Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

15 Ιαν 2017

0 Μετάλλαξη (Κεφάλαιο 27) Κοντινοί Στόχοι

   Το κεντρικό αμφιθέατρο του σχολείου του Βόρειου Συγκροτήματος της Ωκεανίας ήταν ένα από τα πιο εντυπωσιακά κτίσματα της πόλης. Ένα κυκλικός χώρος διαμέτρου 50 μέτρων και εμβαδού κοντά στα 2.000 τ.μ παραχωρούνταν σε εφευρέτες, επιστήμονες και μαθητές για να παρουσιάσουν τα επιτεύγματα τους μέσα στη χρονιά. Ο τεράστιος θόλος ύψους 25 μέτρων, με φίλτρα διακοπής φωτός άφηναν την ιδανική ποσότητα να μπαίνει στο χώρο για τις ανάγκες του Φεστιβάλ, ενώ οι  θέσεις ήταν αποσπώμενες ώστε να χωρούν όσο το δυνατόν περισσότερους πάγκους. Στην κεντρική σκηνή τοποθετούνταν οι πάγκοι των καλύτερων επιστημόνων της ενώ για τις απαραίτητες ανακοινώσεις  αλλά και για την ομιλία του δημάρχου λειτουργούσε μία μικρότερη αναπληρωματική  σκηνή μέσα στο χώρο της κεντρικής. Πέρα από τις 10 σε σύνολο επιδαπέδιες κάμερες που απλώνονταν σε όλο το αμφιθέατρο, ανάμεσα στους επιστήμονες κυκλοφορούσαν κι ένα σωρό δημοσιογράφοι και ρεπόρτερς.
   Η εμπειρία του ίδιου  Φεστιβάλ, όπως την είχε ζήσει ο Ορφέας πριν από 11 χρόνια, ήταν αξέχαστη. Εξελιγμένα ρομπότ που έπρατταν όσα ένας απλός άνθρωπος αδυνατούσε να κάνει, διαδραστικά ολογράμματα τελευταίας γενιάς, πυρηνικοί αντιδραστήρες που άλλαζαν τη φύση χημικών στοιχείων και οι τελευταίες εξελίξεις στην τεχνολογία των ιατρικών μηχανημάτων ήταν μόνο λίγα απ’ όσα πρωτοποριακά είχε δει τότε. Έχοντας εκδηλώσει από μικρός την αδυναμία του για τη ρομποτική και τις εφαρμογές της θαύμαζε τις ανθρώπινες εφευρέσεις που κάθε χρόνο έμοιαζαν να αγγίζουν τα όρια του αδύνατου.
   Σήμερα είχε διαφορετική εικόνα για το Φεστιβάλ. Ενώ ο θαυμασμός του  για τα ανθρώπινα τεχνολογικά επιτεύγματα παρέμενες αμείωτος, παράλληλα αναρωτιόταν πόσες  κρυμμένες μεταλλάξεις ήταν ανάμεσα σε αυτούς τους επιστήμονες. Του φαινόταν αδιανόητο πως οι άνθρωποι μπόρεσαν να δημιουργήσουν μερικά από αυτά τα εκθέματα. Συγχρόνως αναλογιζόταν πώς θα ήταν αν αυτό το Φεστιβάλ άνηκε στις μεταλλάξεις.
   Βέβαια οι απορίες του είχαν ελάχιστη σημασία εκείνη τη στιγμή.
   Το θέαμα παρέμενε καθηλωτικό ακόμα και για όσους κοιτούσαν το αμφιθέατρο απ’ έξω. Οι φωνές και τα φώτα που τρεμόπαιζαν μέσα από τον γυάλινο θόλο ήταν μαγευτικά ακόμη και από το παράθυρο της τάξης των μαθηματικών.
   Έχοντας διαρρήξει τις ψηφιακές κλειδαριές του κτιρίου της δωδέκατης τάξης και κρυμμένος  στις σκιές  είχε καταλάβει την έδρα του καθηγητή στήνοντας δύο προσωπικούς υπολογιστές και τη συσκευή ενδοεπικοινωνίας που είχε φτιάξει για να μιλάει με την Εύη και τον Δάκη. Ο ένας υπολογιστής συνδεόταν άμεσα με τον δικό του υπολογιστή που είχε αφήσει στο υπόγειο του σπιτιού του και ο δεύτερος έτρεχε αλγόριθμους κρυπτογράφησης. Συγχρόνως, ανοίγοντας τον ψηφιακό πίνακα της τάξης και συνδέοντας τον δεύτερο υπολογιστή που έτρεχε τους αλγόριθμους κρυπτογράφησης μπορούσε να δει την κάτοψη όλου του σχολείου.
   Εντός ολίγον λεπτών θα είχε τον έλεγχο των συστημάτων του κεντρικού αμφιθεάτρου.
   Ακόμη δεν μπορούσε να πιστέψει την προθυμία που έδειξε  όλη η συμμαχία να ακολουθήσει το σχέδιο του. Ήταν μία  παράτολμη και παρορμητική σκέψη, μία ιδέα που ίσως  θα μπορούσε να τους βγάλει  από τη δύσκολη θέση που είχαν βρεθεί. Το τίμημα που πιθανότατα να αναγκάζονταν να πληρώσουν οι μεταλλάξεις ήταν μεγάλο. Σίγουρα όμως ήταν καλύτερο από το να χάνονται άσκοπα  οι ζωές τους.
   Ο ίδιος είχε αναλάβει το ρόλο του συντονιστή. Έπρεπε να προετοιμάσει το έδαφος για όσα θα ακολουθούσαν στη συνέχεια και να καλύψει τους φίλους του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Παράλληλα εστιαζόταν και στην προσπάθειά του να περάσει απαρατήρητος από την αστυνομία και την ασφάλεια του σχολείου.
   Ανυπομονούσε. Σε λίγα λεπτά το σχέδιο θα έμπαινε σε εφαρμογή.
   Ήταν η στιγμή της δικαίωσης που τόσο περίμενε. Ο θάνατος της μητέρας του, του Μιχαλάκη, των παιδιών του Φοίνικά αλλά και όλων των μεταλλάξεων που είχαν χαθεί θα αποκτούσε αξία και νόημα και η αστυνομία θα έχανε την υποτιθέμενη αξιοπιστία της. Μαζί και τα κανάλια που καθημερινά προπαγάνδιζαν κατά των μεταλλάξεων και τρομοκρατούσαν τους ανθρώπους.
   Κοίταξε τον πρώτο υπολογιστή που συνδεόταν με τον δικό του στο υπόγειο. Οι δύο συνδεδεμένοι υπολογιστές πρόβαλαν την ίδια ακριβώς εικόνα. Αυτή του τοπικού καναλιού της Ωκεανίας.
   Η κρυπτογραφημένη σύνδεση του δικού του υπολογιστή με αυτού που είχε μπροστά του ήταν ο τρόπος που είχε σκεφτεί για να μπορεί  ν΄ ακούει τις ειδήσεις με ασφάλεια. Σε περίπτωσης ανάγκης θα ενημέρωνε τις μεταλλάξεις της συμμαχίας για τυχόν εξελίξεις. Εκείνη τη στιγμή το κανάλι προέβαλε διάφορες σκηνές από το Φεστιβάλ, όπως και συνεντεύξεις μαθητών και επιστημόνων.
   Σύντομα όμως η εικόνα άλλαξε. Ακουγόταν η χαρακτηριστική μουσική επένδυση  των ειδήσεων ενώ παράλληλα περνούσε στις οθόνες η λεζάντα «ΕΚΤΑΚΤΟ».
   Ο Ορφέας κάθισε στη έδρα και κοίταξε το ολόγραμμα. Ένας καλοντυμένος δημοσιογράφος εμφανίστηκε και άρχισε να μιλάει.
   «Κυρίες και κύριοι λυπούμαστε για την διακοπή του προγράμματος μας άλλα έχουμε μία έκτακτη είδηση που αφορά τη δίκη του Δημοσθένη Αδριαννού. Ο 47χρονός άντρας που βλέπετε να βγαίνει από το δικαστικό μέγαρο κατηγορείται για εμπρησμό στο χώρο του παλιού Λούνα Παρκ της Ωκεανίας αλλά και για τον ομαδικό φόνο των 18 παιδιών που βρίσκονταν μέσα σε αυτό. Η δίκη ολοκληρώθηκε πριν από λίγα λεπτά και το συμβούλιο Ομόνοιας έκρινε τον κατηγορούμενο ένοχο».

*  *  *

   Οι ήχοι από το χώρο του Φεστιβάλ τρυπούσαν τον γυάλινο θόλο και έφταναν ως το δασάκι του 4ου τομέα. Η Αιμιλία κοιτούσε τη σκοτεινή αυλή του σχολείου, τις φιγούρες που αχνοφαίνονταν στο σκοτάδι και τις διστακτικές κινήσεις τους.
   Το μοναδικό φως που έλαμπε πέρα από τα φώτα του θόλου ήταν ένα ολόγραμμα, μία κάτοψη του κεντρικού αμφιθεάτρου. Γύρω από την εικόνα ήταν μαζεμένοι η Εύη, ο Θάνος, ο Πάνος, ο Θεμιστοκλής και ο Δάκης. Τα πρόσωπά τους έμοιαζαν απόκοσμα και τρομακτικά όπως άλλωστε και το δικό της και γίνονταν ακόμα χειρότερα από τους μορφασμούς τους. Συζητούσαν έντονα αλλά σιγανά, ψύχραιμα αλλά και αγχωμένα. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ούτε λέξη απ’ όσα έλεγαν.
   «Τι κοιτάς;» ρώτησε η Λορέτα.
   Η Αιμιλία τινάχτηκε ακούγοντας τη φωνή της. Το πρόσωπο της ήταν το ίδιο απόκοσμο με των υπόλοιπων. Το όμορφο χαμόγελο της όμως το φώτιζε και της έδινε μία ζεστή λάμψη. Απορούσε πως τα χείλη της σχημάτιζαν χαμόγελο  μετά  από αυτή τη δύσκολη μέρα και τον αφανισμό  του Φοίνικα.
   «Αν έρχεται κανένας άλλος» είπε μορφάζοντας.
   Φοβόταν.
   Αν μία από τις σκιές που έβλεπε ήταν κάποιος αστυνομικός που κρυβόταν και δεν είχαν συνειδητοποιήσει την παρουσία του; Ίσως δεν ήταν κανένας, ίσως να ήταν πολλοί κρυμμένοι στις σκιές που περίμεναν να επιτεθούν σαν ομάδα την κατάλληλη στιγμή. Μπορεί οι μεταλλάξεις να έφταναν λίγες λίγες στο χώρο, χωρίς τα ακουστικά τους, αλλά και πάλι μπορεί να τους είχε ξεφύγει κάτι σε αυτό το βιαστικό σχέδιο που είχαν ετοιμάσει.
    «Μην ανησυχείς, είμαστε όλοι εδώ. Δεν προλαβαίνει κανένας να μας σταματήσει».
   Έκανε ένα θετικό νεύμα. Ακόμα και αν η αστυνομία είχε μάθει με κάποιο παράδοξο τρόπο το σχέδιο τους, δε θα προλάβαινε να φτάσει στο χώρο του σχολείου πριν αυτό μπει σε εφαρμογή. Όσο για την λιγοστή ασφάλεια του Φεστιβάλ, το μόνο σίγουρο ήταν πως θα ήταν αδύναμη μπροστά τους.
   Η ματιά της γύρισε στο γυάλινο θόλο και τα φώτα του. Οι ανθρώπινες φωνές και τα γέλια κάλυπταν τον ήχο της μουσικής.
   «Εσύ δε φοβάσαι καθόλου;» ρώτησε η Αιμιλία τη Λορέτα νιώθοντας το άγχος να της τρώει τα σωθικά. Ασφαλώς δεν ήταν διατεθειμένη να κάνει πίσω για κανένα λόγο αφού ήταν η τελευταία της ελπίδα να σώσει τη ζωή του πατέρα της. Η αλήθεια της είχε μεγαλύτερη δύναμη από τα ψέματα της πόλης.
   Το χαμόγελο της Λορέτας χάθηκε.
 «Φοβάμαι. Δεν ξέρω τι να περιμένω» είπε ενώ η φωνή της έσβηνε προς το τέλος.
 «Αλλά περισσότερο φοβάμαι την απραξία» συνέχισε και ο τόνος της ανέκτησε κάποιο ίχνος ζωντάνιας «ότι θα αναγκαστώ να ζήσω όλη μου τη ζωή ως μία μετάλλαξη δίχως μέλλον για να πεθάνω με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που πέθανε η μητέρα μου. Προκειμένου να αλλάξει η ζωή μου και η ζωή όλων μας είμαι διατεθειμένη να ρισκάρω τα πάντα, ακόμα και την προσωρινή μου ασφάλεια»
   Καταλάβαινε τα συναισθήματα της. Και εκείνη, βρισκόταν εκεί προκειμένου να σώσει τον πατέρα της που αγαπούσε ακόμα κι ας της είχε πει ένα σωρό ψέματα. Πίστευε βέβαια ότι  θα ήταν πιο εύκολο με το Ξωτικό. Θα μπορούσαν να αποκαλύψουν την αλήθεια για το γονίδιο Ρ5, την σκευωρία της Ενότητας Ειρήνης κατά των μεταλλάξεων, να πάρουν τον έλεγχο της πόλης και να απαιτήσουν την αθώωση του πατέρα της. Από τη στιγμή που είχαν φτάσει σε αυτό το χωρίς επιστροφή σημείο, και η πολιτάρχης τους απειλούσε με τον χειρότερο τρόπο, αφού πρώτα είχε αφανίσει μία από τις ομάδες τους, δεν μπορούσαν παρά να φτάσουν στα άκρα για να σώσουν το μέλλον των μεταλλάξεων και όσων αγαπούσαν.
   «Αν σταματήσει η λειτουργία της συμμαχίας είμαστε καταδικασμένοι» είπε η Λορέτα. «Η ιδέα του Ορφέα είναι η μοναδική μας ελπίδα»
   Ναι ήταν. Απλά ούτε ο ίδιο ο Ορφέας δε γνώριζε που θα καταλήξει.
   «Τι συζητάτε εσείς εδώ;» ακούστηκε μία φωνή.
   Τα δύο κορίτσια τινάχτηκαν αντικρίζοντας το αλλόκοτο  πρόσωπο της Εύης. Εκείνη χαμογέλασε, βρίσκοντας σχεδόν αστεία την αντίδραση τους.
   «Τα πράσινα μάτια μαζί με το υπόλοιπο…» είπε η Λορέτα χωρίς να ολοκληρώσει την πρόταση της.
   «Ηρέμησε, δεν πρόκειται να σου επιτεθώ. Υπάρχουν καλύτερα υποψήφια θύματα που θα πάθουν μεγαλύτερο σοκ βλέποντας με»
   «Όλους μας» ψιθύρισε η Αιμιλία. «Είμαστε ο εφιάλτης της Ενότητας Ειρήνης»
   «Που σε λίγο θα γίνει πραγματικότητα!»
   Η εικόνα της έμοιαζε ελάχιστα με την Εύη που είχαν δει πριν από λίγες ώρες να τρέμει στη σκέψη πως θα πεθάνουν όλα τα μέλη των ομάδων. Τα χέρια της ήταν σταθερά, το σώμα της στητό και είχε μία περήφανη έκφραση ταιριαστή με τη μετάλλαξη που όλοι γνώριζαν.
   Ήταν ανήσυχη, αλλά συνάμα ενθουσιασμένη. Ήταν το ίδιο παθιασμένη για εκδίκηση με τον Ορφέα. Ήθελε τόσο πολύ να δει την πολιτάρχη ντροπιασμένη να τρέχει να κρυφτεί από τα ψέματα της, τους αστυνομικούς ανήμπορους να τους σταματήσουν και τα τρομαγμένα πρόσωπα τον ανθρώπων καθώς θα προσπαθούν να ξεφύγουν από την αλήθεια.
   Θα ήταν η στιγμή που όλες οι κακουχίες που είχαν ζήσει τα μέλη της συμμαχίας θα αποκτούσαν νόημα. Η στιγμή των μεταλλάξεων.
    Η μόνη διαφορά  με το προηγούμενο σχέδιο τους ήταν ότι πλέον, δεν υπήρχε δικλείδα ασφαλείας. Και κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει πως θα αντιδρούσε η πόλη και πολιτάρχης. Θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί την οποιαδήποτε αδυναμία τους υπέρ της, προκειμένου να βρεθούν οι μεταλλάξεις σε μειονεκτική θέση.
   «Αιμιλία μπορώ να σου μιλήσω λίγο;» είπε η Εύη με σοβαρό τόνο αυτή τη φορά.
   Η Αιμιλία έκανε ένα θετικό νεύμα.
   «Λορέτα πήγαινε να βρεις τους άλλους, κρύβονται στο δασάκι πίσω από τα εργαστήρια»
   Η Λορέτα έκανε και εκείνη ένα θετικό νεύμα και έφυγε, αφήνοντας μόνες τις δύο κοπέλες.
   Η Αιμιλία ένιωσε τα μάτια της Εύης να την καρφώνουν. Της είχε προσφέρει μερικά ρούχα να φορέσει πριν φύγει από τη γειτονιά των φαντασμάτων αλλά δεν είχαν πει τίποτε άλλο μεταξύ τους από τη στιγμή που είχε γυρίσει στη συμμαχία.
   Όταν είχε αποχωρήσει από την ομάδα του Δράκου η Εύη είχε δείξει χωρίς ενδοιασμούς την άποψη της για αυτά που είχε υποστήριξει η Αιμιλία. Την άφηνε αδιάφορη το μέλλον των ανθρώπων μπροστά στο μέλλον των μεταλλάξεων και την είχε κατηγορήσει για δειλία και δολοπλοκία. Κατηγορίες που η Αιμιλία είχε βρει προσβλητικές.
    Τώρα οι διαφορές τους δεν έμοιαζε να έχουν σημασία. Είχαν στόχους που κινούνταν προς την ίδια κατεύθυνση.
   «Ήθελα να σου πω κάτι πριν αρχίσουμε» είπε η Εύη διατηρώντας τον σοβαρό της τόνο. «Μετά το Φεστιβάλ η πολιτάρχης μπορεί να χρησιμοποιήσει τον πατέρα σου σαν μέσο εκβιασμού προκειμένου να συνετιστούμε με τις απαιτήσεις της. Δεν ξέρω πως θα καταλήξει»
   Οι πιθανές μελλοντικές κινήσεις της πολιτάρχη είχαν περάσει φευγαλέα από το μυαλό της Αιμιλίας. Δε θα παρέδιδε τα όπλα εύκολα, θα έψαχνε τρόπο να αλλάξει την κατάσταση, θα έβαζε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να παρουσιάσουν διαστρεβλωμένα τα γεγονότα και θα προσπαθούσε να πείσει τον κόσμο πως συνέβαινε κάτι διαφορετικό. Ο πατέρας της ήταν μία μετάλλαξη που παρέμενε στα χέρια της αστυνομίας και η απελευθέρωση του δεν θα ήταν εύκολη.
   «Το φαντάζομαι. Θα τον κρατήσουν αιχμάλωτο. Έστω κι αυτό ακόμη θα ήταν καλύτερο από το να οδηγηθεί στην εκτέλεση»
   Η ελπίδα πως μπορούσε να του σώσει τη ζωή ήταν καλύτερη από το να περιμένει το βέβαιο θάνατο του.
   «Δεν είναι τόσο απλά τα πράματα Αιμιλία. Μπορεί να τον βασανίσουν σε σημείο που να εύχεται να πεθάνει»
   Αναστέναξε. Ήδη θα είχε υποστεί βασανιστήριο κατά τη διάρκεια της σύλληψης του. Δεν μπορούσε καν να φανταστεί τι τον περίμενε στη συνέχεια. «Τουλάχιστον η πόλη θα ξέρει πως είναι αθώος. Πόσες φορές μου το έχετε πει; Η αστυνομία πράττει στις σκιές γιατί φοβάται την κρίση του κοινού. Για αυτό δεν παρέμεναν ζωντανές οι ομάδες μέχρι σήμερα; Η πολιτάρχης απλά αναγκάστηκε να φτάσει στα άκρα για μας σταματήσει. Αν ο σκοπός της ερχόταν στην επιφάνεια, ακόμη κι αν πρόκειται για την ενοχοποίηση μιας μετάλλαξης, στα μάτια της πόλης θα ήταν μια  απάνθρωπη πράξη»
Ανθρωπιά…. σκέφτηκε από μέσα της καθώς ξεστόμιζε τις δύο τελευταίες λέξεις αμφιβάλλοντας για τα ίδια της τα λόγια. Εξέφραζε την ιδιότητα ενός ανθρώπου να δείχνει συμπάθεια απέναντι σε έναν συνάνθρωπο του. Θα μπορούσε να ισχύσει και για μία μετάλλαξη;
   Η Εύη έκανε ένα θετικό νεύμα.
   Εντυπωσιαζόταν που η Αιμιλία έδειχνε τέτοια αποφασιστικότητα μετά τους δισταγμούς της έναν μήνα νωρίτερα. Είχε βάλει έναν στόχο στο μυαλό της και ήταν διατεθειμένη να κάνει τα πάντα για να τον επιτύχει. Για πρώτη φορά στα μάτια της, η Αιμιλία έδειχνε πραγματική μετάλλαξη.
   «Θέλω να σου πω και κάτι άλλο» είπε αποφασισμένα.
   Η Αιμιλία την κοίταξε με απορία.
   «Τον τελευταίο μήνα σκέφτηκα πολλά απ’ όσα ειπώθηκαν το βράδυ που έφυγες από τον Δράκο, τις πράξεις του Νίκου, την αντίδραση των μεταλλάξεων αλλά και όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν. Η αλήθεια είναι πως μισώ τους ανθρώπους και το τελευταίο πράμα που με νοιάζει είναι η ασφάλεια τους. Αλλά δεν μπορώ να μην παραδεχτώ πως σε πολλά από όσα είπες είχε άδικο»
   Η έκπληξη διαδέχτηκε το ως τότε ανέκφραστο πρόσωπο της Αιμιλίας.
   Η Εύη συνέχισε να μιλάει. «Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να αποκαλύψουμε την αλήθεια για τις μεταλλάξεις στους ανθρώπους αν δεν μπορούμε να φανούμε ανώτεροι από εκείνους. Οι εντάσεις είναι αναπόφευκτες, αλλά το πως θα συμπεριφερθούμε εμείς οι μεταλλάξεις είναι καθοριστικό για το γενικότερο μέλλον όλων μας. Το να παρασυρθούμε από το καθαρό μίσος και την οργή που νιώθουμε για το ανθρώπινο είδος θα καταλήξει σε καταστροφή τεραστίων διαστάσεων»
   Η Αιμιλία είχε χάσει την μιλιά της. Είχε στ’ αλήθεια καταλάβει έστω και ένα ίχνος απ’ όσα είχε υποστηρίξει εκείνο το βράδυ;
   «Συγγνώμη που προσέβαλλα τις απόψεις σου» είπε η Εύη
   Όταν η Αιμιλία είχε αποχωρήσει από την ομάδα του Δράκου, η Εύη ένιωθε πραγματικά σίγουρη για τις απόψεις της. Στα μάτια της η Αιμιλία ήταν δειλή, κρυβόταν πίσω από την ανθρώπινη οικογένεια της και προσπαθούσε να ξεφύγει από τις αρνητικές επιπτώσεις που θα είχε για την ίδια η επιτυχία του σχεδίου. Η παιδική της αντίληψη και τα ουτοπικά όνειρα της δεν είχαν θέση στη συμμαχία.
   Αλλά καθώς περνούσε ο καιρός, δεν μπορούσε να πάψει να σκέφτεται τα ενοχλητικά αλλά ουσιαστικά επιχειρήματα της.
   Όταν πλέον οι μεταλλάξεις θα είχαν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που τους άρμοζαν πως θα συμπεριφέρονταν; Σίγουρα ο θυμός που ένιωθαν ήταν απολύτως κατανοητός και αναμενόμενος, αλλά ήταν χρήσιμος στη καινούρια κοινωνία που ονειρεύονταν;
   Κάθε πιθανό σενάριο που σχηματιζόταν στη φαντασία της είχε άγρια κατάληξη. Οι μεταλλάξεις έδειχναν μίσος, οργή και έχθρα. Οι άνθρωποι, θύματα των δικαιολογημένων συναισθημάτων των μεταλλάξεων, έτρεχαν να ξεφύγουν από τα υποχθόνια πλάσματα που στοίχειωναν πριν αλλά και μετά το Φεστιβάλ τις ζωές τους.
   Και όλα τα σενάρια πήγαιναν κόντρα σε όσα προσπαθούσαν να αποδείξουν εξ’ αρχής.
   Οι μεταλλάξεις δεν ήταν βίαια τέρατα.
   Αλλά αν δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν την ίδια την οργή που ένιωθαν, πως θα μπορούσαν να υποστηρίξουν  τη θέση τους;
   Αυτή η συνειδητοποίηση ήταν πολύ δύσκολη και σοκαριστική  για την Εύη και το αδιάλλακτο μυαλό της. Είχε σκεφτεί το μέλλον των μεταλλάξεων σε μία τόσο κοντόφθαλμη  κλίμακα η οποία είχε σχέση μόνο με τα οφέλη της επιτυχίας του σχεδίου. Όχι, δεν έκρινε πως θα ήταν καλύτερο να μην χρησιμοποιήσουν το Ξωτικό, αλλα΄θα έπρεπε να σκεφτούν καλύτερα τις μελλοντικές τους κινήσεις και τις αρνητικές επιπτώσεις που θα υπήρχαν μετέπειτα στη πόλη και τις οποίες είχε τονίσει η Αιμιλία.
   Και ενώ μισούσε να έχει άδικο, και ενώ δεν ήθελε να δείξει ούτε δείγμα οίκτου στους ανθρώπους, δεν μπορούσε παρά να παραδεχτεί το λάθος της. Μερικά απ’ όσα είχε υποστηρίξει η Αιμιλία είχαν βασιμότητα και δεν έπρεπε να καταδικάσει με αυτόν τον τρόπο τις απόψεις της.
   Ένα περίεργο συναίσθημα ανακούφισης πλημμύρισε  την Αιμιλία. Αν η Εύη μπορούσε να καταλάβει έστω και λίγα απ’ όσα είχε υποστηρίξει, η φωνή της μπορούσε να αγγίξει και άλλες μεταλλάξεις. Το ουτοπικό όνειρό της έμοιαζε ένα βήμα πιο κοντά.
   Όμως δευτερόλεπτα μετά το πρόσωπο της σκοτείνιασε.
   «Πρέπει να σου ζητήσω και εγώ συγγνώμη» είπε σιγανά.
   Η Εύη συνέχισε να έχει την ίδια σοβαρή έκφραση.
   Η Αιμιλία συνέχισε. «Είναι αλήθεια πως όταν μπήκα στην ομάδα έβλεπα το μέλλον της Ωκεανίας πολύ διαφορετικά από αυτό που έβλεπα όταν βγήκα.              Οι ζωές σας μου έμοιαζαν δύσκολες, καταπιεστικές αλλα΄είχαν μία ομορφιά που έλειπε από τη δική μου. Νόμιζα πως γνωρίζοντας σας θα μπορούσα να καταλάβω τα συναισθήματα σας και τις εμπειρίες σας, διότι παρόλο που δεν είχα ζήσει στη πραγματικότητα κυνηγημένη, ένιωθα πάντα κυνηγημένη. Όμως έκανα λάθος»
   Θυμήθηκε εκείνη τη σκέψη που είχε το βράδυ μετά το Φεστιβάλ. Ο κίνδυνος στο μυαλό της έμοιαζε πέρα για πέρα αληθινός όλα αυτά τα χρόνια. Για κάποιο περίεργο λόγο είχε μπλέξει τη φαντασία με την πραγματικότητα.
   «Μπήκα στη συμμαχία σε μία περίοδο που αν και ήσασταν αναστατωμένοι, δεν είχα την τύχη να δω την αστυνομία να δρα εναντίον σας. Βρισκόσασταν σε αυτό το άγχος της αναμονής της επόμενης τιμωρίας, ένα άγχος που είχα ζήσει πάμπολλες φορές στη ζωή μου. Η διαφορά μας όμως ήταν πως το δικό μου άγχος παρέμενε εκεί χωρίς στη πραγματικότητα να γίνεται κάτι εναντίον μου. Αυτό όμως, τους λίγους μήνες που βρέθηκα στη συμμαχία δεν το καταλάβαινα. Υπέθεσα με ευκολία πως καταλάβαινα τα συναισθήματα σας και πως γνώριζα τις ζωές σας, πράγμα που ήταν τεράστιο λάθος από μέρους μου»
   Η αλήθεια ήταν πως μπορούσε μόνο να φανταστεί τον πόνο των μεταλλάξεων. Η φαντασία μερικές φορές είναι χειρότερη από την πραγματικότητα. Μερικές άλλες όμως η πραγματικότητα ξεπερνά κάθε φαντασία.
   «Νόμιζα πως υπήρχε χρονικό περιθώριο» συνέχισε η Αιμιλία. «Υποστήριξα πως θα έπρεπε να βρεθεί μία διαφορετική λύση για το πρόβλημα τον μεταλλάξεων, και ακόμη αυτό πιστεύω. Αλλά εγώ δεν πρότεινα καμία λύση»
   Ήταν πάρα πολύ εύκολο. Διαφωνούσε με τις πράξεις και το σχέδιο των μεταλλάξεων και το έκρινε τονίζοντας τα αρνητικά του. Όμως, όπως της είχε τονίσει ο Ορφέας, η ίδια δεν είχε λύση. Απλά παρακολουθούσε, αφού εκείνη μπορούσε όποτε ήθελε να γυρίσει πίσω στην ασφάλεια του σπιτιού της. Τα προβλήματα των μεταλλάξεων δεν την άγγιζαν.
   «Σήμερα όμως, βίωσα εγώ η ίδια τι σημαίνει αστυνομία, μεταλλάξεις και πολιτάρχης. Κατέστρεψαν την οικογένεια μου, το Ξωτικό και επιχείρησαν να διαλύσουν τη συμμαχία. Όλα αυτά σε μία ημέρα, ενώ η πολιτάρχης στέκεται στο άνετο γραφείο της και δίνει εντολές, χωρίς διακινδυνεύει καθόλου  τη ζωή της. Ακόμα και αν διαφωνώ με τον τρόπο της συμμαχίας, πλέον καταλαβαίνω πως πρέπει να γίνει κάτι το συντομότερο δυνατόν. Αν δεν μπορώ να προτείνω κάποια καλύτερη λύση δεν έχω δικαίωμα να κρίνω το σχέδιο που ετοιμάζατε τα τελευταία δέκα χρόνια»
   Η Εύη ήταν πραγματικά εντυπωσιασμένη. Δεν περίμενε πως η Αιμιλία ήταν ικανή να δει πέρα από τον φόβο της. Άλλωστε, ακόμα και σήμερα, ο φόβος την είχε οδηγήσει πίσω στη συμμαχία.
   «Χμ...» ξεφύσησε . «Και οι δύο καταλάβαμε πολλά» είπε με νόημα.
Μπιμπ! ακούστηκε ένας ήχος.
   Η Αιμιλία τινάχτηκε, αλλά σύντομα κατάλαβε τι ήταν.
   Η Εύη έβγαλε από την τσέπη της τη συσκευή ενδοεπικοινωνίας. Με ταχύτητα διάβασε το μήνυμα που της είχε στείλει ο Ορφέας. Το πρόσωπο της ξαφνικά σφίχτηκε.
   «Έγινε κάτι;» ρώτησε η Αιμιλία ανήσυχα.
   «Ο Ορφέας λέει να ετοιμαστούμε. Τα συστήματα του Κεντρικού Αμφιθέατρου είναι στον έλεγχο του» έκανε μία μικρή παύση. «Επίσης λέει πως το συμβούλιο ομόνοιας έκρινε τον πατέρα σου ένοχο. Το οδηγούν στο εκτελεστικό απόσπασμα»
   Η Αιμιλία ένιωσε τον πανικό σε κάθε κύτταρό της. Κοιτάζοντας προς το μέρος του Δάκη είδε το ανήσυχο βλέμμα του κολλημένο πάνω της. Οι συσκευές είχαν κοινή συνομιλία.
   «Ετοιμαστείτε!» φώναξε η Εύη.

*  *  *

   Οι μεταλλάξεις είχαν παραταχθεί έξω από την εφεδρική είσοδο του αμφιθεάτρου. Η μουσική, οι ανάσες τους και το σιγανό σφύριγμα του αέρα ήταν οι μοναδικοί ήχοι που ξεχώριζαν πίσω από τις χαρούμενες ανθρώπινες φωνές. Οι φωνές αυτές σε λίγο θα άλλαζαν χρώμα.
   «Από στιγμή σε στιγμή» ψιθύρισε ο Πάνος.
   Η Αιμιλία είχε αγκαλιάσει το μπράτσο του Δάκη. Προσπαθούσε με κόπο να διατηρήσει τα χέρια της σταθερά. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε, ο πατέρας της ήταν ένα βήμα πιο κοντά στο θάνατό του. Η μοναδική της ελπίδα να αλλάξει η ετυμηγορία του συμβουλίου Ομόνοιας πριν να είναι πολύ αργά βρισκόταν πίσω από αυτή την κλειστή πόρτα.
Κλικ! ακούστηκε ο ήχος καθώς ξεκλείδωνε η πόρτα.
   Έσφιξε το μπράτσο του πιο δυνατά. Η φωνή της, γεμάτη άγχος έφτασε μέχρι τα αυτιά του.
   «Ομάδα;» ρώτησε νιώθοντας φόβο.
   Ο Δάκης έκανε ένα θετικό νεύμα και την κοίταξε με τα ζεστά του μάτια. «Ομάδα»
   Ξαφνικά τα φώτα του αμφιθεάτρου έσβησαν. Οι ανθρώπινες φωνές έγιναν ανήσυχες.
   Σπάνια έπεφτε το ρεύμα μέσα στην Ενότητα Ειρήνης και όσες φορές είχε συμβεί  κάτι τέτοιο ήταν εξαιρετικά ανησυχητικό.
   Ο Πάνος άνοιξε την πόρτα. Η Εύη έκανε νόημα στις μεταλλάξεις να περάσουν στον σκοτεινό χώρο και εκείνες ακολούθησαν δίχως δισταγμό την εντολή της.
   Κανένας δεν πρόσεξε τις ταραγμένες ασημένιες λάμψεις που είχαν εμφανιστεί κοντά στα κτήρια των τάξεων του 4ου τομέα.

*  *  *

   Το Φεστιβάλ Τεχνολογίας της Ωκεανίας έμοιαζε πιο εντυπωσιακό από ποτέ. Ρομπότ, ολογράμματα, συσκευές εικονικής πραγματικότητας, οι καινούργιες νανοτεχνολογίες και οι επιστήμονες καλωσόριζαν τον κόσμο που έμπαινε στο κεντρικό αμφιθέατρο.
   Ο άντρας, που είχε ανέβει στην τρίτη σειρά του αμφιθεάτρου, κοίταξε το ρομπότ που βρισκόταν στον πάγκο μπροστά του.
   Έμοιαζε με μπάλα που είχε τέσσερις βραχίονες και έναν οπτικό αισθητήρα. Απέναντί του υπήρχε ένας ψηφιακός πίνακας, όπου ζωγράφιζε με ταχύτατες κινήσεις κρυστάλλινα πολύχρωμά πουλιά πάνω από μία θάλασσα φτιαγμένη από πολύτιμους λίθους και ασήμι.
   «Ενδιαφέρον...» αναφώνησε καθώς παρακολουθούσε τις γρήγορες κινήσεις της συσκευής.
   «Είναι!» είπε η κοπέλα που καθόταν στο πάγκο. «Μπορεί να φτιάξει πάνω από 5.000.000 διαφορετικούς πίνακες που δεν έχουν δημιουργηθεί από κανέναν καλλιτέχνη στην Ενότητα Ειρήνης»
   Ο άντρας χαμογέλασε πονηρά. «Φαντασία και ρομπότ. Πολύ εντυπωσιακό! Είναι δική σου δουλειά;»
   «Της ομάδας μου» είπε η κοπέλα κολακευμένη και πλήρως γοητευμένη από το χαμόγελο του άντρα. «αλλά η ιδέα ήταν δικιά μου»
   «Έχεις πολύ καλές ιδέες»
   Ένιωσε τα όμορφα πράσινα μάτια του να την καρφώνουν. Μία ενθουσιώδης έξαψη κυρίευσε το σώμα της καθώς άκουγε τη μελωδική φωνή του.
   «Ευχαριστώ πολύ» είπε δειλά. «Χαίρομαι πολύ που αρέσει. Του χρόνου η ομάδα μας διεκδικεί μία θέση στα εκθέματα που βρίσκονται στη κεντρική σκηνή»
   Ο άντρας κοίταξε την κεντρική σκηνή. Ήταν γεμάτη διάφορα εκθέματα, που ήδη είχε παρακολουθήσει ένα - ένα χωρίς όμως να βρει αυτό που έψαχνε.
   «Εύχομαι να τα καταφέρετε. Σας αξίζει μία θέση σε αυτούς τους επιστήμονες» είπε και γύρισε προς το μέρος της κοπέλας. Τα σαγηνευτικά του μάτια καρφώθηκαν για ακόμη μία φορά στα δικά της. «Έχω ακούσει πως υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον έκθεμα στη κεντρική σκηνή σήμερα»
   «Τι έκθεμα;» ρώτησε ο κοπέλα. Με μία γρήγορη ματιά είδε πως ο παλμογράφος της είχε αποκτήσει κίτρινο χρώμα.
   Το χαμόγελο του άντρα πλάτυνε. «Μία συσκευή αφαλάτωσης νερού»
   «Χαχα...» γέλασε η κοπέλα αμήχανα. «Μα αυτό είναι μία τεχνολογία που έχει χαθεί εδώ και αιώνες. Επίσης με το εργοστάσιο παραγωγής νερού είναι άχρηστη. Γιατί να βρίσκεται στα κεντρικά εκθέματα του Φεστιβάλ;»
   «Δηλαδή δεν έχεις ακούσει κάτι τέτοιο;»
   «Όχι» είπε η κοπέλα χωρίς δισταγμό. «Αν υπήρχε μία τέτοια συσκευή εδώ μέσα θα το γνώριζα»
   «Σε ευχαριστώ πολύ» είπε ο άντρας και έκανε μεταβολή, αφήνοντας την κοπέλα απογοητευμένη να απορεί με την συμπεριφορά και τις ερωτήσεις του. Το χαμόγελο του χάθηκε αστραπιαία και έδωσε τη θέση του σε μία σκοτεινή έκφραση. Φόρεσε την κουκούλα της ζακέτας του κρύβοντας το πρόσωπο του.
   Ακριβώς όπως είχε φανταστεί.
   Πριν φτάσει μέχρι την Ωκεανία είχε βρει μία πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία. Μία ομάδα ασκούμενων της Ωκεανίας είχε ξεκλειδώσει τα μυστικά μία χαμένης τεχνολογίας και είχε φτιάξει μία συσκευή αφαλάτωσης νερού. Η ομάδα είχε δηλώσει το σχέδιο της στο Φεστιβάλ Τεχνολογίας, και είχε γίνει δεκτό. Αλλά ξαφνικά την ημέρα του Φεστιβάλ η συσκευή ήταν άφαντη, το ίδιο και οι δημιουργοί της, ενώ ολόκληρο το Φεστιβάλ έμοιαζε να μην έχει ιδέα για αυτό το ανατρεπτικό έκθεμα.
   Κατέβηκε με ταχύτητα τα σκαλιά και βρέθηκε στη κεντρική σκηνή με όλους τους πρωταγωνιστές του Φεστιβάλ. Οι κάμερες αποτύπωναν κάθε κίνηση τους, σε μία ημέρα που θα χαρακτηριζόταν συμβολική στη καριέρα τους.
Η Αριάδνη. σκέφτηκε από μέσα του ο άντρας. Χειριζόταν τον κάθε παραπάτημα της πόλης με φοβερή δεξιοτεχνία. Δε θα άφηνε μία τόσο χρήσιμη και επικίνδυνη συσκευή στα χέρια πολιτών. Αναρωτιόταν σε πιο χαντάκι ήταν παρατημένα τα πτώματα των δημιουργών της. Θα το εμφάνιζε άραγε σαν κάποιου είδους τραγικό ατύχημα ή θα κατηγορούσε κάποια μετάλλαξη για το χαμό τους;
   Με βάση όσα είχε δει το πρωί στις ειδήσεις μπορούσε να υποθέσει πως μάλλον θα εφεύρισκε κάποιο ατύχημα. Άλλωστε οι μεταλλάξεις θα έπρεπε ήδη να βρίσκονται σε πανικό μετά από την καταστροφή της μία ομάδας από την συμμαχία των τεράτων. Δε χρειαζόταν να τις πιέσει παραπάνω, θα έκανε κακό στην εικόνα της αστυνομίας.
   Όπως και να είχε έπρεπε να βρει αυτή τη συσκευή απαραιτήτως. Αν και γνώριζε πολύ καλά πως μπορούσε να μην υπάρχει πια ούτε αυτή, αλλά και ούτε τα σχέδια της.
   Ξαφνικά το αμφιθέατρο σκοτείνιασε.
   Όλες οι συσκευές έπαψαν να λειτουργούν και οποιοδήποτε φως έβγαινε από αυτές είχε σβήσει. Οι μοναδικές λάμψεις φωτός προέρχονταν από τα αστέρια που διακρίνονταν  μέσα από το θόλο.
   Οι πανικόβλητες φωνές των πολιτών ήχησαν καθώς ο φόβος τους κυρίευε. Είχαν περάσει πάρα πολλά χρόνια από την τελευταία διακοπή ρεύματος και κάθε φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο υπήρχαν θύματα. Οι πολίτες για κάποιο ανόητο λόγο θεωρούσαν τις διακοπές ρεύματος σαν κακούς οιωνούς, πράγμα που βέβαια δεν έβγαζε κανένα απολύτως νόημα.
   Δεν είχε σημασία. Η τύχη ήταν με το μέρος του. Θα μπορούσε να φύγει από το Φεστιβάλ απαρατήρητος. Και καλό ήταν να κάνει κάτι τέτοιο πριν το ρεύμα επανέλθει.
   Πέρασε με ταχύτητα δίπλα από τις κάμερες που βρίσκονταν στο εσωτερικό της κεντρικής σκηνής, τις οποίες κανονικά θα απέφευγε και κατευθύνθηκε προς την έξοδο που οδηγούσε στο 2ο τομέα του σχολείου. Αλλά πριν φτάσει στα σκαλοπάτια κοντοστάθηκε.
   Κοίταξε μία από τις κάμερες. Ένα ανεπαίσθητο κόκκινο λαμπάκι φώτιζε δίπλα στους φακούς.
Οι κάμερες δουλεύουν. σκέφτηκε από μέσα του. Σε μία κανονική διακοπή ρεύματος θα έπρεπε να έχουν σβήσει και να μην προβάλουν καμία εικόνα. Εκτός αν δεν είχε γίνει διακοπή ρεύματος...
   Οι φακοί της κάμερας ακούστηκαν καθώς εστίαζαν. Η βάση της ανασηκώθηκε μερικά εκατοστά κατευθύνοντάς την προς την αναπληρωματική σκηνή.
   Εκεί εστίασε και το βλέμμα του άντρα.
   Μικρές λάμψεις η μία μετά την άλλη άρχισαν να εμφανίζονται στη σκηνή, και κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε γίνονταν περισσότερες. Δεν άργησε να διακρίνει κάποιες φιγούρες.
     Το αίμα του πάγωσε. Έπρεπε να φύγει από εκεί μέσα το συντομότερο δυνατόν.

   Πριν ακόμα ξεκαθαρίσουν οι φιγούρες ήξερε πάρα πολύ καλά ποια θα ήταν η κατάληξη του Φεστιβάλ.


Ναταλία Β.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου