Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

30 Ιαν 2017

0 Μετάλλαξη (Κεφάλαιο 28) Φεστιβάλ Τεχνολογίας

Η Ελίζα άφησε το γυάλινο μπολ με τα ποπ κορν στο τραπεζάκι του καθιστικού και κάθισε στον καναπέ. Άνοιξε την τηλεόραση και έβαλε το τοπικό κανάλι της Ωκεανίας που πρόβαλλε σκηνές από το Φεστιβάλ Τεχνολογίας. Το ολόγραμμα εμφανίστηκε δείχνοντας τη συνέντευξη ενός επιστήμονα που είχε δημιουργήσει μία συσκευή που είχε τη δυνατότητα  να προβάλλει εικόνες απ’ ευθείας στον ανθρώπινο εγκέφαλο.
   Η μητέρα της καθόταν στην πολυθρόνα δεξιά της κρατώντας ένα ποτήρι κρασί. Κοιτούσε το κοκκινωπό υγρό καθώς κουνούσε με κυκλικές κινήσεις το χέρι της. Το πρόσωπο της μαρτυρούσε ότι ένιωθε δυσαρέσκεια.
   Η Έλιζα ήξερε πάρα πολύ καλά από  που οφειλόταν αυτή η έκφραση. Πάλι η ίδια ήταν η αιτία για την απογοήτευση της μητέρας της.
 Λίγες μέρες πριν την παρουσίαση της σχολικής ομάδας στο Φεστιβάλ Τεχνολογίας, είχε εκδιωχθεί από αυτή καθώς τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας έκριναν  πως η παρουσία της στο Φεστιβάλ θα έκανε κακό και στην εικόνα του πρότζεκτ αλλά και στα υπόλοιπα μέλη. Το σχολείο δέχτηκε την απόφαση της ομάδας χωρίς αντιρρήσεις. Έτσι η Ελίζα είχε μείνει εκτός Φεστιβάλ, παρόλο που ήταν από τα άτομα που είχαν βοηθήσει περισσότερο στην ολοκλήρωση του εξελιγμένου ρομπότ χειρούργου που θα παρουσίαζαν.
   Είχαν περάσει μήνες από τότε που είχε αποκαλύψει στους καθηγητές της τις προθέσεις της και τα μελλοντικά της σχέδια που είχαν σχέση με την μελέτη των μεταλλάξεων. Από τότε οι συμμαθητές  και οι καθηγητές της είχαν αλλάξει στάση απέναντι της, και παρέμεναν το ίδιο αμετακίνητοι στις απόψεις τους ακόμη και 5 μήνες μετά τη λήξη του θέματος.
   Η ίδια βέβαια δεν απογοητευόταν για την συμπεριφορά των ανθρώπων γύρω της. Τη στεναχωρούσε μεν αλλά δεν περίμενε κάτι διαφορετικό.  Ήξερε καλά πως από τη στιγμή  που θα εξέφραζε  έστω και μία λέξη υπέρ των μεταλλάξεων θα είχε και την ανάλογη αντιμετώπιση. Οι άνθρωποι δεν ήθελαν να ακούσουν οτιδήποτε θα μπορούσε να ταράξει την «ευαίσθητη» συνείδησή τους. Αδιάφορο αν είχε βάση ή όχι, οι άνθρωποι ήθελαν να βλέπουν τις μεταλλάξεις σαν τέρατα τα οποία έπρεπε να εξαφανιστούν,  ειδάλλως όλα αυτά τα χρόνια ζητούσαν την εκτέλεση αθώων. Ήταν συνένοχοι στους θανάτους μεταλλάξεων που δεν είχαν πειράξει ποτέ κανέναν όπως ο δεκαπεντάχρονος Μιχάλης Θεοδοσίου. Συνεπώς δεν μπορούσαν εύκολα να ακούσουν κάτι διαφορετικό, πόσω μάλλον να το αποδεχτούν.
   Τα λόγια της προκαλούσαν και μαζί προκαλούσε και η παρουσία της. Αυτό ήταν κάτι που είχε γίνει εμφανές από τους περισσότερους ανθρώπους που είχε συναναστραφεί αυτούς τους μήνες. Κανείς δεν ήθελε να έχει ιδιαίτερες σχέσεις μαζί της ούτε ν΄ ακούει τις «διεστραμμένες»  κατά την άποψή  της πόλης, θέσεις της.
Η Βενετία ακούμπησε το ποτήρι με το κρασί στα χείλη της.  Εκείνη έβλεπε την κόρη της διαφορετικά.
Εκνευριζόταν  κάθε φορά που έχανε κάποια καλή ευκαιρία μόνο και μόνο επειδή δεν αναθεωρούσε τις περίεργες απόψεις της για τις μεταλλάξεις. Ήταν έξυπνη και ικανή, θα μπορούσε να έχει ένα εκπληκτικό μέλλον μπροστά της γεμάτο επιτεύγματα αλλά η Ελίζα έμοιαζε να αδιαφορεί για όλα αυτά. Και αυτό που την ενοχλούσε ακόμα περισσότερο ήταν πως όσο και αν προσπαθούσε να την κάνει να δει με την  δική της οπτική, εκείνη παρέμενε σταθερή στις απόψεις της και συνέχιζε χωρίς ενδοιασμό να υποστηρίζει τα ίδια κι ας κατέστρεφαν σταδιακά την κοινωνική της ζωή.
   Στεναχωριόταν και απογοητευόταν. Όσο την έβλεπε στο περιθώριο τόσο αναρωτιόταν για τον εαυτό της σαν μητέρα. Γιατί η κόρη της αδυνατούσε να καταλάβει τα αυτονόητα;
   Το μόνο που την παρηγορούσε ήταν πως σε λίγους μήνες έφευγε για την Ιπποκράτιδα. Εκεί θα μπορούσε να φτιάξει τη ζωή της και να χτίσει μία καριέρα μακριά από τα επικριτικά βλέμματα των κατοίκων της Ωκεανίας. Αν συμπεριφερόταν έξυπνα και αν δεν ασχολιόταν με την έρευνα για τις μεταλλάξεις τότε θα μπορούσε να γίνει μία επιτυχημένη γιατρός χωρίς να μπαίνει στο στόχαστρο των υπολοίπων ανθρώπων γύρω της.
   Η Έλιζα όμως θα συνέχιζε να ερευνά και ν΄αναζητά την αλήθεια. Αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Η περιέργεια της θα υπερτερούσε έναντι όλων των δεινών που θα αναγκαζόταν να υποστεί  λόγω των επιλογών της.
   Δυνάμωσε τον ήχο της τηλεόρασης τη στιγμή που τελείωνε η συνέντευξη. Οι κάμερες του Φεστιβάλ περιηγήθηκαν  δείχνοντας το χώρο από ψηλά.
   Δευτερόλεπτα αργότερα η εικόνα σκοτείνιασε.
   «Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Βενετία με ανάμικτη έκπληξη και περιέργεια.
   «Δεν ξέρω» απάντησε η Ελίζα καθώς κοιτούσε τη μαυρισμένη εικόνα. Παρόλο που η εικόνα ήταν μαύρη όμως υπήρχε κάτι που της έκανε εντύπωση. «Οι κάμερες είναι ανοιχτές»
   Η Βενετία δεν άργησε να καταλάβει για ποιο λόγο η κόρη της έλεγε κάτι τέτοιο. Η σκοτεινή εικόνα δεν ήταν αρκετή για να καλύψει  τις ταραγμένες ανθρώπινες φωνές οι οποίες ακούγονταν ξεκάθαρα από το ολόγραμμα. Πως ήταν δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο αν είχε πέσει το ρεύμα στο χώρο του Φεστιβάλ;
   «Μήπως θέλουν να παρουσιάσουν κάτι καινούργιο και χρειάζονται σκοτάδι;» ρώτησε κάνοντας μία υπόθεση.
   «Δε θα είχαν ενημερώσει τον κόσμο;» είπε η Ελίζα. Οι φωνές που ακούγονταν ήταν κάτι παραπάνω από ταραγμένες. Επίσης με την άσχημη φήμη που είχαν οι διακοπές ρεύματος, σίγουρα δε θα ήθελαν να τρομοκρατήσουν ανούσια έναν τόσο μεγάλο αριθμό πολιτών, διακινδυνεύοντας να υπάρξουν πανικοβλημένες και υστερικές αντιδράσεις.
   Όχι, κάτι διαφορετικό συνέβαινε. Κάτι που για κάποιο λόγο της θύμιζε έντονα τα όσα είχαν διαδραματιστεί στο περασμένο Φεστιβάλ Ενότητας.
   Άραγε τι θα  ήταν αυτό που θα παρακολουθούσαν στους δέκτες τους;
   Ξαφνικά μία μικρή λάμψη εμφανίστηκε στην εικόνα την οποία διαδέχτηκαν ένα σωρό άλλες.
   Η Ελίζα ανατρίχιασε καθώς σταδιακά η εικόνα ξεκαθάριζε.
   Το ποτήρι με το κρασί γλίστρησε από το χέρι της μητέρας της και προσγειώθηκε στο πάτωμα σπάζοντας σε μυριάδες μικρά κομμάτια. Το τρεμάμενο χέρι της βρέθηκε μπροστά στο  στόμα της καθώς προσπαθούσε να συγκρατήσει τη φρίκη που ένιωθε.
   «Τι είναι αυτό;» αναφώνησε τρομοκρατημένη.
   Η Ελίζα κοιτούσε την εικόνα με διαφορετικά  συναισθήματα από την  μητέρα της. Καθαρή έκπληξη ήταν το μόνο που αισθανόταν. Σε αντίθεση με τους πανικόβλητους πολίτες που τσίριζαν με όλη τη δύναμη των πνευμόνων τους.
   «Μεταλλάξεις...» είπε με σιγανή φωνή.
   Στο ολόγραμμα τους, πάνω στην εφεδρική σκηνή του Φεστιβάλ Τεχνολογίας έβλεπαν δεκάδες παιδιά, ντυμένα με μαύρα ρούχα και βαμμένα με το παραδοσιακό βάψιμο των μεταλλάξεων να κρατάνε μικρούς λαμπτήρες που άναβαν με το άγγιγμά τους. Η εικόνα θύμιζε εκείνο το βίντεο με τον Αργύρη Παπανικολάου, την πρώτη μετάλλαξη της Ενότητας Ειρήνης. Όμως αυτά τα παιδιά ήταν πολλά, πάρα πολλά για να ανήκουν στην πόλη της Ωκεανίας και στο ποσοστό των μεταλλάξεων που υποτίθεται ότι έπρεπε να υπάρχει στην πόλη.
   Τι είχε συμβεί; Πως είχαν βρεθεί τόσες πολλές μεταλλάξεις μέσα στην πόλη;
   Αν και όλα τα πρόσωπα ήταν βαμμένα, δεν μπορούσε παρά να προσέξει πως πολλά από αυτά της  ήταν οικεία και τα είχε δει πολλές φορές.
   «Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό στη πραγματικότητα...» ψιθύρισε η Βενετία μέσα στη  φρίκη της. «Δεν μπορεί... βοήθειά μας...»
   Η Ελίζα δεν έδωσε σημασία στην αντίδραση της. Ήταν τόσο απορροφημένη από την εικόνα μπροστά της, που ξεπερνούσε κάθε φαντασία.
   Ένας νεαρός βγήκε μπροστά. Το δεξί του χέρι που κρατούσε τον μικρό λαμπτήρα, σηκώθηκε ψηλά και αυξάνοντας την ένταση του φωτός, έδειχνε σε όλη την πόλη τις ικανότητες του.
   «Είμαστε μεταλ...» πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση του μία σφαίρα τρύπησε το κεφάλι του, ρίχνοντας τον νεκρό στο έδαφος.
   Οι μεταλλάξεις αστραπιαία άλλαξαν έκφραση καθώς η έκπληξη και ο φόβος εναλλάσσονταν πλέον στα πρόσωπα τους.
   Η εικόνα μαύρισε για δεύτερη φορά καθώς διακόπηκε η σύνδεση.

*  *  *

   Η μικρή λάμπα έβγαζε ένα δυνατό φως στο άγγιγμα της Αιμιλίας. Το κοινό κοιτούσε έκπληκτο και τρομοκρατημένο τις συνολικά 60 μεταλλάξεις, που αποτελούσαν ολόκληρη τη συμμαχία των τεράτων και βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή πάνω στην εφεδρική σκηνή του Φεστιβάλ Τεχνολογίας. Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να πιστέψουν το θέαμα που ξετυλιγόταν μπροστά τους. Ένα σωρό κατατρομαγμένα πρόσωπα τσίριζαν και ούρλιαζαν από το φόβο.
   Αυτό ήταν το σχέδιο του Ορφέα.
  Αφού δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα στοιχεία που συνέλεξαν  όλα αυτά τα χρόνια, τουλάχιστον  θα εκμεταλλεύονταν τον πληθυσμό των μεταλλάξεων της συμμαχίας. Ακόμα και στην παρούσα κατάσταση, που είχαν χαθεί τα μέλη μιας από τις ομάδες, και πάλι τα νούμερα των μεταλλάξεων  που απέμειναν ήταν εξωφρενικά για τα μάτια της Ωκεανίας. Αν όλη η συμμαχία εμφανιζόταν ξαφνικά στην τηλεόραση σαν μεταλλάξεις και τους έβλεπε ο κόσμος τότε η πόλη δε θα μπορούσε πια να κρυφτεί από την προφανή αλήθεια.
   Το σκεπτικό του  ήταν πως η πολιτάρχης δε θα τολμούσε να τους πειράξει μπροστά σε όλο αυτό το κόσμο. Θα έφερναν την αστυνομία σε πολύ δύσκολη θέση. Αν στόχευε τις μεταλλάξεις μπροστά σε τέτοιο κοινό, θα παρουσίαζε μία εικόνα η οποία πολύ θα απείχε από την αίσθηση ασφάλειας που υποτίθεται ότι πρόσφερε . Με αυτόν τον ριψοκίνδυνο τρόπο, θα διεκδικούσαν τα δικαιώματα που τους είχαν στερήσει.
   Έτσι, τα εξήντα ζωντανά μέλη της συμμαχίας ντύθηκαν στα μαύρα, έβαψαν τα πρόσωπα τους και ετοιμάστηκαν να τολμήσουν όσα δεν είχε τολμήσει καμία μετάλλαξη πριν από εκείνους. Θα έβγαιναν στη σκηνή του Φεστιβάλ Τεχνολογίας κρατώντας τους μικρούς λαμπτήρες που είχαν τυπώσει νωρίτερα  το απόγευμα και θα αποκάλυπταν το ψέμα μέσα σε δευτερόλεπτα. Και έτσι θα φανερωνόταν και  η  ύπαρξη της συμμαχίας αλλά και όσα είχαν συμβεί τα ξημερώματα της 3ης Μαΐου. Θα μπορούσαν να απαιτήσουν την αθώωση του Δημοσθένη Ανδριαννού που ήταν κι εκείνος μετάλλαξη  και είχε κατηγορηθεί άδικα για τον ομαδικό φόνο των συμμάχων τους.
   Αυτή ήταν και η μοναδική σκέψη στο μυαλό της Αιμιλίας καθώς έδινε ενέργεια στον μικρό λαμπτήρα που κρατούσε στα χέρια της. Ήταν ένα βήμα πιο κοντά στο στόχο της.
   Ο Δάκης, που στεκόταν ακριβώς δίπλα της, έριξε το βλέμμα του πάνω της. Έβλεπε μία Αιμιλία που δεν είχε ξαναδεί ποτέ, η οποία όχι απλά είχε το θάρρος να βγει μπροστά στο Φεστιβάλ Τεχνολογίας και να αντιμετωπίσει τους φόβους της, αλλά πιθανότατα θα μπορούσε να καταφέρει και άλλα πολλά που ακόμη και η ίδια δεν  πίστευε.
   Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο ικανοποίησης και περηφάνιας σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Οι μεταλλάξεις τα είχαν καταφέρει, βρίσκονταν στη σκηνή του Φεστιβάλ Τεχνολογίας μπροστά σε όλον αυτό τον κόσμο και η Αιμιλία στεκόταν δίπλα του, υποστηρίζοντας τις δικές της απόψεις και όντας έτοιμη να παλέψει για αυτές.
   Από σήμερα θα ξεκινούσε μία καινούργια εποχή.
   Αυτό όμως που δεν ήξεραν οι μεταλλάξεις ήταν πως ο Ορφέας είχε κάνει ένα τραγικό λάθος στην υπόθεση του και η συμμαχία το είχε ακολουθήσει εν αγνοία της.
   Ο Πάνος κοίταξε τις υπόλοιπες μεταλλάξεις και έπειτα βγήκε μπροστά. Σήκωσε το χέρι που κρατούσε το λαμπτήρα και αύξησε την ένταση του φωτός που έβγαινε από αυτόν. Τα βλέμματα όλης της πόλης ήταν καρφωμένα πάνω του, οι άνθρωποι ένιωθαν φόβο στην εικόνα του, αλλά ήταν αδύναμοι να κάνουν κάτι μπροστά στη παρουσία τη δική του και των υπόλοιπων μεταλλάξεων.
   Ύψωνε το ανάστημα του περήφανα. «Είμαστε μεταλ...»
    Μία σφαίρα διαπέρασε το κεφάλι του πριν προλάβει να ολοκληρώσει την φράση του. Το σώμα του βρέθηκε στο πάτωμα της εφεδρικής σκηνής, άψυχο.
   Η μυρωδιά του αίματος τρύπησε τη μύτη της Αιμιλίας καθώς κοιτούσε, με μία αηδιασμένη έκφραση, το φρικιαστικό θέαμα που της έκοψε την ανάσα, ενώ ο μικρός λαμπτήρας που κρατούσε στα χέρια της προσγειώθηκε στο έδαφος χάνοντας τη λάμψη του.
   Οι φωνές των τρομοκρατημένων ανθρώπων ακούγονταν με ακόμα μεγαλύτερη ένταση.
   Μία  φωνή ξεχώρισε μες τη φασαρία.
   «Αστυνομία!» φώναξε η Εύη με όλο τον αέρα που είχε στα πνευμόνια της.
   Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, μία δεύτερη σφαίρα βρήκε το δικό της κεφάλι, ρίχνοντας άψυχο  το σώμα της  στο πάτωμα.
   «Εύη!» φώναξε ο Δάκης με φρίκη.
   Η μυρωδιά έγινε ακόμα πιο έντονη προκαλώντας στην Αιμιλία τάση για εμετό. Το βλέμμα της με ταχύτητα περιπλανήθηκε στο σκοτεινό χώρο, όταν ξαφνικά τα φώτα άνοιξαν αποκαλύπτοντας μία ομάδα είκοσι περίπου αστυνομικών να στοχεύουν με τα όπλα τους προς το μέρος των μεταλλάξεων.
    Οι πόρτες είχαν ανοίξει και οι άνθρωποι οδηγούνταν εκτός του χώρου του αμφιθεάτρου ενώ οι αστυνομικοί συνέχιζαν την επίθεσή τους.
   Τρεις ακόμα μεταλλάξεις βρέθηκαν νεκρές μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα, ο Θάνος, μία κοπέλα από το Κράκεν και ο Γρηγόρης. Οι υπόλοιπες μεταλλάξεις ξεκίνησαν να τρέχουν, κατεβαίνοντας με ταχύτητα από την εφεδρική σκηνή, προσπαθώντας να βγουν έξω από το κτήριο μαζί με τους ανθρώπους.
   Είδε έναν αστυνομικό να στοχεύει προς το μέρος το δικό της και του Δάκη. Δίνοντας μία δυνατή κλωτσιά στο Δάκη, πρόλαβε τη σφαίρα που ετοιμαζόταν να διαπεράσει στο δικό του κεφάλι. Ο Δάκης σηκώθηκε με ταχύτητα και άρπαξε το χέρι της Αιμιλίας, κατέβηκαν από τη σκηνή και έτρεξαν ανάμεσα στο κόσμο και τα διάφορα εκθέματα.
   «Πρέπει να φύγουμε απ’ εδώ μέσα!» αναφώνησε ο Δάκης.
   Αν ανακατεύονταν με τον κόσμο ίσως να μπορούσαν να ξεφύγουν μαζί τους, όμως αυτό θα έπρεπε να γίνει πριν αδειάσει το αμφιθέατρο. Η πιο κοντινή έξοδος από το σημείο που βρίσκονταν ήταν αυτή που οδηγούσε στο 2ο τομέα του σχολείου.
   Μόλις  λίγα μέτρα πριν φτάσουν εκεί αντίκρισαν μία δεύτερη ομάδα αστυνομικών. Η Λορέτα και ο Ιάσονας που βρίσκονταν μπροστά τους ήταν τα άτυχα θύματα των στοχευμένων πυροβολισμών τους.
   Και οι δύο τους ένιωσαν φρίκη καθώς έβλεπαν τα σώματα τους να συναντούν  το πέτρινο έδαφος, χάνοντας τις ζωές τους μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου.
   Παραμερίζοντας τα πτώματα τους, οι αστυνομικοί στόχευσαν σε άλλες τρεις μεταλλάξεις, δύο μέλη του Κέρβερου και τον Θεμιστοκλή.
   Πως τους είχαν ανακαλύψει;
   Πως; Η συμμαχία ήταν προσεκτική!
   Αυτές οι ερωτήσεις βασάνιζαν  το μυαλό του Δάκη καθώς κοιτούσε έναν έναν τους φίλους του να πεθαίνουν. Το κόκκινο αίμα έμοιαζε να πότιζε όλο το κτήριο καθώς οι μεταλλάξεις πέθαιναν η μία πίσω από την άλλη λεκιάζοντας το πάτωμα, τους ανθρώπους που έβγαιναν από το κτήριο αντικρίζοντας το θάνατο τους μ΄ όλο αυτό το κόκκινο πάνω τους.
   Δεν μπορούσε να καταλάβει. Όπως δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει πως μέσα σε λίγα λεπτά είχαν χαθεί τόσες ζωές.
   Για να προλάβει η αστυνομία να βρεθεί στο χώρο του αμφιθεάτρου πριν οι μεταλλάξεις ολοκληρώσουν το λόγο τους θα έπρεπε να είχαν φτάσει στο Φεστιβάλ πριν μπει σε εφαρμογή το σχέδιο τους. Ήταν προσεκτικοί, δεν είχαν αφήσει στοιχεία ερχόμενοι μέχρι το Φεστιβάλ Τεχνολογίας, όλοι τους είχαν παρατήσει τα ακουστικά τους και είχαν έρθει με προσοχή ώστε να μην κινήσουν βλέμματα. Ο 4ος τομέας ήταν έρημος όταν έφτασαν και επίσης είχαν ψάξει πάρα πολύ καλά και δεν είχαν βρει ούτε ένα ίχνος ζωής.
   Παρόλα αυτά η αστυνομία τους είχε εντοπίσει. Και όχι απλά ήξερε που βρίσκονταν, αλλά έφτασε  στα άκρα προκειμένου να καλύψει τα μυστικά που εκείνοι προσπαθούσαν να φέρουν στο φως,  όσο κι αν  αυτό σήμαινε ομαδική σφαγή μπροστά σε όλη την Ωκεανία.
   Η συμμαχία εξολοθρευόταν εκείνη τη στιγμή μπροστά τους.
   Η Αιμιλία άρπαξε το χέρι του Δάκη και προσπάθησε να κατευθυνθεί προς την έξοδο του 4ου τομέα.
   Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε η τάση για εμετό χειροτέρευε.
   Πραγματικά μισούσε την εικόνα του αίματος. Σοκαριζόταν όταν έβλεπε αυτό το κόκκινο υγρό να ρέει από πληγές στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο, ακόμα και αν ήξερε πως ήταν ψεύτικο. Δεν έβλεπε ποτέ θρίλερ και ταινίες τρόμου, ακόμα και αν θεωρούνταν κορυφαίες, μόνο και μόνο γιατί δεν μπορούσε να αντέξει την εικόνα.
   Αλλά τώρα, που το έβλεπε στη πραγματικότητα, την αηδίαζε λιγότερο η εικόνα και περισσότερο η μεταλλική μυρωδιά που έφτανε στη μύτη της και σχεδόν την ένιωθε στη γλώσσα της. Αυτή η μυρωδιά σήμαινε πως η εικόνα που έβλεπε ήταν πέρα για πέρα πραγματική. Και το χειρότερο απ’ όλα ήταν πως αυτό ήταν αίμα φίλων της που τους έβλεπε έναν έναν να χάνουν τις ζωές τους.
   Ήταν μία εικόνα που δε θα έφευγε ποτέ από το μυαλό της.
Δεν μπορεί...σκέφτηκε από μέσα της. Είναι ψέμα, είναι ένας εφιάλτης...
   Παράλληλα μ΄ αυτές τις σκέψεις τα πόδια της συνέχιζαν να κινούνται με ταχύτητα προς την έξοδο του 4ου τομέα προσπαθώντας να ξεφύγει από τους αστυνομικούς. Εκεί όμως βρήκαν άλλα έξι πτώματα, να έχουν δημιουργήσει μία νέα λίμνη αίματος.
   Ανατρίχιασε.
   Η μοναδική έξοδος που απέμενε ήταν η κεντρική.
   «Πάμε!» είπε χωρίς δεύτερη σκέψη στο Δάκη, ο οποίος δεν είχε αφήσει στιγμή το χέρι της.
    Ήθελε να τσιρίξει, να φωνάξει βοήθεια, αλλά έπρεπε να συγκρατήσει τη γλώσσα της γιατί έτσι θα τους έβρισκαν ευκολότερα οι αστυνομικοί. Ήταν απελπισμένη, δεν ήξερε αν υπήρχε ελπίδα να φύγουν από εκεί μέσα ζωντανοί. Με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε το αμφιθέατρο άδειαζε από ανθρώπους και το μόνο που έμενε ήταν οι λίγες ζωντανές μεταλλάξεις.
   Πέρασαν δίπλα από έναν πάγκο με διάφορα ρομπότ και εκεί είδαν άλλες δύο νεκρές μεταλλάξεις που είχαν προσπαθήσει να κρυφτούν. Δεν άργησαν να αναγνωρίσουν τα πρόσωπα τους. Ήταν η Κατερίνα και ο Γιάννης που είχαν και οι δύο πυροβοληθεί στο πίσω μέρος τους κεφαλιού. Δύο πάγκους πιο πάνω είδαν το πτώμα του Μάρκου.
   Καθώς κατευθύνονταν προς την έξοδο αντίκρισαν νεκρό τον Μανώλη.
   Δεν υπήρχε διέξοδος. Μόνο θάνατος.
   Συνέχισαν να τρέχουν. Γύρισαν πίσω στη έξοδο του 2ου τομέα.
   Η Αιμιλία είδε την αστυνομικό που φυλούσε την έξοδο, η οποία στόχευε κάποια μετάλλαξη και δεν πρόσεξε την παρουσία τους. Η υπόλοιπη ομάδα είχε διασκορπιστεί κυνηγώντας μεταλλάξεις.
   Αυτή ήταν η ευκαιρία τους να ξεφύγουν.
   Μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να μπορέσουν  να την προσπεράσουν. Αφήνοντας το χέρι του Δάκη έτρεξε με ταχύτητα και όρμηξε κατά πάνω της χωρίς δισταγμό. Η γυναίκα προσγειώθηκε στο έδαφος χτυπώντας στο κεφάλι της. Ζαλισμένη όπως ήταν, δεν μπορούσε να εστιάσει, ωστόσο μπορούσε να νιώσει πάνω της το σώμα της Αιμιλίας που είχε διακόψει τη βολή της.
   «Φεύγουμ...» δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της.
   Ένα δευτερόλεπτο μετά είδε τον Δάκη να προσγειώνεται στο έδαφος, καθώς μία σφαίρα του τρυπούσε το δεξί του πόδι. Ένα ρυάκι αίματος άρχισε να ρέει από την πληγή. Ο ζαλισμένος Δάκης κοίταξε προς το μέρος της με ζωγραφισμένη τη φρίκη στο  πρόσωπο του που άρχισε να χάνει τη  ζωντάνια του. Το μπλε χρώμα των ματιών του που ήταν καρφωμένα στα δικά της, ατονούσε.
   «Όχι!» φώναξε η Αιμιλία με όλη της τη δύναμη.
   Το σώμα του είχε γίνει ένα με το έδαφος του αμφιθεάτρου. Προσπαθούσε με το ζόρι να συρθεί προς το μέρος της, αλλά η δύναμη που είχε απομείνει στα μπράτσα του με το ζόρι έφτανε για συρθεί μερικά μέτρα.
   Καθώς η Αιμιλία κοιτούσε την απεγνωσμένη προσπάθεια του άρχισε να τρέμει από πανικό.
   Δε γινόταν  να πεθάνει ο Δάκης. Ήταν αυτός που την είχε στηρίξει όσο κανένας. Ήταν αυτός που την καταλάβαινε. Τον αγαπούσε όσο κανέναν από τη συμμαχία. Τον χρειαζόταν.
   Έπρεπε να τον σώσει. Θα έβγαιναν και οι δύο ζωντανοί απ’ εκεί μέσα.
   Λίγα μέτρα πίσω του μπόρεσε να δει έναν  αστυνομικό να στοχεύει προς το κεφάλι του.
   «Αιμιλία τρέχα!» φώναξε με όση δύναμη του είχε απομείνει.
   Η Αιμιλία χωρίς να το σκεφτεί σηκώθηκε και τέντωσε τα πόδια της προς το μέρος του, προσπαθώντας να τον φτάσει πριν την σφαίρα του αστυνομικού.
   Απέτυχε.
   Η σφαίρα καρφώθηκε στο κεφάλι του Δάκη και μαζί της μία κραυγή απελπισίας βγήκε από τους πνεύμονες της.
   Η ζαλισμένη αστυνομικός που βρισκόταν πίσω της άρπαξε την κουκούλα της πριν προλάβει να φτάσει το πτώμα του Δάκη και με μία αστραπιαία κίνηση της κάρφωσε μία βελόνα στο λαιμό.

*  *  *

   Χρόνια αργότερα, αυτή την σφαγή θα την θυμόταν ο κόσμος με το όνομα «Ερυθρό Φεστιβάλ». Το αίμα όλων των μεταλλάξεων που είχε χυθεί θα έμενε για πάντα στην ιστορία.
  Από εκείνη την ημέρα και ύστερα οι πολίτες της Ωκεανίας θα το γνώριζαν πως είχαν παραπλανηθεί από την αστυνομία, όσο και αν τα μέσα θα προσπαθούσαν να παρουσιάσουν τα συμβάντα διαφορετικά. Η εικόνα των δεκάδων μεταλλάξεων πάνω στη σκηνή του Φεστιβάλ Τεχνολογίας θα αποτυπωνόταν στη μνήμη των κατοίκων της Ωκεανίας μέχρι το τέλος της ζωής τους.
   Οι μεταλλάξεις είχαν δείξει θάρρος, τόλμη και αποφασιστικότητα. Είχαν σπάσει τις αλυσίδες που τις κρατούσαν δέσμιες στα ψέματα των αρχών της πόλης και έρμαια στον φόβο των ανθρώπων. Οι μικροί λαμπτήρες που κρατούσαν στα χέρια τους φώτιζαν το δρόμο μίας καινούργιας εποχής, στην οποία μεταλλάξεις και άνθρωποι θα ζούσαν εν ειρήνη. Δυστυχώς το τίμημα αυτής της κατάκτησής τους ήταν οι ίδιες τους οι ζωές.
   Όμως αυτή η εποχή ήταν ακόμα μακριά. Οι άνθρωποι είχαν να διανύσουν έναν μακρύ δρόμο μπροστά τους πριν μπορέσουν να αφομοιώσουν την αλήθεια, που δεν ήταν διόλου απλή.
   Όσο για τους δύο μοναδικούς επιζώντες της συμμαχίας των τεράτων, στο μέλλον θα προκαλούσαν πολλά προβλήματα σε αυτό το διεφθαρμένο σύστημα που ονομάζεται «Ενότητα Ειρήνης».


Ναταλία Β.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου