Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18 Δεκ 2016

0 Τιμωρημένος και από τους Δύο Κόσμους (Κεφάλαιο 4) Δαιμονική Κατσαρίδα

Ένα ζεστό μπάνιο το πρωί, είναι ο καλύτερος τρόπος για να έχεις ένα καλό ξύπνημα.
      Το νερό έτρεχε άφθονο, γεμίζοντας με ατμούς όλο το δωμάτιο του μπάνιο.
      Τα φτερά του γέμιζαν όλο των τόπο με νερά, ενώ ο Φτερωτός κουνούσε ρυθμικά τα φτερά του, χορεύοντας. Είχε κάνει το αφρόλουτρο μικρόφωνο και έκανε την μπανιέρα μουσική σκηνή τραγουδώντας. «I wish I had an angel. For one moment of love. I wish I had your angel. Your Virgin Mary undone». Κουνούσε κυκλικά το κεφάλι του, τινάζοντας τα μαλλιά του. «I'm in love with my lust. Burning angel wings to dust. I wish I had your angel tonight».

 * * * *
     
      Η Φρειδερίκη μόλις άνοιξε τα μάτια της, αντίκρισε πάνω στη κοιλιά της μια κατσαρίδα. Τινάχτηκε αηδιασμένη, πήρε τα παπούτσια της και τα πέταξε πάνω στη κατσαρίδα.
      Ο Έκτορας ακούγοντας το θόρυβο, ξύπνησε. Μαζεύτηκε στη γωνιά του, κοιτάζοντας τη Φρειδερίκη που χτυπιόταν. «Είναι πάνω στο κεφάλι σου» της είπε.
      Η Φρειδερίκη νευριασμένη, έκανε μια κωλοτούμπα.
«Θα σπάσεις τον αυχένα σου» της είπε ο Έκτορας, βλέποντας την να κάνει και δεύτερη κωλοτούμπα.
«Πού είναι;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη λαχανιασμένη.
      Ο Έκτορας γούρλωσε τα μάτια του και της έδειξε την απέναντι γωνία.
      Η μαύρη κατσαρίδα, είχε μεγαλώσει το μέγεθος της και στεκόταν ακίνητη (προς το παρόν), στην απέναντι γωνία.
      Και οι δυο τους εξαφανίστηκαν από το σαλόνι. Ο Έκτορας κατευθύνθηκε προς τη κουζίνα. Άνοιξε το ψυγείο και κάθισε ανάμεσα στα ράφια. Πήρε από το πάνω ράφι ένα σαλάμι μπύρας και ξεκίνησε να του μασουλάει αγχωμένος.
      Η Φρειδερίκη, έτρεξε προς το μπάνιο. Άκουσε το νερό που έτρεχε, υπέθεσε πως ο Φτερωτός λουζόταν για και χτύπησε τη πόρτα. «Φτερωτέ!» φώναξε μία φορά, χωρίς να πάει καμία απάντηση. Ξανά χτύπησε. «Φτερωτέ!» φώναξε πιο δυνατά, πάλι δεν πήρε κάποια απάντησε. Ακούγοντας ένα θόρυβο σα κάτι να πέφτει, έκανε εικόνα τη τεράστια κατσαρίδα να πλησιάζει απειλητικά προς το μέρος της. Άνοιξε αμέσως την πόρτα και όρμησε προς τη μπανιέρα. Πήγε και κρύφτηκε κοντά στον ολόγυμνο Φτερωτό, δίχως να τη νοιάζει το ότι ήταν γυμνούς και χωρίς να δίνει σημασία στο ζεστό νερό που έπεφτε πάνω της.
      Ο Φτερωτός είχε ακινητοποιηθεί, γύρισε να δει αργά σε πιο σημείο είχε σταθεί το κοριτσάκι. Είχε σταθεί πλάι του, πιάνοντας γερά το ένα του μπούτι, διατηρώντας σφιχτά κλεισμένα τα μάτια της. Το ένα του φτερό τη σκέπαζε ελαφρώς. «Φρειδερίκη…Θέλεις να βγεις από το μπάνιο;» τη ρώτησε αισθανόμενος άβολα.
«Όχι δε θέλω» του απάντησε το κοριτσάκι, παραμένοντας στην ακίνητη στην ίδια θέση.
«Μα γιατί, γενναίο μου κοριτσάκι;» τη ρώτησε, επιχειρώντας να τη ξεκολλήσει από το μπούτι του και να απομακρυνθεί από κοντά της.
«Φοβάμαι» του απάντησε το κοριτσάκι, σφίγγοντας περισσότερο το μπούτι του.
«Μία γνήσια Κυνηγός, δε φοβάται ποτέ της» με το βλέμμα του, έψαχνε να βρει τη πετσέτα του. Την είχε αφήσει ακριβώς απέναντι, πάνω στη κλειστή λεκάνη τουαλέτας.
      «Αν ήμουν στο κανονικό μου μέγεθος, δε θα φοβούμουν» μουρμούρισε το κοριτσάκι.
«Θέλεις να βγεις από τη μπανιέρα;» τη ρώτησε ευγενικά.
«Γιατί;».
«Γιατί είμαι γυμνός» της απάντησε γρήγορα.
      Η Φρειδερίκη πάγωσε συνειδητοποιώντας, τι βρισκόταν λίγο πιο πάνω από τα χέρια της, σχεδόν απέναντι από το κεφάλι της. Κοκαλωμένη βγήκε από τη μπανιέρα, με αργά μεγάλα βήματα προχώρησε προς τη κλειστή λεκάνη, πήρε τη άσπρη πετσέτα και του την έδωσε με γυρισμένη πλάτη.
      Ο Φτερωτός έκλεισε το νερό, πήρε τη άσπρη πετσέτα και την τύλιξε γύρω από τη μέση του, καλύπτοντας ολοκληρωτικά τα γενετικά του όργανα.
      «Εντάξει;» τον ρώτησε.
«Ναι» της απάντησε στραγγίζοντας τα μαλλιά του.
      Η Φρειδερίκη γύρισε να τον κοιτάξει. Είχε ωραίο στέρνο, ελαφρώς γυμνασμένο και με ανοιχτές πλάτες. «Ισιώνεις τα μαλλιά σου;» τον ρώτησε. «Ακόμα και βρεγμένα ίσια είναι».
«Είναι το φυσικό μου» της απάντησε, τινάζοντας με καμάρι τη μακριά ξανθιά χαίτη του προς τα πίσω.
      Η Φρειδερίκη νόμισε πως άκουσε, τον ίδιο θόρυβο με πριν και έτρεξε κατά πάνω του, πιάνοντας τον σφιχτά από τη μέση.
      Ο Φτερωτός τη κοίταξε με πλάγιο βλέμμα. «Μήπως θέλεις όντως να με αποπλανήσεις;» τη ρώτησε παιχνιδιάρικα.
      Η Φρειδερίκη ξέδεσε τα χέρια της από τη μέση του, έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. «Είναι μια γιγάντια κατσαρίδα στο σαλόνι. Δαιμονική κατσαρίδα!» του είπε.
«Α, θα ναι το δαιμόνιο» είπε με χαρά ο Φτερωτός. «Φίλος από τα παλιά» της είπε, βγαίνοντας προσεκτικά από τη μπανιέρα. «Πάω να τον υποδεχτώ» είπε, ανοίγοντας την πόρτα του μπάνιου.
«Πού πας καλέ έτσι; Θα κρυώσεις!» του φώναξε η Φρειδερίκη, αλλά εκείνος είχε κιόλας απομακρυνθεί.

       Βρεγμένος όπως ήταν, ένιωθε να κρυώνει. Ανέβηκε στη σοφίτα, να φορέσει ένα μαύρο παντελόνι, ένα άσπρο πουκάμισο και στα πόδια ένα ζευγάρι γκρι κάλτσες.
      Προχωρούσε χαρούμενος, όπως πέρναγε μπροστά από την ανοιχτή πόρτα της κουζίνας, με την άκρη του ματιού της είδε το ψυγείο να τρέμει. Πλησίασε διστακτικά και άνοιξε την πόρτα του ψυγείου σε ετοιμότητα.
      Ο Έκτορας τον κοιτούσε τρομαγμένος, με μπουκωμένο στόμα.
«Πάλι τρως;».
      Ο Έκτορας κούνησε προς τα μπροστά το σώμα του. «Βοήθα με, σφήνωσα».
«Για αυτό κουνιόταν το ψυγείο, λες και έγινε σεισμός;» αναρωτήθηκε φωναχτά, ο Φτερωτός.
«Μη μιλάς και τράβα» τον πρόσταξε ο Έκτορας, μη θέλοντας άλλο να μείνει μέσα στο ψυγείο.
      «Ρουφήξου!» του έλεγε ο Φτερωτός ζορισμένος, τραβώντας τον με όλη του τη δύναμη.
      Ο Έκτορας κράτησε την αναπνοή του, για πάνω από πέντε λεπτά. Πάνω που κόντευε να πεθάνει από ασφυξία, ξεκόλλησε από τα τοιχώματα του ψυγείου και έπεσε πάνω πάνω στον Φτερωτό, που έπεσε στο πάτωμα.
      «Σήκω από πάνω μου» του είπε ο Φτερωτός, ξαπλωμένος. «Δε μπορώ να αναπνεύσω» παραπονέθηκε, δυσκολευόμενος να αναπνεύσει.
      Ο Έκτορας έπεσε στο πλάι, αγκαλιάζοντας τον. «Είναι μία τεράστια κατσαρίδα στο σαλόνι» του είπε σιγανά.
«Φίλος μου είναι» του είπε χαμογελαστός. «Έλα σήκω, σήκω. Μη φοβάσαι, είναι καλό δαιμόνιο».
«Δαιμόνιο και καλό…Κακώς συνδυασμός» σχολίασε ο Έκτορας.
«Είναι καλός» του είπε με χαμόγελο ο Φτερωτός. «Μου έχει σταθεί στα δύσκολα» έπιασε από τον χέρι τον Έκτορα και τον τράβηξε να τον ακολουθήσει. «Έλα, είναι αγένεια να περιμένει».

                                   * * * *

      Στο σαλόνι καθόταν με σταυρωμένα τα πόδια, μία μαύρη οντότητα. Με λεπτή σιλουέτα, μακρύ κορμό, στενό πρόσωπο δυο χρυσαφένιες σχισμές για μάτια, μεγάλα μαύρα μυτερά φτερά, δύο μακριά λεπτά χέρια με μεγάλα μαύρα νύχια και πλατιά γεροδεμένα πόδια. Στο πλάι κρεμόταν η μαύρη λεπτή μακριά ουρά του, σα μαστίγιο έμοιαζε. Ο Φτερωτός χάρηκε πολύ που τον είδε, πήγε γρήγορα κοντά του να τον αγκαλιάσει. Ο Έκτορας τον κρατούσε γερά από τη μέση ακολουθώντας τον, μένοντας κρυμμένος πίσω από την πλάτη του.
      «Δεν ήξερα ότι έχεις παρέα» είπε το δαιμόνιο, κοιτάζοντας γύρω – γύρω περιμένοντας να δει κάποιον. «Ποιος είναι;» ρώτησε τον Φτερωτό. Από τον τόνο της φωνής του, περισσότερο τον πρόσταζε να του απαντήσει.
«Είναι ο φίλος μου ο Έκτορας» ο Φτερωτός ένιωσε το ένα του πόδι να μουδιάζει, προσπάθησε να ξεκουμπώσει λίγο τα χέρια του Έκτορα γύρω από το πόδι του.
      Το δαιμόνιο άλλαξε τη μορφή του, σε πιο εμφανίσιμο και όχι τόσο τρομακτικό. «Έκτορα, μπορείς να με κοιτάξεις» είπε με ήρεμη φωνή. «Δεν είμαι και τόσο τρομακτικός».
      Ο Έκτορας έγειρε το κεφάλι του αργά προς το πλάι, κρατώντας σφιχτά τον Φτερωτό. Όταν το δαιμόνιο του χάρισε ένα χαμόγελο, τρόμαξε και ξανά κρύφτηκε πίσω από τον Φτερωτό.
      «Είναι ντροπαλός» είπε ο Φτερωτός.
«Πιο πολύ φοβιτσιάρης, μου φαίνεται» είπε το δαιμόνιο.
      Η Φρειδερίκη μπήκε με φόρα μέσα στο σαλόνι, μένοντας ακίνητη λίγο πιο δίπλα από τον Φτερωτό και τον Έκτορα. Το δαιμόνιο τη κοίταξε και έσκασε στα γέλια.
      «Γιατί γελάς;» τον ρώτησε ο Φτερωτός.
      Το δαιμόνιο συνεχίζοντας να γελάει, τέντωσε το χέρι του προς το μέρος της Φρειδερίκης.
      Ο Φτερωτός μη καταλαβαίνοντας, γύρισε και κοίταξε το μικρό κοριτσάκι.
      «Είμαι το ανέκδοτο για όλους τους Δαίμονας και δαιμόνια». Εξήγησε εκείνη, φανερά νευριασμένη. «Αυτό το σκοπό είχε ο Δαίμονας. Τα δαιμόνια και οι Δαίμονες, μπορούν να δουν τη πραγματική μου μορφή και τους μοιάζει αστείο το πώς είμαι τώρα. Περισσότερο με κοροϊδεύουν, επειδή νικήθηκα…».
«Ηττήθηκες παταγωδώς» τη διέκοψε το δαιμόνιο.
      Η Φρειδερίκη τον κοίταξε αγριεμένα. Έκανε ένα βήμα μπροστά, σφίγγοντας τις γροθιές της. Αν ήταν στο πραγματικός της μέγεθος, τώρα θα τον είχε φυλακίσει και θα τον βασάνιζε με το δικό της μοναδικό τρόπο. Τώρα, το μόνο που μπορεί να κάνει, είναι να τον κοιτάζει αγριεμένα διατηρώντας σφιχτές τις γροθιές της.
      Το δαιμόνιο ανταποκρίθηκε, στο βλέμμα της Φρειδερίκης και την κοίταξε με πονηρό λαμπερό βλέμμα. «Θέλω να μιλήσουμε». Απευθύνθηκε στον Φτερωτό, με το βλέμμα του πάνω στη Φρειδερίκη.
      Ο Φτερωτός δυσκολευόταν να απαντήσει. Πάλευε με τον Έκτορα, ο οποίος δεν έλεγε να ξεκολλήσει από πάνω του. «Έκτορα στη σοφίτα έχω καραμέλες!» του φώναξε αγανακτισμένος.
      Ο Έκτορας ξετρύπωσε αμέσως από τη κρυψώνα του, τράβηξε από το χέρι την Φρειδερίκη και έτρεξαν προς τη σοφίτα.
      Το Δαιμόνιο κοίταξε τον Φτερωτό. «Τι γυρεύει εδώ το κορίτσι;».
«Εμφανίστηκε από το πουθενά».
«Θα τη βοηθήσεις;».
«Είμαι το φως, είσαι το σκοτάδι. Μην παρεξηγείσαι».
Το δαιμόνιο κούνησε την ουρά του, χαμογελώντας. «Έχεις δίκιο φίλε μου» του είπε χαμογελαστός.
«Σε τι οφείλω τη τιμή, της επισκέψεως σου;» τον ρώτησε ο Φτερωτός.
«Θα χρειαστώ τη βοήθεια σου».
«Και εσύ» είπε ξερά.
«Πρόκειται για τη Δαιμόνισα» του είπε το Δαιμόνιο.
Ο Φτερωτός ανατρίχιασε, καταλαβαίνοντας αμέσως σε τι αναφερόταν. «Τι έγινε;» ρώτησε ο Φτερωτός το δαιμόνιο.
«Δραπέτευσε»
Ο Φτερωτός γούρλωσε τα μάτια του. «Πού μπορεί να πήγε;»
«Αν ήξερα δε θα ήμουν εδώ»
«Και σε τι μπορώ να σε βοηθήσω;»
«Να την ψάξουμε. Κινδυνέυουν άνθρωποι και χαρισματοφωτισμένοι».
«Απέχω» του απάντησε. «Είμαι τιμωρημένος. Το ξέχασες;»
«Ίσως η φυλάκιση της Δαιμονίσας, να βοηθήσει στην τιμωρία σου»
«Δεν ανακατεύομαι»
«Προτιμάς να κυκλοφορεί ελεύθερη, ανακατεύοντας τον κόσμο;!»
      Ο Φτερωτός αναστέναξε αγχωμένος. «Πώς δραπέτευσε;».
«Ξελόγιασε έναν από τους φύλακες. Καιρό του τριβόταν»
«Ο Δεύτερος Δαίμονας πού βρίσκεται;» ρώτησε ο Φτερωτός.
«Τι με ρωτάς τώρα;» τον ρώτησε το δαιμόνιο.
«Σωστά» συμφώνησε αμέσως ο Φτερωτός. «Εάν ήξερες θα γνώριζες και πού είναι η Δαιμόνισα»
      Το δαιμόνιο έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι του, δείχνοντας πως συμφωνεί με τα λόγια του.
      «Έκτορα μείνε πάνω! Εγώ θέλω να μιλήσω με το δαιμόνιο!» φώναζε η Φρειδερίκη, καθώς πλησίαζε προς το σαλόνι.
      Το δαιμόνιο ακούγοντας τη φωνή της, κούνησε χαρωπά την ουρά του, αναμένοντας να του απευθύνει τον λόγο.
      Κάτι που η Φρειδερίκη έκανε πολύ σύντομα. Λαχανιασμένη από τη γρηγοράδα της, μίλησε στο δαιμόνιο. «Γνωρίζεις πού είναι ο πατέρας μου» του είπε ανασαίνοντας γρήγορα και τον κοιτούσε περιμένοντας μίαν απάντηση.
«Η πρόταση σου είναι καταφατική» της απάντησε ήρεμα το δαιμόνιο.
«Πού είναι ο πατέρας μου;!».
«Δεν ξέρω»
«Ξέρεις!»
      «Άκουσε μικρό – χαριτωμένο πλάσμα, τα σκοτεινά πλάσματα δεν εμπιστεύονται τίποτα και κανέναν. Δουλεύουμε ο καθένας μονός του με ανταγωνισμό»
«Με διαταγή του αφέντη σου γίνεται ό,τι γίνεται!» του φώναξε η Φρειδερίκη.
«Μπορεί να έχεις δίκιο…»
«Όχι μπορεί» τον διέκοψε η Φρειδερίκη. «Έχω δίκιο»
      Το δαιμόνιο την κοίταξε υπομονετικά. «Ο αφέντης μου θα έχει τον λόγο του, που το έκανε αυτό»
«Γιατί ήρθες;»
«Δε σε αφορά»
«Απάντησε μου» τον πρόσταξε με ψυχραιμία.
«Ακόμα και να σου πω…» την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω υποτιμητικά. «Είσαι ανίκανη να βοηθήσεις» ολοκλήρωσε την πρόταση του γελώντας.
«Αυτό εξαιτίας του αφέντη σου!» φώναξε πληγωμένη η Φρειδερίκη.
      Το δαιμόνιο συνέχισε να γελάει, όλο και πιο δυνατά. Η Φρειδερίκη έκανε την κίνηση να του επιτεθεί, το δαιμόνιο πριν προλάβει να πλησιάσει το κοριτσάκι την χαστούκισε με τη μακριά ούρα του και την πέταξε πάνω στον απέναντι τοίχο.
      «Για να μάθεις την αναλογία των δυνάμεων σου μικρή» είπε με σοβαρότητα το δαιμόνιο.
      Η Φρειδερίκη έμεινε ακίνητη ξαπλωμένη στο πάτωμα, ο Φτερωτός ανήσυχος πήγε κοντά της.
      «Είναι παιδί» είπε με αδύναμη φωνή ο Φτερωτός, κρατώντας στην αγκαλιά του τη λιπόθυμη Φρειδερίκη.
«Ολόκληρη γυναίκα είναι» είπε το δαιμόνιο.
«Ο αφέντης σου ήξερε τι έκανε» του απάντησε ο Φτερωτός. «Εξωτερίκευσε τη ψυχή της»
«Τι θες να πεις με αυτό;»
«Είναι αλαζόνας, υπερτιμάει τις δυνάμεις της…» έκανε μια μικρή παύση, η Φρειδερίκη κούνησε λίγο το κεφάλι της. «Δεν έχεις παρατηρήσει τα παιδιά; Όταν εισβάλεις ανάμεσα στις σκέψεις τους, δεν καταλαβαίνεις πώς αντιμετωπίζουν τον κόσμο; Η Φρειδερίκη είναι πολύ δυνατή για την ηλικία της, όμως συμπεριφέρεται σαν παιδί».
      «Καλά, καλά…Τη γουστάρεις και θέλεις να τα φτιάξετε» είπε στα γρήγορα το δαιμόνιο. «Στο θέμα μας τώρα…»
      Ο Φτερωτός δεν ξεχώρισε τα λόγια που έλεγε το δαιμόνιο. Την προσοχή του τράβηξε η Φρειδερίκη, που σιγά – σιγά ανακτούσε τις αισθήσεις της.
      «Είσαι καλά; Πονάς κάπου;» τη ρώτησε ο Φτερωτός.
«Όχι» του απάντησε η Φρειδερίκη, τρίβοντας το κεφάλι της.
      «Είμαι και εγώ εδώ!» φώναξε το δαιμόνιο, κουνώντας τα χέρια του δεξιά και αριστερά.
      «Έχω να προτείνω το εξής» ξεκίνησε να λέει ο Φτερωτός, πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε το λόγο του. «Θα σε βοηθήσω να φυλακίσουμε τη Δαιμόνισα και εσύ θα μας βοηθήσεις να βρούμε τον πατέρα της Φρειδερίκης».

«Εντάξει» συμφώνησε κατευθείαν το δαιμόνιο.


Constantine Red Moon 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου