Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

7 Ιαν 2017

0 Γυάλινος Κόσμος (Κεφάλαιο 2/Μέρος Α)

O Μάικλ στεκόταν μόνος πάνω από τα πτώματα των “εχθρών” του. Κοιτούσε τα πρόσωπά τους με ένα βλέμμα απόλυτης απόγνωσης. Τι είχε κάνει; 
Είχε παρασυρθεί από το μίσος του. Είχε σκοτώσει αθώους. Είχε παραβεί έναν από τους αρχαιότερους όρκους του είδους του. Αυτοί οι άνθρωποι, από τους οποίους στέρησε με τόση άνεση την ζωή, δεν είχαν φταίξει σε τίποτα. Μπορεί και οι ίδιοι να μην επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στον πόλεμο, όπως και ο ίδιος. Τα είχε βάλει με απλούς ανθρώπους, μόνο και μόνο επειδή οι διψασμένοι για εξουσία βασιλιάδες είχαν αποφασίσει να πολεμήσουν.  

Κοίταξε τον ουρανό. Μπορούσε να δει τον πατέρα του να τον κοιτάει από εκεί, γεμάτος απογοήτευση. Μπορούσε να διακρίνει δίπλα του την γυναίκα για την οποία μιλούσαν όλοι να κουνάει αποδοκιμαστικά το κεφάλι της. Εκείνη τους είχε χαρίσει απλόχερα τη ζωή και τις δυνάμεις τους και ο Μάικλ είχε αφαιρέσει την ζωή αθώων. Θυμόταν την ιστορία που επαναλαμβανόταν σχεδόν κάθε μέρα στην Ακαδημία. Και εκείνη είχε συρθεί σε έναν πόλεμο που δεν ήθελε. Και δεν είχε ποτέ τις δυνάμεις τους. Ήταν απλά μια θνητή επιστήμονας. Κι όμως, αντί να αφαιρεί ζωές, αυτή διακινδύνευε τη ζωή της για να δίνει ζωές. Ήταν ο βασικός κανόνας τους: ποτέ μην αφαιρείς την ζωή κάποιου αθώου. Ποτέ μην κλέβεις την ζωή κάποιου.
Έστρεψε ξανά το βλέμμα του στα πτώματα. Μετά από ότι έκανε του άξιζε να πεθάνει. Άρχισε να εξετάζει ένα ένα τα πτώματα των ανδρών που κείτονταν στα πόδια του. Ανάμεσα τους εντόπισε έναν έφηβο, λίγο πριν την ενηλικίωση του. Θυμήθηκε τα χαμόγελα στα πρόσωπα των τριών νεαρών συντρόφων του όσο πήγαιναν προς το σιδηροδρομικό σταθμό. Έλαμπαν από όνειρα και ζωντάνια. Το νεκρικό βλέμμα του εφήβου ήταν το ακριβώς αντίθετο. Έμοιαζε με μάσκα πάνω στην οποία είχε αποτυπωθεί ο απόλυτος τρόμος. Το σώμα του ήταν τσακισμένο. Ήταν μετρίου αναστήματος και κοκαλιάρης. Φορούσε καθημερινά ρούχα και το χέρι του έσφιγγε το φοβερό και τρομερό όπλο του: μια τσουγκράνα.
Ένας άντρας τον πλησίασε, βγάζοντας τον από τις σκέψεις του. Έμοιαζε να έχει περάσει προ πολλού τα εξήντα και το βλέμμα είχε μια γλοιώδη αυτάρεσκη έκφραση.
«Το όνομά σου, στρατιώτη» είπε με την τραχιά προφορά των κατοίκων της βόρειας Ατλάντικ.
«Μάικλ Γκίντεον» απάντησε αυτός.
«Καλή δουλειά στρατιώτη» είπε βιαστικά, θέλοντας να δείξει ότι είχε και καλύτερα πράγματα να κάνει. «Ο μεγάλος μας βασιλιάς εκτιμά τις υπηρεσίες σου» τον άκουσε να λέει, καθώς απομακρύνονταν.
Πώς γίνεται να είναι αυτός ζωντανός και εκείνοι νεκροί, σκέφτηκε ο Μάικλ. Εξαιτίας μου…
Αναλογίστηκε το κακό που προκάλεσε σε όλους τους. Πόσες μάνες που έχασαν τους γιους τους θα έκλαιγαν και θα τον καταριόταν; Πόσες γυναίκες είχε κάνει μέσα σε λίγα μόνο λεπτά χήρες και πόσα παιδιά ορφανά;
Οι ενοχές τον κυνηγούσαν. Δεν θα άντεχε μια ζωή γεμάτη από δαύτες για όσα έκανε.
Γονάτισε στο έδαφος, έτοιμος να βάλει τέλος στη ζωή του.

Σωτηρία Μαυρομμάτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου