Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

9 Ιαν 2017

0 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 5)

Την προσοχή του τράβηξαν πάλι οι κουβέντες της μεγάλης παρέας. Δεν ήταν όλοι Έλληνες, ή μάλλον…δεν ήταν όλες Ελληνίδες. Ήταν εύκολο να διακρίνει την αλλοδαπή, πιθανόν ανατολικής Ευρώπης, προφορά από τις δύο γυναίκες της παρέας, ενώ κάποιοι μιλούσαν και αγγλικά. Εκνευρίστηκε που ακόμα κι εκεί έβρισκε βιζιτατζούδες. Ίσως να βιάστηκε να κρίνει, αλλά το όλο σκηνικό οδηγούσε σε αυτό το συμπέρασμα. Σκέφτηκε να ρωτήσει την κυρά Καλλιόπη τι ήξερε, μα το μετάνιωσε. Στο κάτω-κάτω δεν ήταν αυτή η δουλειά του εκεί!
Σηκώθηκε και διασχίζοντας την αυλή και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα περπάτησε νωχελικά στο δρομάκι για το αυτοκίνητο. Ένα αγιόκλημα μύριζε και του γαργαλούσε τη μύτη ενώ ο αέρας έφερνε μυρωδιές πεύκου και ρίγανης από το βοριά. Του άρεσε πολύ αυτό το μέρος. Σίγουρα θα ξαναρχόταν αν βρίσκονταν στο νησί κι άλλη φορά.
Άκουσε κι άλλο ένα αυτοκίνητο να έρχεται κι έπιασε να περπατάει στην άκρη του δρόμου. Όταν έφτασε στη γωνία με τον κεντρικό, διασταυρώθηκε με το αυτοκίνητο που έστριψε στο στενάκι. Στο φως του στύλου διέκρινε καθαρά την οδηγό και τη συνεπιβάτη που τον κοιτούσαν. Δεν άλλαξε το ρυθμό της κίνησής του ούτε γύρισε το κεφάλι του, αλλά ήταν σίγουρος ότι η έκπληξή του προδόθηκε από την έκφραση του προσώπου του, καθώς στο πρόσωπο της οδηγού αναγνώρισε την πολωνή «οικιακή βοηθό» του Μητροφάνη, ενώ στη θέση του συνοδηγού καθόταν η εντυπωσιακή γυναίκα που είχε τραβήξει την προσοχή του το ίδιο απόγευμα στην πλατεία του Αφανή Ναύτη στη Χώρα. Καθώς συνέχισε να περπατά προς το αυτοκίνητο, για να μη δώσει στόχο, του καρφώθηκε στο μυαλό η ιδέα ότι ήξερε και τη συνοδηγό. Κάτι του θύμιζε το πρόσωπο της σίγουρα, αλλά τι! Άκουσε το αυτοκίνητό τους να σταματάει στο στενό και τις πόρτες να ανοιγοκλείνουν. Έπρεπε να τις ξαναδεί για να βεβαιωθεί… τι σχέση μπορεί να είχαν μεταξύ τους. Προσπαθούσε να φέρει στο μυαλό του την ανάμνηση της γυναίκας από τον Αφανή Ναύτη. Πως δε θυμόταν μια τόσο εντυπωσιακή γυναίκα, αν όντως την είχε γνωρίσει! Μπορεί βέβαια να ήταν κάποια celebrity και να τη θυμόταν από περιοδικά, εφημερίδες ή την τηλεόραση… κι όμως, ήταν σίγουρος ότι την ήξερε από αλλού. Αποφάσισε να ρίξει μια αδιάκριτη ματιά στο μαγαζί που έτρωγε μέχρι πριν λίγο, αφού έτσι κι αλλιώς εκεί βρισκόταν κι ένα άτομο πολύ σχετικό με το στόχο του.
Μπήκε στο αυτοκίνητο, έκανε αναστροφή και ξεκίνησε προς τη χώρα. Μόλις βγήκε από το χωριό, βρήκε ένα σημείο στη στροφή του δρόμου όπου τα δέντρα έκρυβαν κάπως το αυτοκίνητο και σταμάτησε. Άνοιξε την πόρτα, άφησε το κινητό του στο κάθισμα και κοντοστάθηκε. Ξανακοίταξε το σάκο. «Ποτέ δεν ξέρεις» σκέφτηκε και άρπαξε το «FiveSeveΝ» του από μέσα. Βίδωσε το σιγαστήρα, το σφήνωσε στη πίσω πλευρά της ζώνης του και πέρασε απέναντι. Περπατούσε γρήγορα ανάμεσα στα πεύκα και τους θάμνους που κύκλωναν τον οικισμό. Είχε σκοπό να πάει γύρω από τα σπίτια και να κρυφτεί πίσω από τη μάντρα και τον πυκνό κισσό. Υπολόγιζε πως δε θα του ΄παιρνε περισσότερο από πέντε λεπτά για να διανύσει την απόσταση. Έφτασε σ’ ένα χαμηλό φράχτη που χώριζε ένα κήπο με λαχανικά και ζαρζαβάτια από τη δασώδη έκταση της πλαγιάς. Τον πήδηξε και συνέχισε μέχρι το πρώτο σπίτι που άφησε στ’ αριστερά του. Ακολούθησε το περίγραμμα των αυλών και χρειάστηκε να περάσει μέσα από κάνα δυο ακόμα κήπους πριν φτάσει σε μια ψηλή μάντρα που φαινόταν να καταλήγει στην πάνω πλευρά του στενού δρόμου που βρισκόταν η ταβέρνα. Σηκώθηκε στις μύτες και διέκρινε στο βάθος τη δορυφορική κεραία που είχε προσέξει πάνω στον παλιό περιστερώνα. Πήγαινε καλά. Άκουσε κάτι στην πίσω πλευρά του τοίχου. Ήταν μια λαχανιασμένη ανάσα.. κι ένα ανεπαίσθητο γρύλισμα.. σκυλί και μάλιστα εκπαιδευμένο… αλλιώς γιατί να μη γαυγίζει! «Που σκατά βρέθηκε τέτοιο σκυλί εδώ σ’ αυτή την άκρη τόπου!» μονολόγησε μουγκρίζοντας μέσα απ’ τα δόντια του. Το ότι δεν μπορούσε καν να το δει έκανε την κατάσταση πιο επικίνδυνη. Σκέφτηκε να φύγει για το αμάξι, αλλά την ίδια στιγμή άκουσε το θόρυβο από τα νύχια του ζώου που έτρεχε στο τσιμέντο. Απομακρύνθηκε λίγο από τη μάντρα και διέκρινε μια πόρτα στο βάθος, λίγο πριν το δρομάκι, δώδεκα περίπου μέτρα από τη θέση του. «Γαμώτο, εκεί πηγαίνει» σκέφτηκε και τράβηξε το όπλο από τη ζώνη του. Δεν είχε πρόβλημα με τα ζώα, αλλά το συγκεκριμένο σκυλί βρέθηκε σε λάθος σημείο τη λάθος στιγμή. Έκανε δυο βήματα προς την πόρτα που φαινόταν κλειστή, έβγαλε την ασφάλεια και σημάδεψε. Το κεφάλι του ζώου πετάχτηκε έξω και τα πόδια του ακουγόταν να σπρώχνουν καθώς σφήνωσε στιγμιαία στα κάγκελα. Κράτησε την ανάσα του και πίεσε την σκανδάλη. Ακούστηκε ένας πνιχτός ήχος κι ένα στιγμιαίο σφύριγμα και το κεφάλι του ζώου τινάχτηκε προς τα πίσω και στη συνέχεια γλίστρησε μέχρι το έδαφος. Ο Παύλος ξεκίνησε πάλι να περπατάει προς το δρομάκι βάζοντας το όπλο στη ζώνη του. Περνώντας δίπλα από το νεκρό λυκόσκυλο πρόσεξε ότι το μέρος του κεφαλιού του μπροστά από τα μάτια του δεν υπήρχε πλέον. Μόλις είχε ξοδέψει πενήντα ευρώ για ένα γαμόσκυλο επειδή είχε μαζί του το λάθος γεμιστήρα. Και δεν ήταν τόσο τα πενήντα ευρώ, τόσο του στοίχιζε κάθε μία από αυτές τις ειδικές σφαίρες που θραυσματοποιούνταν, αλλά η διαδικασία του να τις φέρει παράνομα από Αμερική και πάντα σε μικρές ποσότητες.
Είχε φτάσει πια στο δρομάκι και με δυο δρασκελιές βρέθηκε απέναντι και πίσω από τον κισσό. Από ‘δω μπορούσε ν’ ακούσει τα πάντα. Τα ζευγαράκια δεν είχαν φύγει ακόμα. Είχαν στο μέσο του τραπεζιού τους μια μεγάλη γαβάθα με κάποιο γλυκό του κουταλιού και τάιζαν ο ένας τον άλλο. Η μεγάλη παρέα είχε συμπληρωθεί και έκανε ακόμα μεγαλύτερη φασαρία. Οι δύο γυναίκες που είχε δει στο τελευταίο αυτοκίνητο κάθονταν δίπλα και έδειχναν μεγάλη οικειότητα μεταξύ τους. Πρόσεξε ότι η μία κρατούσε το χέρι της άλλης σαν να ήταν ζευγάρι. «Διπλό ταμπλό η Πολωνή» σκέφτηκε ο Παύλος. Την εντυπωσιακή γυναίκα την έλεγαν Κάτια και είχε ανοίξει σοβαρή κουβέντα με τον ένα αναβάτη των μηχανών που τον έλεγαν Στιβ. Μιλούσαν για το τι θα γίνει μετά από κάποιο γεγονός, δεν μπορούσε να καταλάβει τι, που θα είχε νομική υπόσταση. Ο Στιβ μιλούσε σα δικηγόρος και εξηγούσε κάτι έννοιες όπως κληρονομιά, φόρος κληρονομιάς, διαχείριση περιουσίας, πληρεξούσια και διεκδίκηση περιουσίας, προσβολή διαθήκης και ένα σωρό άλλα τέτοια. Ένα άλλο ζευγάρι δίπλα εξηγούσε μια διαδρομή στην Πολωνή που σε δεύτερη φάση του φάνηκε κι αυτή γνωστή φυσιογνωμία, αλλά δεν έδωσε σημασία. Ο Παύλος το ήξερε το μέρος που της έλεγαν μιας και ήταν εκατό μέτρα πιο κάτω από τα δωμάτια που έμενε, ενώ δίπλα αναπαλαιώνονταν ένα χαρακτηριστικό παλιό αρχοντικό που είχε πρόσφατα αγοραστεί από μια διάσημη τηλεπερσόνα. Κάποιοι άλλοι μιλούσαν για την εκδρομή που πήγαν με το σκάφος στην «Άχλα», μια γνωστή παραλία του νησιού.

Ξανακοίταξε την γυναίκα που έλεγαν Κάτια. Ναι, σίγουρα την είχε γνωρίσει, αλλά … δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε και που. Ακούστηκε ένα κινητό να χτυπάει και το σήκωσε μια από τις γυναίκες της παρέας «Hello?... Andreas, how are you today darling?» Ένιωσε το αίμα να του ανεβαίνει στο κεφάλι και τις φλέβες του να χτυπάνε στο λαιμό και τους κροτάφους. Αυτή ήταν η γυναίκα που του μίλησε στο τηλέφωνο, ήταν σίγουρος. Γύρισε κι ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο. Τέντωσε και τα πόδια του που είχαν πιαστεί. Ήταν σχεδόν ξεκάθαρο πως όλη η παρέα, ή σχεδόν όλη, ήταν στο κόλπο. Ακόμα και η Πολωνή, πρέπει να ήταν και αυτή στο κόλπο. Όχι πως αποκλείεται να μην ήξερε τίποτα, και να την πλησίασαν για να έχουν πρόσβαση στον Μητροφάνη. Βέβαια, το πρόβλημα δεν ήταν η συμμετοχή της Πολωνής στο κόλπο. Κάποιος τον πλήρωνε να εξαφανίσει χωρίς ίχνη έναν άνθρωπο πασίγνωστο στο πολιτικό γίγνεσθαι και στα media και το ‘ξερε μια ντουζίνα κόσμος. Να τα χέσει τα διακόσια χιλιάρικα που του έδιναν.


Βασίλης Ζησόπουλος 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου