Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

14 Δεκ 2016

1 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 2)

Ξεκίνησε πάλι για Στραπουριές, όπου του είπαν ότι θα φάει τη γνήσια «φρουτάλια». Τελευταία φορά που την παρήγγειλε του σέρβιραν ομελέτα με πατάτες και λουκάνικα χειρότερη από αυτήν που έκανε μόνος του. Είχε ξανάρθει στην Άνδρο και πάντα έμενε ικανοποιημένος από το φαγητό, εκτός από αυτή την τοπική ομελέτα που ήθελε να δοκιμάσει. Ανεβαίνοντας το στενό με συνεχόμενες στροφές δρόμο, καθώς βρισκόταν στην ανατολική πλαγιά, το φως έπεφτε γρήγορα. Έφτασε στον οικισμό με τα λιγοστά σπίτια, έκοψε ταχύτητα και προχωρούσε κοιτώντας δεξιά. Διέκρινε το μαγαζί στο βάθος του στενού δρόμου, προχώρησε άλλα εκατό μέτρα και πάρκαρε σ’ ένα πλάτωμα.
Πέταξε τη σακούλα απορριμμάτων στον κάδο δίπλα στο αμάξι, π77777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777777ήρε το σακίδιο και προχώρησε περπατώντας για την ταβέρνα. Το μέρος ήταν πολύ ήσυχο και απομονωμένο για να αισθάνεται άβολα. Στην πραγματικότητα, φαινόταν ξεχασμένο από τον κόσμο. Δυο κατσίκια βοσκούσαν στο στενό δρομάκι και μάλλον το παρατημένο Volkswagen στη γωνία στο τέλος της ασφάλτου είχε γίνει κοτέτσι. Κάπου στο βάθος ακουγόταν μια φωνή που μάζευε τις κότες και ακόμα πιο μακριά, προφανώς από άλλο χωριό, ακούστηκε η καμπάνα του εσπερινού. Ένα φορτηγό ανέβαινε την πλαγιά… με το ζόρι απ’ ό,τι ακουγόταν. Δεν έδωσε σημασία, είχε φτάσει στο τέλος του δρόμου, σ΄ αυτό που εννοείται ότι ήταν ταβέρνα. Την εμπορική υπόσταση του χώρου πρόδιδε μόνο μια πινακίδα στην είσοδο, τα πολλά φώτα και τα στρυμωγμένα τραπεζάκια στην αυλή. Πέρασε την «πόρτα» και διάλεξε ένα γωνιακό τραπέζι, κάθισε και άρχισε να παρατηρεί το χώρο. Το μέρος δεν ήταν σκεπασμένο, αλλά υπήρχε μια κρεβατίνα που η μισή ήταν καλυμμένη με ένα κλήμα και η άλλη μισή δεμένη με ένα σκουροπράσινο κισσό που φαινόταν σαν τοίχος. Ο κισσός είχε καταλάβει και τη βορινή πλευρά της αυλής κατεβαίνοντας μπλεγμένος στον παλιό φράχτη μέχρι το έδαφος. Το κλήμα είχε πρόσφατα τρυγηθεί και ευτυχώς, γιατί μπορούσε να φανταστεί τι θα γινόταν εκεί από σφήκες και κουνούπια πριν τον τρύγο. Όλα τα σπίτια τριγύρω ήταν χαμηλά και είχαν χτιστεί άναρχα με συνεχόμενες προσθήκες. Αν ίσχυε ό,τι και στα αντίστοιχα χωριά του τόπου του, τα περισσότερα τέτοια παλιά σπίτια θα κατοικούνταν από αλλοδαπούς που δουλεύουν στα χωράφια και στα ζώα. Η δορυφορική κεραία πάνω στον περίτεχνο περιστερώνα που φαινόταν παρακάτω επιβεβαίωσε τη σκέψη του.
«Καλησπέρα» τον πλησίασε η ευτραφής και ηλικιωμένη σερβιτόρα, «τι να σας φέρω, μήπως να σας φέρω ένα κατάλογο» και πριν προλάβει να απαντήσει ο Παύλος συνέχισε «τα μαγειρευτά έχουν τελειώσει όλα, εκτός από τα λαδερά, γεμιστά και αρακά, έχουμε της ώρας σουβλάκια και πανσέτα, και κάποια ορεκτικά και σαλάτες, αν δε βιάζεστε σε μισή ωρίτσα έρχεται ο άντρας μου από το χασάπη και θα ‘χω κοτόπουλο σχάρας και…»
«Ευχαριστώ» έκανε ο Παύλος μια χειρονομία για να την σταματήσει, «μου είπαν ότι εδώ θα φάω την γνήσια φρουτάλια του νησιού, καλά έκανα και ήρθα;».
«Εσύ δεν είσαι απ’ τους πλούσιους που τους ξέρω και με ξέρουν κι έρχονται για φρουτάλια, από ποιον το ‘μαθες;» έκλεισε το μάτι η σερβιτόρα που, εκτός από σύζυγος του ιδιοκτήτη, μάλλον ήταν και μαγείρισσα – ιδιοκτήτρια.
«Ούτε σε λέσχη να πήγαινα», σκέφτηκε ο Παύλος και απάντησε «έχει σημασία;»
«Μμμ, πως δεν έχει» και σκύβοντας και συνέχισε συνωμοτικά «εδώ πληρώνς με τα μέτρ’ απ’ το κότερο που ‘χεις, αλλά σύ δεν έχς κότερο!» χαμογέλασε πονηρά.
«Το ‘μαθα απ’ την κυρά Μαρία του Ρηνόπουλου που ‘στε κουμπαριά. Πως κατάλαβες ότι δεν έχω κότερο;»
«Άμα είχες κότερο θα ‘χες και γυναίκα μαζί… και δε θα οδηγούσες αυτόν το κουβά… και θα φορούσες κάνα Λακόστ, κάνα Κάλβιν Κλαν. Σαλάτα να φέρω με τ’ αυγά;»
«Μια χωριάτικη, όχι κρεμμύδι και μισό κιλό κρασί.. και νεράκι κρύο», απάντησε γελώντας και συνέχισε «περιμένετε κόσμο απόψε;»
«Μπα, τώρα όλοι μαζεύονται στη χώρα, δεν ανεβαίνει κόσμος προς τα ‘δω, αλλά περιμένω καμιά δεκαριά νοματαίους απ’ αυτούς με τα κότερα που σ’ έλεγα, γι’ αυτό πήγε ο άντρας μ’ να ψωνίσει», έκανε να πει και κάτι άλλο αλλά σαν να το ξανασκέφτηκε και γύρισε να φύγει «πάω να βάλω το λάδι να κάψει» είπε και χάθηκε πίσω από μια πέργκολα στην κουζίνα.
Στο μαγαζί καθόταν άλλη μια παρέα, δύο νεαρά ζευγάρια, που μάλλον είχαν πιει αρκετά καθώς ακουγόταν να λένε πειράγματα και υπονοούμενα και γελούσαν δυνατά με το παραμικρό. Χαμογέλασε και συνέχισε να τους παρατηρεί. Όλοι πρέπει να ήταν μέχρι εικοσιπέντε χρονών και γυμνασμένοι. Οι νεαροί είχαν σκούρα μάτια και μαύρα κοντά μαλλιά ανάκατα από τη θάλασσα και τον αέρα. Οι νεανικοί μύες τους διακρίνονταν κάτω από το σφριγηλό τους δέρμα. Οι κοπέλες έμοιαζαν μεταξύ τους, αδερφές ίσως, και είχαν πολύ ωραία χαρακτηριστικά και ανοιχτόχρωμα μάτια. Τα μαγιό τους διαγράφονταν μέσα από τα εφαρμοστά τους ρούχα, μαρτυρώντας πως ήρθαν κατευθείαν από τη θάλασσα. Ακολούθησε τη γραμμή του σώματός τους και χάιδεψε τις καμπύλες τους με τα μάτια του, τις παρακολούθησε να τινάζουν τα μακριά ξανθά μαλλιά τους και ζήλεψε το κρύο γυαλί των ποτηριών που ακουμπούσε τα χείλια τους. Κοίταξε τα χέρια του, γεμάτα ουλές, σκληρά και άγρια σα γυαλόχαρτο, το δέρμα του ηλιοκαμένο με ζάρες και σκόρπιες φλέβες να πετάνε παντού. Παρά τα σαράντα πέντε χρόνια του διατηρούσε το σώμα του σε άριστη κατάσταση και πολλοί νεαροί θα το ζήλευαν αν δεν ήταν γεμάτο ουλές και σημάδια. Ακόμα και οι γυναίκες που περιστασιακά πλήρωνε αδρά για να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ανάγκες απορούσαν με το άγριο δέρμα των χεριών του και το γεμάτο ουλές σώμα του. Κάποιες φορές, την ώρα που προσποιούνταν τη σύντροφό του και τον χάιδευαν ή τον έτριβαν, ξαπλωμένοι στο κρεβάτι του πολυτελούς ξενοδοχείου, ξεκίνησαν να τις μετρήσουν αλλά δεν πρόλαβαν ποτέ γιατί η διαδικασία τον έφτιαχνε πολύ και οδηγούσε σε διαφορετική συνέχεια. Είχε καιρό να πάει με γυναίκα, επί πληρωμή φυσικά, δεν είχε συναισθηματικά αποθέματα για σχέσεις και ήταν και η «δουλειά». Στο χώρο που κινούνταν δεν υπήρχαν περιθώρια για σχέσεις, πόσο μάλλον για συναισθηματισμούς. Γι’ αυτό βόλευε η περίπτωσή του. Η δικιά του ψυχή πέθανε δέκα χρόνια πριν και πλέον δεν ένιωθε τίποτε.
Η κυρία του μαγαζιού ήρθε να στρώσει το τραπέζι, «να ψήσω το ψωμάκι;» ρώτησε.
«Γιατί όχι;» απάντησε ο Παύλος και της χαμογέλασε. «Στα νιάτα της θα ήταν πολύ ωραία γυναίκα» σκέφτηκε, και την παρατήρησε καθώς απομακρύνονταν με γρήγορο βήμα για την κουζίνα. Όπως χάθηκε πίσω απ’ την πέργκολα, ένα αγοράκι γύρω στα δέκα βγήκε κρατώντας μια κανατούλα κρασί και ένα ποτήρι. Τα έφερε στο τραπέζι του και μέχρι να γυρίσει πίσω φάνηκε πάλι η κυρία που ‘φερνε το νερό και τα σερβίτσια.
«Ευχαριστώ» της είπε ο Παύλος καθώς του σερβίρισε νερό, «τη δροσιά του να ‘χεις».
«Πάει η δροσιά τώρα» πρόλαβε και σχολίασε «εμένα που με βλέπ’ς, στα νιάτα μ’ έκαιγα καρδιές. Έβγαινα στη πλατεία τσι Μένητες και λίγωναν οι γαμπροί στο καφενείο, «κοίτα την Καλλιόπη» έλεγαν και πίναν τις ρακές μονοκοπανιά. Μα κι εμένα με χτύπ’σε η αγάπη κατακούτελα σαν τον είδα τον άντρα μ’. Να ‘ταν όλες τυχερές σαν του λόγου μου μακάρι, αλλά σπάνιο πράμα. Σαράντα χρόνια μαζί και με κοιτάει στα μάτια ακόμα σαν τα πιτσιρίκια που κάθονται παραδίπλα, να ‘κείθε» και γνέφοντας συμπλήρωσε «εκεί είν’ η δροσιά τ’ ανθρώπ’, μέχρι τα ‘κοσπέντε. Μυρίζ’ ο ιδρώτας τ’ς έρωτα από μακριά.»
«Στην υγειά σου τότε κυρά Καλλιόπη, να χαίρεσαι παιδιά κι εγγόνια! Έχεις, δεν έχεις;»
«Πως, μας έδωσε ο Θεός απ’ όλα. Να ο Πετράκ’ς εδώ είν’ το πρώτο εγγόνι»
Ο μικρός έφερε τη σαλάτα και την ακούμπησε προσεκτικά στο τραπέζι.
«Γιαγιά, πως θα φάει ο κύριος τη σαλάτα που μου ‘πες να φέρω χωρίς το ψωμί που ‘ναι ακόμα στη σχάρα, εε πώς;» είπε βάζοντας τα χέρια στη μέση και σουφρώνοντας τα χείλια. Η εικόνα ήταν αστεία και ο Παύλος χαμογέλασε πάλι.
«Έλα, πάμε τώρα να το βγάλουμε» είπε γελώντας η κυρά Καλλιόπη στον εγγονό της και τον πήρε πίσω από την πέργκολα χαϊδεύοντάς τον στο σβέρκο.
«Να σερβίρεις ‘σύ τον κύριο μετά, να παρ’ς πουρμπουάρ» ακούστηκε να λέει στο μικρό.

Παρατήρησε ξανά τα δυο ζευγάρια στο κοντινό τραπέζι. Είχαν λυθεί στα γέλια πάλι και χτυπιόνταν στις καρέκλες τους. Καθώς η μια κοπέλα γελούσε είχε πέσει το φόρεμα χαμηλά κάτω απ’ τον ώμο και το στήθος της διαγράφονταν πιο έντονα τώρα σχηματίζοντας μια πολύ προκλητική εικόνα.



Βασίλης Ζησόπουλους

1 σχόλιο: