Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

30 Δεκ 2016

0 Τιμωρημένος και από τους Δύο Κόσμους (Κεφάλαιο 6) Η δαιμονική γυναίκα

     
«Αγάπη μου, θα μου βάλεις λάδι;» ρώτησε ευγενικά ο άντρας, στη γυναίκα που ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα δίπλα του.
«Ναι, αγάπη μου» του απάντησε εκείνη, χαριτωμένα. Έβγαλε γρήγορα το μικρό καφέ μπουκαλάκι λαδιού από την τσάντα της και πλησίασε τον άντρα. Ο άντρας γύρισε να ξαπλώσει μπρούμητα και εκείνη του έβαλε λάδι στη πλάτη, ξεκινώντας από τους ώμους του. «Σε ανακουφίζει;» τον ρώτησε, καθώς έτριβε τον σβέρκο του.
      Ο άντρας δεν απάντησε, παρά μόνο μούγκρισε ευχαριστημένα, απολαμβάνοντας την απαλότητα των χεριών της. 

      «Κοιμήθηκε ο πασάς μας;».
      Η όμορφη γυναίκα δεν αντέδρασε, ήταν προετοιμασμένη για τη συγκεκριμένη εμφάνιση. Χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει, έκλεισε το μπουκαλάκι με το λάδι και το έβαλε μέσα στη τσάντα της. «Έφερες καινούρια δόση;» ρώτησε η γυναίκα, το δαιμόνιο που στεκόταν λίγο πιο δίπλα της.
«Πολύ σπάταλη είσαι» σχολίασε, πετώντας το μπουκαλάκι μπροστά στα πόδια της.
«Δε φταίω εγώ» του απάντησε η γυναίκα, βάζοντας το μπουκαλάκι μέσα στη τσάντα της.
      «Κοίταξε με» την πρόσταξε το δαιμόνιο.
Η όμορφη γυναίκα πάγωσε για λίγο, δεν μπορούσε όμως να κάνει διαφορετικά. Αν αντιστεκόταν στην προστακτική του δαιμονίου, θα καρφωνόταν περισσότερο. Σήκωσε λοιπόν το κεφάλι της και αντίκρισε το δαίμονα. Το όμορφο πρόσωπο της, ασχήμυνε κατευθείαν. Έγινε μαύρο, με δύο άχρωμες σχισμές για μάτια.
      Το δαιμόνιο, την κοίταξε περίτρανα. «Για λίγο, μου φάνηκες διαφορετική» της είπε, χαϊδεύοντας με την άκρη της ουράς της το στρόγγυλο πηγούνι, της δαιμονικής γυναίκας.
      Η δαιμονική γυναίκα, έστρεψε το κεφάλι της απότομα από την άλλη πλευρά.
      Το δαιμόνιο γέλασε στην αντίδρασή της. Είχε δίκιο τελικά, σε αυτό που νόμιζε. Το φίλτρο δεσίματος, επηρέασε και την ίδια.

                                   * * * *

      Τα δαιμόνια όπως και οι άγγελοι, είναι ύλες, δίχως κάποια στερεή μορφή. Δεν έχουν δηλαδή, γένη. Αποκτούν γένος, όταν για κάποιο λόγο αποφασίζουν να αποκτήσουν στερεή μορφή, παραδείγματος χάρη κάποιο ζώο ή σε κάποιον άνθρωπο.
      Το συγκεκριμένο δαιμόνιο, που έκανε παρέα στον άντρα εδώ και πάρα πολύ καιρό, έχει αποκτήσει στερεή μορφή. Είναι μία πολύ όμορφη γυναίκα, που βρίσκεται διακοπές, με τον αγαπημένο της. Ο οποίος αγαπημένος της, ονομάζεται Τιμόθεος και έχει μια κόρη.

                                   * * * *

      Ήταν το ίδιο δαιμόνιο που βρισκόταν στο σπίτι του Φτερωτού, είχε έρθει να ελέγξει τη κατάσταση και να της παραδώσει καινούριο μπουκαλάκι μιας και το προηγούμενο ήταν στα τελειώματα και δεν ήξερε πότε θα μπορούσε να πάει να την επισκεφτεί. «Δεν ξέρω πότε θα ξανά έρθω» της είπε. «Μπορεί να τα πούμε, μια και καλή στο τέλος».
«Με εκείνον τη θα γίνει;» ρώτησε, δείχνοντας με το βλέμμα της τον Τιμόθεο μου κοιμόταν.
«Τον νοιάζεσαι;» τη ρώτησε ειρωνικά.
«Δε φταίει σε τίποτα!».
«Αυτό λες;!» της φώναξε το δαιμόνιο.
«Πρόσεχε τον τόνο τη φωνής σου…». Του είπε σιγανά. «Θα τον ξυπνήσεις».
      Το δαιμόνιο μαστίγωσε το έδαφος με την ουρά του και τύλιξε με μιας το λαιμό της δαιμονικής γυναίκας. Η δαιμονική γυναίκα, δυσκολευόταν να αναπνεύσει, είχε γίνει πάλι όμορφη.
      Το όμορφο ανοιχτόχρωμο πρόσωπο της, μελάνιαζε καθώς η ίδια δυσκολευόταν να πάρει αναπνοή. Ένιωθε το κεφάλι της, πως κόντευε να σκάσει. Έπεσε στο πάτωμα, σπαρταρώντας σαν το ψάρι έξω από το νερό.
      Το δαιμόνιο ξετύλιξε την ουρά του από το λαιμό της δαιμονικής γυναίκας και την απομάκρυνε αργά φέρνοντας την πίσω από τα πόδια του. Κοιτούσε επίμονα τη δαιμονική γυναίκα, που προσπαθούσε με όλες τις δυνάμεις της, να σταθεροποιήσει τις αναπνοές της. Μέχρι που έβηξε και έβγαλε αίμα από τη μύτη και το στόμα της. Το δαιμόνιο έσκυψε προς το μέρος της, έπιασε το κεφάλι της με ανοιχτές τις παλάμες του και πλησίασε το στόμα του κοντά στο δικό της. Απόλαυσε τη μυρωδιά του αίματος, που έτρεχε από το στόμα της. Γλύφοντας με τη γλώσσα του, τα χείλη της και το πιγούνι της. «Ποτέ μου δε γεύτηκα ωραιότερο». Της είπε χαρούμενα.
      Η δαιμονική γυναίκα, δεν του απάντησε τίποτα. Ήθελε να φύγει και να μην τον ξανά δει. Κοιτούσε τον Τιμόθεο, παρακαλώντας από μέσα της να αργήσει να ξυπνήσει. Να έχει προλάβει να συνέλθει, ώστε να μην του φανεί περίεργο το πονεμένο ύφος της.
«Καλά λένε πως η αγάπη σκοτώνει» είπε το δαιμόνιο.
«Δεν ξέρω για πόσο ακόμα θα κοιμάται» του είπε η δαιμονική γυναίκα, θέλοντας να τον διώξει ευγενικά. «Καλύτερο είναι να φύγεις. Θα σε ψάχνουν και οι φίλοι σου».
«Έχεις δίκιο» της απάντησε το δαιμόνιο με περηφάνια. «Έχω φίλους».
«Είσαι σίγουρος για αυτό;» τον ρώτησε η δαιμονική γυναίκα, έτοιμη να γελάσει.
      Το δαιμόνιο κούνησε την ουρά του, απειλητικά. «Το καλύτερο που έχω να κάνω, είναι να σου τα κρατήσω μαζεμένα» της εξήγησε με παράξενα ήρεμο τόνο και έπειτα εξαφανίστηκε.

      Η δαιμονική γυναίκα, πρώτα σιγουρεύτηκε πως το δαιμόνιο είχε εξαφανιστεί εντελώς, ύστερα καθάρισε με χαρτί τα αίματα της και ξάπλωσε δίπλα στο αγαπημένο της Τιμόθεο να ηρεμήσει. 


Constantine Red Moon

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου