έλυναν οι υπερφυσικές φυλές. Αυτό ήταν το σχέδιο το οποίο δεν έγραψε ποτέ ο Ακίλιο».
      Εκείνη τη νύχτα στο αρχοντικό η λευκή λάμψη που ήρθε ήταν από τους αρχηγούς των τεσσάρων φυλών που ήρθαν να ζητήσουν το λόγο για τα εγκλήματα του Ακίλιο. Οι Ρυθμιστές ψευδώς δήλωσαν ότι φοβόντουσαν κι ότι ο Σαδιστής Ισορροπιστής σκότωνε κόσμο προκείμενου να εξαλείψει το σχέδιο των Συγχρονιστών. Από τη μία οι αρχηγοί ζήτησαν την άμεση αποπομπή του Ακίλιο και από την άλλη έμαθαν για πρώτη φορά για τους Συγχρονιστές. Για μια δεκαετία οι υπερφυσικές κοινότητες ήταν απομονωμένες στη Γη. Κανείς δεν ήξερε το γιατί. Η Μέδουσα, που το έζησε όλο αυτό, λέει:
«Μετά από πολύ καιρό έμαθα ότι τα δέκα αυτά χρόνια επικράτησε τρομοκρατία στις φυλές. Έψαχναν πολύ άγρια για να βρουν τους Συγχρονιστές. Χιλιάδες πιστοί μας έφυγαν βασανιστικά».
      Και επιτέλους άλλη μια αλήθεια βγαίνει στο φως. Όχι ότι έχει κάποια σημασία τώρα για τον γονατισμένο Τρόι που απλά ικανοποίησε τη περιέργεια του. Η κατάστασή του δεν αλλάζει, ούτε και η μοίρα του. Δεν μιλάει γιατί και δεν το νιώθει αλλά και δεν υπάρχει λόγος. Η Μέδουσα σηκώνεται και στεκόμενη μπροστά του αφήνει το χέρι της να αλλάξει. Γίνεται λευκό με φολίδες και μακριά μάυρα νύχια. Καθώς σηκώνει το χέρι της λέει:
«Αντίο Τρόι. Ήθελα να το τραβήξω λίγο ακόμα αλλά…αλλά άντε στο διάολο μαλάκα!»
      Και το χέρι της έχει φθάσει ψηλά έτοιμο για το τελικό χτύπημα. Πάει να το κατεβάσει αλλά χιλιοστά πριν το λαιμό του Τρόι, εκείνος χρησιμοποιεί ένα παλιό κόλπο των Ισορροπιστών, ιδανικό για τέτοιες περιπτώσεις. Τη χρυσή έκρηξη. Ενεργοποιεί τη θνητοποίηση αλλά σε όλο του το σώμα. Λάμπει τόσο πολύ, ωσάν τον ήλιο, που φωτίζει το πάρκο και τις γύρω πολυκατοικίες, αλλά ταυτόχρονα γίνεται και βλαβερός για οτιδήποτε υπερφυσικό. Οι πιο μακρινοί από αυτόν καλύπτονται, αλλά αυτοί που ήταν πολύ κοντά του νιώθουν τον πόνο και το υπερφυσικό μέσα τους να αλλάζει. Πέφτουν κάτω κραυγάζοντας καθώς το φως τους καίει και τους θνητοποιεί. Το κόλπο όμως αυτό είναι μόνο για λίγα δευτερόλεπτα. Μόλις το φως φύγει, ο Τρόι με όση δύναμη του απομένει εξαφανίζεται.
      Όλοι τρέχουν να βοηθήσουν. Τα σώματά τους καπνίζουν χωρίς να φαίνεται κάποιο έγκαυμα η φωτιά. Οι Γοργόνες βοηθούν τη Μέδουσα που καπνίζει πιο πολύ απ’ όλους καθώς ήταν και πιο κοντά. Την σηκώνουν από τα χέρια και την κρατάνε παραμάσχαλα. Ολόκληρο το πάρκο είναι γεμάτο από τέτοιες εικόνες.
      Κι ενώ όλοι πάνε να φύγουνε. Η Μέδουσα λέει ξεψυχισμένα στη Γοργόνα να πει κάτι. Η Γοργόνα φωνάζει σε όλους:
«Περιμένετε. Η Αρχηγός έχει κάτι να πει».
      Και φυσικά όλοι σταματούν και γυρίζουν προς τη Μέδουσα. Εκείνη ακόμα καπνίζοντας σηκώνει με δυσκολία το κεφάλι της και κοιτώντας όσους περισσότερους μπορεί λέει:
«Αυτό που έκανε…ο Τρόι…τον έχει αποδυναμω…αποδυναμώσει».
«Μέδουσα…»
      Πάει να πει κάτι η Γοργόνα αλλά εκείνη συνεχίζει με τα μαλλιά μπροστά στο πρόσωπο της.
«Είναι… ευά… ευάλωτος τώρα. Σπείρετε το μήνυμα…παντού».
«Ποιο μήνυμα;» ρωτάει ένας νεαρός.
«Όποιος ή όποια μου φέρει το κεφάλι του Κυνικού Ισορροπιστή, θα γίνει… μέρος του στρατού των Συγχρονιστών. Και η κοινο… η κοινότητα του θα είναι αιώνια προστατευμένη σε κάθε μέρος του σύμπαντος».
      Χαμόγελα απλώνονται παντού και οι πρώτες κουβέντες διαδίδονται πολύ γρήγορα. Η Μέδουσα λέει στη Γοργόνα:
«Πρέπει να πάμε στη Νέα Υόρκη».
«Δεν έχεις δύναμη».
«Πρέπει. Έχω να κάνω μια συζήτηση».
      Και βάζοντας τα δυνατά της αποϋλοποιείται καθώς ο όχλος διαλύεται και ήδη κάποιοι ετοιμάζουν τις δυνάμεις τους, ενώ άλλοι σηκώνουν τα κινητά τους και διαδίδουν το μήνυμα. Ο Τρόι είναι επίσημα καταζητούμενος.
      Βραδιάζει στη Νέα Υόρκη. Ο ήλιος σιγά-σιγά χάνεται και το σκοτάδι απλώνεται. Στο μπαράκι των Γιόμπορας ήδη οι άσχημες σερβιτόρες κατεβάζουν τις καρέκλες και ετοιμάζουν τα τραπέζια για τους υπόλοιπους. Ο Ολ περνάει ανάμεσα τους και τις επιθεωρεί.
      Ξάφνου ακούγεται ήχος από πάνω. Ο τύπος που έχει για πόρτα κατρακυλάει από τις σκάλες και σωριάζεται στο πάτωμα. Από τις σκάλες εμφανίζεται η Ρουθ κι όλοι κάνουν πίσω. Εκείνη βλέπει τον φόβο, καθώς θυμάται τι έγινε την τελευταία φορά που ήταν σ’αυτό το μέρος. Λέει τότε:
«Δεν ήρθα για καυγά».
«Τι θες;» ρωτάει ο Ολ.
«Θέλω να με φέρεις σε επαφή με τη Μέδουσα. Ξέρω ότι έχεις τα κονέ να το κάνεις».
      Ο Ολ δεν μιλάει στην αρχή και ξεθαρρεύει όσο κυλούν τα δευτερόλεπτα. Η Ρουθ παίρνει το ερευνητικό της βλέμμα και παραξενεύεται που δεν ζητάει εξηγήσεις. Εκείνος λέει:
«Κοίτα πως τα φέρνει η ζωή τελικά».
«Δε κατάλαβα»
«Έλα μαζί μου».
      Ο Ολ πηγαίνει προς μια πόρτα δίπλα από το μπαρ και η Ρουθ ακολουθεί. Βγαίνουν σ’ένα μακρόστενο διάδρομο βρώμικο και με πολλές πόρτες που χρησιμοποιείται για να κάνουν σεξ οι πελάτες. Σταματά σε μια πόρτα στο βάθος, την ανοίγει και της κάνει νόημα να έρθει κοντά. Με πολύ προσοχή και τις αισθήσεις της στο τέρμα, πλησιάζει και κοιτάζει. Αυτό που βλέπει την κάνει να μπει μέσα και κουνώντας το κεφάλι να πει:
«Αυτό θα έχει πολύ ενδιαφέρον».                    

Γιώργος Πουρλιάκας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου