Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

22 Δεκ 2016

0 Μετάλλαξη (Κεφάλαιο 26) Δράση και Αντίδραση

Ο Ορφέας κοίταξε την φωτογραφία προσεκτικά. Είχαν περάσει πάνω από τέσσερα χρόνια από τότε που την είχε βρει ξεχασμένη ανάμεσα στα πράγματα της μητέρας του. Ο χρόνος είχε ξεθωριάσει τα γεγονότα  και τα  χαρακτηριστικά του Δημοσθένη Ανδριαννού είχαν χαθεί από τη μνήμη του. Τώρα όμως που έβλεπε το πρόσωπο του δίπλα σε εκείνο της Αιμιλίας η ομοιότητα ήταν ξεκάθαρη.
   Ίδια μαλλιά, ίδια μάτια και μία παρόμοια έκφραση.
   Πότε δεν είχε μιλήσει στα μέλη του Δράκου για τα ευρήματα του εκείνη τη μέρα. Η θεία του του είχε εξηγήσει λακωνικά την ιστορία του Δημοσθένη Ανδριαννού. Ήταν μέλος της συμμαχίας και κομμάτι της ίδιας  παρέας που ανήκαν και οι γονείς του.  Κανείς όμως δεν  ήθελε να θυμάται τη μετάλλαξη που αντί να υποστηρίξει το είδος της είχε παρατήσει τη συμμαχία γιατί ήταν αντίθετη με την οπτική της  για τους ανθρώπους.

   Αυτή του η άποψη άλλωστε ήταν που τον  βοήθησε  να επιβιώσει μέχρι τώρα, παρ΄ όλο που οι παλιοί  του φίλοι είχαν πεθάνει. Σήμερα όμως έμοιαζε να ερχόταν το τέλος της εποχής του και ίσως το τέλος εποχής για τις μεταλλάξεις και τη συμμαχία γενικά.
   «Δεν καταλαβαίνω» είπε με σιγανό τόνο η Μαριάννα, που δεν είχε ξεστομίσει ούτε λέξη από τη στιγμή που είχε μπει στο υπόγειο. «Και πάλι, γιατί να επιλέξουν το πατέρα της Αιμιλίας σαν κατηγορούμενο; Ακόμα και αν άνηκε στο παρελθόν στη συμμαχία, η ζωή του είναι ειρηνική τα τελευταία χρόνια. Δεν παντρεύτηκε καν μετάλλαξη»
   Η Μαριάννα είχε δίκιο. Δεν υπήρχε προφανής λόγος για την σύλληψή του. Πόσο μάλλον από τη στιγμή που είχε μετατραπεί στην « ιδανική» μετάλλαξη μέσα την Ενότητα Ειρήνης αφού δεν προκαλούσε ποτέ με τις πράξεις του. Υπήρχαν πιο προκλητικές και ενεργητικές  μεταλλάξεις που θα μπορούσαν να κατηγορήσουν αντί εκείνου.
   «Είναι σύμβολο» είπε ο Ορφέας.
   Η κλαμένη Αιμιλία στράφηκε απορημένη προς τον Ορφέα.
   Εκείνος κοίταξε για ακόμη μία φορά την εικόνα με τις επτά μεταλλάξεις. Η συμμαχία υπήρχε εξαιτίας τους. Ακόμη και ο Δημοσθένης Ανδριαννός, που  θεωρούνταν στιγματισμένος από τις μεταλλάξεις που ίδρυσαν τότε στη συμμαχία, ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της.
   «Ο πατέρας της Αιμιλίας για την αστυνομία συμβολίζει την αρχή της συμμαχίας. Τον κρατούσαν τόσο καιρό ζωντανό όχι μόνο επειδή δεν προκαλούσε, αλλά και γιατί αποτελούσε παράδειγμα για τις υπόλοιπες μεταλλάξεις. Η άγνοια όμως που έχουν  οι καινούργιες γενιές μεταλλάξεων για το πρόσωπο του δεν βοήθησε τελικά να περαστεί αυτό το μήνυμα. Συγχρόνως, τους τελευταίους μήνες συμμετείχε η ίδια η Αιμιλία στη συμμαχία, ακόμα και αν αποχώρησε μετά. Γεγονός που σημαίνει για τις αρχές, πως ο Δημοσθένης Ανδριαννός, όχι μόνο δεν μπορεί να επηρεάσει τις μεταλλάξεις αλλά δεν μπορεί καν να συνετίσει την ίδια του την κόρη που εναντιώθηκε στην Ωκεανία»
   Η Αιμιλία έτριψε τα κόκκινα μάτια της. Ποτέ δεν της είχε περάσει από το μυαλό πως οι δικές της πράξεις θα μπορούσαν ποτέ να επηρεάσουν με αυτό τον τρόπο τον πατέρα της. Πίστευε πως από τη στιγμή που δεν γνώριζε τίποτα για τη συμμαχία, οποιοδήποτε βάρος για τις πράξεις της θα έπεφτε πάνω της. Ακόμα και όταν εκείνος της είχε αποκαλύψει την αλήθεια δεν σκέφτηκε πως θα μπορούσε η πόλη να αντιληφθεί τη δική της ανάμειξη στα σχέδια των μεταλλάξεων. Θεωρούσε πως πατούσε σε σταθερό και ασφαλές έδαφος.
   Αυτό που δεν είχε υπολογίσει ήταν πως η ιστορία του πατέρα της και η ανάμειξη του στη συμμαχία, τον είχε στοχοποιήσει για πάντα. Μπορεί να ζούσε μία ήσυχη ζωή κλεισμένος στο υπόγειό του, κρατώντας τα μυστικά του επτασφράγιστα αλλά τέτοιου είδους «αμαρτήματα» δεν μπορούσαν να διαγραφούν εύκολα από τη μνήμη της πόλης.
   «Δηλαδή τον θεωρούν άχρηστο; Για αυτό τον θέλουν νεκρό;» ρώτησε η Λορέτα.
   «Όχι ακριβώς» είπε ο Ορφέας καθώς το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς για να βάλει τα καινούργια γεγονότα σε σειρά. «Αληθεύει πως γνωρίζει πολλά, και παρόλο που δεν τα μοιράζεται είναι επικίνδυνα. Αλλά αυτό ισχύει και για πολλές άλλες μεταλλάξεις, εντός και εκτός συμμαχίας. Τον Δημοσθένη Ανδριαννό τον χρησιμοποιούν σαν σύμβολο για να περάσουν ένα καινούργιο μήνυμα»
   Το βλέμμα του Ορφέα κόλλησε πάνω στην Αιμιλία κάνοντας την να ανατριχιάσει.
   «Και σαν μέσο χρησιμοποιούν εσένα»
   Η Αιμιλία ξεροκατάπιε.
   Το μυαλό της βρέθηκε σε ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση. Πως γινόταν να την χρησιμοποιούν για να περάσουν κάποιο μήνυμα; Και ποιο μήνυμα ήταν αυτό; Αφού το πρόσωπο του πατέρα της ήταν στις ειδήσεις μαζί με τα πρόσωπα των νεκρών μεταλλάξεων. Ούτε εκείνη γνώριζε κάτι παραπάνω από τους δημοσιογράφους που κάλυπταν την είδηση.
   Δεν άργησε όμως να καταλάβει τη λογική του Ορφέα.
 Μετά την αδικαιολόγητη σύλληψη του πατέρα της κατευθύνθηκε απευθείας στη συμμαχία για να ζητήσει βοήθεια καθώς οι μεταλλάξεις ήταν τα μοναδικά άτομα που θα μπορούσαν να αντιληφθούν την αλήθεια πίσω από τη σύλληψη του. Ακόμα και αν δεν μπορούσαν να την βοηθήσουν, ήταν οι μοναδικοί που είχαν τη δυνατότητα να της προσφέρουν στήριξη στη δύσκολη θέση που βρέθηκε ξαφνικά. Άλλωστε οι μεταλλάξεις είχαν ζήσει πολλές φορές παρόμοιες καταστάσεις.
   Δεν υπήρχε περίπτωση να μείνει κλεισμένη σπίτι της με τη μητέρα και την αδελφή της, αποδεχόμενη  τον επικείμενο θάνατο του πατέρα της. Συγχρόνως, ως άμεση συγγενής του «εμπρηστή» που προκάλεσε πανικό στην Ωκεανία, θα έπρεπε να υποστεί τα απαξιωτικά  βλέμματα όλης της πόλης. Η οικογένεια της είχε στιγματιστεί. Ήταν αδύνατο να βρει από κάποιον τρίτο στήριξη καθώς όλες οι πόρτες της πόλης θα ήταν κλειστές στην κόρη του εμπρηστή.
Το να αποταθεί στο Δράκο ήταν μονόδρομος.
   Αν η ίδια δεν είχε φτάσει έως εκεί, η σύλληψη του πατέρα της θα είχε κάνει εντύπωση στα παιδιά, αλλά δε θα έδιναν παραπάνω σημασία στο επικείμενο θάνατο μιας μετάλλαξης που αγνοούσαν την ταυτότητα της. Αντιθέτως, θα ένιωθαν ανακούφιση που οι ίδιες και οι κοντινές τους μεταλλάξεις ήταν ασφαλείς, έστω και αν ήξεραν ότι η  ασφάλεια τους θα  ήταν παροδική.
   Με την άφιξη της στη γειτονιά των φαντασμάτων βέβαια, ένα ολόκληρο κομμάτι της ιστορίας της συμμαχίας είχε ξεθαφτεί. Μαζί και ο ρόλος του πατέρα της στη δημιουργία της, αν και αυτός ακόμα δεν είχε ξεκαθαρίσει στο μυαλό της. Το τελευταίο ιδρυτικό μέλος της συμμαχίας επρόκειτο να εκτελεστεί, αφού πρώτα είχε κατηγορηθεί πως είχε σκοτώσει τις ίδιες μεταλλάξεις που κάποτε έβλεπε σαν φίλους.
   Μία μετάλλαξη που έβαζε τέλος σε αυτό που κάποτε η ίδια είχε ξεκινήσει…
   «Θέλουν τη διάλυση της συμμαχίας» ψιθύρισε συνειδητοποιώντας το κρυφό μήνυμα που άθελα της είχε μεταφέρει.
   Ο Ορφέας έκανε ένα θετικό νεύμα. «Ή εμείς θα διαλύσουμε τη συμμαχία που ξεκίνησε ο Δημοσθένης με τις υπόλοιπες μεταλλάξεις πριν από είκοσι ένα χρόνια ή θα φροντίσουν οι ίδιοι να την διαλύσουν. Και ο δικός τους τρόπος δε θα είναι  ευχάριστος»
   Απόδειξη ήταν η εξολόθρευση του Φοίνικα. Η πολιτάρχης μ΄ αυτό τον τρόπο απαιτούσε απ’ όλες τις μεταλλάξεις να σταματήσουν τη λειτουργία των ομάδων τους και κατά συνέπεια την επανάσταση που ετοίμαζαν. Αν οι απαιτήσεις της δεν γίνονταν δεκτές θα έφτανε στα άκρα και θα τις αφάνιζε η ίδια. Ο Δημοσθένης Ανδριαννός ήταν η τελευταία ανάμνηση από την ίδρυση της συμμαχίας και με το θάνατ'ο του ήθελαν να πεθάνει οριστικά και η οργάνωση που είχε δημιουργηθεί και με τη δική του βοήθεια.
   «Ααααααα!» ούρλιαξε η Αιμιλία προσγειώνοντας με δύναμη τη γροθιά της στο μεταλλικό γραφείο.
   Πως την είχε πατήσει έτσι;
   Η πολιτάρχης πίστευε πως είχε το δικαίωμα να παίζει με τις ζωές τους και κατάφερε να μεταστρέψει την κατάσταση ευνοϊκά για τα δικά της δεδομένα. Ήταν απελπισμένη και εξοργισμένη. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να σταματήσει τον θάνατο του πατέρα της, ο ιός είχε καταστραφεί και αν τολμούσαν να κάνουν οτιδήποτε άλλο που εναντιωνόταν σε εκείνη, σύντομα θα πέθαιναν και οι υπόλοιπες μεταλλάξεις.
   Το χειρότερο για την Αιμιλία ήταν ότι παρασύρθηκε να πράξει όπως ακριβώς είχε σχεδιάσει η πολιτάρχης και τώρα αισθανόταν σαν πιόνι της. Σαν να μην μπορούσε καν να έχει δική της βούληση.
   Έτσι ένιωθαν οι μεταλλάξεις όλον αυτό το καιρό;
   Τώρα, ακόμα και αν δε συμφωνούσε με τη στάση τους απέναντι στους ανθρώπους, καταλάβαινε γιατί ήταν απολύτως απαραίτητο να αλλάξουν τα δεδομένα μέσα στην πόλη. Αρρώσταινε στη σκέψη πως καθόταν με σταυρωμένα τα χέρια μετά από τη σύλληψη του πατέρα της.
   Τα υπόλοιπα παιδιά κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.
   «Δεν υπάρχει περίπτωση να διαλύσουμε τη συμμαχία!» είπε η Λορέτα με ζωντάνια. «Είναι το καταφύγιο μας!»
   Ήταν η μοναδική τους διέξοδος από μία κοινωνία που ήθελε να αφανίσει τις  μεταλλάξεις. Στο περιβάλλον της ομάδας ξεχνούσαν πως ήταν κυνηγημένοι και αναδυόταν στη επιφάνεια αναδυόταν ο πραγματικός τους εαυτός που κρατούσαν κρυμμένο. Η διάλυση της συμμαχίας θα σήμαινε καταπίεση πέρα από κάθε προηγούμενο.
   Ο Δάκης κοίταξε την Λορέτα προβληματισμένος.
   «Θα πάψει να είναι καταφύγιο, αν μία μία οι ομάδες αρχίσουν να χάνονται» είπε με ηρεμία. Αλλά ήταν ξεκάθαρο από τον τόνος της φωνής του πως ήταν δυσαρεστημένος.
   «Δεν έχει σημασία! Θα μείνουμε εδώ και θα παλέψουμε!» είπε ο Μανώλης με δυναμισμό. «Ας έρθουν! Είμαστε έτοιμοι!»
   «Συμφωνώ» πρόσθεσε ο Λεωνίδας. Η Μαριάννα που καθόταν δίπλα του έκανε ένα θετικό νεύμα.
   «Το πνεύμα της συμμαχίας είναι αθάνατο!» είπε ο Ιάσονας. «Ακόμα και αν πεθάνουμε πάντα θα υπάρχουν μεταλλάξεις που θα ακολουθούν τα χνάρια μας!»
   «Ακριβώς όπως συμβαίνει τα τελευταία είκοσι ένα χρόνια» είπε ο Γιάννης. Είχε τυλίξει το μπράτσο του γύρω από την Κατερίνα η όποια έκανε και αυτή ένα θετικό νεύμα.
   Ο Γρηγόρης, ο Αναστάσης και ο Μάρκος δεν είπαν τίποτα. Αλλά από τα βλέμματά τους άνετα μπορούσε κάποιος να καταλάβει πως και εκείνοι ήταν διατεθειμένοι να ρισκάρουν τα πάντα για να διατηρήσουν τη συμμαχία ζωντανή. Ο Μάρκος συγκεκριμένα, που σπάνια σηκωνόταν από το αγαπημένο του μαξιλάρι, είχε μια έκφραση πεισματική και θαρραλέα και έσφιγγε τη γροθιά του επαναστατικά.
   Η Αιμιλία θαύμασε τα παιδιά που ήταν έτοιμα να θυσιάσουν τις ζωές τους για την ιδέα της συμμαχίας. Παρόλο που τα όνειρα τους είχαν καταστραφεί και η διάλυση της ομάδας που τόσο αγαπούσαν έμοιαζε μονόδρομος, εκείνα ήταν διατεθειμένα να υποστηρίξουν αυτά που πιστεύουν, ακόμα και έβαζαν σε κίνδυνο τις ζωές τους. Η στάση τους είχε έναν ιδιαίτερο ρομαντισμό, αν και μεγάλωνε την ανασφάλεια που ένιωθε.
   Και αυτή η ανασφάλεια εντάθηκε ακόμα περισσότερο.
   Η φωνή της Εύης ακούστηκε το ίδιο απελπισμένη με αυτή της Αιμιλίας όταν είχε μπει στο υπόγειο.
   «Δεν καταλαβαίνετε τίποτα!» είπε και σηκώθηκε όρθια. Όλα τα παιδιά την κοίταξαν με έκπληξη.
   Με το ζόρι κρατούσε σταθερά τα χέρια της. Η ανάσα της ήταν βαριά. Σκεφτόταν όλα τα πιθανά ενδεχόμενα μετά την καταστροφή του Φοίνικα. Κανένα δεν ήταν καλό.
   Η Αιμιλία κοίταξε τον Δάκη και τη συγκρατημένη έκφραση του. Ήταν σίγουρη πως ούτε εκείνος δε ενθουσιαζόταν με το πνεύμα που είχαν δείξει τα υπόλοιπα παιδιά. Δεν άργησε να καταλάβει πως τα ίδια συναισθήματα είχε και ο Ορφέας.
   Η Εύη συνέχισε να μιλάει με τον ίδιο φορτισμένο τόνο. «Η συμμαχία δημιουργήθηκε με σκοπό να βοηθήσει τις μεταλλάξεις, όχι για να πεθάνουν τα μέλη της! Ποιο είναι το νόημα να συνεχίσει να υπάρχει η συμμαχία αν πεθάνουμε όλοι; Το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να αποτελέσουμε παράδειγμα προς αποφυγή για τις καινούργιες γενιές μεταλλάξεων!»
   Η φωνή της τρύπησε τα τύμπανα της Αιμιλίας.
   Η Εύη είχε δίκιο. Δεν άξιζε να θυσιαστούν οι ζωές όλων των μελών της συμμαχίας μόνο και μόνο για μία ιδέα, χωρίς κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Αν οι μεταλλάξεις δεν μπορούσαν να παλέψουν ουσιαστικά, να διεκδικήσουν ένα καλύτερο μέλλον για τις ίδιες και τους απογόνους τους ο θάνατος τους θα ήταν μάταιος.
   Ήταν καλύτερο να διαλυθεί η συμμαχία και να σωθούν οι εναπομείνασες μεταλλάξεις. Ίσως η πολιτάρχης να τους έδινε μία δεύτερη περίοδο χάριτος και να μην υπήρχαν απώλειες για κάποιο διάστημα μετά τη διάλυση της. Και έως τότε οι μεταλλάξεις μπορεί να έβρισκαν έναν καλύτερο τρόπο για να περάσουν το μήνυμα τους, ακόμα και αν χρειάζονταν άλλα είκοσι ένα χρόνια.
   «Είσαι το τελευταίο άτομο που περιμέναμε να μιλήσει με τέτοια λόγια Εύη. Να τα πει η Αιμιλία να το καταλάβω» είπε με θράσος ο Ιάσονας που προφανέστατα είχε παρεξηγήσει τα λόγια της.
   Η Αιμιλία ενοχλήθηκε από τα λόγια του, αλλά δεν είπε τίποτα. Ο Ιάσονας δεν ήταν κάποιος που είχε νόημα να διαπληκτιστεί μαζί του. Ήταν ένα απ΄τα πιο ξεροκέφαλα άτομα που γνώριζε. Ακόμα και ο Ορφέας ήταν πιο συνεννοήσιμος και διαλλακτικός από τον Ιάσονα.
   «Μην είσαι ανόητος Ιάσονα» είπε ο Δάκης με τη χαρακτηριστική του ηρεμία. «Παρεξηγείς την Αιμιλία και παρερμηνεύεις τα λόγια της Εύης. Καμία από τις δύο δε νιώθει φόβο για τη ζωή της»
   «Αλήθεια;» είπε ειρωνικά ο Ιάσονας. «Θα πεθάνουμε όλοι; Αυτό δεν είπε η Εύη;»
   Η Εύη εξοργίστηκε από το ύφος τους.
   «Και ακόμα να καταλάβεις τι σημαίνει!» φώναξε αυστηρά. «Όπως τον Σεπτέμβριο, που ήθελες όλοι μας να τρέξουμε μέχρι το πολιταρχείο για να σώσουμε τον Μιχαλάκη!»
   Ο Δάκης είχε πει στην Αιμιλία για όσα είχαν διαδραματιστεί το βραδύ μετά τη σύλληψη του Μιχάλη Θεοδοσίου. Ο Ιάσονας είχε την ιδέα να κατέβει όλη η ομάδα του Δράκου μέχρι το πολιταρχείο και να προσπαθήσουν να τον ελευθερώσουν. Μία θεότρελη ιδέα, που αν εφαρμοζόταν θα κατέληγε στην εξόντωση όλης της ομάδας του Δράκου. Ο Ιάσονας είχε την τάση να υποτιμάει τον κίνδυνο της αστυνομίας.
   «Τι καταλάβαμε που μείναμε εδώ; Τον παρατήσαμε! Τον αφήσαμε να πεθάνει και δεν κάναμε τίποτα!» είπε ο Ιάσονας.
   Η Αιμιλία σκέφτηκε πως και η ίδια τώρα βρισκόταν στην ίδια θέση. Αναγκάστηκε να παρακολουθήσει την σύλληψη του πατέρα της στο σπίτι τους  χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα. Ενώ τώρα, θα έπρεπε να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια και να δεχτεί τη εκτέλεσή του.
   Ένιωσε και πάλι τα μάτια της να βουρκώνουν.
   «Δεν μπορούσαμε να τον σώσουμε Ιάσονα! Δεν το καταλαβαίνεις;» φώναξε η Εύη οργισμένα. Βρίσκονταν ήδη σε μία τρομακτικά δύσκολη κατάσταση μετά το θάνατο των μελών του Φοίνικα και ο Ιάσονας εμμονικά προέβαλε τις δικές του ιδέες που φαίνονταν  το λιγότερο καταστροφικές.
   Το πρόσωπο του Ιάσονα είχε γίνει κατακόκκινο. Άνοιξε το στόμα του να απαντήσει…
   «Φτάνει!» φώναξε ο Ορφέας αντί γι αυτόν. «Τι νομίζετε ότι κάνετε;»
   Τα δύο παιδιά σίγασαν απότομα. Ο Ιάσονας κοίταξε τον Ορφέα υποτιμητικά ενώ η εξοργισμένη Εύη έκατσε πίσω στη θέση τη και κάρφωσε το βλέμμα της στο κενό.
   Η ήρεμη φωνή του Δάκη ήταν η επόμενη που ακούστηκε. «Μας έχουν βάλει το πιστόλι στο κρόταφο και εμείς τρωγόμαστε μεταξύ μας»
   Η Αιμιλία τον κοίταξε με τα βουρκωμένα μάτια της. Πως μπορούσε να μένει τόσο ψύχραιμος κάτω απ’ όλη αυτή την πίεση. Η ίδια κόντευε να καταρρεύσει, είχε  χάσει την γη κάτω από τα πόδια της και παρόλο που είχε κλάψει ήδη τόσο πολύ, με το ζόρι συγκρατούσε τα δάκρυα της. Ένιωθε τόσο αδύναμη σε σχέση μ΄ αυτόν.
   «Δεν έχουμε άλλη επιλογή» είπε με απογοήτευση.  «Θα πρέπει να διαλύσουμε τη συμμαχία»
   Τα παιδιά κοίταξαν τον Δάκη. Ένιωθαν πικρία μέσα τους, που για ακόμη μία φορά οι μεταλλάξεις ήταν ανήμπορες να εναντιωθούν στην πόλη. Μόνο καταδίκη περίμενε όποιον πήγαινε κόντρα στην αστυνομία. Ακόμα και αν ήταν όλοι τους διατεθειμένοι να ρισκάρουν, δεν είχε νόημα να συνεχίσουν μία μάχη που ήταν προδικασμένη ήττα.
   Ο Δάκης κοίταξε την Αιμιλία. Ούτε ο ίδιος ούτε η συμμαχία μπορούσαν να την βοηθήσουν πια. Ένα αγκάθι χωνόταν στη καρδιά του. Καταλάβαινε απολύτως τον πόνο της.
   Η Αιμιλία  ανταπέδωσε το βλέμμα μ ένα θλιμμένο χαμόγελο. Η διάλυση της συμμαχίας ήταν μονόδρομος, το ίδιο και ο θάνατος του πατέρα της. Σίγουρα και οι υπόλοιπες ομάδες θα συμφωνούσαν με την άποψη του Δράκου. Η ζωή των μελών της συμμαχίας ήταν πάνω απ’ όλα. Μπορεί να είχαν χαθεί πολλές μεταλλάξεις όσο ήταν σε λειτουργία η συμμαχία, αλλά τότε η θυσία τους είχε κάποιο σκοπό.
   Αυτό δεν ίσχυε πια.
   «Όχι!» είπε ο Ορφέας δυναμικά. «Δεν θα διαλύσουμε τη συμμαχία»
   Στο πρόσωπο του είχε τη χαρακτηριστική έκφραση του μίσους. Δεν άντεχε να δώσει αυτή την ευχαρίστηση στην πολιτάρχη, δεν μπορούσε να αφήσει τα σχέδια τους να πάνε χαμένα. Όλα τα όνειρα των μεταλλάξεων θα ισοπεδώνονταν μετά από μία τέτοια απόφαση και γνώριζε πως δύσκολα θα ανέκαμπταν μετά από αυτό. Πιθανότατα οι μεταλλάξεις θα ήταν αναγκασμένες να δεχτούν τη μοίρα τους όχι μόνο για άλλα είκοσι χρόνια, αλλά  για πάντα.
   «Δεν έχουμε επιλογή Ορφέα» είπε η Εύη με ήρεμο τόνο αυτή τη φορά.
   «Και όμως, έχουμε»
   Όλα τα βλέμματα έπεσαν πάνω του.
   «Αν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι για να αναστατώσουμε την Ωκεανία και να αποκαλύψουμε την αλήθεια για τις μεταλλάξεις σε όλη την πόλη, έστω χωρίς τον ιό, ακόμη και αν αυτό θα σήμαινε πως θα αποκαλυφθούμε όλοι μας στα μάτια της πόλης, θα το κάνατε;»
*  *  *

   Η Αιμιλία έκλεισε το φερμουάρ της μαύρης ζακέτας της, εμποδίζοντας τον δροσερό αέρα που χτυπούσε το στήθος της. Τα ρούχα που της είχε δώσει η Εύη ταίριαζαν γάντι στο σώμα της. Είχε αποφύγει να γυρίσει πίσω στο σπίτι της, γλιτώνοντας από τα βλέμματα των γειτόνων αλλά και τις ερωτήσεις της μητέρας της. Δεν ήταν η καλύτερη ιδέα να κυκλοφορεί ακάλυπτη μες την πόλη, ειδικά σήμερα που θα κινούσε την προσοχή όλης της Ωκεανίας.
   Κοίταξε τον ουρανό. Είχε ένα ανοιχτό μωβ χρώμα που γινόταν σκούρο μαβί προς τα πάνω. Τα αστέρια μόλις διακρίνονταν μέσα στο λιγοστό απογευματινό φως.
   Σε λίγο θα ξεκινούσε το Φεστιβάλ Τεχνολογίας.
   Ήταν καθισμένη στο δρόμο και κοιτούσε τα χρώματα του ουρανού που άλλαζαν. Η γειτονιά των φαντασμάτων ήταν όπως πάντα έρημη, και με τα μέλη του Δράκου να λείπουν από το υπόγειο επικρατούσε ησυχία. Μόνο η ανάσα της ακουγόταν πίσω από το ελαφρύ αεράκι που σφύριζε ανάμεσα στα ερημωμένα κτήρια.
   Δεν έκλαιγε, δεν είχε άλλα δάκρυα σήμερα. Είχε απομείνει με ένα μεγάλο κενό  στη θέση της καρδιά της. Δεν ήξερε τι να περιμένει στη συνέχεια.
   Το ζεστό χέρι του Δάκη ακούμπησε τον ώμο της, ζεσταίνοντας το κενό. Τον κοίταξε με τα θλιμμένα μάτια της.
   «Είσαι σίγουρος πως δε θέλεις να γυρίσεις για λίγο σπίτι σου;» ρώτησε με ήρεμη φωνή. «Κανένας δεν έχει μείνει εδώ, εκτός από εμάς»
   Κάθισε δίπλα της. Φορούσε και εκείνος μία μαύρη ζακέτα παρόμοια με αυτή που της είχε δώσει η Εύη. Στα χέρια του κρατούσε μία μικρή συσκευή ενδοεπικοινωνίας, ανεξάρτητη από τα συστήματα της Ενότητας Ειρήνης. Με αυτή μπορούσε να μιλάει με την Εύη και τον Ορφέα.
   «Δεν σε αφήνω μόνη σου» είπε με ήρεμη φωνή. «Ξέρω πόσο δύσκολο είναι να είσαι μόνος σου κάτι τέτοιες στιγμές. Στην ησυχία όλα μεγεθύνονται»
   Κοίταξε τα όμορφα μπλε μάτια του. Είχαν μία ευγένεια και μοναδική λάμψη.
   Ήταν πάντα τόσο ήρεμος, τόσο ψύχραιμος και τόσο προσγειωμένος. Ήταν ένα άτομο που ενώ κουβαλούσε τα δικά του βάρη μα συνέχιζε να βοηθάει τους πάντες και να τους στηρίζει. Όπως και την ίδια τώρα και όπως είχε στηρίξει πολλές  φορές τον Ορφέα.
   Δεν τον είχε ερωτευτεί απλά, τον είχε αγαπήσει.
   Οι άκρες των χειλιών της τεντώθηκαν προς τα πάνω, σχηματίζοντας κάτι που έμοιαζε με χαμόγελο. «Σ’ ευχαριστώ»
   Τα μάτια της γύρισαν πίσω στον όμορφο ουρανό. Μέσα σε δευτερόλεπτα είχε βυθιστεί ξανά στις σκέψεις της. Όλες τις οι ανησυχίες, όλες τις οι απορίες αναδύονταν από την άβυσσο του μυαλού της. Εικόνες έπαιζαν σε επανάληψη ξανά και ξανά, το πρόσωπο του ταλαιπωρημένου πατέρα της, η αντίδραση της μητέρας της και το κλάμα της αδελφής της. Και εκείνη, εκεί, σαν θεατής δίχως ρόλο.
   «Τι σκέφτεσαι;» ρώτησε ο Δάκης.
   Η Αιμιλία αναστέναξε. Τα μάτια της γύρισαν πίσω στα δικά του. «Δεν έχω καταλάβει κάτι»
   Ο πατέρας της στην εικόνα που ήταν μαζί με τις υπόλοιπες μεταλλάξεις ήταν τόσο χαρούμενος. Ελάχιστες φορές είχε δει το πρόσωπο του να στολίζεται με ένα τέτοιο λαμπερό χαμόγελο. Μόνο κάποιες λιγοστές φωτογραφίες με τις κόρες του στη αγκαλιά του θύμιζαν εκείνη τη εικόνα.
   «Ο πατέρας μου, όταν ξεκίνησε τη συμμαχία μαζί με τις υπόλοιπες μεταλλάξεις, πίστευε ό,τι  και εκείνες για τους ανθρώπους; Και αν ναι, τι ήταν αυτό που το έκανε να αλλάξει γνώμη;»
   Μια βδομάδα νωρίτερα, όταν έμαθε για τη σχέση του με τη συμμαχία δεν τον είχε ρωτήσει τίποτα. Ήταν τόσο νευριασμένη που είχε αδιαφορήσει για τις λεπτομέρειες της ζωής του πριν αποσυρθεί στο υπόγειο του.
   Ένα γελάκι βγήκε από το λαιμό του Δάκη. «Νομίζω πως έχω την απάντηση που ψάχνεις»
   Η Αιμιλία τον κοίταξε έκπληκτη. Ήξερε την ιστορία του πατέρα της;
   Η ζεστή του φωνή ήχησε χαϊδεύοντας τα αυτιά της. «Αυτή η φωτογραφία βρέθηκε στα παλιά πράγματα της μητέρας του Ορφέα. Και όταν την είχε βρει, έκανε ολόκληρη ανάκριση στην Καρολίνα για το περιεχόμενο της αλλά και για τον πατέρα σου. Μετά είπε τα πάντα σε εμένα και την Εύη. Μαζί επιλέξαμε πως θα ήταν καλύτερο να μη μιλήσουμε στην υπόλοιπη συμμαχία για την φωτογραφία. Βρισκόταν στο αρχείο του Δράκου αλλά κανένας μας δεν την είχε αγγίξει από τότε»
   Της χάιδεψε τρυφερά το κεφάλι.
   «Ναι, ο Δημοσθένης Ανδριαννός ήταν μία μετάλλαξη όπως όλες οι υπόλοιπες. Μισούσε τους ανθρώπους, τους έβλεπε σαν εχθρούς, αλλά η οπτική του απέναντι τους άλλαξε όταν αναγκάστηκε να δουλέψει με έναν άνθρωπο σε μία ομάδα δύο ατόμων στο χώρο εργασίας του»
   Ο Δημοσθένης μέχρι πρόσφατα δούλευε σε γραφείο, στο τομέα παραγωγής της Ωκεανίας. Ήταν αυτούς που έλεγχαν τα δρομολόγια προϊόντων εντός Ωκεανίας, ώστε να μεταφέρονται στους σωστούς προορισμούς μες την πόλη δίχως λάθη. Μία βαρετή, μονότονη και μοναχική δουλειά που του επέτρεπε να μένει κρυμμένος από αδιάκριτα βλέμματα. Στο παρελθόν όμως ήταν εργάτης όπως παρά πολλές μεταλλάξεις, και εκεί ήταν αναγκασμένος να συνεργάζεται με κόσμο. Δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο για τους εργάτες να χωρίζονται σε μικρές ομάδες όταν είχαν να κάνουν κάποια δουλειά που απαιτούσε πολλά χέρια.
   Η Αιμιλία είχε ακούσει πολύ λίγα πράματα για εκείνη την εποχή αλλά ήξερε πως διήρκησε μέχρι η ίδια να κλείσει τον πρώτο χρόνο της ζωής της.
   «Αλήθεια;» ρώτησε με περιέργεια. «Και τι ήταν αυτό που τον έκανε να δει τον άνθρωπο με διαφορετικό μάτι;»
   Χαμογέλασε. «Τον ερωτεύτηκε»
   Η Αιμιλία ένιωσε ένα τσίμπημα στο στομάχι. Δεν μπορεί…
   Ο Δάκης επιβεβαίωσε την υποψία της. «Εκεί ήταν που γνώρισε τη μητέρα σου Αιμιλία. Μια χαριτωμένη νεαρή κοπέλα του έκλεψε την καρδιά. Ένας άνθρωπος που ως τότε δεν πίστευε  πως θα μπορούσε  να τον δει σαν κάτι διαφορετικό εκτός  από εχθρό, του φώτιζε καθημερινά την ημέρα»
   Η Αιμιλία ανατρίχιασε.
   Δεν μπορούσε να φανταστεί τον πατέρα της να κοιτάζει την μητέρα της με τον τρόπο που κοιτούσε τώρα εκείνη ο Δάκης. Ποτέ δεν είχε γίνει μάρτυρας αυτών των συναισθημάτων. Οι γονείς της πάντοτε κρατούσαν μία απόσταση μεταξύ τους. Τα μυστικά του πατέρα της έθαβαν τη σχέση τους και η μητέρα της έμοιαζε κάθε μέρα να αδιαφορεί για τον άντρα με τον οποίο  συζούσε και ήταν πατέρας των δύο της παιδιών.
   Με βάση  όμως τα γεγονότα που είχαν διαδραματιστεί ήταν λογική εξήγηση.
   «Δεν το πιστεύω…» ψιθύρισε καθώς προσπαθούσε αποτυχημένα να ζωντανέψει την εικόνα στο μυαλό της. «Και εκείνη...» έσφιξε τη γροθιά της καθώς θυμόταν τα λόγια της μητέρας της πριν φύγει από το σπίτι. Είχε πιστέψει με άνεση τις κατηγορίες της αστυνομίας. Μέσα σε δευτερόλεπτα τον είχε ξεγράψει.
   Ο Δάκης έχασε το χαμόγελο του. «Οι μεταλλάξεις βέβαια δεν μπορούσαν να δουν τη σχέση του με τη μητέρα σου θετικά. Έτσι υπήρξε ένας έντονος διαπληκτισμός μεταξύ της συμμαχίας και του πατέρα σου, οποίος υποστήριξε τα δικαιώματα των ανθρώπων. Κανένας δεν τον πήρε σοβαρά από τη στιγμή που έκρυβε τη πραγματική του ταυτότητα από τη γυναίκα που αγαπούσε. Τα μέλη της συμμαχίας απαίτησαν την απομάκρυνση του και εκείνος δέχτηκε να φύγει χωρίς αντίρρηση. Πίσω του ωστόσο είχε αφήσει ένα τεράστιο αγκάθι που μάτωνε τον ως τότε αδιάρρηκτο ιστό των απόψεων  των μεταλλάξεων. Για αυτό και θεωρείται η ντροπή της συμμαχίας»
   Η Αιμιλία είχε κοκαλώσει κοιτώντας τον Δάκη. Εκείνος απέσυρε τη ματιά του.
  «Αν ήξερα ότι ήταν ο πατέρας σου θα σου είχα πει την ιστορία νωρίτερα. Μετά από τόσα χρόνια είχα ξεχάσει το όνομα του. Όμως η ιστορία του μου είχε μείνει αξέχαστη. Πέρα από εσένα, που ήρθες αργότερα στην ομάδα, δεν υπήρξε άλλη μετάλλαξη που υποστήριξε τα δικαιώματα τον ανθρώπων στα χρονικά της συμμαχίας»
   Στύλωσε το βλέμμα του στο γκρίζο δρόμο. Τότε είχε αντιπαθήσει τον Δημοσθένη Ανδριαννό με όλη του την ψυχή. Πίστευε πως τα λόγια του προσέβαλαν τη συμμαχία, όλες τις μεταλλάξεις που ανήκαν σε αυτή και κατά συνέπεια τον ίδιο. Ήταν ένα άτομο δίχως θάρρος που είχε προδώσει τους φίλους του για μία γυναίκα που θα μπορούσε να τον στείλει στο εκτελεστικό απόσπασμα αν  γνώριζε την πραγματική του ταυτότητα. Υποστήριξε  ένα είδος που έβλαπτε με κάθε δυνατό τρόπο το δικό τους.
   «Δεν τον είχες σε εκτίμηση, έτσι δεν είναι;» ρώτησε η Αιμιλία σαν να είχε διαβάσει το μυαλό του.
   Ο Δάκης ένιωσε ένα βάρος στο στήθος του. «Οι απόψεις του ήταν αντισυμβατικές, πήγαιναν κόντρα με όλα όσα πίστευα και η στάση του μου φαινόταν…» δεν ολοκλήρωσε την πρόταση του.
   «Δειλή» είπε η Αιμιλία στη θέση του. Ο Δημοσθένης φοβόταν να πει την αλήθεια στη γυναίκα του και είχε ζήσει μία ζωή μέσα στα ψέματα. Τα οποία δυστυχώς συνεχίστηκαν για πολλά χρόνια, αγγίζοντας και τη δικιά της ζωή. Δεν μπορούσε να κατηγορήσει τον Δάκη που είχε αυτή την άποψη.
   Απλά τύχαινε να είναι ο ίδιος χαρακτηρισμός με τον οποίο την  είχε στολίσει ο Ορφέας, όταν  εκείνη είχε αποχωρήσει από το Δράκο.
   Ο Δάκης συνέχισε. «Ήταν προδοσία. Όποιος υποστήριζε τους ανθρώπους και τα δικαιώματα τους, τα οποία οι εκείνοι είχαν καταχραστεί, δεν άξιζε να έχει θέση στη συμμαχία αφού κι εκείνοι καταπατούσαν συνεχώς τα δικά τους»
   Η οπτική του όμως άλλαξε, όταν παρακολουθώντας την Αιμιλία, η οποία ζούσε ανάμεσα σε δύο τόσο διαφορετικούς κόσμους, είδε πολλά λάθη των μεταλλάξεων. Η Αιμιλία είχε πιστέψει τα ψέματα της πόλης, είχε   καταδικάσει τον εαυτό της στην αφάνεια, με τον πιο άσχημο τρόπο και ζούσε στον ίδιο κόσμο με τους ανθρώπους. Δεν μπορούσε να δει την αλήθεια, καθώς είχε μεγαλώσει σε ένα διεφθαρμένο περιβάλλον που η επιρροή των μέσω μαζικής ενημέρωσης και της αστυνομίας ήταν τεράστια. Ζούσε τη ζωή ενός ανθρώπου παρόλο που ο γενετικός της κώδικας έγραφε «μετάλλαξη».
Γνωρίζοντας την καλύτερα συνειδητοποίησε πόσο εύκολο ήταν για τον καθένα να πιστέψει το παραμύθι που είχε φτιάξει η Ενότητα Ειρήνης, είτε ήταν άνθρωπος είτε μετάλλαξη.
   Όχι, δεν είχε σε εκτίμηση τους ανθρώπους, δεν τους συμπαθούσε. Συνέχιζαν να είναι ανόητοι και προσκολλημένοι στις αντιλήψεις που εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα τους. Ωστόσο ούτε  μπορούσε να απαξιώσει τα δικαιώματα τους μόνο και μόνο επειδή πίστευαν τις μυθοπλασίες της τηλεόρασης και του ίντερνετ.
   Επίσης, αν οι μεταλλάξεις ήταν το μέλλον της Ενότητας Ειρήνης, δεν ήθελε να γίνουν σαν αυτούς.
   «Το ξέρεις ότι δε πιστεύω κάτι τέτοιο πια, έτσι δεν είναι;» είπε και γύρισε το βλέμμα του πίσω στην Αιμιλία.
   Στο πρόσωπο του φαινόταν η αγωνία. Όσα πίστευε στο παρελθόν έρχονταν σε αντίθεση με αυτά που πίστευε πια. Και δεν ήθελε η Αιμιλία να νομίσει πως οι απόψεις της δεν είχαν καμία σημασία για τον ίδιο. Ήθελε να ξέρει την αλήθεια, όπως ήθελε να γνωρίζει τα συναισθήματά του.
   Η Αιμιλία ακούμπησε το χέρι της στο πρόσωπό του. Βυθίστηκε στα όμορφα μπλε μάτια του. «Το ξέρω. Μου το έχεις δείξει με κάθε δυνατό τρόπο ενώ εγώ έχω αποτύχει να σου δείξω όσα νιώθω για σένα»
   Ανακούφιση ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του. Μία ζεστή αίσθηση τον πλημμύρισε. Ακόμα και αν βρίσκονταν στη πιο δύσκολη θέση, πιθανότατα στην πιο καταστροφική μέρα των μεταλλάξεων, εκείνος δεν μπορούσε παρά να νιώθει μία ασύλληπτη ευτυχία  με το πρόσωπο της μία ανάσα από το δικό του.
   «Θα βρούμε μαζί την λύση;» ρώτησε η Αιμιλία. «Όπως μου είχες προτείνει εκείνο το βράδυ;»
   Ο Δάκης έκανε ένα θετικό νεύμα. Η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά. Το αίμα του καυτό απλωνόταν σε όλο του το σώμα, τα μάγουλά του είχαν κοκκινίσει. Πίσω από τη θλίψη της, έβλεπε την φλόγα που λαχταρούσε  να δει. Μοιράζονταν την ίδια ανάγκη, το ίδιο πάθος που μόνο στα μάτια τους φαινόταν. «Εγώ και εσύ είμαστε ομάδα»
   Τα χείλη του ακούμπησαν τα δικά της.


Ναταλία Β.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου