Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

6 Δεκ 2016

1 Η αλήθεια μου (Κεφάλαιο 3)

«Εύα. Εύα, ξύπνα!»
Τινάζομαι απότομα μερικά δευτερόλεπτα πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Από την έκφρασή της Έλενας καταλαβαίνω πως πάλι φώναζα στον ύπνο μου.

«Έλενα; Συγνώμη... σε... τρόμαξα...» λέω βαριανασαίνοντας.
«Δεν πειράζει αλλά επιμένω πως πρέπει να κάνεις κάτι για τους εφιάλτες...»
«Καλημέρα. Τι πάθατε καλέ;» μας διακόπτει η Καίτη καθώς τεντώνει τα χέρια της για να ξεπιαστεί από τον ύπνο. Πρέπει να κοιμάται βαριά για να μην ξύπνησε από τις φωνές μου όπως η Έλενα.
«Τίποτα, είχα έναν εφιάλτη, αυτό είναι όλο. Πάω να κάνω ένα μπάνιο και θα σας δω σε λίγο» λέω και βγαίνω από το δωμάτιο βιαστικά.
***
Ήμαστε και οι τρεις εκπληκτικές! Η πρώτη μέρα στο σχολείο είναι η πιο σημαντική. Ειδικά για μένα που είμαι καινούρια και θέλω να κάνω μια νέα αρχή στη ζωή μου. Τα κορίτσια με βοηθάνε με το μακιγιάζ και με τα μαλλιά και εγώ τους βάφω τα νύχια.
Η Καίτη αποπνέει θηλυκότητα και σιγουριά.  Φοράει ένα πορτοκαλί σορτς, το οποίο έχει ταιριάξει με μια απλή, μαύρη μπλούζα, χωρίς μανίκια και μαύρα σανδάλια. Ολοκληρώνει το σύνολο με ένα μακρύ κολιέ, με διακοσμητική κουκουβάγια. Τα μαλλιά της πέφτουν στους ώμους της ξανθά, σαν χρυσαφένια, και κοτσιδάκια γίνονται στεφάνι στο κεφάλι της.
Η Έλενα προτιμάει ένα ψηλόμεσο τζιν σορτς, μια κοντή κόκκινη μπλούζα και κόκκινα σταράκια. Αφήνει το λαιμό της ελεύθερο και γεμίζει τα χέρια της με πολύχρωμα βραχιόλια. Όσο για τα μαλλιά της, μια κλασσική γαλλική κοτσίδα είναι ότι πρέπει για να φωτίσει τα πρόσωπό της. Δείχνει τον αθλητικό και γεμάτο αυτοπεποίθηση χαρακτήρα της.
Οι τρεις δουλεύουμε αρκετά για να αποδώσουμε όσο καλύτερα γίνεται το δικό μου στυλ. Είναι δύσκολο μιας και ποτέ δεν ασχολούμαι με τα ρούχα –φοράω απλώς ότι μου αρέσει. Τα καταφέρνουμε, όμως, άψογα! Διαλέγουμε ένα γαλάζιο φόρεμα, στενό στη μέση που φαρδαίνει από εκεί μέχρι το τελείωμα, λίγο πιο πάνω από το γόνατο, όπου και στολίζετε με ψιλή δαντέλα, λευκά σταράκια, ένα προσαρμοζόμενο βραχιόλι με το κλειδί του σολ στο μπράτσο και το ασημένιο κολιέ που έχω από το Παρίσι. Αφήνω τις μπούκλες μου να πέφτουν φυσικές στους ώμους μου και φτιάχνω την φράντζα μου ώστε να μην πέφτει στο πρόσωπό μου.
Μπαίνουμε και οι τρεις μαζί στην αυλή του σχολείου, η Έλενα, η Καίτη και στη μέση εγώ. Το πρώτο πράγμα που νιώθω είναι φόβος. Κι αν δεν με δεχτούν; Δεν μπορώ να χωρίσω τα κορίτσια από την παρέα τους. Η Έλενα φαίνεται να καταλαβαίνει τις σκέψεις μου και μου χαμογελά σαν να μου λέει ''εγώ θα είμαι εδώ''. Σε πολύ λίγο ένα τσούρμο παιδιά μαζεύονται γύρω μας και ξαφνικά χάνω όση αυτοπεποίθηση μου έδωσε το χαμόγελο της Έλενας. Κάνω μερικά βήματα πίσω, προσπαθώ να μην γίνω αντιληπτή. Γυρνάω για να φύγω και...
«Συγνώμη, θα πρέπει να είμαι πιο προσεκτική...» λέει και σηκώνω το βλέμμα μου. Και τότε τον βλέπω. Ψηλός και όμορφος και χαμογελαστός. Αυτό το χαμόγελο... Νιώθω τα πόδια μου να κόβονται.
«Εεε... Εγώ... πρέπει να φύγω» ψελλίζω ενώ κατεβάζω το κεφάλι και κάνω να τον προσπεράσω.
Μου πιάνει το χέρι πριν προλάβω να φύγω, γυρίζω αμέσως το κεφάλι μου και τα βλέμματά μας διασταυρώνονται. Για μερικές στιγμές μένουμε έτσι.
Αχ αυτά τα μάτια του. Και εγώ χάνομαι στο βλέμμα τους.
«Ει Εύα! Βλέπω γνώρισες τον Σταύρο» λέει η Καίτη, σπάζοντας τη σιωπή μας.
Ένα παρατεταμένο «ε» είναι το μόνο που κατορθώνει να ξεγλιστρήσει από το στόμα μου. Κατεβάζω ξανά λίγο το βλέμμα μου αλλά μπορώ να νιώσω ακόμα το δικό του πάνω μου. Η Καίτη τον τραβάει από το χέρι για να πάνε στα άλλα παιδιά, μα λίγα βήματα μετά γυρίζει το κεφάλι, με κοιτάζει και φωνάζει την Έλενα. Εκείνη έρχεται δίπλα μου για να μου δώσει για δεύτερη φορά σε μια μέρα την αυτοπεποίθηση που χρειάζομαι.
«Έλα τι έπαθες τώρα;»
«Δεν μπορώ να το κάνω. Ποτέ δεν ήμουν σε μια παρέα, πόσο μάλλον σε μια τόσο μεγάλη» δείχνω διακριτικά προς το μέρος τους. «Κι αν δεν με δεχτούν; Δεν θα σας χωρίσω από τα παιδιά. Καλύτερα να είμαι μόνη όπως πάντα.»
«Μα τι είναι αυτά που λες τώρα; Και πώς θα ξέρεις αν θα σε δεχτούν ή όχι αν δεν σε γνωρίσουν πρώτα; Είσαι ένα υπέροχο κορίτσι και δεν έχουν λόγο να σε διώξουν! Εσύ δεν είπες πως θες μια νέα αρχή; Ε τώρα είναι η ευκαιρία σου!»
«Ξέρεις κάτι; Έχεις δίκιο!» της χαμογελάω αφού το σκέφτομαι πρώτα για λίγο. Ίσως να είναι η μοναδική μου ευκαιρία για μια υγιή ζωή.
Η Έλενα δεν χάνει χρόνο και φωνάζει στα παιδιά, πριν αλλάξω γνώμη. «Ει παιδιά! Έχουμε νέα άφιξη στην παρέα! Από εδώ η Εύα, μια φίλη μου από Αμερική. Μένει μόνιμα εδώ τώρα.»
Δεν χρειάζεται να πει τίποτε άλλο. Ο ένας μετά τον άλλον, όλα τα παιδιά της παρέας με χαιρετούν και συστήνονται. Πρώτη με πλησιάζει η Νίκη, που λατρεύει την Αμερική και θέλει πολύ να μάθει πώς είναι να ζει κανείς εκεί. Κάπως έτσι αρχίζω να μιλάω για τα ταξίδια μου, πάντα κρατώντας μια επιφύλαξη και χωρίς να αποκαλύπτω πολλά για την ζωή μου. Μόλις αναφέρω το Παρίσι τα μάτια του λάμπουν, σαν να ήξερε πως θα το ακούσει.
«Πότε πήγες στο Παρίσι;» δεν χάνει την ευκαιρία και με ρωτά.
«Πριν τέσσερα χρόνια» απαντάω φαινομενικά αδιάφορα.
«Ο Σταύρος λατρεύει το Παρίσι. Έχει πάει πολλές φορές, έχει και συγγενείς εκεί-» αρχίζει να μου λέει η Καίτη.
Ο Σταύρος όμως τη διακόπτει εμφανώς θυμωμένος. «Καίτη, μπορώ και μόνος μου να μιλήσω, ευχαριστώ!» Ο τόνος της φωνής του σταθερός και ο λόγος του κοφτός, δεν αφήνει περιθώρια να του αντιμιλήσει. Στρέφει το βλέμμα του σε εμένα για να συνεχίσει αυτό που η Καίτη άφησε στη μέση, όμως τον προλαβαίνει το κουδούνι.
Η Έλενα με παίρνει από το χέρι και ακολουθούμε τα υπόλοιπα παιδιά. Μου λέει πως άδικα ανησυχούσα τελικά και πως όλοι χάρηκαν που η παρέα μεγαλώνει. Τα φαινόμενα απατούν, σκέφτομαι θυμούμενη την υποτιθέμενα αδιάφορη απάντηση που έδωσα στον Σταύρο λίγα λεπτά νωρίτερα.
Μας χωρίζουν σε τάξεις. Εγώ είμαι στο Β2, μαζί με τα δίδυμα, τον Πέτρο και τον Ανδρέα, και τον Σταύρο. Αρχικά αισθάνομαι περίεργα που ξέρω μόνο αγόρια από την τάξη μου. Μερικές εβδομάδες μετά όμως, δεν δυσκολεύομαι να ταιριάξω με τη Μαρία, μου αρέσει η παρέα της. Δεν κάθομαι μαζί της. Εκείνη κάθεται με τον Σπύρο, που είναι μαζί από τα μέσα του καλοκαιριού. Καταλήγω στο ίδιο θρανίο με τον Ανδρέα, που για κάποιον ανεξήγητο λόγο, λίγες μέρες αφού τον γνωρίσω καλύτερα, συμπεριφέρεται σαν μεγάλος μου αδελφός. Πίσω μας κάθεται ο Σταύρος, που είναι κολλητοί με τον Αντρέα, μόνος του.
Ο Ανδρέας είναι άριστος μαθητής και από ότι μου λέει θέλει να γίνει δικηγόρος, να υπερασπίζεται το δίκιο, το ηθικό και να αποκαθιστά την αλήθεια. Λατρεύει το πιάνο και το ποδόσφαιρο. Είναι πιο ώριμος από τα άλλα αγόρια της ηλικίας μας. Αν και δεν του το δείχνω, μου αρέσει που έχω ένα φίλο σαν κι αυτόν, που έχω έναν αδελφό. Πάντα ήθελα να έχω έναν, έστω και αν δεν έχουμε συγγένεια εξ αίματος.
Το κουδούνι χτυπάει καθώς ένας καθηγητής μας δίνει μερικές διευκρινήσεις. Δεν μπορώ να πω πως τον κατάλαβα βέβαια. Δυσκολεύομαι να συγκεντρωθώ στα λόγια του μιας και νιώθω ένα ζευγάρι μάτια να με κοιτάνε επίμονα. Είναι τρομακτικό αυτό το αίσθημα.
Κατεβαίνω μαζί με τα τρία αγόρια κάτω για να βρούμε τους υπόλοιπους. Ο Ανδρέας πρώτος μου ανοίγει συζήτηση για το πώς αποφασίσαμε να έρθουμε στην Ελλάδα με την Μιράντα. Του λέω πως απλά μια μέρα η Μιράντα μου το ανακοίνωσε και πως χαίρομαι πολύ που ήρθα. Λίγο καιρό μετά του είπα σχεδόν τα πάντα για μένα και την Μιράντα.
Φτάνουμε πρώτοι στο προαύλιο, οπότε περιμένουμε και τα υπόλοιπα παιδιά για να πάμε για καφέ. Από ότι καταλαβαίνω, τα παιδιά πηγαίνουν συχνά σε αυτή την καφετέρια. Η σερβιτόρα τους ξέρει όλους με τα ονόματά τους. Όλους εκτός από εμένα, φυσικά.
«Βρε καλώς τα παιδιά! Σας χάσαμε τόσους μήνες» λέει και αμέσως με κοιτάζει.
«Εμ Μαράκι, καλοκαίρι τι να κάναμε! Πάντως δεν έχεις παράπονο, πάλι εδώ ήρθαμε, ε;» απαντάει γεμάτος χαρά ο Ανδρέας.
«Όχι, όχι τι παράπονο να έχω; Ή μάλλον έχω ένα! Καινούριο παιδί στην παρέα και δεν με συστήσατε; Ντροπή σας ρε!» τους πειράζει.
«Ε κάτσε ρε Μαράκι πότε να προλάβουμε; Αυτή είναι η Εύα. Μας ήρθε από Αμερική» συνεχίζει ο Σταύρος.
«Είναι και πολυταξιδεμένη!» πετάγετε η Καίτη.
«Και μια κούκλα!» φωνάζει ο Πέτρος προκαλώντας το γέλιο των παιδιών.
Μέσα στα γέλια υπάρχουν διάφορες αντιδράσεις. Εγώ κοκκινίζω από την ντροπή και χαμογελάω αμήχανα. Ο Ανδρέας, παρά το ότι γελάει, τον κοιτάζει με μισό μάτι, σαν να έχει ξανά δει τον αδερφό του να λέει αυτήν την ατάκα. Η Έλενα με κοιτάζει με μάτια που μου λένε ''σου τα έλεγα εγώ''.
Όλοι γελάνε. Όλοι εκτός από τον Σταύρο. Αυτός καρφώνει με το σοβαρό βλέμμα του τον Πέτρο. Η Καίτη το παρατηρεί και προσπαθεί να μην το προσέξει κανείς άλλος. Δεν τα καταφέρνει όμως, μιας και το καταλαβαίνουμε ο Πέτρος, ο Ανδρέας και εγώ.
Η Έλενα και εγώ φεύγουμε πρώτες. Χρειάζομαι λίγη ηρεμία, εξάλλου έκανα ένα πολύ μεγάλο βήμα σήμερα. Μην το παρακάνω. Στο δρόμο μιλάμε για τα παιδιά. Πώς μου φαίνονται, αν μου αρέσει η παρέα τους, τέτοια πράγματα. Δεν καταφέρνω να συγκρατήσω το μυαλό μου από το σκεφτεί τις ματιές που αντάλλαξαν τα δύο αγόρια πριν λίγο. Και η αλήθεια είναι πως δεν μου άρεσαν καθόλου. Έχω την αίσθηση πως δεν θα τα πάμε καλά με αυτούς τους δύο.
«Τι θα φάμε σήμερα; Μια χαρά τη βγάλαμε χτες με το παστίτσιο της μαμάς, σήμερα όμως;» με ρωτάει η Έλενα καθώς ξεκλειδώνει την πόρτα και εγώ της δίνω αμέσως μια απάντηση.
Η κουζίνα είναι το προσωπικό μου παλάτι. Φτιάχνω μια μακαρονάδα με κόκκινη σάλτσα και τριμμένο τυρί. Τρώμε και έπειτα η Έλενα πλένει τα πιάτα και αποφασίζει να πέσει για ύπνο. Εγώ κάθομαι στο καναπέ, περνώντας λίγο χρόνο με ένα από τα βιβλία μου. Χάνομαι στις σελίδες ενός μυθιστορήματος μέχρι που κάποιος χτυπάει την πόρτα. Δεν περιμένουμε κανέναν οπότε κοιτάζω από το ματάκι για να δω πως είναι ο Πέτρος.
Ωχ, είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι. Δεν αρχίσαμε καλά. Αυτό μου έλειπε να τους έχω μία τον έναν μία τον άλλον στην πόρτα μου. Τελικά ανοίγω όμως την πόρτα γιατί έχω μεγάλη περιέργεια να ακούσω τι δικαιολογία σκέφτηκε.
«Γεια σου Εύα, δεν ενοχλώ;» ρωτάει, με τη γνωστή του πια χαρούμενη έκφραση.
«Όχι πέρασε» απαντάω. Κάνω στην άκρη και τον αφήνω να μπει μέσα στο σαλόνι.
«Η Έλενα;» με ρωτάει ενώ παρατηρεί, καθόλου διακριτικά, τον χώρο πριν κάτσει στον καναπέ.
«Κοιμάται. Θέλεις να της πω κάτι όταν σηκωθεί; Λυπάμαι να την ξυπνήσω». Έχω μια μικρή ελπίδα πως δεν ήρθε για εμένα.
«Η αλήθεια είναι ότι ήρθα για σένα».
Είπα κάτι για ελπίδα; Πάει χάθηκε και αυτή.
«Κάθισε, θες καφέ;» Του δείχνω με ένα νεύμα τον καναπέ και αποφασίζω να φανώ ευγενική ενώ πηγαίνω πίσω από τον πάγκο για να φτιάξω καφέ.
«Όχι ευχαριστώ».
Πάει η ευκαιρία μου να μείνω λίγο μακριά του.
«Δεν μου είπες όμως τι με ήθελες;» Έρχομαι πάλι στο σαλόνι και κάθομαι στην άλλη άκρη του καναπέ.
«Τίποτα σημαντικό, απλά να… Φύγατε νωρίς από την καφετέρια και δεν ακούσατε για το βράδυ. Η Νίκη είπε να πάμε για ποτό και συμφωνήσαμε όλοι. Σκέφτηκα μήπως θέλεις να έρθεις και συ μαζί μας».
«Ωραία ιδέα. Θα πω και στην Έλενα όταν ξυπνήσει» καθυστερώ λίγο να απαντήσω, αλλά ξέρω πως αν δώσω άλλη απάντηση δεν θα την γλυτώσω από την Έλενα.
«Ναι ωραία! Να περάσω να σας πάρω κατά τις 10;»
«Θα σε περιμένουμε» ξεφυσάω.
«Τέλεια! Να πηγαίνω τώρα».
Σηκωνόμαστε σχεδόν ταυτόχρονα και πηγαίνουμε προς την είσοδο.
«Θα τα πούμε το βράδυ» λέω με ένα σφιγμένο χαμόγελο και κλείνω την πόρτα μόλις ο Πέτρος γυρίζει την πλάτη του.
Κάθομαι πάλι στον καναπέ και ανοίγω το βιβλίο μου, μα αντί να διαβάσω τις λέξεις κοιτάζω τις σελίδες σκεπτόμενη το βράδυ που με περιμένει.
***
Ακούμε κορνάρισμα και η Έλενα βγαίνει για να πει στον Πέτρο να περάσει μέσα και να περιμένει στο σαλόνι, όπως και κάνει. Έρχεται ξανά στο δωμάτιο για να τελειώσει το χτένισμά μου και να κάνει το μακιγιάζ της. Δέκα λεπτά αργότερα κάνω την εμφάνισή μου στο σαλόνι, χαιρετάω τον Πέτρο, ο οποίος κάθεται και με κοιτάζει με λάγνο βλέμμα χωρίς να λέει λέξη.
«Είμαι χάλια ε; Το ήξερα πως δεν έπρεπε να φορέσω αυτό το φόρεμα» λέω και βιάζομαι να του γυρίσω την πλάτη για να πάω να αλλάξω. Με σταματάει όμως η φωνή του που μου λέει ότι δεν θα μπορούσα να φοράω ωραιότερο φόρεμα.
Είναι μαύρο και στενό, με βαθύ ντεκολτέ και ανοιχτή πλάτη.  Εννοείται πως δεν είναι δικό μου, η Έλενα μου το δάνεισε ή μάλλον με ανάγκασε να το φορέσω. Μόλις ακούει τον Πέτρο, έρχεται αμέσως και του λέει να μας περιμένει στο αυτοκίνητο. Τη στιγμή που η πόρτα κλείνει, αρχίζει να μου λέει για τον Πέτρο, πράγματα που περιμένω να ακούσω. Παρόλα αυτά αποφασίζω πως είναι καλύτερα να μην της το δείξω.
«Είδες πώς σε κοιτούσε; Αυτό δεν είναι καλό...»
«Πώς με κοιτούσε δηλαδή; Και γιατί δεν είναι καλό;»
«Τον ξέρω καλά τον Πέτρο. Όταν κοιτάει έτσι μια κοπέλα...» κάνει μια μικρή παύση και στρέφει το βλέμμα της στο παρκέ. «Κάνε μου μια χάρη και απλά κράτα τις αποστάσεις σου από τον Πέτρο. Σε παρακαλώ».

«Εντάξει Έλενα» την καθησυχάζω με το πιο πλατύ χαμόγελο που έχω αυτήν τη στιγμή και αρπάζω την τσάντα μου από το χέρι της. Της κλείνω το μάτι και αφού γελάμε λίγο παίρνει και εκείνη την δική της από τον πάγκο και βγαίνουμε από το σπίτι.

Ελένη Ζερβάκου

1 σχόλιο:

  1. Πολύ εφηβικό και σπριτόζικο! Θα μπορούσες να δώσεις λίγο χρόνο στην ένταξη και την αποδοχή στην παρέα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή