Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

9 Ιαν 2017

0 Γυάλινος Κόσμος (Κεφάλαιο 2/Μέρος Β)

Δύο δυνατά χέρια τον τράβηξαν απότομα από το έδαφος.
«Τι νομίζεις ότι κάνεις;» η φωνή του Μπέντζαμιν ακουγόταν άγρια μέσα στα αυτιά του.
«Τους σκότωσα» ψιθύρισε ο Μάικλ. «Ήταν αθώοι!»
«Αυτός δεν είναι λόγος να αυτοκτονήσεις! Έχεις πολλά ακόμα να κάνεις!»
«Ήταν αθώοι!» επανέλαβε ο Μάικλ.

«Δεν είσαι ο μόνος που σκότωσε αθώους» είπε ο Μπέντζαμιν. «Σε πόλεμο είμαστε».
Ο Μπέντζαμιν και ο Ντόνοβαν είχαν βοηθήσει τον Νίλις να φύγει στην Αέρικ, μόλις φτάσανε στην Χάιπερ. Από όταν ξεκίνησαν οι μάχες κανένας από τους δύο δεν σκότωσε. Χρησιμοποιούσαν τις δυνάμεις τους μόνο για να απομακρύνουν τους αντιπάλους.
Ο Μπέντζαμιν τράβηξε τον Μάικλ μακριά από τα πτώματα των ανδρών. Ο Ντόνοβαν τους περίμενε σε μια μικρή συστάδα δέντρων. Έριξε στον Μάικλ ένα βλέμμα κατανόησης και άρχισε να βαδίζει μπροστά. O Μάικλ κοιτούσε τα δέντρα λες και ήταν οι Ερινύες, οι οποίες θα τον οδηγούσαν στην τιμωρία για το έγκλημά του.
Οι Ερινύες ήταν κάτι σαν δικαστικό σώμα για τα είδη τους. Αποτελούνταν από δώδεκα Αρχόντισσες οι οποίες άλλαζαν όποτε είχε νέα σελήνη. Την πανσέληνο κάθε μήνα οι Ερινύες κυνηγούσαν αυτούς που είχαν παραβεί τους νόμους τους και τους τιμωρούσαν.
«Γίνεται να σταματήσεις να έχεις αυτό το βλέμμα;» είπε κάποια στιγμή ο Μπέντζαμιν.
«Τους σκότωσα».
«Ε και; Σκέψου ότι δεν έγινε ποτέ! Βλέπεις καμιά δική μας εδώ γύρω για να σε καταδικάσει;»
Οι τρεις φίλοι συνέχισαν την πορεία τους μέχρι που έφτασαν σε ένα είδος πρόχειρου τείχους.  
«Κάπου εδώ τελειώνουν τα σύνορα της Φρίλαντ» είπε ο Ντόνοβαν. «Η πρωτεύουσα δεν είναι μακριά».
Το τείχος που έχτισαν οι κάτοικοι της Φρίλαντ σε μια προσπάθεια να κερδίσουν χρόνο ώστε να φτάσουν σε κάποια ασφαλέστερη περιοχή έστεκε μισογκρεμισμένο μπροστά τους.
«Ο χειρότερος σύμβουλος είναι ο πανικός» σχολίασε ο Ντόνοβαν κάνοντας με μεγάλη ευκολία ένα άλμα πάνω από αυτό.
Ο Μάικλ πέρασε τελευταίος από το τείχος. Έμοιαζε χάρτινο κάτω από τα πόδια τους.
Έχουμε όλες τις δυνάμεις, συλλογίστηκε ακολουθώντας τους άλλους δύο. Εκτός από την δύναμη της ζωής.
Ήταν αλήθεια. Η δημιουργός τους είχε χαρίσει όλες τις δυνάμεις που μπορούσαν να υπάρξουν, εκτός από αυτή της ζωής. Ο πατέρας του έλεγε ότι ούτε εκείνη είχε καταφέρει να νικήσει το θάνατο. Ότι εκείνος ήταν ο μόνος ανίκητος εχθρός που θα συναντούσε ποτέ.
Αυτό το ήξεραν όλοι στην Ακαδημία της Λήθης. Ο θάνατος γι’ αυτούς κατείχε υψηλότερη θέση ακόμα και απ’ τη δημιουργό τους. Ήταν ο πιο τρομερός και ταυτόχρονα ο πιο σεβαστός αντίπαλος τους. Παρ’ όλα αυτά, όλοι θα έδιναν ευχαρίστως όλες τις δυνάμεις τους για να έχουν τη δυνατότητα να νικούν τον θάνατο αντί να τον σπέρνουν έστω και για μια μέρα.
Ο ήλιος είχε αρχίσει να χαμηλώνει όταν έφτασαν έξω από την πρωτεύουσα. Οι μυτερές κορυφές των κτηρίων της Νιούταουν έμοιαζαν να τρυπάνε τον κατακόκκινο απογευματινό ουρανό. Τα σύννεφα στον ορίζοντα ήταν πορφυρά βαμμένα, κάνοντας τον Μάικλ να θυμηθεί το αίμα των ανθρώπων που σκότωσε.
Η πόλη βρισκόταν σε αναταραχή. Οι κάτοικοι είχαν ακούσει ότι ο στρατός του Λάιου είχε φτάσει στις όχθες του τεχνητού ποταμού που χώριζε την πρωτεύουσα από την υπόλοιπη χώρα. Γι’ αυτό το λόγο έτρεχαν πανικόβλητοι προς την κατεύθυνση των ανακτόρων, σε μια προσπάθεια να σωθούν από τον αντίπαλο στρατό.
«Είχα ακούσει ότι η Νιούταουν είναι ωραίο μέρος» είπε ο Ντόνοβαν.
«Όλη η Γη ήταν ένα ωραίο μέρος πριν από αυτούς τους μαλάκες» σχολίασε ο Μάικλ.
«Πολύ ωραίος ο πόλεμός τους... Μόνο που δεν τους βλέπω πουθενά. Πού είναι ο Λάιος; Ασφαλής στην Ατλάντικ. Ο Κρέοντας και ο Ιξίωνας; Κλειδωμένοι στα ανάκτορά τους. Και αυτοί οι καημένοι νομίζουν ότι θα τους προστατεύσουν» είπε ο Μπέντζαμιν.
«Σκοτώνονται εκατοντάδες κάθε μέρα και αυτοί διασκεδάζουν» απάντησε με πικρία ο Μάικλ.
Ο Ντόνοβαν έβγαλε ένα μαχαίρι από την τσέπη του και χάραξε στην παλάμη του. Μερικές σταγόνες από το αίμα του έβρεξαν το έδαφος. «Ορκίζομαι ότι θα απαλλάξω τα βασίλεια από την παρουσία αυτών των βασιλιάδων» είπε δίνοντας το μαχαίρι στο Μπέντζαμιν.
Ο Μπέντζαμιν μιμήθηκε την κίνησή του, ρίχνοντας λίγες σταγόνες από το αίμα του πάνω στο σημείο που είχαν πέσει εκείνες του Ντόνοβαν. «Θα σκοτώσουμε τον Ιξίωνα της Ατλάντικ» είπε.
Ο Μάικλ πήρε με την σειρά του το μαχαίρι. «Θα διαμελίσουμε τον Κρέοντα της Χάιπερ» είπε όταν το αίμα του ενώθηκε με αυτό των φίλων του.
«Θα κάψουμε τον Λάιο της Ατλάντικ» είπε ο Ντόνοβαν.
«Ακόμα κι αν μας νικήσει ο θάνατος» είπαν και οι τρεις με μια φωνή.
Ο Μπέντζαμιν και ο Μάικλ έβαλαν φωτιά στο σημείο που είχε χυθεί το αίμα τους, ολοκληρώνοντας το αρχαίο τελετουργικό.
«Πρέπει να χωριστούμε» είπε μετά από λίγο ο Μάικλ. Ο όρκος τους είχε εξαφανίσει τις ενοχές του.
«Η πόλη έχει τρία λιμάνια» είπε ο Μπέντζαμιν.
«Ένα για τον καθένα» συνέχισε ο Ντόνοβαν λίγο πριν χωρίσουν. «Θα συναντηθούμε στην πλατεία της Λήθης».
Ο Μπέντζαμιν και ο Ντόνοβαν άρχισαν να τρέχουν προς το κέντρο της πόλης, ακολουθώντας τους κατοίκους που προσπαθούσαν να σωθούν. Ήταν οι μόνοι που δεν παρατήρησαν τη γυναικεία φιγούρα που έτρεχε προς την αντίθετη κατεύθυνση.  
Το όνομά της ήταν Κρίσταλ. Εκμεταλλευόταν την αναταραχή που είχε δημιουργηθεί για να δραπετεύσει. Περίμενε μέχρι να συγκεντρωθούν οι φρουροί των ανακτόρων στην κεντρική αυλή για να ετοιμαστούν για την αντεπίθεση. Έπειτα φίλησε τον μικρό γιο της, που έπαιζε με την τροφό του ανυποψίαστος, και γλίστρησε μεταμφιεσμένη στην πόλη. Ήλπιζε να καταφέρει να απομακρυνθεί αρκετά ώστε να μην την πιάσουν. Προσπέρασε την πλατεία της Λήθης, την αρένα Γκάλαξι και όλα τα διοικητικά κτήρια της Χάιπερ κατευθυνόμενη προς την άκρη της πόλης. 
Οι άνθρωποι βλέποντάς την να τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση, κατευθείαν προς τους εχθρούς και να μην ακολουθεί το πλήθος που κατευθύνονταν βιαστικά προς τα οχυρά στους λόφους κοντά στα ανάκτορα και στα λιμάνια, την άφηναν να περάσει θεωρώντας την τρελή. Η Κρίσταλ όμως ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Έτρεχε προς την ελευθερία της. Εγκατέλειπε μια ζωή, αβάσταχτη για την ίδια, την οποία αναγκάστηκε να ζήσει. 
Κόντευε να φτάσει στα περίχωρα της πόλης όταν τα πόδια της, έχοντας συνηθίσει στην καλή ζωή, την πρόδωσαν. Οι δυνάμεις την την εγκατέλειψαν και έχασε τις αισθήσεις της έξω από την αρένα Τζένεσις.
Ήταν η στιγμή που θα άλλαζε τις ζωές όλων. 
Ο Μάικλ βρισκόταν στο Γαλάζιο Λιμάνι, ακριβώς κάτω από την αρένα. Την είδε να πέφτει στο έδαφος και τα καστανόμαυρα μαλλιά της να καλύπτουν το πρόσωπό της. Οι σκέψεις της πλανιόταν ακόμα στον αέρα. 
Χωρίς δισταγμό, ο Μάικλ πλησίασε το σώμα της λιπόθυμης γυναίκας και το σήκωσε με μεγάλη ευκολία στην αγκαλιά του. Απομάκρυνε κάποιες μπούκλες από το πρόσωπό της και μπόρεσε να την δει πραγματικά για πρώτη φορά. Έμεινε ακίνητος για αρκετή ώρα, κρατώντας την κοπέλα σφιχτά στην αγκαλιά του, παρατηρώντας κάθε λεπτομέρεια του όμορφου προσώπου της.  Φαινόταν πολύ νέα, πιθανότατα λίγο μικρότερη από αυτόν, και από τα πολυτελή ρούχα που φορούσε ήταν φανερό ότι ανήκε στην ανώτερη αριστοκρατία της πόλης.
Κάποια στιγμή η Κρίσταλ άρχισε να επανακτά τις αισθήσεις της. Τα μάτια της τρεμόπαιξαν και έπειτα καρφώθηκαν στο πρόσωπό του, λες και αντίκριζαν τον ήλιο για πρώτη φορά. «Ποιος είσαι;» Η φωνή της ακούστηκε σαν ένας αδύναμος ψίθυρος.
«Ονομάζομαι Μάικλ Γκίντεον» απάντησε αυτός, υιοθετώντας ξαφνικά έναν απαθή στρατιωτικό τόνο. «Εσύ ποια είσαι;»
«Κρίσταλ Αντζέλο» απάντησε, πριν λιποθυμήσει ξανά.
Άνοιξε τα μάτια της, ελπίζοντας ότι δεν ονειρευόταν. Ευχόταν ο πολεμιστής που την κρατούσε να είναι πραγματικός και όχι δημιούργημα της απελπισμένης φαντασίας της. Τα γαλάζια μάτια της καρφώθηκαν για άλλη μια φορά στα μαύρα δικά του. Ένιωθε τα χέρια του γύρω από το σώμα της και την ανάσα του να καίει τα μάγουλά της. Ήταν πέρα για πέρα αληθινός. Οι λέξεις που ήξερε δεν ήταν αρκετές για να περιγράψουν την ομορφιά του. Τον κοιτούσε σχεδόν μαγεμένη. Ήταν αρκετά μυώδης και η ηλιοκαμένη επιδερμίδα του της θύμιζε τους ήρωες κάποιων προ-αποκαλυπτικών βιβλίων που είχε διαβάσει. 
Άπλωσε διστακτικά το χέρι της και άγγιξε τα καστανά, κοντοκουρεμένα μαλλιά του. Και τότε συνειδητοποίησε ότι αυτός ο άντρας ήταν πιθανότατα κάποιος από τους εχθρούς και κυριεύθηκε από ένα πρωτόγνωρο τρόμο.
Ο Μάικλ αμέσως κατάλαβε τι σκεφτόταν. «Μη φοβάσαι! Δεν πρόκειται να σου κάνω κακό» της είπε και χαμογέλασε, αποκαλύπτοντας ένα μικρό λακκάκι στο σαγόνι του.
«Μάικλ...» είπε, αδυνατώντας να απομακρύνει το βλέμμα της από τα γεμάτα χείλη του.
Ο Μάικλ έχοντας την ικανότητα να διαβάζει τις σκέψεις της δεν έχασε χρόνο και τη φίλησε. Το φιλί του ήταν αμήχανο, σαν να μην ήταν σίγουρος γι’ αυτό που έκανε, αλλά ταυτόχρονα, ήταν και υπερβολικά τέλειο. 
Ξυπνούσε μέσα στην Κρίσταλ αισθήσεις που είχε ξεχάσει ότι υπήρχαν. Αυτός ο άντρας έκανε την καρδιά της να χτυπήσει πιο δυνατά από κάθε άλλη φορά. Ενστικτωδώς, πέρασε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του, χαϊδεύοντας απαλά τις άκρες των μαλλιών του και προσπαθώντας να εμβαθύνει το φιλί τους.
Ο Μάικλ διέκοψε το φιλί και την τράβηξε προς την αρένα.
«Μείνε εδώ» της είπε. «Δεν θα αργήσω».

Σωτηρία Μαυρομμάτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου