Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

30 Δεκ 2016

1 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 4)

 «Όλα καλά;» ρώτησε η κυρία του μαγαζιού που στο μεταξύ τον είχε σερβίρει.
«Μια χαρά» απάντησε ο Παύλος και κοίταξε τα πιάτα μπροστά του «φαίνεται και μυρίζει ωραία» συμπλήρωσε. Έκοψε μια πιρουνιά απ’ τη «φρουτάλια» και την έφερε στο στόμα του. Ήταν πράγματι πολύ καλή. Μπουκώθηκε πάλι και πριν προλάβει να μιλήσει τον έκοψε η κυρά Καλλιόπη
«Σίγουρα είσαι καλά; Φαίνεσαι λιγάκι χαμένος!»
«Μια χαρά είμαι!» Διαμαρτυρήθηκε και αφού κατάπιε συμπλήρωσε γελώντας: «Τα έχω χαμένα απ’ την πείνα!»
«Ό,τι θες… φώναξε, μη ντρέπεσαι. Κι αν δεν ακούω χτύπα παλαμάκια όπως παλιά, δεν παρεξηγιόμαστε εδώ.» είπε η κυρά Καλλιόπη και έκανε κατά την κουζίνα.
Κοίταξε γύρω καθώς έτρωγε λαίμαργα. Τα ζευγάρια στο απέναντι τραπέζι είχαν ηρεμήσει και κοιτιόντουσαν μεταξύ τους με νόημα. Πίσω απ’ την πέργκολα της κουζίνας φαινόταν η κυρά Καλλιόπη να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα. Οι γεμάτες ψόφια έντομα λάμπες που κρεμόταν τρεμόπαιξαν καθώς φύσηξε στιγμιαία ένα δυνατό αεράκι και παιχνιδιάρικες σκιές πλημμύρισαν για λίγο τη μικρή αυλή με τα τραπεζάκια. Κοίταξε τον υπολογιστή που είχε ανοίξει. Καθώς συνέχισε να τρώει με το δεξί χέρι, χρησιμοποίησε το αριστερό και άνοιξε την παρουσίαση μέσα στην κάρτα μνήμης που είχε παραλάβει με την εφημερίδα. Του έκανε εντύπωση που δεν του έστειλαν το αρχείο μέσω internet. Υπάρχουν τόσοι ασφαλείς και ανώνυμοι – μη ανιχνεύσιμοι τρόποι. Γενικά δεν του άρεσαν αρκετά πράγματα σ’ αυτή τη δουλειά, όπως ότι αναγκάστηκε να εκτεθεί, έστω και μεταμφιεσμένος, ή ότι ταξίδεψε σε περίοδο που το ήξεραν κι άλλοι, αλλά την πήρε γιατί τον παρακάλεσε ο Τζόνι και πλήρωνε ασυνήθιστα πολλά λεφτά.
Η παρουσίαση ήταν καλή. Είχε τα πάντα για το στόχο. Ακόμα ένας πολιτευτής που είχε πλουτίσει την περίοδο που η χώρα φτώχαινε! Από τους στόχους που θα τελείωνε και τζάμπα. Η αντικειμενική δυσκολία ήταν ότι έπρεπε να εξαφανίσει το πτώμα. Ο σκοπός ήταν να θεωρηθεί ο στόχος αγνοούμενος και όχι νεκρός. Η παρουσίαση ανέφερε ότι υπήρχε μια κόρη, τριάντα δύο ετών, η μητέρα νεκρή, δυο αδέρφια στο εξωτερικό και τέλος μια οικιακή βοηθός από την Πολωνία που, κρίνοντας από τις φωτογραφίες, πρέπει να είχε αναλάβει και «συζυγικά» καθήκοντα. Δεν είχε παρόλα αυτά φωτογραφία της κόρης. Ο κύριος Μητροφάνης λοιπόν έπρεπε να χαθεί χωρίς ίχνη.
Ακούστηκαν ήχοι από αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες. Υπήρχε σίγουρα ένα supersport, ο οξύς ήχος διακρίνονταν ξεκάθαρα, και μια ακόμα μοτοσικλέτα που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει. Το αυτοκίνητο, μπορεί να ήταν και δύο, δεν ακούγονταν ιδιαίτερα, αλλά όλα ανέβαιναν γρήγορα.
«Έρχονται! Που ‘ναι αυτός ο παππού’ σ’» ακούστηκε να γκρινιάζει η κυρά Καλλιόπη από την κουζίνα, «θα ‘μπλεξε στον καφενέ και θα πίν’ ρακές. Πάρ’ τον στο κινητό να μιλήσω!» φώναξε στον Πετράκη. Αυτήν η γυναίκα τον εντυπωσίαζε. Είχε σπάνια παρατηρητικότητα που συνήθως συναντάς σε εκπαιδευμένους για αυτό ανθρώπους. Ακόμα δεν είχε καταλάβει πως ήξερε για το νοικιασμένο Fiat, τον «κουβά», που είχε παρκάρει τόσο μακριά. Με μια ματιά ξεχώρισε τα ρούχα του και τώρα κατάλαβε τα αυτοκίνητα που ερχόταν, παρόλο που ήταν στην κουζίνα. Την άκουγε να μιλάει στο κινητό στον άντρα της. Την ίδια στιγμή που τον μάλωνε τον αποκαλούσε «μωρέλι» και δεν είχε ίχνος ειρωνείας στη φωνή της!
Συνέχισε να κοιτάει την παρουσίαση για τον στόχο του. Μελέτησε τους χάρτες και τις τοποθεσίες. Η μόνιμη κατοικία ήταν στην Αθήνα όπου κατείχε διάφορα ιδιόκτητα διαμερίσματα, ενώ στο νησί υπήρχε μια βίλα στα Λάμυρα, όχι περισσότερο από δύο χιλιόμετρα παρακάτω. Θα μπορούσε να πάει με τα πόδια αν ήθελε. Υπήρχε κι ένα ταχύπλοο σκάφος των τριάντα ποδιών. Δεν έγραφε πουθενά αν το έπαιρνε και μόνος του, ούτε καν αν είχε το κατάλληλο δίπλωμα. Οδηγούσε μια παλιά Mercedes 190 του ’94. Η οδήγηση δε φαινόταν να είναι το φόρτε του. Μάλλον οδηγούσε μόνο όταν δε μπορούσε να το αποφύγει και προτιμούσε να τον πηγαίνουν. Ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει αυτούς τους ανθρώπους. Ο Παύλος οδήγησε οτιδήποτε υπήρχε σε τροχοφόρο από τη στιγμή που το επέτρεπαν οι σωματικές του διαστάσεις: ποδήλατο, αυτοκίνητο, μηχανάκι, μοτοσικλέτα και την εποχή που δούλευε στη Σαουδική Αραβία είχε εντρυφήσει στα πλωτά, ιστιοφόρα πρώτα και μετά ταχύπλοα. Δεν το έκανε εξαιτίας της δουλειάς, απλά του άρεσε να οδηγεί αυτός ό,τι μέσο χρησιμοποιούσε. Είχε την αίσθηση ότι όριζε τη μοίρα του, ότι αυτός αποφασίζει για το τι, πότε και πως θα γίνει. Γι’ αυτόν κάθε διαδρομή ήταν και προορισμός, μια ακόμα Ιθάκη.
Οι μηχανές έστριψαν στο στενάκι και ήρθαν και σταμάτησαν έξω από την ταβέρνα. Το GSXR έκανε μια κλασσική ξερογκαζιά πριν σβήσει, ενώ το παλιότερο Varadero σταμάτησε νωχελικά δίπλα. Ακολούθησαν τα δύο αυτοκίνητα που έκλεισαν το δρόμο. Αν δεν ήξερε ότι τα περίμεναν θα είχε φύγει, αλλά τώρα που είχε ακούσει την κυρά Καλλιόπη, απλά ήταν προσεκτικός. Χωρίς ακόμα να έχουν βγάλει κράνη και στολές, οι σιλουέτες πρόδιδαν το φύλλο των αναβατών. Ήταν ένα ζευγάρι σε κάθε μηχανή. Τα αυτοκίνητα, ένα μουράτο Mini Cooper S κι ένα BMW σειρά ένα, κουβαλούσαν άλλους δυο άντρες και τρεις γυναίκες. Οι αναβάτες της Varadero προχώρησαν στην αυλή με τα κράνη τους φορεμένα. Άπλωσε το χέρι του στην πλαϊνή τσέπη του σακιδίου, και πιάνοντας την πολυμερή λαβή του FN, έβγαλε την ασφάλεια. Άγγιξε το καρφάκι που προεξείχε για να επιβεβαιώσει ότι ήταν γεμάτο και οπλισμένο. Συνέχισε να τρώει με το άλλο χέρι. Τελικά όλοι έβγαλαν τα κράνη τους και κάθισαν σ’ ένα μεγαλύτερο τραπέζι που είχε στρωθεί. Έκαναν φασαρία και ενοχλούσαν όχι μόνο τον ίδιο αλλά και τα ζευγαράκια απέναντι που ζήτησαν να πληρώσουν.
Παρακολουθούσε ασυναίσθητα τις συζητήσεις τους και κατάλαβε ότι θα ερχόταν κι άλλοι δύο. Πήρε το χέρι του από το όπλο. Ήταν και γι’ αυτόν ώρα να φύγει, είχε τελειώσει άλλωστε το φαγητό του. Έκλεισε την παρουσίαση και τον υπολογιστή και έκανε νόημα στον Πετράκη να πληρώσει. Ο μικρός έφυγε τρέχοντας για την κουζίνα. Στην πραγματικότητα είχε περάσει η ώρα κι είχε πολλά να κάνει ακόμα απόψε. Ήρθε η κυρά Καλλιόπη χαμογελώντας με απορία:
«Θα φύγ’ς κιόλας; Δεν σ’ άρεσε;»
«Όλα ήταν υπέροχα, αλλά πόσο να φάω! Είμαι και μόνος μου όπως βλέπεις. Δεν έχω κότερο για να πάω τις γυναίκες βόλτα!» γέλασε.
«Όπως θες. Τριάντα ευρώ είναι να δώσεις»
Ήθελε να δώσει εκατό και να της πει να κρατήσει ο Πετράκης τα υπόλοιπα, αλλά θα τραβούσε πολλή την προσοχή της. Βέβαια, αν έκρινε από την μέχρι τώρα παρατηρητικότητα θα τον θυμόταν έτσι κι αλλιώς. Αποφάσισε τη μέση λύση:
«Το πουρμπουάρ το παίρνει ο μικρός;»
«Εσύ πληρώνς, εσύ το δίνς ‘που θες» του απάντησε μάλλον ενοχλημένη.
«Τα ρέστα πουρμπουάρ στον Πέτρο» είπε και της έδωσε ένα πενηντάευρο.

Θυμήθηκε το γιό του τον Πέτρο, με το όνομα του παππού. Ήρθαν στο μυαλό του τα πρωινά που ερχόταν στο κρεβάτι τους να χουζουρέψει. Τα γέλια του όπως τον γαργαλούσε. Τις ασταμάτητες ερωτήσεις του. Συνήθως ρωτούσε την επόμενη ερώτηση πριν τελειώσει η απάντηση στην προηγούμενη. Τον κοίταζε με τα γαλανά του μάτια και τον έλιωνε σαν παγωτό τον Αύγουστο. Όπως και η μάνα του…


Βασίλης Ζησόπουλος 

1 σχόλιο:

  1. Πάντα κάθε κεφάλαιο να μας αφήνει με την αγωνία αλλά και ταυτόχρονα να μας έχει δώσει πράγματα να φανταζόμαστε. Πολύ ωραίο για άλλη μια φορά!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή