Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

25 Ιαν 2017

2 Κατακτώντας την αγάπη (Κεφάλαιο 16)

Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 1990

Στο αστυνομικό τμήμα Λευκού Πύργου, στη συμβολή των οδών Ερμού και Αριστοτέλους, καθόταν προβληματισμένος στο γραφείο του ο Γεράσιμος Παναγιωτίδης, Αρχιφύλακας της ελληνικής αστυνομίας. Έχοντας ανοιγμένο μπροστά του έναν κίτρινο φάκελο και όλα τα χαρτιά που περιείχε σκορπισμένα άτακτα επάνω στο γραφείο του, προσπαθούσε να βρει την άκρη του νήματος. Ένα στοιχείο αρκετό για να του δώσει ώθηση, το πρώτο βήμα στην αναζήτηση του.
            Την προηγούμενη μόλις μέρα είχε συναντήσει τον φίλο του, Σπύρο Καλαϊτζή, και του είχε εκ νέου πάρει εκτενή κατάθεση σχετικά με τα όσα γνώριζε για το ατύχημα που είχε στοιχήσει τη ζωή του αδερφού του πριν τρία χρόνια. Ενώ ουσιαστικά δεν γνώριζε περισσότερα απ’ότι όλος ο υπόλοιπος κόσμος σχετικά, ο Σπύρος έλεγε συνεχώς ότι ο αδερφός του δεν είχε πεθάνει τυχαία. Πίστευε ακράδαντα ότι κάποιος είχε φροντίσει να πάθει εκείνο το ατύχημα ο Νικήτας Καλαϊτζής. Και, για κάποιον περίεργο λόγο, το ένστικτο του Γεράσιμου έλεγε ακριβώς το ίδιο. Γι’αυτό άλλωστε είχε ζητήσει να αναλάβει εκείνος τη συγκεκριμένη υπόθεση, παραβλέποντας τις δυσκολίες που θα του επέφερε η αναγκαστική συνεργασία με τη στρατιωτική αστυνομία.

            Διάβαζε για πολλωστή φορά την αναφορά που περιέγραφε το συμβάν. Εκείνο το πρωινό, ο Νικήτας Καλαϊτζής, είχε ξεκινήσει από το σπίτι του στην οδό Κομνηνών με προορισμό το στρατόπεδο της Καλαμαριάς. Κατεβαίνοντας τη Λεωφόρο Μεγάλου Αλεξάνδρου, στη στροφή που μετονομάζεται σε Γεωργίου Παπανδρέου, χάνοντας τον έλεγχο του οχήματος του, ξέφυγε της πορείας του με αποτέλεσμα να καρφωθεί κυριολεκτικά στην κολώνα ηλεκτροδότησης. Ο θάνατος, σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, επήλθε ακαριαία λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο έρχεται το μεγάλο ερωτηματικό που ταλανίζει το μυαλό του Γεράσιμου. Δεν υπάρχει καμία κατοχυρωμένη αναφορά σχετικά με τα αίτια του δυστυχήματος. Η αναφορά μιλάει μόνο για πιθανότητα υπερβολικής ταχύτητας και λάθος χειρισμό. Καμία βεβαιότητα. Καμία έκθεση πραγματογνώμονα σχετικά με το συμβάν. Αυτό το κομμάτι της έρευνας είχε αναληφθεί από τη στρατιωτική αστυνομία και, το χαρτί που προσκόμισαν, θυμίζε μάλλον έκθεση ιδεών παρά επίσημη αναφορά. Πώς δεν το είχε προσέξει κανείς νωρίτερα; Από την αναφορά της στρατιωτικής αστυνομίας έλλειπαν ακόμη και τα βασικά. Πέρα από μία σφραγίδα, δεν υπήρχε το όνομα εκείνου που συνέταξε την αναφορά, ούτε η υπογραφή του. Κι ο Γεράσιμος είχε αρχίσει να σκέφτεται σοβαρά πως κάτι κρύβεται πίσω από αυτήν την ιστορία. Κάτι ή κάποιος; Και, πόσο ψηλά μπορεί να στέκεται αυτός ο κάποιος για να γίνεται μια τέτοια κατάφορη προσπάθεια συγκάληψης;
Ενώ ο Γεράσιμος προσπαθούσε να οργανώσει τις σκέψεις του, έχοντας το βλέμμα κολλημένο στο χάρτη με τη διαδρομή που είχε ακολουθήσει το πρωινό του δυστυχήματος ο Νικήτας, το διακριτικό βηχαλάκι ενός υφιστάμενου του τον ανάγκασε να βγει από τις σκέψεις του. Ζητούσε να του μιλήσει μια νεαρή που, όπως ισχυριζόταν, είχε στοιχεία για την υπόθεση του Νικήτα. Από τη μία, τα υποτιθέμενα στοιχεία είχαν φτάσει πάνω στην ώρα. Από την άλλη όμως... Γιατί τώρα; Πού βρισκόταν τρία χρόνια αυτή η κοπέλα και γιατί δεν μίλησε νωρίτερα για τα όσα γνώριζε; Ο Γεράσιμος έδωσε εντολή να της πάρουν κατάθεση και θα επικοινωνούσε εκείνος μαζί της κάποια άλλη στιγμή, όταν θα είχε ήδη μελετήσει την κατάθεση της. Τώρα είχε σκοπό να κάνει μία βόλτα από το στρατόπεδο της Καλαμαριάς...
Δύο ώρες αργότερα, καθώς έβγαινε από την πύλη του στρατοπέδου ο Γεράσιμος, δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να κλάψει με την κατάσταση. Δεν είχε καταφέρει να βρει κάποιον να αντλήσει πληροφορίες. Όλοι οι βαθμοφόροι που υπηρετούσαν στο συγκεκριμένο στρατόπεδο τρία χρόνια πριν, στις τελευταίες κρίσεις είχαν μετατεθεί σε άλλα στρατόπεδα ανά την Ελλάδα. Κανείς από όσους υπηρετούσαν πλέον εκεί δεν γνώριζε κάτι για το δυστύχημα του Νικήτα ή το ποιοι είχαν αναλάβει την έρευνα για τα αίτια του δυστυχήματος. Το μόνο που κατάφερε να αποσπάσει, μάλλον όχι και τόσο νόμιμα, ήταν μία πλήρης λίστα των ατόμων που υπηρετούσαν εκείνη την εποχή στο στρατόπεδο της Καλαμαριάς, βαθμοφόρων και μη, καθώς και το παρουσιολόγιο της επίμαχης μέρας.
Φεύγοντας από το στρατόπεδο της Καλαμαριάς, πήρε το δρόμο για το αστυνομικό τμήμα. Είχε έρθει με περιπολικό, είχε δώσει όμως εντολή να μην τον περιμένει και τώρα επέστρεφε με τα πόδια. Αν και η απόσταση ήταν αρκετά μεγάλη, είχε ανάγκη να καθαρίσει το μυαλό του και να ανασυγκροτήσει τις σκέψεις του. Ο περίπατος δίπλα στη θάλασσα σίγουρα θα τον βοηθούσε. Καθώς περπατούσε προσπαθούσε να δει, μέσα από τα μάτια του Νικήτα τρόπον τινά, τις τελευταίες στιγμές του. Τον φανταζόταν να βγαίνει βιαστικός από την πολυκατοικία που έμενε στην οδό Κομνηνών. Να μπαίνει στο αυτοκίνητο μάρκας Ford, που πιθανόν είχε παρκαρισμένο ακριβώς από κάτω, και να ξεκινάει τη διαδρομή του μέσα από το κέντρο της πόλης με προορισμό το στρατόπεδο. Κι εκεί, τελειώνοντας την Μεγάλου Αλεξάνδρου, μπαίνοντας στην Γεωργίου Παπανδρέου, εκεί αντί να ακολουθήσει την τροχιά που όριζε ο δρόμος να συνεχίζει ευθεία καταλήγοντας στην κολώνα ηλεκτροδότησης. Κι αν δεν χτύπαγε στην κολώνα; Πάλι δεν θα είχε πολλές ελπίδες να γλιτώσει το θάνατο καθώς θα κατέληγε στα νερά του Θερμαϊκού.
Χαμένος στις σκέψεις του, ούτε κατάλαβε πότε έφτασε στο αστυνομικό τμήμα. Πήγε κατ’ ευθείαν στο γραφείο του, όπου τον περίμενε η κατάθεση της μυστηριώδους κοπέλας. Ήταν, όπως έλεγε, παιδική φίλη του Νικήτα. Την περίοδο πριν το δυστύχημα έκαναν πολλή παρέα. Εκείνη έτρεφε αισθήματα για τον Νικήτα, μα εκείνος δεν ανταποκρινόταν. Ήταν ερωτευμένος με μία γυναίκα, της οποίας τα στοιχεία δεν της αποκάλυψε ποτέ. Κι αυτό, επειδή εκείνη ήταν παντρεμένη και διατηρούσαν παράνομο δεσμό. Όσο και αν τον ρωτούσε, εκείνος αρνίοταν πεισματικά να της αποκαλύψει οτιδήποτε σχετικά με την αγαπημένη του. Το μοναδικό που γνώριζε, κι αυτό επειδή του ξέφυγε σε κάποια κουβέντα, ήταν το μικρός της όνομα. Θυμόταν όμως να της λέει καθαρά, λίγες μέρες πριν τον θάνατο του, ότι πιθανόν να κινδύνευε η ζωή του.
«Δέσποινα...» διάβασε φωναχτά ο Γεράσιμος. Τι να του έλεγε μόνο το μικρό της όνομα; Θα μπορούσε να είναι η οποιαδήποτε, ακόμα και να του είχε συστηθεί με ψεύτικο όνομα. Αφού ήταν παντρεμένη, το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα διακινδύνευε να μαθευτεί τίποτα για τον παράνομο δεσμό της. Για την ώρα, κρατούσε την ύπαρξη της σχέσης και το όνομα της γυναίκας, μ’ένα μικρό ερωτηματικό στο πίσω μέρος του μυαλού του. Η αλήθεια είναι ότι η κατάθεση της κοπέλας δεν του είχε προσφέρει μεγάλη βοήθεια. Το μόνο που προσέφερε, στην ήδη μπερδεμένη ιστορία, ήταν ακόμα περισσότερα ερωτηματικά να ζητούν για απαντήσεις. «Εκτός...»
Αφήνοντας την κατάθεση της κοπέλας παράμερα, πήρε τον ονομαστικό κατάλογο που είχε αποσπάσει από το στρατόπεδο, χάρη στην θέληση του τωρινού διοικητή να βοηθήσει διακινδυνεύοντας τη θέση του. Διαβάζοντας ένα-ένα όλα τα ονόματα, έκανε αναζήτηση για το πού βρίσκεται ο καθένας σήμερα και τα στοιχεία επικοινωνίας του. Όσο χρονοβόρο και αν αποδεικνυόταν, ήταν αποφασισμένος να μιλήσει με τον καθένα ξεχωριστά και, ει δυνατόν, να τους καλέσει να προσέλθουν για κατάθεση. Έπρεπε να ανακαλύψει αν ο οποιοσδήποτε, από βαθμοφόρο μέχρι τον τελευταίο φαντάρο, γνώριζε κάτι για την υπόθεση. Θα ξεκινούσε βέβαια με τους βαθμοφόρους, που γνώριζαν καλύτερα τον Νικήτα, αναζητώντας αυτούς που ήταν φαινομενικά πιο κοντά του. Ήλπιζε ότι, με αυτόν τον τρόπο, θα μάθαινε ίσως κάποια πληροφορία που να μπορούσε να συνδυαστεί με εκείνες της κοπέλας.
Όταν πλέον είχε συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία για την τωρινή κατάσταση ολόκληρου του τότε δυναμικού του στρατοπέδου, το ρολόι έλεγε μία μετά τα μεσάνυχτα. «Είναι μάλλον αργά για να αρχίσω τα τηλέφωνα τώρα.» σκέφτηκε κοιτάζοντας έκπληκτος το ρολόι. Δεν είχε καταλάβει για πότε πέρασε η ώρα. Ναι, οι τελευταίοι που βρισκόντουσαν στα γραφεία τον είχαν καληνυχτίσει πριν ώρες, αλλά και πάλι αδυνατούσε να πιστέψει πώς είχε απορροφηθεί τόσο με την αναζήτηση. Μάζεψε όλα τα χαρτιά που είχε σκορπισμένα στο γραφείο του και, φεύγοντας για το σπίτι, πήρε το φάκελο μαζί του. Την επόμενη μέρα δεν είχε υπηρεσία και θα καθόταν να δουλέψει από το σπίτι.
Το πρωινό που ξημέρωσε τον βρήκε να δουλεύει από πολύ νωρίς, έχοντας κοιμηθεί ελάχιστες ώρες. Τόση ήταν η υπερένταση που του δημιουργούσε η αγωνία του να προχωρήσει την υπόθεση που, ακόμα και χωρίς ξυπνητήρι, σηκώθηκε σχεδόν αξημέρωτα. Αν και ήταν πολύ νωρίς για να ξεκινήσει να τηλεφωνεί, αυτό δεν τον απέτρεψε από το να σηκωθεί και να πιάσει ξανά το φάκελο «Νικήτας Καλαϊτζής». Μια μικρή ανακεφαλαίωση τώρα που ήταν ξεκούραστος ίσως τον βοηθούσε. Διάβαζε από την αρχή ένα-ένα όλα τα έγγραφα που περιείχε ο φάκελος, κρατώντας σημειώσεις παράλληλα όπως συνήθιζε πάντα.
Λίγες ώρες αργότερα, κι ενώ όσο περισσότερο μελετούσε τα στοιχεία τόσο πιο σίγουρος ήταν για την ανθρώπινη παρέμβαση στο δυστύχημα του Νικήτα, ξεκίνησε επιτέλους τα τηλέφωνα. Στην αρχή κάθε κλήσης φρόντιζε να ενημερώνει τον συνομιλητή του για την καταγραφή της κλήσης, σε περίπτωση που μάθαινε κάποια πληροφορία χρήσιμη για την υπόθεση. Σε αυτά ήταν πάντα τυπικός ο Γεράσιμος. Δεν θα άφηνε σε καμία περίπτωση περιθώρια να τον κατηγορήσουν για υποκλοπή σε μία πιθανή δίκη μελλοντικά.
Τελευταία στιγμή είχε τελικά αλλάξει γνώμη, ξεκινώντας τα τηλέφωνα από τους φαντάρους που έκαναν τότε τη θητεία τους στο συγκεκριμένο στρατόπεδο. Όπως το φανταζόταν, οι τότε φαντάροι δεν είχαν και πολλά να του πουν. Είχαν έναν καλό λόγο για το Νικήτα, κι αυτό ήταν όλο. Δεν τον γνώριζαν προσωπικά ούτε είχαν ακούσει κάτι για εκείνον. Ένας μόνο... Σαν να κόμπιαζε όταν απαντούσε. Σαν να μην ήταν και πολύ ψύχραιμος. Σαν να έκρυβε κάτι... Ο Γεράσιμος, αφού τον ευχαρίστησε για τον χρόνο του, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και τους υπόλοιπους με τους οποίους είχε συνομιλήσει, σημείωσε το ονοματεπώνυμο του με μεγάλα γράμματα στο τεφτέρι του. Αυτός, όπως πίστευε, θα τον απασχολούσε ξανά στο μέλλον!
Σειρά είχε ο κατάλογος των μόνιμων που υπηρετούσαν τότε στην Καλαμαριά. Ο κατάλογος περιελάμβανε αρκετά άτομα, λόγω του μεγέθους της στρατιωτικής μονάδας. Κάθε τηλεφώνημα πλέον διαρκούσε σαφώς περισσότερο από εκείνα με τους φαντάρους. Όλοι θυμόντουσαν τον Νικήτα κι είχαν κάποια ανάμνηση να μοιραστούν. Ήταν πολύ αγαπητός σε όλους, φιλότιμος, καταδεκτικός κι εξυπηρετικός. Αν και στη λέσχη έκανε λίγο πολύ παρέα με όλους, απ’όσο κατάφερε να μάθει ο Γεράσιμος, φαίνεται να διατηρούσε στενότερες φιλικές σχέσεις με δύο συναδέλφους του. Με τον τότε λοχαγό του Χαράλαμπο Κυριακίδη, κι έναν ακόμα υπολοχαγό, όπως ήταν και ο ίδιος, τον Κωνσταντίνο Μιχαήλ. Αυτούς τους δύο ο Γεράσιμος αποφάσισε να τους αφήσει τελευταίους. Θα μιλούσε πρώτα με όλους τους υπόλοιπους και στο τέλος με εκείνους που φαινόταν πως ήταν οι φίλοι του Νικήτα.
Η αναζήτηση πληροφοριών από τους συναδέλφους του Νικήτα δεν φαινόταν να έχει κανένα ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Το μόνο που είχε βεβαιώσει ήταν η φιλία του με τον Κυριακίδη και τον Μιχαήλ. Αυτό το είχαν αναφέρει όλοι ανεξαιρέτως. Πέραν αυτού όμως, κανείς δεν γνώριζε κάτι παραπάνω για τη ζωή του Νικήτα. Κάποιο στοιχείο που να οδηγούσε σε πιθανή δολιοφθορά. Όλοι μιλούσαν για το εξαιρετικό παλικάρι που έφυγε νωρίς και άδικα. Η προσοχή του Γεράσιμου τώρα στρεφόταν στους δύο κοντινούς του, τους δύο φίλους του Νικήτα. Εκείνοι ασφαλώς θα πρέπει να γνώριζαν κάτι παραπάνω για εκείνον. Για την ζωή του εκτός στρατού...
Είχε ήδη αρκετές ώρες πάνω από το τηλέφωνο κι έτσι, για να ξεκουραστεί λίγο και να ξεμπλοκάρει το μυαλό του, αποφάσισε να βγει μία βόλτα να περπατήσει. Αυτήν την εποχή, οι βόλτες στην παραλία της Θεσσαλονίκης ήταν υπέροχες. Αν και ο Γεράσιμος έμενε αρκετά ψηλά, κοντά στη Γεωπονική σχολή, συχνά έκανε περιπάτους μέχρι την παραλία. Το περπάτημα πάντοτε τον χαλάρωνε και τον βοηθούσε να σκεφτεί όποτε ένιωθε το μυαλό του πιεσμένο ή σε αδιέξοδο.
Έτσι ξεκίνησε από το σπίτι του για έναν μοναχικό περίπατο χωρίς προορισμό. Σκέψεις πολλές, διαδέχονταν η μία την άλλη με τρομερό ρυθμό. Λες και, μέσα στο μυαλό του, έδεναν μεταξύ τους σιγά σιγά τα κομμάτια του παζλ. Αν κάποιος τον παρατηρούσε όπως περπατούσε, πιθανότατα θα τον περνούσε για τρελό. Συνομιλούσε με τον εαυτό του, χρησιμοποιώντας περισσότερο τη γλώσσα του σώματος. Κι όμως, όλα άρχιζαν να δένουν ένα-ένα στο μυαλό του. Τα στοιχεία έμπαιναν στη θέση τους. «Ο φαντάρος... Το ταξίδι για άλλοθι... Πώς δεν το πρόσεξα νωρίτερα; Δέσποινα...» μονολογούσε καθισμένος στο παγκάκι.
Ήταν τόσο απορροφημένος που, δεν είχε προσέξει ότι όλην αυτήν την ώρα κάποιος τον ακολουθούσε. Ήταν τόσο χαμένος στην αναζήτηση της αλήθειας που, δεν διαισθάνθηκε τον κίνδυνο. Ήταν τόσο οξύς ο πόνος, που τον έριξε κατ’ ευθείαν κάτω. Δεν πρόλαβε να δει ποιος τον χτύπησε. Μόνο, την ώρα που έχανε τις αισθήσεις του, άκουσε ξεκάθαρα μια αντρική φωνή να του λέει «Για να μάθεις να σκαλίζεις ιστορίες που είχαν κλείσει!». Κι όμως, αυτή τη φωνή την ήξερε. Αυτή η φωνή...
Το επόμενο πρωί δόθηκε στη δημοσιότητα κι η επίσημη ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας.

«Ο Αρχιφύλακας Γεράσιμος Παναγιωτίδης έπεσε εχθές,  Σάββατο 23 Ιουνίου 1990, θύμα βίαιης επίθεσης αγνώστου στην παραλία της Θεσσαλονίκης. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στην μονάδα εντατικής θεραπείας του 424 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου Εκπαιδεύσεως με βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις που υπέστη από χτύπημα που του κατάφερε ο άγνωστος με βαρύ αντικείμενο. Η κατάσταση του παραμένει κρίσιμη. Αν κάποιος εκ των πολιτών γνωρίζει ή είδε κάτι παρακαλείται να επικοινωνήσει με τις αρχές».

Αλεξία Λαμπροπούλου 

2 σχόλια: