Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

14 Δεκ 2016

0 Η αλήθεια μου (Κεφάλαιο 4)

Το μαγαζί που πάμε είναι κάπου κοντά στο λιμάνι του Πειραιά όπως μου λέει ο Πέτρος. Βέβαια εγώ δεν αναγνωρίζω καμιά από τις περιοχές που μου αναφέρει κατά τη διαδρομή αλλά ντρέπομαι να το παραδεχτώ. Οπότε απλά γνέφω καταφατικά.
«Ε ρε μεγαλεία!» λέει ο Πέτρος κατεβαίνοντας από το αμάξι. «Μπουζούκια κορίτσια, στα καλύτερα σας φέρνω!» λέει και μου κλείνει το μάτι, χαμογελώντας πάντα.

Ο Σταύρος έρχεται και μας ανοίγει την πόρτα για να κατέβουμε. Η Έλενα του χαμογελάει, η Καίτη τον αποκαλεί τζέντλεμαν καρφώνοντας τον με ένα πονηρό χαμόγελο. Εκείνος, όμως, απλά χαμογελάει και στις δυο και τις προτρέπει να προχωρήσουν μπροστά. Γυρίζει το βλέμμα του σε εμένα και γουρλώνει τα μάτια με ένα ύφος που δεν μπορώ να αποκωδικοποιήσω. Μου κάνει νόημα να πάω πιο μέσα για να μπει και κλείνει την πόρτα με νεύρο πίσω του. 
«Συγνώμη για το θάρρος, που δεν θα έπρεπε να έχω, αλλά δεν είχες κανένα πιο... Πιο... Πιο πρόστυχο ρούχο να φορέσεις;» φωνάζει με θυμωμένο βλέμμα και ο τόνος της φωνής του κάνει όλο μου το σώμα να παγώσει. 
Νιώθω τόσο άσχημα. Θέλω να βάλω τα κλάματα. Τα μάτια μου αρχίζουν να καίνε και είμαι σίγουρη πως τα πρώτα δειλά δάκρυα έχουν κάνει ήδη την εμφάνισή τους στις άκρες των ματιών μου.
Ο Σταύρος το καταλαβαίνει και με τραβάει, απαλά, στην αγκαλιά του. «Συγνώμη» λέει με πιο γλυκιά φωνή από ότι πριν, «δεν έπρεπε να σου είχα μιλήσει έτσι απλά…» παίρνει μια βαθιά ανάσα και συνεχίζει  «Άστο... Κοίτα τι θα γίνει, θα βάλεις το σακάκι μου και θα είμαστε μια χαρά... Αν θες βέβαια».
Γνέφω καταφατικά και σκουπίζω λίγο τα μάτια μου. Στιγμιαία, επαινώ τον εαυτό μου που δεν άφησα την Έλενα να με βάψει, γιατί θα τώρα θα είχα μουτζουρωθεί για τα καλά.
Βγαίνουμε από το αυτοκίνητο χαμογελώντας και νιώθω για άλλη μια φορά τυχερή που δεν έχω κοκκινίσει.
***
 Μια προφανώς γελοία δική μου ερώτηση κάνει όλη την παρέα να γελάσει και εμένα να κοκκινίσω υπερβολικά πολύ.
Ο Σταύρος, ο οποίος κάθεται δίπλα μου,  πλησιάζει στο αυτί μου και ψιθυρίζει αρκετά δυνατά ώστε να τον ακούω μόνο εγώ μέσα από την μουσική και  χαϊδεύει το μάγουλο μου. «Είσαι τόσο γλυκιά όταν κοκκινίζεις».
Εγώ κοκκινίζω ακόμα περισσότερο από ότι πριν. Δεν προλαβαίνω να τον κοιτάξω για πολύ γιατί ο Πέτρος πλησιάζει τα χέρια του σε εμένα και πιάνοντάς με από τη μέση με κατευθύνει προς την πίστα για να μου δείξει «Τι πάει να πει διασκέδαση αλλά Ελληνικά» όπως φωνάζει κατά λέξη.
Όλη τη νύχτα ο Πέτρος είναι μαζί μου. Με παρακινεί πολλές φορές να χορέψουμε όμως εγώ σχεδόν κάθε φορά απορρίπτω την πρότασή του με την δικαιολογία πως το ποτό με είχε πειράξει. Κάτι το οποίο δεν είναι ψέμα. Δεν έχω πιει ποτέ στη ζωή μου. Δεν θέλω όμως να το παραδεχτώ, οπότε πίνω Ουίσκι όπως όλη η παρέα άλλωστε. Όσο και να πίνω όμως το ποτήρι μου δεν λέει να αδειάσει.
Κάποια στιγμή ζαλίζομαι τόσο πολύ που τα πάντα γύρω μου φαντάζουν με σκιές. Μια σκιά που μοιάζει πολύ με τον Πέτρο τυλίγει τα χέρια της γύρω από την μέση μου και με σηκώνει από την θέση μου. Πηγαίνουμε στο αυτοκίνητο. Νιώθω την πλάτη μου να ακουμπά στο πίσω κάθισμα και καταλαβαίνω πως και εκείνος προσπαθεί να ξαπλώσει δίπλα μου. Σε πολύ λίγο χάνω κάθε επαφή με το περιβάλλον...
***
"... Φλόγες χαϊδεύουν το σώμα μου. Ο καπνός φλερτάρει με τους πνεύμονές μου, κόβοντάς μου την ανάσα. Είμαι έτοιμη να λιποθυμήσω...''
Νιώθω δύο χέρια να με αγκαλιάζουν σφιχτά και στοργικά και ένα ζεστό φιλί στα μαλλιά μου. Τεντώνω ελάχιστα το σώμα μου και γυρίζω από την άλλη. Κουρνιάζω στην αγκαλιά που ήδη βρίσκομαι και χαμογελάω ελαφρά.
                Όπα… Όπα, για κάτσε λίγο… Αγκαλιά; Χαμόγελο; Φιλί; Και ξυπνάω χωρίς τη συνηθισμένη δύσπνοια; Τι στο…
«Ξύπνησες μικρή;» είναι ο Σταύρος που με καλημερίζει με ένα χάδι στο μάγουλο. 
Ανοίγω τρομαγμένη τα μάτια μου. Μερικές ακτίνες ηλίου πέφτουν πάνω στα βλέφαρα μου, κάτι που με κάνει να τα κλείσω σφιχτά και να βλεφαρίσω λίγο πιο μετά για να συνηθίσω το φως. Το κεφάλι μου πονάει υπερβολικά πολύ και κάθε απόπειρα κίνησης μοιάζει αδύνατη. Είμαι σίγουρη πως μέσα στο κεφάλι μου υπάρχει ένα μικροσκοπικό τερατάκι που παίζει με τα τύμπανά του και γελάει σατανικά με την ζαλάδα που μου προκαλεί. Στο άκουσμα του παραμικρού ήχου το κεφάλι μου πονάει αφάνταστα και κλείνω  πιο σφιχτά τα μάτια μου.
«Σταύρο…» μουρμουρίζω με βαριά πρωινή φωνή. Μα γιατί είναι τόσο βαριά; «Τι… Τι έγινε; Εγώ... γιατί είμ-» ρωτάω ενώ ανακάθομαι στο κρεβάτι και επεξεργάζομαι τον χώρο γύρω μου και ταυτόχρονα τρίβω το κεφάλι μου με το κάτω μέρος της δεξιάς μου παλάμης.
«Έλα σήκω, άντε στο μπάνιο και μετά έλα για πρωινό και θα σου τα εξηγήσω όλα. Α, πήρε και η Έλενα τηλέφωνο, αλλά κοιμόσουν».
Το ύφος του είναι ήρεμο και καθησυχαστικό. Τότε εγώ γιατί δεν καθησυχάζομαι καθόλου; Έχω έντονη την αίσθηση ότι κάτι έχει γίνει. Πως κάτι δεν έχει πάει καλά.
Κουνάω συγκαταβατικά το κεφάλι μου και προσπαθώ να σηκωθώ. Εκείνος κάνει να με βοηθήσει αλλά τον σταματάω με μια απότομη κίνηση του χεριού μου. Ακουμπάω τα πόδια μου στο πάτωμα και βάζω δύναμη για να σταθώ, αλλά μάλλον βάζω λίγη δύναμη παραπάνω από όσο περίμενα τελικά. Μόλις μερικά εκατοστά πριν το πρόσωπο μου γίνει ένα με το πάτωμα ο Σταύρος με πιάνει από τη μέση με το ένα χέρι και με γυρνάει ώστε να κοιτάω τα μάτια του και με το άλλο χέρι κρατάει την πλάτη μου. Μαζεύω τα χέρια μου κοντά στο στήθος μου καθώς χάνομαι ξανά μέσα στα μάτια του.
«Μα καλά πόσο ήπιες και δεν μπορείς ούτε να σηκωθείς;» Το βλέμμα του είναι ξανά σκληρό και εγώ δεν ξέρω τι να του απαντήσω. «Έλα θα σε βοηθήσω».
Με τυλίγει με το σεντόνι και με πάει μέχρι το μπάνιο. Σηκώνει το δάκτυλό του και μου δείχνει να μείνω εδώ, φεύγει και σε λίγο επιστρέφει με κάτι στα χέρια του.
«Λοιπόν, αυτά είναι ότι πιο μικρό νούμερο έχω» λέει βάζοντας το ελεύθερο χέρι του πίσω από το κεφάλι του και ακουμπάει τα ρούχα πλάι στο νιπτήρα.
«Ευχαριστώ» λέω χαμογελώντας. Κοιταζόμαστε για λίγα δευτερόλεπτα αλλά νιώθω κάπως άβολα που δεν θυμάμαι τίποτα από χτες.
«Εμ ναι. Σε αφήνω και θα σε περιμένω στην κουζίνα» λέει τελικά.
Χαμογελάω και νεύω συγκαταβατικά το κεφάλι μου. Κάνω ένα μπάνιο στα γρήγορα και φοράω τα εσώρουχα μου πριν ντυθώ. Τα ρούχα που μου έχει φέρει είναι προφανώς δικά του. Μια γκρι φόρμα και ένα κοντομάνικο μαύρο μπλουζάκι με μια στάμπα των AC DC. Δεν ήξερα πως άκουγε τέτοια μουσική. Αφήνω ένα χαμογελάκι να μου ξεφύγει. Είναι μια ευχάριστη έκπληξη. Τα ρούχα του είναι κάπως φαρδιά πάνω μου αλλά το περίμενα, ο Σταύρος είναι πολύ πιο μεγαλόσωμος από μένα.
Η κουζίνα είναι πλημμυρισμένη με το άρωμα του φρεσκοκομμένου καφέ. Ξεροβήχω για να μην τον τρομάξω και εκείνος γυρίζει προς το μέρος μου χαμογελώντας.
Και χαμογελάει τόσο ωραία.
Τι λες μωρέ; Από πότε κοιτάς εσύ το χαμόγελό του;
Μα αφού…
Δεν έχει μα! Τον ξέρεις; Δεν τον ξέρεις. Απλά μάθε τι έγινε χτες και φύγε.
Μετά από αυτόν τον εσωτερικό μονόλογο παίρνω στα χέρια μου μια κούπα με καφέ και ένα κουλουράκι πριν τον ρωτήσω για χτες. Ήπια πολύ λέει και με έφερε σπίτι του γιατί τα κλειδιά του δικού μου τα είχε η Έλενα και εκείνη θα αργούσε να γυρίσει. Το φόρεμά μου είχε πιαστεί κάπου και είχε καταστραφεί οπότε όταν φτάσαμε σπίτι του μου το έβγαλε και κοιμήθηκα με τα εσώρουχα. Το βράδυ φώναζα από κάποιον εφιάλτη για αυτό και ήρθε και με πήρε αγκαλιά για να κοιμηθώ.
Τι γλυκός που είναι.
ΣΚΑΣΜΟΣ! Άκου εκεί γλυκός!
Πάντως έπιασε η ιδέα με την αγκαλιά. Το όνειρο δεν είχε την ίδια επίδραση που έχει εδώ και τόσα χρόνια.
Απλή σύμπτωση! Τώρα ώρα να φεύγουμε. Άντε πολύ κάτσαμε...
                «Το ξέρεις ότι μου την έπεσες χτες;» μου χαμογελάει πονηρά.
Τι του έκανα λέει;
                «Εσύ το ξέρεις ότι έχεις πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου;» σταυρώνω τα χέρια μου στο στήθος και σηκώνω το ένα μου φρύδι. Εκείνος ξεσπάει σε γέλια και εγώ εκνευρίζομαι. «Χαίρομαι που σας διασκεδάζω μεγαλειότατε αλλά λέω να πάω σπίτι μου τώρα».
                «Θα σε πάω εγώ με το αμάξι, περίμενε» τελειώνει τον καφέ του και σηκώνεται. Αρπάζει τα κλειδιά από τον πάγκο της κουζίνας και μου δείχνει την πόρτα.
                «Δεν απαγορεύεται να οδηγείς; Θυμάμαι πως διάβασα κάπου ότι…»
                «Είμαι πιο μεγάλος από εσάς, δύο ολόκληρα χρόνια, μικρή. Μια χαρά επιτρέπεται να οδηγώ» μου κλείνει χαμογελαστά το μάτι.
                «Την επόμενη φορά άσε με να ολοκληρώσω την πρότασή μου» πιέζω ένα χαμόγελο. Θα του ανοίξω το κεφάλι αργά η γρήγορα.
Με πηγαίνει σπίτι. Πριν βγω από το αμάξι του, τραβάει το χέρι μου και μου λέει πως θα τα πούμε στο σχολείο. Νιώθω άβολα, χωρίς να ξέρω το λόγο, κοκκινίζω και βγαίνω από το αμάξι χωρίς να του απαντήσω.
Μόλις μπαίνω μέσα, η Έλενα με πιάνει από τα μούτρα. Ούτε ανάσα δεν προλαβαίνω να πάρω. «Γιατί δεν μου είπες ότι θα έφευγες; Πήγα να τρελαθώ από την αγωνία μου!»
«Συγνώμη, Έλενα. Απλά δεν το σκέφτηκα».
«Δεν χρειάζεται να μου ζητάς συγνώμη αλλά άλλη φορά να με ακούς!»
«Τι εννοείς;» την ρωτάω μπερδεμένη.
«Έφυγες με τον Πέτρο χτες το βράδυ, δεν το θυμάσαι;»
Με ποιον;
«Ο Σταύρος μου είπε έφυγα μαζί του. Δεν μου είπε τίποτα για τον Πέτρο».
Η Έλενα με κοιτάζει με καχυποψία αλλά δεν λέει τίποτα άλλο. Εμένα όμως με βαραίνει μια σκέψη. Τι μου έκρυψε ο Σταύρος από χτες το βράδυ; Τι είναι αυτό που δεν μου είπε και γιατί να μου το κρύψει; Και τι παιδιαρίσματα είναι αυτά που μου έκανε σήμερα το πρωί; Του την έπεσα όντως; Ή μήπως μου το είπε για να με πειράξει και εγώ ψάρωσα; Δεν το γλυτώνει το κεφάλι του… Θα του το σπάσω, την βλέπω την δουλειά.
«Τέλος πάντων. Α και κάτι ακόμα. Η μαμά σου... εμ η Μιράντα συγνώμη, μου έδωσε αυτό σήμερα το πρωί. Είναι για εσένα».
Παίρνω τον φάκελο που μου δίνει και πηγαίνω στο δωμάτιό μου. Ανοίγω με την ησυχία μου τον φάκελο και βλέπω ένα χαρτί με τα γράμματα της Μιράντας. Τι περίεργο. Οκ δεν έχουμε και την καλύτερη σχέση αλλά είναι μάνα μου ρε φίλε! Ούτε να μου μιλήσει δεν καταδέχεται; Τι στο καλό της έχω κάνει πια; Αν με μισεί τόσο τότε γιατί με γέννησε; Ούτε η πρώτη ούτε και η τελευταία γυναίκα που της προέκυψε μια εγκυμοσύνη είναι. Θα μπορούσε να κάνει έκτρωση και να τελειώνει. Δεν είναι ντροπή και δεν θα χρειαζόταν να με ανέχεται. Δεν επιτρέπω στα δάκρυα να βρέξουν τα μάτια μου και απλά διαβάζω το γράμμα της.

Εύα,
Λοιπόν, έχω τόσα πολλά να σου πω. Μου είναι κάπως δύσκολο να βρω τις σωστές λέξεις. Μα ήρθε επιτέλους η ώρα να μάθεις την αλήθεια.
Πρώτα από όλα, δεν είμαι η μητέρα σου. Είμαι η θεία σου. Ο άνδρας μου, ο Μάρκος, ήταν ο θείος σου και αδελφός της μητέρας σου. Το όνομά της ήταν Δέσποινα και ήταν ελληνίδα, από την Μάνη και αυτός είναι ο λόγος που φρόντιζα πάντα να υπάρχει ελληνική παιδεία στα σχολεία που θα πήγαινες. Ήταν ερωτευμένη με τον πατέρα σου. Λυπάμαι, μα δεν θυμάμαι το όνομά του. Το θέμα είναι πως οι οικογένειές τους βρίσκονταν σε διαμάχη. Η Δέσποινα έμεινε έγκυος σε εσένα, οπότε οι γονείς της την ανάγκασαν να μετακομίσει στην Νέα Υόρκη με την αδελφό της και εμένα. Εκείνος ήταν τόσο θυμωμένος με τον πατέρα σου που επέστρεψε στην πατρίδα του ζητώντας εκδίκηση. Μου είπε πως είχε να κάνει με την τιμή της οικογένειάς του. Ποτέ δεν το κατάλαβα αυτό και ποτέ δεν θα το κάνω. Εσείς οι Έλληνες είστε τόσο περίπλοκοι άνθρωποι.
Τέλος πάντων, οι δύο οικογένειες πιάστηκαν στα χέρια, κάποιος πυροβόλησε τον Μάρκο και το τραύμα ήταν θανατηφόρο. Πάντα θεωρούσα εσένα υπεύθυνη για τον θάνατό του. Ακόμα το κάνω. Η μητέρα σου πέθανε λίγο μετά την γέννα. Πριν φύγει με όρκισε να σε πάω στον πατέρα σου. Όμως κανείς δεν έπρεπε να μάθει για εσένα. Υποτίθεται πως η Δέσποινα δεν θα σε γεννούσε ποτέ. Για αυτό δεν μέναμε σε ένα μέρος για πολύ καιρό.
Θα σε μισώ για πάντα που μου στέρησες τον μόνο άνδρα που αγάπησα! Όμως αγαπούσα και την Δέσποινα πολύ. Και να ‘σαι τώρα στην Ελλάδα, όπου μπορείς να ψάξεις για τον πατέρα σου ή και όχι. Λίγο με νοιάζει. Ο μόνος τρόπος για να σε βοηθήσω είναι δίνοντάς σου το όνομα της μητέρας σου, Δέσποινα Μαυράκου.

Υ.Γ.

Μην προσπαθήσεις να με βρεις. Θα προτιμούσα να μην μάθω ξανά τίποτα για εσένα και την ιστορία σου. Ας είναι σαν να μην γνωρίσαμε ποτέ η μία την άλλη.

Ελένη Ζερβάκου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου