Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

9 Δεκ 2016

0 Τιμωρημένος και από τους Δύο Κόσμους (Κεφάλαιο 3) Ένας θρησκευόμενος στην πόρτα

Και το κουδούνι χτυπούσε. Χτυπούσε. Χτυπούσε. Ένας μικροσκοπικό ανθρωπάκι, γύρω στο ένα πενήντα, με μακριά ίσια μαύρα μαλλιά ως τη μέση και σγουρή γενειάδα ίδιας απόχρωσης μακριά έως τον αφαλό. Χοροπηδούσε κάθε φορά, για να φτάσει να χτυπήσει το κουδούνι. Μάζεψε το μαύρο ράσο του και χοροπήδησε ξανά. Η πόρτα επιτέλους άνοιξε.
      «Ωπ, ένα Χόμπιτ» είπε έκπληκτη η Φρειδερίκη. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα…
«Είσαι γυμνή!» φώναξε, κλείνοντας σφιχτά τα μάτια του και κρύβοντας το πρόσωπο του μέσα στις παλάμες του.
      Η Φρειδερίκη χαμήλωσε το βλέμμα της και είδε πως δε φορούσε το ροζ πουλόβερ της. Έκρυψε τη γύμνια της. «Έχω κρυώσει…» έκρυψε με τα χέρια της, το ανύπαρκτο στήθος της. Ένιωσε απέχθεια για τον εαυτό της. «Μου λείπει το πλούσιο στητό στήθος μου» γκρίνιαξε.
«Μπορώ να περάσω μέσα;» τη ρώτησε, δίχως να την κοιτάζει.
«Πέρνα» του έκανε χώρο να περάσει. «Θέλει να φωνάξω τον Φτερωτό;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη. Έψαχνε να βρει κάτι να φορέσει από πάνω, τελικά βρήκε το ροζ πουλόβερ της κάτω από τη πολυθρόνα. Το φόρεσε γρήγορα- γρήγορα.
«Ποιον;» τη ρώτησε, συνεχίζοντας να έχει κλειστά τα μάτια του.
«Εντάξει. Είμαι ντυμένη» του είπε δυνατά.
      Άνοιξε τα μάτια του και τη κοίταξε καλά – καλά από πάνω μέχρι κάτω. Τη πλησίασε. «Σε…σε βίασε;» τη ρώτησε σιγανά και φοβισμένα».
«Τι είναι αυτά που λες;» τον ρώτησε το κοριτσάκι γελώντας. «Κάνεις πλάκα» του είπε με ύφος λίγο προς το σοβαρό.
      Κούνησε το κεφάλι του πέρα δώθε, τα μάγουλα του ταράχτηκαν. Είχε πρόσωπο στρογγυλό σα καραμέλα στρογγυλά μαύρα μάτια με πυκνές σκούρες βλεφαρίδες, τα σαρκώδη χείλη του σκέπαζαν τα ατίθασα σγουρά μούσια του.

      «Α, φίλε μου Έκτορα» είπε χαρούμενα ο Φτερωτός. Εμφανιζόμενος από πουθενά. «Έλα να σε αγκαλιάσω».
      Έπαιξαν ένα μικρό κυνηγητό. Ο Φτερωτός με τα χέρια ανοιχτά, πλησίαζε τον Έκτορα, ο Έκτορας κοιτάζοντας τον θυμωμένα τον απέφευγε.
      Η Φρειδερίκη έβαλε τα γέλια, παρατηρώντας το πόσο κοντός ήταν ο Έκτορας απέναντι από τον Φτερωτό.
      «Τι γελάς εσύ, καλέ;» τη ρώτησε ο Φτερωτός, απευθυνόμενος προς τη Φρειδερίκη.
      «Δεν είναι Χόμπιτ τελικά» είπε η Φρειδερίκη γελώντας. «Νάνος είναι» τους διαβεβαίωσε, συνεχίζοντας να γελάει.
      «Νάνος;!» έμοιαζε να προσβλήθηκε, με τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό. «Θα σε συμβούλευα να μη μιλάς για τους Νάνους» της είπε ο Έκτορας, κουνώντας τον δείκτη του χεριού του πάνω – κάτω.
      «Ο ένας φοβάται τους Λύκους, εσύ του Νάνους» έλεγε η Φρειδερίκη, δείχνοντας πρώτα τον Φτερωτό και δεύτερο τον Έκτορα. «Με έχετε πολύ ανάγκη» τελείωσε το λόγο της, μένοντας περήφανη για τη προσωπικότητα του εαυτού της.
      «Πες μου…» ξεκίνησε να λέει ο Έκτορας, απευθυνόμενος στον Φτερωτό. «Τι έκανες με το κορίτσι;» τον ρώτησε σιγανά, καρφώνοντας τη μάτια του στη Φρειδερίκη.
      «Όχι καλέ» του απάντησε ο Φτερωτός, χαμογελώντας αμήχανα. «Τι λέει;» ρώτησε δείχνοντας τον Έκτορα στη Φρειδερίκη, συνεχίζοντας να γελάει, σα να είναι αστείο. «Πάμε στη κουζίνα, να πιούμε τσάι» είπε πιάνοντας, από τον αυχένα τον Έκτορα.
      «Δε μου αρέσει το τσάι» πετάχτηκε η Φρειδερίκη.
«Μικρή εσύ θα μείνεις εδώ» την πρόσταξε αρκετά σοβαρός ο Φτερωτός. «Θα πούμε τα μυστικά μας εμείς» γύρισε αμέσως τη πλάτη του, σπρώχνοντας τον Έκτορα προς το διάδρομο. «Μη κρυφακούσεις» της είπε.
«Είναι αμαρτία το να κρυφακούς» πετάχτηκε ο Έκτορας.
      Ο Φτερωτός τον άρπαξε και χάθηκαν μέσα στον διάδρομο και μπήκαν μέσα στη κουζίνα. Ο Φτερωτός έκανε νόημα στον Έκτορα να μη μιλήσει. Ακουγόταν θόρυβος από μέσα.
      Η Φρειδερίκη μην έχοντας κάτι καλύτερο να κάνει, αποφάσισε να συμμαζέψει, ξεκίνησε λοιπόν να τινάζει τους καναπέδες. Κάνοντας θόρυβο, αποσπώντας την προσοχή της από το να κρυφακούσει. Ήθελε να αρχίσει να την εμπιστεύεται ο Φτερωτός και αυτό ήταν μια καλή αρχή.

      «Καθαρίζει» του είπε ο Έκτορας σιγανά. Είχε καθίσει, σε μία από τις καρέκλες του τραπεζιού της κουζίνας, κοιτάζοντας επίμονα το ψυγείο.
      Ο Φτερωτός πρώτα σιγουρεύτηκε πως η Φρειδερίκη δεν κρυφακούει και ύστερα κάθισε απέναντι από τον Έκτορα. «Θέλεις τσάι του βουνού ή με φρούτα του δάσους;».
      «Δε θέλω τσάι!» του απάντησε θυμωμένα ο Έκτορας, διατηρώντας τη φωνή του σε χαμηλό τόνο. «Αν και ήρθα να πιώ, τσάι» παραδέχτηκε ακόμα πιο σιγανά.
«Είσαι καλά φίλε μου; Γιατί είσαι τόσο ταραγμένος;» τον ρώτησε ο Φτερωτός ανήσυχος.
      «Μου άνοιξε ένα ημίγυμνο κοριτσάκι» του απάντησε νευριασμένα.
«Ααα, δεν ευθύνομαι εγώ για αυτό» του απάντησε άνετος.
      Ο Έκτορας τον αγριοκοίταξε.
«Μαστουρώσαμε εχθές το βραδύ και μάλλον θα ζεστάθηκε» συνέχισε να του λέει, νευριάζοντας τον ακόμη περισσότερο. «Είναι ενήλικη» του είπε, για τον καθησυχάσει, κάνοντας την κατάσταση χειρότερη.
«Δε πρέπει να είναι παραπάνω, από δέκα χρονών!» φώναξε ο Έκτορας.
«Μίλα πιο σιγά» του είπε ο Φτερωτός, κουνώντας τα χέρια του προς τα κάτω. «Αν καταλάβει πως μιλάμε για αυτή, εννοείται πως θα κρυφακούσει» του εξήγησε σιγανά.
      Ακολούθησε μία μικρή παύση. Άκουγαν τη Φρειδερίκη, να τραγουδάει βήχοντας. Και οι δύο υπέθεσαν πως, καθάριζε το τζάκι.
      «Έγινες πάλι εσύ που ήσουνα κάποτε;» τον ρώτησε Έκτορας.
Ο Φτερωτός γέλασε, κουνώντας ελαφρώς το κεφάλι του. «Όχι, αγαπημένε μου φίλε».
«Πώς να σε πιστέψω;».
      Ο Φτερωτός του εξήγησε την ιστορία της Φρειδερίκης, εν συντομία και κατευθείαν του διηγήθηκε το πώς πέρασαν το βραδύ τους καπνίζοντας το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο.
      «Η μικρή έχει αποδείξεις;» τον ρώτησε ο Έκτορας, θέλοντας να βεβαιωθεί καλύτερα.
«Όχι» του απάντησε με δυσκολία, ο Φτερωτός.
«Τότε πώς είσαι σίγουρος πως σου λέει την αλήθεια;».
«Έκτορα, μπορεί να βλέπει τα φτερά μου…μπορεί να τα αγγίξει κιόλας».
      «Σε πλησίασε…ερωτικά;».
«Για θρησκευόμενος άνθρωπος, σκέπτεσαι αρκετά πονηρά» του απάντησε γελώντας. «Όλο το σεξ, έχεις στο μυαλό σου».
«Δεν έχω το σεξ στο μυαλό μου!» του φώναξε θυμωμένα. «Μου άνοιξε την πόρτα ένα ημίγυμνο κοριτσάκι…».
      «Συγχώρεσέ την» τον διέκοψε ο Φτερωτός. «Είναι περισσότερο απελευθερωμένη».
«Πού είναι ο πατέρας της;».
«Αυτόν ψάχνουμε» του απάντησε αμέσως, ο Φτερωτός.
«Να τον βρούμε αμέσως» του είπε σιγανά ο Έκτορας.
«Αυτό δε θα είναι εύκολο…».
«Μα γιατί δε θα είναι; Αγνοούμενος είναι;».
«Κατά κάποιο τρόπο ναι» του απάντησε ο Φτερωτός.
«Μεγάλος σε ηλικία που τα έχει χαμένα και χάθηκε;».
«Όχι ακριβώς» του απάντησε ο Φτερωτός.
      «Μίλα χριστιανέ μου!» του φώναξε αγανακτισμένος ο Έκτορας.
«Ο πατέρας της μαγεύτηκε, από ένα δαιμόνιο απεσταλμένο από έναν Δαίμονα και χρειάζεται να τον σώσουμε όσο είναι ακόμα νωρίς».
«Είναι σίγουρο; Εξακριβωμένο;» τον ρώτησε ο Έκτορας, με πονεμένο ύφος.
      Ο Φτερωτός άνοιξε το στόμα του να του απάντησε, τον διέκοψε ένας ήχος γουργουρητού. «Μα, τι είναι αυτό που ακούγεται;».
«Το στομάχι μου» απάντησε ο Έκτορας, πιάνοντας τη κοιλιά του. «Πεινάω σα λύκος».
      Ο Φτερωτός ανατρίχιασε στον άκουσμα ¨λύκος¨, σηκώθηκε όμως να του μαγειρέψει φαγητό. Του τηγάνισε δύο αυγά και του τα έδωσε μαζί με ψωμί. «Φίλε μου, εσύ πεινούσες πάρα  πολύ» σχολίασε βλέποντας τον Έκτορα να έχει πέσει κυριολεχτικά, με τα μούτρα πάνω από το πιάτο.
      «Είχα μέρες να φάω, φίλε μου» του απάντησε ο Έκτορας, ψάχνοντας με το βλέμμα του την επιφάνεια του τραπεζιού. «Χαρτοπετσέτα να σκουπιστώ, δε μου έδωσες».
«Έχεις δίκιο, συγγνώμη» ο Φτερωτός του έδωσε να σκουπιστεί, στην πετσέτα της κουζίνας. «Πάλι έκανες νηστεία;».
«Δεν είχα λεφτά να αγοράσω φαγητό» παραδέχτηκε ντροπαλά.
Ο Φτερωτός τον καλό κοίταξε, γνωρίζοντας πάρα πολύ καλά τον λόγο που δεν είχε να φάει.
«Ο καθένας μας κουβαλάει την αμαρτία του» μουρμούρισε σκύβοντας το κεφάλι του.
«Εμένα δε με πειράζει» του είπε γελώντας ο Φτερωτός. «Ξέρεις πολύ καλά, ότι εγώ κυλιέμαι στο βούρκο της αμαρτίας».
       Ο Έκτορας γέλασε και του ξέφυγε ένα κοφτό ρέψιμο. «Έχεις λίγη σόδα;» ρώτησε τον Φτερωτό.
       Ο Φτερωτός άνοιξε το ψυγείο και του έδωσε ένα κεσεδάκι σόδα. «Πρόσεχε όμως μη σου πάρουν και το σπίτι που έχεις».
«Το σπίτι είναι της μαμάς. Η μαμά προσέχει».
«Δε χρωστάς πουθενά έτσι;».
«Όχι, αν χρωστούσα θα το ήξερες» του απάντησε με άνεση ο Έκτορας.
«Θα μου το έλεγες δηλαδή;» τον ρώτησε  Φτερωτός.
«Όχι…δηλαδή ναι…Βασικά θα σου ζητούσα δανικά» του απάντησε ο Έκτορας. «Μήπως έχεις γλυκό;».
       «Καλά, η μάνα σου δε σε ταΐζει;» τον ρώτησε ο Φτερωτός.
«Η μαμά μου λείπει σε ταξίδι» του απάντησε αμέσως ο Έκτορας.
«Η μαμά σου λείπει σε ταξίδι και εσύ της αδειάζεις το σπίτι».
«Έλα υπερβολές. Μόνο το ρολόι του τοίχου πόνταρα».
«Τι;!» τον ρώτησε σοκαρισμένος.
«Άξιζε. Προπολεμική αντίκα. Ευτυχώς που τους γυάλισε και το δέχτηκαν, διαφορετικά δε θα είχα κάτι άλλο να ποντάρω».
«Πάλι καλά».
«Σου είπα, η μαμά προσέχει».
        «Τι θα γίνει με εσάς τους δύο;» τη συζήτησή τους διέκοψε η Φρειδερίκη. «Θα με αφήσετε μόνη για πολλές ώρες ακόμα;». Από τον τόνο της φωνής της, κατάλαβαν πως είχε θυμώσει λιγάκι.
«Νομίζαμε πως καθάριζες το σπίτι» της είπε ο Φτερωτός.
     Η Φρειδερίκη πήγε κοντά στο τραπέζι, πήρε στα χέρια της το πιάτο που έτρωγε ο Έκτορας και το μύριζε με ευχαρίστηση. Ο Έκτορας έκανε νόημα στον Φτερωτό, κουνώντας κυκλικά το χέρι του πάνω από τη κοιλιακή του χώρα. Ο Φτερωτός κατάλαβε το νόημα και σηκώθηκε να τηγανίσει ένα αβγό στη Φρειδερίκη.

                                            * * * *

               Το σπίτι ήταν υπερβολικά καθαρό, αυτό δυσκόλευε κατά πολύ τον Φτερωτό. Είχε την εντύπωση πως βρισκόταν σε αλλουνού προσωπικό χώρο. «Σκότωσες και τις κατσαρίδες;» τη ρώτησε ελάχιστα στεναχωρημένος.
«Πρόλαβα να σκοτώσω πέντε – έξι, οι υπόλοιπες μου ξέφυγαν» του απάντησε η Φρειδερίκη.
          Ο Φτερωτός αναστέναξε με ανακούφιση. «Είναι φύλακες» της εξήγησε, καταλαβαίνοντας αμέσως το παράξενο βλέμμα της. «Φύλακες της νύχτας. Βγαίνουν τη νύχτα, περιπολώντας το σπίτι».
«Συγγνώμη» απολογήθηκε η Φρειδερίκη, αισθανόμενη άσχημα.
«Μη ζητάς από εμένα. Περίμενε να νυχτώσει και μετά ζήτα συγγνώμη» κάθισε στον καναπέ του σαλονιού, μη πιστεύοντας πόσο καθαρός ήταν. Γύρισε το βλέμμα του στο τζάκι, ήταν απόλυτα καθαρό. «Σαν το σπίτι μου» είπε κοιτάζοντας περιπλανητικά το χώρο.
     Η Φρειδερίκη κάθισε στην πολυθρόνα, κοντά στο τζάκι. Είχε αρχίσει να γίνεται η θέση της, το είχε καταλάβει και ο Φτερωτός αυτό. «Θέλετε μήπως να ανάψω το τζάκι;» τους ρώτησε.
      Ο Έκτορας ήταν εντελώς αφηρημένος, κοιτούσε επίμονα κάτω από το χάλι. Φαινόταν να είναι πολύ ανήσυχος.
«Τι έπαθε αυτός;» ρώτησε η Φρειδερίκη τον Φτερωτό.
      Ο Φτερωτός γελούσε. «Καθάρισες το πάτωμα;» τη ρώτησε.
«Ναι» του απάντησε εκείνη αμέσως.
«Και κάτω από το χαλί;» συνέχισε να τη ρωτάει ο Φτερωτός.
«Ναι».
«Του χάλασες την κρυψώνα τότε» της απάντησε ο Φτερωτός. «Κάτω από το χαλί έκρυβε της καραμέλες του».
«Ήταν έξω από τα περιτύλιγμα και σκόρπιες…» ξεκίνησε να λέει την απολογία της η Φρειδερίκη.
«Έτσι κάνει» της απάντησε αμέσως ο Φτερωτός. «Από τη λαιμαργία του τις ανοίγει όλες, μπουκώνει το στόμα του με τις περισσότερες και όσες του μένουν τις κρύβει κάτω από το χαλί».
«Μα, θα τις τρώνε τα μυρμήγκια».
«Για αυτό υπάρχουν οι κατσαρίδες» της είπε αμέσως. «Οι κατσαρίδες διώχνουν τα μυρμήγκια. Γενικώς τα υπόλοιπά ζωύφια. Στις κατσαρίδες δεν αρέσουν οι καραμέλες βουτύρου. Ο Έκτορας λατρεύει τις καραμέλες βουτύρου».
«Εκεί που τις κρύβει γεμίζουν σκόνη» είπε η Φρειδερίκη, προσπαθώντας να πει ότι κατά λάθος του έκανε καλό, που πέταξε τις καραμέλες.
     «Φροντίζει πάντα να είναι καθαρό το μέρος, όπου σκοπεύει να τις κρύψει. Εγώ το γνωρίζω και προσέχω να μην τις πατήσω. Εξάλλου δε μου αρέσει να κάθομαι στο σαλόνι. Ο Έκτορας το ξέρει αυτό. Τώρα όμως αρχίζει να μου αρέσει» παραδέχτηκε χαμογελαστά.
     «Καλά, γιατί δε τις κρύβει στο σπίτι του;» ρώτησε σιγανά η Φρειδερίκη, διατηρώντας σταθερό τον τόνο της συζήτησης.
«Κοίταξε τον» της είπε ο Φτερωτός. «Πώς τον κόβεις; Ακόμα και μέσα στο σλιπάκι του κρύβει γλυκά. Η μητέρα του τον ελέγχει συνεχώς και του τα πετάει. Η μόνη κρυψώνα που δεν έχει ανακαλύψει ακόμα η μητέρα του, είναι αυτή εδώ». Ο Φτερωτός ολοκληρώνοντας την πρότασή του, είδε τον Έκτορα να προχωράει προς το μέρος της Φρειδερίκης μουτρωμένος. Ήταν τόσο αστείος. Κρατιόταν να μη γελάσει.
      Ο Έκτορας κάθε φορά που θύμωνε  φούσκωνε τα μαγουλά του, κρατούσε ενωμένα τα χέρια του με το ζόρι πάνω από τη πεταχτή κοιλιά του. Έμοιαζε σαν πούλι από τάβλι. Στάθηκε μπροστά στη Φρειδερίκη, κοιτάζοντας την αγριεμένα, ξεφύσησε. Το κοριτσάκι του έριξε ένα αμήχανο χαμόγελο, νιώθοντας όντως άσχημα που πέταξε τις καραμέλες βουτύρου του. Η έκφραση του Έκτορα δεν άλλαξε, ήθελε πίσω τις καραμέλες του.
      «Έκτορα» του φώναξε τραγουδιστά ο Φτερωτός.
Ο Έκτορας δεν αντέδρασε, συνέχισε να κοιτάει αγριεμένα τη Φρειδερίκη.
«Έκτορα» του φώναξε ο Φτερωτός, ξερά.
«Τι θέλεις;» τον ρώτησε θυμωμένα ο Έκτορας.
      Ο Φτερωτός του πέταξε ένα πακέτο, με καραμέλες βουτύρου, που τον βρήκαν στο κεφάλι. Ο Έκτορας παραπονέθηκε τρίβοντας το κεφάλι του, ξεχάστηκε όμως βλέποντας τις καραμέλες βουτύρου. Άνοιξε το πακετάκι και τις έβαλε όλες μέσα στον στόμα του, αναστενάζοντας με ανακούφιση.
               «Έχω και εγώ την κρυψώνα μου» ψιθύρισε στη Φρειδερίκη, ο Φτερωτός, κάνοντας την να γελάσει.

                                   * * * *


               Η βραδιά κύλησε όμορφα και ήρεμα. Ο Έκτορας αφού έφαγε όλες τις καραμέλες που του είχε δώσει ο Φτερωτός, ξεκίνησε να ψάχνει σε όλο το σπίτι να θέλοντας να φάει και άλλες καραμέλες. Η Φρειδερίκη του φώναζε, να μην ανακατώσει το σπίτι. Όταν ο Έκτορας απελπίστηκε, ηρέμησε και η Φρειδερίκη. Μαζεύτηκαν όλοι στο σαλόνι. Η Φρειδερίκη πάνω στο συμμάζεμα είχε βρει ένα βιβλίο μυστηρίου και ξεκίνησε να το διαβάζει καθισμένη στην πολυθρόνα απέναντι από το αναμμένο τζάκι. Ο Φτερωτός ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ, κοιτάζοντας το ταβάνι και ο Έκτορας αποκοιμήθηκε πεινώντας.



Constantine Red Moon

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου