Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

24 Δεκ 2016

0 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 3)

Έβγαλε από την τσάντα του την εφημερίδα και το φορητό υπολογιστή του, τον άνοιξε και τον ακούμπησε στην άκρη του τραπεζιού. Άνοιξε προσεκτικά την εφημερίδα και την ξεφύλλισε. Δε δυσκολεύτηκε να βρει μια κάρτα μνήμης SD κολλημένη σε μια σελίδα. Την πήρε και την έβαλε στο slot του υπολογιστή. Έβγαλε από την τσάντα και το usb stick για τη σύνδεση στο internet και το σύνδεσε και αυτό. Καθώς περίμενε να φορτώσει, έβαλε αλάτι στη σαλάτα και την ανακάτεψε, δοκίμασε… ή πεινούσε πολύ ή ήταν πραγματικά πολύ νόστιμη αυτή η ντομάτα. Του θύμισε τις ντομάτες που έτρωγε στο περιβόλι του πατέρα του μικρός.

Το θυμόταν αυτό το περιβόλι καλά. Είχε δουλέψει κι ο ίδιος εκείνα τα χώματα. Απ’ τα τριακόσια δέντρα όλων των ειδών, τώρα είχαν μείνει κάποιες μυγδαλιές, καρυδιές και κερασιές και ο κήπος με τα λαχανικά που έβαζε η αδερφή του με το γαμπρό του. Δεν προλάβαιναν να τρώνε τότε, 3 οικογένειες, φρούτα και λαχανικά και σταφύλια, μέχρι και λάδι έβγαζαν. Έφυγαν όμως τα παιδιά, πήγαν για σπουδές μακριά, στην Αθήνα κυρίως κι έμειναν εκεί, λείψαν τα χέρια, πνίγηκαν τα δέντρα στα χορτάρια, έμεινε ο καρπός στις ελιές και γίναν στέρφες. Μετά μπήκε το χωράφι στο σχέδιο πόλης κι ήρθαν τα κληρονομικά. Χωρίστηκε το κτήμα στα δυο και η Γεωργία πήρε την απόφαση και στο μισό δικό της κομμάτι έχτισε ένα σπίτι όπως το ήθελε. Το άλλο μισό το πήραν τα ξαδέρφια του και ξερίζωσαν τα δέντρα για να το πουλήσουν οικόπεδα. Δεν είχαν κι άδικο, ποιος να τα δουλέψει. Ούτε την αδελφή του κατηγορούσε. Ευτυχώς που έμενε κι αυτή εκεί, γιατί αλλιώς θα ερήμωναν τα πατρικά τα κτήματα.
Η αδερφή του… είχε να τη δει τρία χρόνια. Είχε γενικά να συναντήσει συγγενή του τρία χρόνια. Μόνο τον κουμπάρο του είχε συναντήσει τυχαία στο αεροδρόμιο στο Παρίσι και μη μπορώντας να τον αποφύγει κουβέντιασαν. Τη θυμόταν αυτή την κουβέντα σα φαρμάκι και βάλσαμο ταυτόχρονα. Αυτός επέστρεφε Ελλάδα και ο Αντώνης είχε ανταπόκριση με επτά ώρες καθυστέρηση για Ηνωμένες Πολιτείες. Μιλούσαν για τέσσερις ώρες κι είχε ήδη χάσει την πτήση του όταν χαιρετήθηκαν να φύγουν. Στην αρχή ήταν παγωμένος κι ο ίδιος και ένιωθε και τον Αντώνη διστακτικό. Αλλά του έλειπε τόσο πολύ να μιλήσει σε κάποιον που τον ήξερε, που δε θα μιλούσε με γρίφους και υπονοούμενα, που δε θα φοβόταν τι θα πει και τι θα ακούσει, που όταν τον χαιρέτησε τον έσφιξε στην αγκαλιά του… και που ήξερε το πραγματικό του όνομα. Καταλάβαινε κι ο Αντώνης και δεν επέμεινε να μάθει γιατί έφυγε, που χάθηκε, πως ζει, γιατί έκοψε κάθε επαφή με τον κύκλο του. Όταν χώρισαν τον όρκισε να μην πει τίποτα σε κανέναν… άδικος κόπος! Μισή ώρα μετά δέχτηκε εικοσιπέντε με τριάντα mail από συγγενείς και φίλους.
Ντρεπόταν να της μιλήσει από κοντά της αδερφής του. Τι να τις έλεγε… δε θα μπορούσε να απαντήσει σε καμιά από τις ερωτήσεις που θα του έκανε σαν αδερφή και κυρίως γιατί έκανε ό,τι έκανε! Τελευταία φορά πριν τρία χρόνια την είδε στο μνημόσυνο των γονιών τους.
Ο πατέρας τους, ο μόνος που ήξερε, είχε φύγει δυο χρόνια νωρίτερα, ένα χρόνο και τρεις μέρες μετά τη μάνα τους, τόσο άντεξε μόνος του. Έφυγε όπως ακριβώς ήθελε.. πήγε τη πρωινή του βόλτα, άναψε κερί στη γυναίκα του, γύρισε σπίτι έκανε ντους, ξάπλωσε να κοιμηθεί λίγο ακόμα και πήγε να την συναντήσει. Έτσι τον βρήκε η αδερφή του, ξαπλωμένο με τα μάτια κλειστά για πάντα, στην πλευρά που μέχρι πριν ένα χρόνο κοιμόταν η μαμά. Έλεγε ότι ξάπλωνε από εκεί για να την νιώθει να τον ακουμπάει. Σα να έβαλε το διακόπτη στη θέση «off». Απλά και ήρεμα, ή τουλάχιστον έτσι θέλανε όλοι να πιστεύουνε. Πάλι ο Παύλος έλειπε μακριά κι έφτασε ίσα - ίσα για την κηδεία. Τουλάχιστον δε χρειάστηκε να τον βάλουν σε ψυγείο μέχρι να φτάσει, όπως είχε γίνει με τη μαμά. Όταν «έφυγε» η μάνα δεν είχε κλάψει, ήταν ακόμα πολύ σφιχτός, πολύ θυμωμένος, πολύ μακριά απ’ όλους για να κλάψει. Ένιωθε τον πόνο και την λύπη να του σκίζουν το στήθος και μια πικρή γεύση κι ένα μούδιασμα μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών του… μα δεν έχυσε ούτε ένα δάκρυ. Με τον πατέρα του δάκρυσε, αλλά κράτησε τον απόμακρο χαρακτήρα του.
Όταν όμως πήγε για το μνημόσυνο, τις δέκα μέρες που έμεινε στα Τρίκαλα τότε, έκλαψε πολύ και μίλησε λίγο. Είπε απλά ότι είναι καλά, ότι δεν είναι με καμία, κρατιέται καλά οικονομικά και δουλεύει στο εξωτερικό. Και δεν έμεινε στην αδερφή του γιατί φοβόταν. Έμεινε σε ξενοδοχείο και έκλαψε όσο δεν είχε κλάψει δέκα χρόνια, παρά τα όσα είχαν συμβεί. Κι αν στην κηδεία ήταν σκληρός και όποτε βρισκόταν μπροστά σε κόσμο κρατούσε χαρακτήρα, μόλις έμπαινε στο δωμάτιο κι έκλεινε την πόρτα πίσω του, έβγαζε τη μάσκα κι έλιωνε η πανοπλία της μοναξιάς και πλάνταζε στο κλάμα σαν μικρό παιδί που του πήραν το αγαπημένο παιχνίδι. Έκλαιγε για ώρες, μέχρι που στέρευαν τα μάτια και τον έπιανε λόξυγκας και σκέψεις διάφορες τον έπνιγαν. Σκέψεις που γινόταν εφιάλτες και τύψεις καθώς κοιμόταν και ξυπνούσε πότε στο πάτωμα και πότε στις καρέκλες. Μαστίγια που χτυπούσαν εναλλάξ το συνειδητό και το ασυνείδητο, μάτωναν την ψυχή και στο μυαλό του χάραζαν σημάδια και ουλές. Και σαν ξυπνούσε και κατάφερνε να πάρει παυσίπονα και ηρεμιστικά, απ’ τα σημάδια αυτά ξεκινούσαν ιδέες και αμφιβολίες γι’ αυτό που ήταν και που έκανε, κι έτοιμος ήταν να παραδοθεί και να ομολογήσει, ή να απαλλάξει τον κόσμο απ’ τον περιττό εαυτό του, ή να κλειστεί σ’ ένα μοναστήρι ψάχνοντας συγχώρεση από Θεό κι ανθρώπους. Πάντα όμως διακρίνονταν για την ψυχρή λογική του, την ψυχραιμία του και τον αυτοέλεγχό του… κι έτσι πάλι δεν έγινε τίποτα. Ένα βράδυ ξύπνησε με το κρεβάτι του πλημμυρισμένο από ιδρώτα, ξερατά κι αίματα. Δεν μπορούσε καλά-καλά να περπατήσει.
«Δε θα πεθάνω σ’ ένα γαμημένο δωμάτιο ξενοδοχείου» σκέφτηκε και άρχισε να λειτουργεί όπως πριν. Ήπιε ό,τι μη αλκοολούχο υγρό είχε το μίνι-μπαρ, πήρε δυο mesulid και ξεράθηκε στον ύπνο για δεκαέξι ώρες. Τον ξύπνησε η αδερφή του που χτυπούσε την πόρτα του δωματίου. Της είπε να πάει σπίτι, σηκώθηκε, έκανε μπάνιο και μάζεψε τα πράγματά του. Κάλεσε την καθαριότητα και έδωσε στην καθαρίστρια πουρμπουάρ περίπου δυο μηνιάτικά για να κάνει απολύμανση το δωμάτιο και φυσικά να μην ρωτήσει, αλλά ούτε και να πει για τα ματωμένα σεντόνια και σκεπάσματα που πήρε μαζί του για να κάψει.
Πήγε στην τράπεζα νοίκιασε δύο θυρίδες και προπλήρωσε πενήντα χρόνια. Στη μία έβαλε τις οδηγίες, τον αριθμό και τους κωδικούς για το λογαριασμό στην Ελβετία και στην άλλη για τους λογαριασμούς στην Κύπρο και τα Κέιμαν. Άνοιξε επίσης δύο λογαριασμούς έναν στο όνομα του ανιψιού του Αχιλλέα κι έναν στην ανιψιά του Δάφνη. Αντίστοιχα έφτιαξε και την πρόσβαση στις θυρίδες. Έκανε μια αρχική κατάθεση πενήντα χιλιάδες ευρώ στον καθένα, πίστευε ότι έφταναν για τις σπουδές τους, αν είχαν σκοπό να σπουδάσουν. Ύστερα τους πήρε τηλέφωνο και κανόνισε να τους κάνει οικογενειακά το τραπέζι.
Συναντήθηκαν σ’ ένα μεζεδοπωλείο που πήγαινε από δεκαπέντε χρονών μέχρι που έφυγε από τα Τρίκαλα και ποτέ δεν έφαγε κάτι άσχημο. Ο ιδιοκτήτης τον θυμήθηκε. Όταν έφτασαν όλοι σηκώθηκε όρθιος να μιλήσει και τους έβαλε να υποσχεθούν ότι δεν θα επιμένουν να ρωτάνε πράγματα που δεν θέλει ν’ απαντήσει. Όταν κάθισε είδε την Γεωργία να τον κοιτάει στα μάτια μ’ αυτό το μόνιμα θλιμμένο βλέμμα που είχε μετά το Ισραήλ. Είχε υποπτευθεί πως δεν θα τον ξανάβλεπε. Ο γαμπρός του και ο μπατζανάκης του δεν είχαν σταματήσει να σχολιάζουν ψιθυριστά μεταξύ τους όλο το βράδυ, αλλά κατά τα άλλα ήταν ένα χαρούμενο τραπέζι, ανοιχτό και άνετο. Ακόμα και η αδερφή του ξεχάστηκε, ή προσποιήθηκε πολύ καλά και συμμετείχε. Κουβέντιαζαν και γελούσαν και τα σύννεφα των αγαπημένων προσώπων που έλειπαν και των μυστικών που  φοβίζουν διαλύθηκαν για λίγο. Ήταν η τελευταία φορά που θυμόταν τον εαυτό του να γελάει από καρδιάς. Έδωσε τα κουτάκια με τα βιβλιάρια και τα κλειδιά των θυρίδων στα παιδιά και τους είπε να τα ανοίξουν σπίτι, έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν πριν ενηλικιωθούν. Ο Αχιλλέας παρά το νεαρό της ηλικίας πειθάρχησε, όπως θα έκανε κι ίδιος ο Παύλος άλλωστε. Αυτό το παιδί όσο μεγάλωνε τόσο του έμοιαζε. Η Δάφνη όμως, σαν μικρότερη και γυναίκα, δεν κρατήθηκε: «Μαμά ποιος αριθμός είναι αυτός», ρώτησε τη μαμά της ξεφυλλίζοντας το βιβλιάριο. Η Δήμητρα σάστισε και έβαλε το χέρι μπροστά στο στόμα της: «Έλα ρε Παύλο! Αν είναι δυνατόν, τι κάνεις τώρα;» φώναξε, και γυρνώντας προς τη Γεωργία : «Μα… πενήντα χιλιάρικα;». Η αδερφή του δάκρυσε καθώς ο φόβος έγινε πλέον σιγουριά και την πλάκωσε. Σηκώθηκε από την καρέκλα της και ήρθε κλαίγοντας να τον αγκαλιάσει: «Σε τι έχεις μπλέξει; Γιατί; Γιατί;» του ψιθύρισε κι ένιωσε τα δάκρυά της σα μαχαίρια στο λαιμό και στην πλάτη του. Δεν ήθελε να αποχωριστούν έτσι…όχι. Τα παιδιά κοιτούσαν απορημένα. Σηκώθηκε όρθιος: «Αυτά είναι τα παιδιά μου τώρα! Δεν μπορώ να είμαι κοντά τους αλλά μπορώ να τους εξασφαλίσω προϋποθέσεις για ένα καλύτερο μέλλον, και αυτό έκανα. Δεν ήθελα να προσβάλω ούτε να στεναχωρήσω κανέναν. Τώρα πρέπει να φύγω!» Αγκάλιασε τη Δάφνη που τον κοιτούσε με μεγάλα αθώα μάτια γεμάτα απορία, και πιο συγκρατημένα τον Αχιλλέα, έφηβος πια. Φίλησε την Γεωργία στο μάγουλο και απομακρύνθηκε. Του κρατούσε το χέρι μέχρι που δεν τον έφτανε πια, λες και μπορεί να άλλαζε γνώμη και να μην έφευγε. Η σιωπή εκείνου του τραπεζιού που άφησε πίσω του τον ακολουθούσε για μήνες σα σκιά. Σκιά που … σαν έρθει το σούρουπο και σβήσει ο θόρυβος της μέρας και πλακώσει η σιωπή της νύχτας, μακραίνει τρομακτικά και γεμίζει το μυαλό τρομακτικά ήσυχες σκιές. Σιωπή και σκοτάδι… που φώτιζε για λίγο η οθόνη του κινητού του κάθε φορά που τον έπαιρναν τηλέφωνο και δεν απαντούσε … κι έσβηνε το λιγοστό φως μα άναβε η φωτιά της αμφιβολίας και των αναμνήσεων και της μοναξιάς. Τώρα πια είχε αλλάξει νούμερο για να αποφεύγει αυτές τις εκρήξεις συναισθηματισμού. Τους είχε στείλει και μήνυμα ότι θα τον έβρισκαν πάντα μέσω mail. Είχε κρατήσει εκείνη την παλιά συσκευή και το νούμερο. Μια φορά το ενεργοποίησε και είδε περισσότερες από διακόσιες κλήσεις, οι περισσότερες από την αδερφή του. Του έστελναν και mail συχνά και του έλεγαν νέα, κυρίως για τα παιδιά, πως πήγαιναν στο σχολείο. Άλλες φορές τον ειδοποιούσαν για κοινωνικά γεγονότα όπως γάμους, βαφτίσεις ή και, μακριά από ‘δω, κηδείες, λες και θα πήγαινε! Απλά τους απαντούσε ότι είναι καλά και δεν θα μπορούσε να πάει. Είχε τολμήσει μια φορά να πάει να δει τον ανιψιό του σε αγώνα μπάσκετ. Αλίμονο, σ’ όλη την κερκίδα του μικρού επαρχιακού κλειστού γυμναστηρίου Τρικάλων δεν υπήρχαν πάνω από εκατό άτομα και για να μην τον δουν αναγκάστηκε να παρακολουθήσει κρυμμένος πίσω από παλιές και παρατημένες διαφημιστικές πινακίδες. Όσο κι αν ήθελε δεν τολμούσε να αντικρίσει κανένα συγγενή ή παλιό φίλο.


Βασίλης Ζησόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου