Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

2 Δεκ 2016

0 Τιμωρημένος και από τους Δύο Κόσμους (Κεφάλαιο 2) Το κοριτσάκι με το αναμμένο κερί

      Όπως συνηθίζεται στις Εκκλησίες επικρατεί πολυκοσμία. Δεν του άρεσε ο πολλοίς κόσμος, του άρεσε όμως να παρακολουθεί τη θρησκευτική λειτουργία. Για αυτό πήρε μια βαθιά ανάσα και άνοιξε το βήματα του προς το εσωτερικό της εκκλησίας. Η λειτουργία ήταν λίγο πριν το τέλος της. Κάθισε δίπλα στην είσοδο, κοντά στους στύλους με τα κεριά. Τον βοηθούσε η συγκεκριμένη επιλογή θέσης, έπαιρνε αέρα. Συνήθιζε κάθε φορά, να στέκεται δίπλα στην είσοδο.
      «Εσύ είσαι!».         
      Λύγισε τον αυχένα του προς τα μπροστά, μία μαλλιαρή κίτρινη μπάλα είχε κολλήσει πάνω στη κοιλιά του. Επιχείρησε να την ξεκολλήσει, γυρεύοντας με το βλέμμα του ποιος του την είχε πετάξει.
      «Το ήξερα ότι θα έρθεις!» ακούστηκε η ίδια γλυκιά – χαρούμενη φωνή με πριν. «Σε αναγνώρισα!» συνέχισε να λέει στον ίδιο τόνο. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Προσευχήθηκα!» δήλωσε με ευχαρίστηση.
      «Τι αναγνώρισες;» ρώτησε εκείνος, μην καταλαβαίνοντας τα λεγόμενά της.
      Η μαλλιαρή μπάλα ξεκόλλησε από τη κοιλιά του, τότε αντίκρισε ένα γλυκό κοριτσίστικο προσωπάκι. Υπολόγισε την ηλικία της, γύρω στα έξι με επτά. «Εσένα!» του απάντησε με πλατύ χαμόγελο το κοριτσάκι, κολλώντας το κεφάλι της πάνω στην κοιλιά του.
      Ένιωθε να πιέζεται το στομάχι του, απομάκρυνε το κεφάλι με τα δυο του χέρια. «Δεν είμαι αυτός που νομίζεις» της είπε αργά και σταθερά.
«Φυσικά και είσαι!» του είπε αμέσως το κοριτσάκι. «Σε περίμενα».
«Θα με περνάς για κάποιον άλλον» της είπε εκείνος, επιχειρώντας να τη διώξει.
«Όχι» του απάντησε πεισματικά, το κοριτσάκι.
«Πώς είσαι τόσο σίγουρη;» τη ρώτησε εκείνος.
«Τα φτερά» του απάντησε το κοριτσάκι, κουνώντας τα χέρια της πάνω κάτω.
«Ποια φτερά;» τη ρώτησε, κοιτάζοντας την αδιάφορα.
«Τα φτερά σου…Τα φτερά σου είναι δεμένα…».
      «Σσσσς…» της είπε σκύβοντας για να μπορέσει το στόμα του, να είναι κοντά στο αυτί της. «Πώς ξέρεις για τα φτερά μου;» τη ρώτησε καχύποπτα.
«Είμαι μία Κυνηγός» του απάντησε περήφανα.
      Εκείνος στύλωσε το σώμα του, κοιτάζοντας με υπεροψία το μικρό κοριτσάκι που μόλις του έφτανε έως τη μέση. Γέλασε μη πιστεύοντας, αυτό που μόλις του είχε αποκαλύψει για τον εαυτό της. «Άου! αναφώνησε πιάνοντας το πόδι του.
      Το κοριτσάκι εκνευρισμένο, του χώσε μια κλοτσιά στο καλάμι. Εκείνος παραξενεύτηκε που τη βρήκε τόση δύναμη, ένα επτάχρονο κοριτσάκι. «Και από πότε οι Κυνηγοί πιστεύουν;» την ρώτησε.
«Ακολουθώ τις οδηγίες» του έδωσε το χαρτί.
      Εκείνος πήρε τη περγαμηνή που του έδωσε, την άνοιξε της έριξε μια γρήγορη ματιά από πάνω μέχρι κάτω, την τύλιξε και της την έδωσε πίσω. «Λάθος» της είπε χαϊδεύοντας τη κορυφή του κεφαλιού της. «Γεια σου» της είπε κουνώντας ρυθμικά τα δάχτυλα, του ενός χεριού του και της γύρισε τη πλάτη φεύγοντας. Βγαίνοντας από την εκκλησία φόρεσε το σακάκι του πάνω στο κεφάλι του, προστατευόμενος από τη βροχή. Πήγε τρέχοντας προς το σπίτι του.

                                   * * * *

      «Ωραίο κήπο έχεις».
«Α!» αναφώνησε τρομαγμένος.
«Σε τρόμαξα;» τον ρώτησε το κοριτσάκι, με αθώο βλέμμα. «Ξέχασα να σου πω το όνομα μου…»
«Δε με ενδιαφέρει» τη διέκοψε εκείνος και μπήκε στο σπίτι κλείνοντας τη πόρτα στα μούτρα της. Δεν πρόλαβε να κάνει μερικά βήματα και άκουσε δυνατά χτυπήματα πίσω από τη πόρτα. Έντρομος πήγε να ανοίξει, να μάθει ποιος ταραξίας βρίσκεται πίσω από τη πόρτα του σπιτιού του.
      Πλησίασε με διστακτικά βήματα την πόρτα, την άνοιξε με μία κίνηση του χεριού του. Μπροστά του δεν υπήρχε κάνεις, κοίταξε γρήγορα δεξιά και αριστερά. «Άου!» παραπονέθηκε πιάνοντας το πόδι του, κάποιος τον είχε πατήσει πάρα πολύ δυνατά. Πονούσαν όλα του τα δάχτυλα. «Πάλι εσύ εδώ;!» τη ρώτησε έτοιμος να εκραγεί από τα νεύρα του.
      «Με λένε Φρειδερίκη» του είπε το κοριτσάκι, χαμογελώντας πλατιά.
      Εκείνος σάστισε για μια στιγμή, κοίταξε το ξανθό κοριτσάκι από πάνω μέχρι κάτω. Της έριξε ένα χαμόγελο διστακτικό. «Ωραίο όνομα. Αρχοντικό» σχολίασε.
«Ο πατέρας μου έλεγε πως μοιάζω με πριγκίπισσα» του είπε εκείνη με καμάρι.
      «Μπράβο, μπράβο» της είπε σέρνοντας τις λέξεις. «Πήγαινε να βρεις τον ιππότη σου τώρα» της είπε γρήγορα, κλείνοντας πάλι τη πόρτα απότομα.
      Η Φρειδερίκη χτύπησε με λιγότερη δύναμη τη πόρτα, αλλά εκείνος δε φιλοτιμήθηκε να της ανοίξει. Έσκυψε να του μιλήσει από τη χαραμάδα της πόρτας. «Είσαι ένας άγγελο. Το ξέρω, όπως το ξέρεις». Ξεκίνησε να του λέει, εκείνος είχε παγώσει ακούγοντας τα λόγια της. «Ένας καλός άγγελος δε θα άφηνε πότε…» συνέχισε να λέει το κοριτσάκι με αποφασιστικότητα.
«Είμαι κακός» τη διέκοψε.
«Χμ…για δαιμόνιο είσαι αρκετά ευγενικό» σχολίασε εκείνη γελώντας.
«Δεν είμαι δαιμόνιο!» της φώναξε εκείνος, δηλώντας λιγάκι θιγμένος.
«Στα λόγια μου έρχεσαι».
«Τι θες από εμένα μικρή;».
«Να ανοίξεις τη πόρτα!» του φώναξε σιγανά. «Έχω ξεπαγιάσει εδώ  έξω».
      Σέρνοντας τα βήματα του, πήγε και άνοιξε τη πόρτα. Το μικρό κοριτσάκι έτρεξε γρήγορα προς το εσωτερικό του σπιτιού, ανέβηκε με φόρα πάνω στη δερμάτινη πολυθρόνα που ήταν τοποθετημένη απέναντι από το αναμμένο τζάκι. Αναστέναξε με ανακούφιση, βουλιάζοντας στο εσωτερικό της πολυθρόνας. Εκείνος αναστέναξε δυσαρεστημένος.
«Και τώρα τι;» τη ρώτησε, σταυρώνοντας τα χέρια του κάτω από το στήθος του.
«Θα μιλήσουμε» του απάντησε το κοριτσάκι με άνεση.
«Κοίτα εάν ψάχνεις κηδεμόνα για υιοθεσία…».
«Τρελός είσαι;» τον διέκοψε. «Δε θέλω να σε υιοθετήσω! Είμαι περήφανη για τον πατέρα μου».
      Εκείνος έτριψε τα μάτια του νευρικά, πήρε μια βαθιά ανάσα και τη ρώτησε. «Πού είναι ο πατέρας σου τώρα; Μπορεί να σε ψάχνει και να ανησυχεί».
«Ηρέμησε» του απάντησε το κοριτσάκι. «Ο πατέρας μου απολαμβάνει τις διακοπές του με μία καλλονή». Καθώς μιλούσε, το πρόσωπο της είχε πάρει μια έκφραση αηδίας.
«Ωραίος πατέρας!» είπε εκείνος ειρωνικά.
      Με ένα σάλτο το κοριτσάκι κατέβηκε από τη πολυθρόνα, όρμησε κατά πάνω του και του έχωσε κλοτσιές στο καλάμι όσες και οι συλλαβές των  λέξεων της. «Μη-μιλάς-έτσι-για- τον- πατέρα – μ-ου!». Του έλεγε αργά και δυνατά, πριν από κάθε χτύπημα. Έπειτα, ίσιωσε το κορμί της, τον κοίταξε αργία και του είπε. «Είσαι τυχερός που δε χτύπησα τα αρχίδια σου».
      Εκείνος παραπονέθηκε, πιάνοντας το πόδι του. «Είσαι τρελό κοριτσάκι μου;! Εισβάλεις μέσα στο σπίτι μου…».
«Δεν εισέβαλα» τον διέκοψε το κοριτσάκι. «Μου άνοιξες τη πόρτα και μπήκα μέσα».
«Τέλος πάντων» είπε εκείνος νευρικά. «Με χτύπησες στο καλάμι, πάνω από δύο φορές!» της φώναξε, δείχνοντας με το δείχτη του χεριού του, το σημείο όπου τον χτύπησε.
«Συγκεκριμένα ήταν…» έκανε μια μικρή παύση, μετρώντας με τα δάχτυλα της, τις φορές που τον χτύπησε. «Επτά!». Του είπε με ενθουσιασμό, δείχνοντας τα δάχτυλα της.
«Πάω να βάλω πάγο» μουρμούρισε εκείνος, σέρνοντας τον εαυτό του προς την κουζίνα.

      «Άτονος, φαίνεσαι» του είπε το κοριτσάκι, που στεκόταν πίσω του.
«Α!» αναφώνησε εκείνος τρομαγμένος. «Ήσουν στο σαλόνι» της είπε, βάζοντας την σακούλα με τον πάγο πάνω στο κεφάλι του.
«Τώρα είμαι στη κουζίνα» του είπε το κοριτσάκι. «Τι θες να πεις με αυτό;» τον ρώτησε στηρίζοντας με τα χέρια της, τη μέση της.
«Δεν ξέρω…Είμαι μπερδεμένος» της απάντησε εκείνος, ακουμπώντας παγάκια πάνω στο κεφάλι του.
      «Είμαι η Φρειδερίκη» του είπε χαμογελαστά, το κοριτσάκι.
«Το ξέρω, μου το έχεις ξανά πει. Δεν το θυμάσαι;» τη ρώτησε ξερά.
«Το δικό σου όνομα πανέξυπνε ποιο είναι;» τον ρώτησε ειρωνικά.
«Δεν έχω όνομα».
«Ω! Χαίρομαι που σε γνωρίζω δεν-έχω-όνομα» του είπε χαρούμενα το κοριτσάκι.
      Εκείνος στριφογύρισε τα μάτια του αγανακτισμένος, χώνοντας το κεφάλι του κάτω από το τρεχούμενο νερό της βρύσης της κουζίνας.
      «Έχω κάτι που θα σε βοηθήσει, θα νιώσεις καλύτερα» του έδειξε το σακουλάκι που κρατούσε στο ένα της χέρι.
      Εκείνος το πήρε το σακουλάκι, το άνοιξε και το μύρισε. «Δεν είναι καλής ποιότητας» της είπε, δίνοντας της πίσω το σακουλάκι. «Εγώ έχω καλύτερης» σκούπισε το πρόσωπο του σε μια πετσέτα.
«Πού το έχεις;» τον ρώτησε το κοριτσάκι.
«Είσαι μικρή για αυτό» της είπε τρίβοντας το πάνω μέρος του κεφαλιού της.
      Το κοριτσάκι έπιασε σφιχτά τους καρπούς των χεριών του, λέγοντας του απειλητικά. «Άκου, αν θες να τα πάμε καλά, μην ξανά αγγίξεις τα μαλλιά μου!» ξεκούμπωσε τα χέρια της από τους καρπούς του και με ανοιχτές τις παλάμες της έσιαξε τα μαλλιά της.
      Εκείνος τη κοιτούσε παράξενα, τρίβοντας μία τον έναν καρπό μία τον άλλον.
      «Έγινα κατανοητή;» τον ρώτησε σε πιο ήπιο, τόνο.
«Έγινες» της απάντησε. Δεν μπορούσε να καταλάβει, πώς ένα τόσο μικρό κοριτσάκι έχει τόση δύναμη και τόσο αθυρόστομα.
      «Τώρα πες, πού έχεις το πράμα για μαστούρωμα».
«Δεν πρόκειται να μαστουρώσω μαζί σου». Άνοιξε το βήμα του να φύγει, το κοριτσάκι τον σταμάτησε πατώντας του το πόδι.
«Μην κρίνεις από αυτό που βλέπεις» τον συμβούλεψε το κοριτσάκι, δείχνοντας τον εαυτό της. «Τα φαινόμενα απατούν».
«Ναι, ό,τι πεις» άπλωσε το χέρι του, να τρίψει το πάνω μέρος του κεφαλιού της, αλλά αντικρίζοντας το άγριο βλέμμα της σάστισε και μάζεψε το χέρι του πίσω και έπιασε το πονεμένο του πόδι.
«Αρχίζεις να μαθαίνεις» του είπε το κοριτσάκι.
      «Θέλεις να πάρουμε τηλέφωνο τον πατέρα σου, να έρθει να σε πάρει;» τη ρώτησε με λίγο πιο χαριτωμένο ύφος.
      «Εκεί που είναι ο πατέρας μου, δεν πιάνει το τηλέφωνο» του απάντησε το κοριτσάκι και εκείνος τνη κοίταξε παραξενεμένος. «Ταξιδεύουν πολύ. Κυρίως βόρεια. Συνήθως ανά μήνα μου στέλνει και μία κάρτα. Είναι πολύ τρελαμένος με την τύπισσα. Δεν έχει πια χρόνο για εμένα».
      «Εντάξει, εντάξει» την άρπαξε κάτω από τους ώμους της. «Είπες τον πόνο σου» και την οδήγησε σηκώνοντας της στον αέρα, έξω από την πόρτα. «Δρόμο τώρα» της έκλεισε την πόρτα στα μούτρα.
      «Για άγγελος είσαι πολύ κακός!» του φώναξε το κοριτσάκι, πίσω από την κλειστή πόρτα. Όσο και να βαρούσε, όσο και να φώναζε, εκείνος δεν ενέδιδε. Είχε ανέβει πάνω στη σοφίτα να ξαπλώσει. Κοιτάζοντας τον νυχτερινό ουρανό, τα βλέφαρα του ήταν σχεδόν έτοιμα να κλείσουν.

                                   * * * *

      «Αοουουουου!!».
      Ακούγοντας το συγκεκριμένο ουρλιαχτό, τινάχτηκε πάνω όρθιος.
«Αουουουουου!!».
      Κοίταξε από το παράθυρο της σοφίτας, έκπληκτος διαπίστωσε πως δε φαινόταν τίποτα στον ορίζοντα. Το ουρλιαχτό συνέχισε να ακούγεται. Κατέβηκε γρήγορα κάτω και βγήκε έξω. Έβρεχε πολύ δυνατά, δεν μπορούσε να δει καθαρά. Τριγυρνούσε στην αυλή, ψάχνοντας. Λίγο μετά, κοντά στην είσοδο του σπιτιού, έπεσε πάνω στο κοριτσάκι.
      «Αου!!». Φώναξε το κοριτσάκι με τα δυο της χέρια να περικυκλώνουν το στόμα της. «Αου!!». Τον κοίταξε χαρούμενα, με τα μάτια της να γυαλίζουν.
      Εκείνος την άρπαξε από τα πόδια, τη φόρτωσε πάνω στην πλάτη του σα τσουβάλι, την κουβάλησε μέχρι το εσωτερικό του σπιτιού και την πέταξε πάνω στην πολυθρόνα που καθόταν πριν.
      «Είσαι τρελό κοριτσάκι μου;!» της φώναζε, στέκοντας πάνω από το κεφάλι της. Πήρε μια βαθιά ανάσα, για να ηρεμήσει. «Καταλαβαίνεις τι έκανες;» της είπε σε πιο ήρεμο τόνο.
      «Πάνω κάτω» του απάντησε το κοριτσάκι.
«Θα έχουμε το νου μας…» ξεκίνησε να της λέει, κοιτάζοντας από παράθυρο σε παράθυρο.
«Ηρέμησε» τον διέκοψε. «Οι Λύκοι λείπουν. Άσε μου δεν είναι χαζοί. Αναγνωρίζουν το κάλεσμα».
Πήρε μια βαθιά ανάσα, για να του φύγει το άγχος. «Γιατί το έκανες αυτό;».
«Ήθελα να σε αναγκάσω, να με βάλεις και πάλι μέσα» του απάντησε με άνεση το κοριτσάκι. «Και το κατάφερα!» του είπε φωναχτά γελώντας.
      «Τι έχεις πάθει μαζί μου, κοριτσάκι μου;» τη ρώτησε αγανακτισμένος.
      «Ηρέμησε παθιασμένη εραστή, δεν την έχω πατήσει μαζί σου» ξεκίνησε να του λέει, γελώντας. «Απλώς τυχαίνει να είσαι ο σωτήρας μου» ολοκλήρωσε με σοβαρότητα.
«¨Απλώς τυχαίνει να είσαι ο σωτήρας μου¨» επανάλαβε τα λόγια της, σε πιο γρήγορα ρυθμό. «Απλώς, το λες τόσο απλά αυτό» είπε κουνώντας νευρικά τα χέρια του. «Δεν είμαι Θεός» δήλωσε, με γλυκύτητα.
      Το κοριτσάκι τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, με μία μάτια. «Όχι δεν είσαι» του είπε με δυσαρέσκεια. «Αν και δεν είσαι κακός. Τρώγεσαι, τρώγεσαι» είπε με κουνώντας το κεφάλι της πονηρά.
      Εκείνος ζάρωσε τα φρύδια του, κοιτάζοντας τον εαυτό του. Το κοριτσάκι του έκανε νόημα να κάνει μία στροφή. «Ο ποπός σου» του είπε σιγανά, ολοκληρώνοντας το νόημα της.
Εκείνος κάλυψε τον πισινό του με δύο του χέρια. «Πες μου τώρα ότι έχεις και σεξουαλικές ορέξεις;!» της είπε έντονα, φαινομενικά ενοχλημένος.
«Οού! Ένα κομπλιμέντο σου έκανα» το ύφος της συνέχιζε να είναι πονηρό.  «Εσύ το πήγες πολύ μακριά» συνέχισε να του λέει, αλλάζοντας το βλέμμα της. «Εγώ το μόνο που θέλω, είναι να γίνω και πάλι ο εαυτός μου».
      Ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος, εκείνος τινάχτηκε έντρομος. «Τι ήταν αυτό;!» ανασαίνοντας γρήγορα.
«Φοβάσαι τους Λύκους;» τον ρώτησε γελώντας.
«Είναι πολύ απαιτητικοί» της απάντησε εκείνος σιγανά.
«Ναι, το έχουν αυτό».
«Είσαι σίγουρο κοριτσάκι ότι λείπουν;».
«Ναι, είμαι σίγουρη».
«Και πού είναι;».
«Φαίνεται να γνωρίζεις πολύ καλά τους Λύκους, οπότε ξέρεις ότι δε δίνουν αναφορά σε κανέναν άλλο παρά μόνο στην Αγέλη τους και όποιος από την Αγέλη μαρτυρήσει πεθαίνει».
«Ναι γνωρίζω την τακτική τους. Είναι πολύ σκληροί».
«Έχουν πολλούς εχθρούς. Το πιστεύουν ως προδοσία».

                                   * * * *
      Ακολούθησε μία μικρή παύση. Η Φρειδερίκη τραγουδούσε παίζοντας με τις πλεξούδες της και εκείνος προσπαθούσε να λύσει την εσωτερική του διχόνοια. 
      «Καπνίζεις;» τη ρώτησε, υποκύπτοντας στην παρέα της.
      Το κοριτσάκι του έριξε πρώτα μία μάτια ευχαρίστησης και με το ένα της χέρι έβγαλε την καπνοθήκη της μέσα από τη μία άσπρη κάλτσα της.
«Ακολούθησε με» της είπε εκείνος, παίρνοντας την καπνοθήκη από το χέρι της.

                                   * * * *

      Ανέβηκαν πάνω στη σοφίτα. Εκείνος έβγαλε κάτω από το στρώμα ένα σακουλάκι με πράσινο περιεχόμενο.
«Έχεις χαρτάκια;» τη ρώτησε.
Το κοριτσάκι έβγαλε μέσα από τη καπνοθήκη της, τέσσερα χαρτάκια και του τα έδωσε.
«Κάτσε κάτω» της είπε. «Ξέρεις να στρίβεις τζιβάνα;».
«Με προσβάλεις τώρα» του απάντησε το κοριτσάκι.
      Έκατσαν στο πάτωμα, ο ένας απέναντι από τον άλλον. Εκείνος έστριψε το τσιγάρο και το κοριτσάκι έστριψε τη τζιβάνα.
      «Ποιος θα το σκάσει πρώτος;» τώτησε το κοριτσάκι, καθώς έκλεινε την άκρη του τσιγάρου.
«Θα μου επιτρέψεις να το κάνω εγώ, για να ελέγξω πόσο δυνατό είναι» της απάντησε εκείνος, δείχνοντας της το τσιγάρο.
«Όπως επιθυμείς» του είπε το κοριτσάκι, δίνοντας του το στριφτό τσιγάρο.
      Εκείνος άναψε πρώτος το τσιγάρο, ρούφηξε δύο τζούρες και της το έδωσε. «Δύο ο καθένας» της είπε και μετά άφησε τον καπνό ελεύθερο να βγει από τα ρουθούνια του.
      Στη συνέχεια, έστριψαν και κάπνισαν αλλά τρία. Εντελώς μαστουρωμένοι, ξάπλωσαν στο πάτωμα κοιτάζοντας το ταβάνι.
«Νιώθω να πετάω στο διάστημα» είπε το κοριτσάκι. «Βλέπω τα αστέρια τόσο καθαρά» τέντωσε τα χέρια της προς τα πάνω, έχοντας την αίσθηση πως πιάνει τα αστέρια που βλέπει.
      «Η ζωή είναι μια σκέτη βλακεία» είπε απότομα εκείνος.
«Γιατί το λες αυτό;» τον ρώτησε το κοριτσάκι, αφήνοντας τα χέρια της να πέσουν κάτω απογοητευμένα.
«Δεν έχει κανένα νόημα» συνέχισε να λέει, περιστρέφοντας το στριφτό τσιγάρο στα δάχτυλά του.
      «Μιλάς εκ προσωπικού ή γενικώς;» τον ρώτησε το κοριτσάκι.
«Και τα δύο» της απάντησε εκείνος αμέσως. «Ποιο το νόημα να ζεις, αφού θα πεθάνεις έτσι και αλλιώς».
      «Θα σου απαντήσω…προσωπικά» έγλυψε τα χείλη της, που είχαν στεγνώσει και συνέχισε το λόγο της. «Η δική μου ζωή έχει νόημα. Πρώτον ως γνήσια Κυνηγός έχω παρά πάνω προνόμια, δεύτερον πρέπει επειγόντος να βρω τον πατέρα μου και να διώξω τη τσούλα που έχει στο πλάι του…».
«Είναι ευτυχισμένος μαζί της» τη διέκοψε, τονίζοντας ιδιαίτερα το επίθετο «ευτυχισμένος».
      «Έτσι νομίζει ή μάλλον έτσι τον έχει κάνει να πιστεύει» του εξήγησε αμέσως το κοριτσάκι.
«Τυφλός έρωτας;» τη ρώτησε τρυφερά
«Καλά ναι από τύφλα άλλο τίποτα» απάντησε με αμεσότητα το κοριτσάκι. «Πρώτα από όλα πρέπει να λύσω τα μάγια. Διαφορετικά, δε μπορέσω να κάνω τίποτα από όλα αυτά».
«Είσαι μαγεμένη;! Από έρωτα;!».
«Μην γίνεσαι βλάκας» τον συμβούλεψε το κοριτσάκι. «Αυτό που προσπαθώ να σου πω, από την πρώτη στιγμή που σε είδα…!».
«Μη φωνάζεις καλέ! Το αυτί μου!» παραπονέθηκε, τρίβοντας το αυτί του. 
«Συγγνώμη» του είπε σιγανά. Μιλούσε δυνατά, χωρίς να το καταλάβει. «Βρέθηκα αντιμέτωπη με ένα Δαίμονα, ήταν πάνω από τις δυνάμεις μου. Διασκέδασε μαζί μου».
      «Ω, θα υπέφερες πολύ μικρό μου κοριτσάκι» τη διέκοψε, καταλαβαίνοντας τον πόνο της.
      «Ναι» απάντησε κοφτά το κοριτσάκι και συνέχισε να μιλάει. «Τον παρακαλούσα να με σκοτώσει, δεν μπορούσα να παλέψω, μα ούτε και να πεθάνω…Για ακόμα περισσότερη διασκέδαση με φυλάκισε σε αυτό το τοσοδούλικο σώμα. Μοιάζω με επτά χρονών!».
      «Πόσο χρονών είσαι πραγματικά;» τη ρώτησε, δείχνοντας αδιαφορία για όλα τα υπόλοιπα.
«Είκοσι τρία» του απάντησε αμέσως.
«Είκοσι τρία;! Και πολέμησες με Δαίμονα;» τη ρώτησε εντυπωσιασμένος.
«Σου είπα, ήταν πάνω από τις δυνάμεις μου».
«Για αυτό πιστεύεις πως είμαι ο σωτήρας σου; Πιστεύεις πως εγώ μπορώ να λύσω τα μάγια σου;».
«Ναι».
«Ποιος σου το είπε αυτό;».
«Μια κυρία, δε μου είπε το όνομα της, δεν τη ρώτησα κιόλας. Μου είπε, να πάω στην Εκκλησία, να ακούσω τη λειτουργία, να ανάψω κερί και να προσευχηθώ και αμέσως μετά εμφανίστηκες εσύ!».
«Και εμένα μου αρέσει να πηγαίνω Εκκλησία, ξέρεις».
«Ήταν μοιραίο. Γιατί εγώ δεν πηγαίνω Εκκλησία. Ξέρεις, οι Κυνηγοί είναι άθεοι».
«Δεν είμαι αυτό που ψάχνεις, λυπάμαι». Σηκώθηκε και πήγε κοντά στο παράθυρο. Κάλυψε το πρόσωπο του, κλαίγοντας. «Είμαι τιμωρημένος» είπε κλαίγοντας.
      Η Φρειδερίκη τον κοιτούσε, ακούγοντας το κλάμα του, δεν ήξερε τι να κάνει. Ήταν μικρόσωμος. Γύρω στο ένα και εξήντα, με μακριά ξανθά μαλλιά και ανοιχτές πλάτες. Το πρόσωπο του ήταν λίγο στρουμπουλό με κόκκινα μάγουλα. Η ανάσα της κόπηκε βλέποντας, από τα γαλανά του μάτια να τρέχουν δάκρυα.
«Μη με λυπάσαι!» της είπε κλαίγοντας ακόμα πιο δυνατά.
«Δε…δε σε λυπάμαι» του είπε εκείνη διστακτικά. «Γιατί δεν ξελύνεις τα φτερά σου; Θα νιώσεις καλύτερα» τον συμβούλεψε μαλακά.
      Εκείνος έβγαλε το πουκάμισο του, ξέλυσε τη λευκή κορδέλα και αμέσως τα φτερά του απλώθηκαν πίσω  από τους ώμους του.
      «Καλύτερα;» τον ρώτησε, πιάνοντας ελαφρά τις άκρες των φτερών του. Ήταν τόσο μαλακά.
«Ναι. Πολύ» της απάντησε σκουπίζοντας τα μάτια του.
«Είναι πανέμορφα τα φτερά σου» του είπε αγγίζοντας με ευχαρίστηση, τα απαλά πούπουλα των λευκών φτερών του.
      «Σε ευχαριστώ» της είπε κουνώντας χαρωπά τα φτερά του.
Η Φρειδερίκη γέλασε.
«Πες μου…τώρα που ξέρεις ότι δεν μπορώ να σε βοηθήσω…θα φύγεις;» τη ρώτησε κοιτάζοντας τα μάτια της.
«Πες μου πρώτα…γιατί είσαι τιμωρημένος;» τον ρώτησε εκείνη.
      Εν συντομία της διηγήθηκε την ιστορία του. «Θέλω να πεθάνω!» είπε έτοιμος να βάλει τα κλάματα. «Ζω ένα δράμα!».
      «Έλα τώρα, μην κλαις…» έψαχνε να βρει κάτι καλό να του πει. «Η ζωή είναι ωραία!».
      Εκείνος δυνάμωσε το κλάμα του, βουλιάζοντας το κεφάλι του μέσα στις ανοιχτές παλάμες του.
      «Έλα μη κλαις…» ετοιμάστηκε να πει πάλι το ίδιο. Αλλά σκέφτηκε πως η ζωή δεν είναι για όλους ωραία, όμως η έκφραση δεν παύει να είναι πιασάρικη.
      «Δεν καταλαβαίνεις!» ξεκίνησε να της λέει, κλαίγοντας. «Δεν έχω ζωή. Δεν έχω ύπαρξη! Σε λίγο θα χάσω την αγγελική μου χάρη. Τα φτερά μου θα πέσουν και ύστερα θα γεράσω…» σκούπισε τη μύτη του με το χέρι του και συνέχισε να κλαίει λέγοντας. «Το υπέροχο, γλυκό, φρέσκο, πανέμορφο πρόσωπο μου θα γεμίσει ρυτίδες.» έπιασε τα μάγουλα του, κοιτάζοντας την δακρυσμένα.
      Το κοριτσάκι ξεροκατάπιε, με τόση μαστούρα είχε στεγνώσει το στόμα της. Κωλυόταν να μιλήσει, ξανά ξεροκατάπιε. «Για να καταλάβω καλύτερα…» Δεν μπορούσε με τίποτα να τον κοιτάζει, είχε ένα τόσο λυπημένο βλέμμα.
      Η  απόχρωση των ματιών του, από το κλάμα είχε ανοίξει, κάνοντας τα μάτια του πιο όμορφα και λαμπερά. Δεν είχε αντικρίσει πιο υπέροχα μάτια, ένιωθε πολύ σίγουρη για αυτό.
      Γύρισε με αποφασιστικότητα ολόκληρο το πρόσωπο της προς τα μπροστά, κοιτάζοντας ευθεία. Έτσι μπόρεσε να συγκεντρωθεί και να μιλήσει χωρίς να κολλάει. «Η τιμωρία σου είναι να ζεις σαν άνθρωπος κουβαλώντας τα φτερά σου, μέχρι να γίνεις ολοκληρωτικά άνθρωπος και να πεθάνεις».
«Κάπως έτσι» της απάντησε εκείνος κοφτά.
      «Ωραία! Όταν πέσουν τα φτερά σου, κόψε τις φλέβες σου και ψόφα!» του είπε με άστοχο ενθουσιασμό.
      «Δεν είναι τόσο απλό όσο το λες» της είπε εκείνος μουτρωμένος. «Αν ήταν θα ήμουν σε καλύτερη ψυχολογική κατάσταση».
      «Και πώς είναι δηλαδή;».
«Ό,τι και να κάνω δε μπορώ να πεθάνω. Εκείνοι…» είπε δείχνοντας ψηλά. «Θα πάρουν την απόφαση για το πότε θα πεθάνω. Μέχρι τότε, είμαι αναγκασμένος να ζω».
«Μα αυτό είναι υπέροχο!» είπε με εύστοχο ενθουσιασμό.
      «Απαίσιο είναι!» φώναξε υψώνοντας το κεφάλι του.
«Θα έχεις αιώνια ζωή. Θα μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις…» ξεκίνησε να του εξηγεί, έχοντας την εντύπωση πως θα τον κάνει να νιώσει καλύτερα.
      «Έχω κάνει ό,τι θέλω» της απάντησε ξερά. «Ό,τι μπορείς να φανταστείς. Τα έχω δοκιμάσει όλα, σε τέτοιο βαθμό που πλέον όλα μου φαίνονται βαρετά και ανούσια» βούρκωσαν τα μάτια του. «Ζω ένα δράμα!».
      «Είμαι το νόημα της ζωής σου!» του είπε αγκαλιάζοντας το ένα του φτερό.
«Γιατί νιώθω χειρότερα τώρα;» τη ρώτησε κοιτάζοντας την με απέχθεια.
      Η Φρειδερίκη σταύρωσε τα χέρια της, κάτω από το στήθος της και μούγκρισε θυμωμένα.
      «Αυτό που χρειάζεσαι είναι ένας ολοκληρωτικά Άγγελο να πολεμήσει με τον Δαίμονα και να γίνεις πάλι ο εαυτός σου» εξήγησε εκείνος, θέλοντας να αλλάξει την ατμόσφαιρα.
«Αυτό ακριβώς!» είπε ενθουσιασμένα η Φρειδερίκη.
«Είναι πάνω από τις δυνάμεις μου» της απάντησε εκείνος.
«Θα δυναμώσεις. Πίστεψε με, δεν είσαι τόσο αδύναμος όσο πιστεύεις» του είπε κοιτάζοντας τον, με βλέμμα γεμάτο σιγουριά.
      «Έχει μείνει λίγο ακόμα» της είπε δείχνοντας της, το μισοάδειο σακουλάκι. «Θα βγαίνει ένα τσιγάρο, θα βάλουμε και λίγο από τον καπνό σου και θα είναι μια χαρά».
«Ας το καπνίσουμε!» έκατσε στο πάτωμα, κάνοντας του νόημα να καθίσει δίπλα της.

                                   * * * *
      «Φτερωτέ;». Φώναξε σε κάποια στιγμή, το κορίτσι. «Φτερωτέ;» επανέλαβε το κορίτσι, χτυπώντας ελαφρώς το πλευρό του με τον αγκώνα της.
      «Εμένα αποκαλείς έτσι;» τη ρώτησε εκείνος παραξενεμένος.
«Α, δε σου το είπα» είπε το κοριτσάκι και ρούφηξε μία τζούρα. «Σου έδωσα όνομα, Φτερωτέ».
      «Α, ναι. Τι όνομα;» τη ρώτησε παίρνοντας το τσιγάρο από το χέρι της.
 «Φτερωτός».
«Α, επειδή έχω φτερά».
«Ακριβώς».
«Καλό μου φαίνεται».
«Τι δε σου αρέσει;» τον ρώτησε το κοριτσάκι. «Μπορώ να βρω κάποιο άλλο, αν δε σου αρέσει…».
«Όχι καλό είναι» της απάντησε αμέσως ο Φτερωτός. «Να σου πω την αλήθεια, δεν ξέρω πώς είναι να έχεις όνομα, δεν είχα ποτέ μέχρι τώρα».
      «Αλήθεια, γιατί;».
«Τι γιατί;».
«Γιατί δεν είχες όνομα μέχρι τώρα;».
«Επειδή είμαι άγγελος. Οι Άγγελοι δεν έχουνε όνομα».
«Και πώς ξεχωρίζετε ο ένας τον άλλον;».
«Μα με τη διαφορετικότητα του χαρίσματός. Κάθε άγγελος εκπέμπει και διαφορετικό φως». Γύρισε το κεφάλι του, να δει το πρόσωπο της.     Ήταν μικρό και στρογγυλό, ανοιχτόχρωμο. Σήκωσε λίγο πιο πάνω το κεφάλι του, για να δει καλύτερα. Τα μάτια της ήταν στρογγυλά και μαύρα, οι βλεφαρίδες της λεπτές και μακριές τα φρύδια της δύο λεπτές γραμμές, η μύτη της μικρή και λίγο στραβή, τα χείλια της ήταν λίγο μικρά αλλά ζουμερά. Τα μαλλιά της ξανθά μακριά δεμένα σε δύο πλεξούδες πάνω από τα αυτιά ριγμένες σε δύο αντίθετες κατευθύνσεις έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη. Φορούσε μία μάλλινη ροζ μπλούζα, μία μαύρη κοντή φούστα και δύο άσπρες κάλτσες μέχρι τα γόνατα. Τα παπούτσια της…τα είχε βγάλει. Δε θυμόταν τι παπούτσια φορούσε. Δεν πρόσεξε τα παπούτσια. Δεν την είχε προσέξει μέχρι στιγμής, το μόνο που ήθελε ήταν να τη διώξει. «Είσαι η νονά μου!». Της είπε αμήχανα, όταν εκείνη πρόσεξε ότι τη παρατηρεί από πάνω μέχρι κάτω. Ξάπλωσε πάλι στο πάτωμα, κοιτάζοντας το ταβάνι.
      Η Φρειδερίκη έγειρε λίγο προς το μέρος του, της άρεσαν πολύ τα φτερά του. Είχε δει αμέτρητα φανταστικά πλάσματα, με τα περισσότερα είχε πολεμήσει και τα είχε φυλακίσει κιόλας. Όμως, ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε από κοντά έναν άγγελο και μπορούσε να τον αγγίξει! Αισθανόταν πάρα πολύ χαρούμενη για αυτό.

                                   * * * *

      Οι Άγγελοι όπως είναι γνωστό δεν έχουν ονόματα, ούτε ύλη. Οι Άγγελοι είναι αέρινες προσωπικότητες, μπορούν να πάρουν όποια μορφή θέλουν. Και τα δαιμόνια και οι Δαίμονες το ίδιο είναι. Η διαφορά είναι: οι Άγγελοι μεταμορφώνονται ενώ τα σκοτεινά πλάσματα στοιχειώνουν.

                                   * * * *
      «Θέλεις λαμπάδα για το Πάσχα;» τον ρώτησε.
«Μπα, είναι μπανάλ».
«Δε θέλεις κάποιο δώρο;» τον ρώτησε το κοριτσάκι.
«Θέλω να κοιμηθώ» απάντησε με κλειστά τα μάτια.

      Το κοριτσάκι τον κοιτούσε για λίγο που κοιμόταν, σχεδόν δεν ανέπνεε. Εντυπωσιάστηκε, που δε ροχάλιζε. Αναρωτήθηκε, αν ροχαλίζει η ίδια και αν ναι, μήπως τον ξυπνήσει με το ροχαλητό της. Ύστερα σκέφτηκε πώς να περνάει ο πατέρας της, είχε καιρό να μάθει νέα του. Λίγο πριν κοιμηθεί, στριφογύρισε νευρικά μη θέλοντας άλλο να είναι παιδί και κάπως έτσι την πήρε ο ύπνος.



Constantine Red Moon

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου