Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

6 Δεκ 2016

0 Ο πατέρας των λύκων (Κεφάλαιο 6)




Ο Ιάσωνας άνοιξε τα μάτια και κοίταξε την οροφή του σπιτιού του. Ένιωσε μια ζεστασιά να τον περιβάλει και σχεδόν χαμογέλασε. Μισοέκλεισε τα μάτια και πήγε να ξανακοιμηθεί, όταν τα αυτιά του συνειδητοποίησαν πως υπήρχε φασαρία στο σπίτι.
«Ξύπνησέ τον αμέσως» είπε μια αυστηρή φωνή, ενώ άκουσε και τη Δανάη να διαμαρτύρεται.
«Ήρθαν» σκέφτηκε ο Ιάσωνας και σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι.
«Δανάη, άφησε τους, ξύπνησα» είπε, ενώ ντυνόταν.
Η Δανάη έτρεξε στο δωμάτιο. Ένας φρουρός την ακολούθησε.
«Σε θέλουν μαζί τους» είπε η σύζυγος του Ιάσωνα με τρεμάμενη φωνή.
«Θα πάω. Είναι ώρα να τα πούμε με τον Πατέρα. Μην ανησυχείς Δανάη, όλα θα πάνε καλά» την καθησύχασε ο Ιάσωνας, όμως κι ο ίδιος δεν ήταν σίγουρος γι’ αυτό.
«Πάμε» είπε προς τους φρουρούς και βγήκε πρώτος έξω.

Στη σκηνή του Πατέρα βρισκόταν ο αρχηγός του χωριού με τους συμβούλους του. Καθόντουσαν γύρω από μια μεγάλη και ζεστή φωτιά. Παρά το γεγονός ότι ήταν μέρα, το κρύο έξω ήταν τσουχτερό. Ο Ιάσωνας παρατήρησε πως ο Πατέρας δεν ήταν παρών.
«Ήρθες, Ιάσωνα;» ρώτησε ο αρχηγός, λες και δεν τον περίμενε. Αυτός έγνεψε καταφατικά, ενώ επεξεργαζόταν με ύποπτο βλέμμα όλους όσους βρίσκονταν στον χώρο.
«Επιτέλους τώρα θα αποκαλυφθούν πολλά για όσα γίνονται στο χωριό τον τελευταίο καιρό» πρόσθεσε με αυστηρό τρόπο ο Μενέλεος, ο οποίος ήταν το δεξί χέρι του αρχηγού, αυτός που εκτελούσε όλες τις εντολές και τις αποφάσεις, αυτός που είχε στείλει τους φρουρούς να φέρουν τον Ιάσωνα.
«Τι εννοείς, Μενέλαε; Τι γίνεται στο χωριό που να έχω σχέση εγώ;» ρώτησε ο Ιάσωνας παίρνοντας μια αμυντική στάση.
«Ξέρεις πολύ καλά τι εννοεί» απάντησε ο Δημοσθένης, το παλαιότερο μέλος του συμβουλίου. Ήταν σύμβουλος από τον καιρό που ο Ιάσωνας ήταν ακόμα παιδί.
«Συγνώμη που θα σας απογοητεύσω, αλλά αν δεν ακούσω πρώτα για ποιον λόγο βρίσκομαι εδώ, δεν μπορώ να σας πω τίποτα. Δεν είμαι μάντης για να μαντέψω τι εννοείτε» είπε ο Ιάσωνας και έκανε να γυρίσει να φύγει. Ο Μενέλαος κι ο Τεύκρος που βρίσκονταν πιο κοντά του, πετάχτηκαν πάνω και τον έπιασαν από τα χέρια, για να τον εμποδίσουν. Αυτός κλώτσησε το πόδι του Τεύκρου και προσπάθησε να χτυπήσει τον Μενέλαο με το χέρι που είχε ελευθερωθεί. Ο Τεύκρος επανήλθε με μια γροθιά στο στόμα του Ιάσωνα, ο οποίος αν και ζαλίστηκε για μερικές στιγμές, είχε τη δύναμη να απαντήσει, όχι εύστοχα όμως, καθώς η δική του γροθιά βρήκε τον Τεύκρο στον ώμο. Τότε ακούστηκε ένας έντονος ήχος πίσω τους και μια κραυγή, που τους έκανε όλους να γονατίσουν στο άκουσμά τους.
Ο Ιάσωνας, έτσι σκυφτός όπως ήταν, γύρισε πίσω και είδε από πού προήλθαν. Ήταν ο Πατέρας. Κρατούσε το μπαστούνι του, το οποίο ήταν στο ύψος του πανύψηλου πατέρα. Ήταν φτιαγμένο από ένα απίστευτα όμορφο ξύλο και τελείωνε σε ένα κεφάλι λύκου, σκαλισμένο με τόση ακρίβεια που σε μάγευε, όταν το κοιτούσες και το οποίο έλαμπε βγάζοντας ένα μπλε φωτισμό εκείνη τη στιγμή, καθώς ήταν φανερό πως ο Πατέρας είχε χρησιμοποιήσει μαγεία για να φέρει την ησυχία στη σκηνή.
Ο Πατέρας κατευθύνθηκε προς τη θέση του στο κέντρο της σκηνής ανάμεσα από τους συμβούλους και δίπλα στον αρχηγό. Τα δέρματα λύκων που φορούσε και το κεφάλι ενός από αυτών που χρησιμοποιούσε ως περικεφαλαία, τον έκαναν τρομερό στην όψη. Όμως δεν ήταν αυτό για το οποίο τον φοβούνταν όλοι.
«Ιάσωνα, συνεχίζεις να προκαλείς στο χωριό μας. Πες μου τον λόγο, σε παρακαλώ» είπε με τη βαθιά φωνή του, η οποία έβγαζε πάντα μια σοφία που σε ηρεμούσε. Ο Ιάσωνας όμως δεν ήξερε τι έπρεπε να απαντήσει. Είχε καταλάβει ότι τον κατηγορούσαν για τον φόνο του γέροντα Φωκίωνα, όμως είχε την αίσθηση πως δεν ήταν μόνο αυτό.
«Πατέρα, ότι έγινε, έγινε άθελά μου. Ο γέροντας δεν ήταν καλά, ήθελε να φύγει από τη ζωή κι εγώ χωρίς να το θέλω, τον βοήθησα» είπε ο Ιάσωνας ξεκινώντας την απολογία του.
«Ιάσωνα, ο γέροντας ήταν η αφορμή, όμως γνωρίζεις πολύ καλά, ότι δεν είναι μόνο αυτό. Τι έκανες στη σπηλιά της Αριάνας, νεαρέ; Τι δουλειά είχες εκεί;» ρώτησε ο Πατέρας, που είχε ένα πολύ αυστηρό ύφος αυτή τη φορά.
Η σπηλιά της Αριάνας. Αυτό είχε γίνει πριν από πολλά χρόνια. Πώς ήρθε τώρα στην επιφάνεια; Ο Ιάσωνας είχε φτάσει εκεί σε ένα από τα κυνήγια του. Κυνηγούσε ένα ελάφι, το οποίο έφτασε και κρύφτηκε εκεί μέσα. Ο Ιάσωνας το ακολούθησε, όμως όταν μπήκε μέσα είδε έκπληκτος, ότι το ελάφι ήταν νεκρό. Ήταν δαγκωμένο στον λαιμό από κάποιο ζώο με πολύ μεγάλο στόμα, καθώς έλειπε ένα τεράστιο κομμάτι από την ωμοπλάτη του. Κι εκείνη τη στιγμή που έλεγχε το ελάφι, ένιωσε ένα ρίγος, σαν η θερμοκρασία της σπηλιάς να έπεσε απότομα. Γύρισε και είδε έναν λύκο τεράστιο σαν αρκούδα, όμως έμοιαζε περισσότερο με πνεύμα, παρά πραγματικός. Ο λύκος τον κοιτούσε μέσα στα μάτια και ο Ιάσωνας ήθελε απλά να φύγει από εκεί. Ο λύκος διάβασε τη σκέψη του Ιάσωνα και του έγνεψε καταφατικά. Τον άφησε να φύγει.
Όμως τον Ιάσωνα τον έτρωγε η περιέργεια, έτσι επέστρεψε στη σπηλιά την επόμενη ημέρα. Μπήκε μέσα πολύ προσεχτικά και όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Δεν είδε τον λύκο, έφτασε όμως σε μια μικρή γωνία της σπηλιάς στο βάθος της, όπου υπήρχε ένα ξύλινο τραπέζι. Πάνω του βρισκόταν ένα περιδέραιο, που είχε χαραγμένα κάποια ακαταλαβίστικα σύμβολα. Σκέφτηκε για μια στιγμή να το πάρει, όμως επικράτησε η λογική και το άφησε πίσω στο τραπέζι. Τη στιγμή που το ακουμπούσε όμως, αυτό έβγαλε μια λάμψη και πετάχτηκε μια λεπίδα, η οποία έκοψε τη σάρκα του Ιάσωνα στην παλάμη. Ο Ιάσωνας έβγαλε μια κραυγή πόνου, που αντήχησε σε όλη τη σπηλιά. Μια κραυγή λύκου απάντησε έξω από τη σπηλιά κι ο Ιάσωνας κατάλαβε ότι θα ακολουθούσε δύσκολη στιγμή. Έτρεξε να φύγει όσο γρηγορότερα μπορούσε, με το αίμα να τρέχει από τη παλάμη του. Βγαίνοντας έξω, έπεσε πάνω στον τεράστιο λύκο. Ο Ιάσωνας από τον φόβο και τον πόνο, λιποθύμησε.
Ξύπνησε την επόμενη ημέρα. Βρισκόταν ακριβώς εκεί που έπεσε και ήταν ζωντανός. Το αίμα είχε ξεραθεί στην παλάμη του, αλλά τον πονούσε ακόμα. Δεν υπήρχε ίχνος του λύκου, όμως ο Ιάσωνας δεν είχε κουράγιο να ψάξει τι είχε συμβεί. Έφυγε τρέχοντας, γυρίζοντας στο χωριό.
Ο Ιάσωνας αφηγήθηκε την ιστορία του προσπαθώντας να εξηγήσει πως δεν είχε γίνει τίποτα σημαντικό.
«Ηλίθιε» είπε στο τέλος της ο Πατέρας. «Έχεις μέσα σου το πνεύμα του λύκου από τότε. Πέρασε μέσα σου από την πληγή που σου δημιουργήθηκε. Είσαι επικίνδυνος Ιάσωνα. Και δυστυχώς όχι μόνο για το πνεύμα του λύκου, αλλά και λόγω της παραξενιάς σου. Ήταν απαγορευμένη περιοχή η σπηλιά της Αριάνας κι εσύ πήγες όχι μία, αλλά δύο φορές. Θα ήθελα να μάθω πού αλλού βρέθηκες, ειδικά με τη μορφή του λύκου όλον αυτόν τον καιρό, αν και νομίζω πως ξέρω» πρόσθεσε ο Πατέρας, ο οποίος ήταν εξοργισμένος. «Πάρτε τον και κλειδώστε τον. Θα τα πούμε σε λίγες ημέρες στην τελετή μας».
Ο Ιάσωνας δεν αντέδρασε αυτή τη φορά. Παραδόθηκε και πήγε στο κελί που τον οδήγησαν. Ήταν απογοητευμένος από την αντιμετώπιση του Πατέρα, όμως ήξερε πολύ καλά πως έκανε λάθος, που δεν τον είχε επισκεφτεί από την πρώτη στιγμή, για να του εξηγήσει τι είχε γίνει. Ίσως να τον είχε βοηθήσει να θεραπευτεί από την αρρώστια του. Όμως και τώρα, μετά από όσα έγιναν, ο Ιάσωνας πίστευε πως στην τελετή ο Πατέρας θα τον θεράπευε. Η τελετή θα ήταν το κλειδί για να απαλλαχθεί από το πνεύμα του λύκου.


Αντώνης Κατσαρός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου