Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

19 Ιαν 2017

0 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 6)

Στράφηκε πάλι προς την αυλή της ταβέρνας. Η κουβέντα γύρισε στην εκδρομή της επόμενης ημέρας και όλοι έδωσαν βάση στα λεγόμενα του άλλου αναβάτη, που τους εξηγούσε τη διαδρομή που θα ακολουθήσουν με το σκάφος. Ανάμεσα στις κουβέντες κατάλαβε ότι η ψηλή μελαχρινή καλλονή και η Πολωνή θα πήγαιναν μετά την ταβέρνα στο σπίτι που εξηγούσαν νωρίτερα και μάλλον θα έμεναν εκεί. Κάπου εκεί έπιασε την ψηλή να λέει: «Το κανόνισε ο Αντρέας σου είπα. Είμαι σίγουρη. Μιλήσαμε σήμερα στο τηλέφωνο! Εξάλλου τον είδα το απόγευμα και του έδωσα τα απαραίτητα».
Ένιωσε τα πόδια του να καίνε. Είχε πάνω από σαράντα πέντε λεπτά στο βαθύ κάθισμα, αλλά δεν ήταν αυτό που τον έκανε να νιώσει έτσι. Αν ο Αντρέας που ανέφεραν ήταν ο Αντρέας που ήξερε, δηλαδή ο Τζόνι που του είχε δώσει τη δουλειά, η κατάσταση γινόταν πολύ δύσκολη. Τα νεύρα του ήταν τσατάλια και δεν μπορούσε να σκεφτεί. Το σίγουρο ήταν ότι θα ‘πρεπε να παρακολουθήσει τις δύο γυναίκες για να μάθει κι άλλα, κι αποφάσισε να γυρίσει στο αυτοκίνητο.
Τεντώθηκε σιγά - σιγά και απομακρύνθηκε από τον κισσό. Περπάτησε σκυμμένος και έκανε ένα μεγάλο κύκλο από το τέλος του δρόμου για να μη γίνει αντιληπτός. Έφτασε στην απέναντι μάντρα και κοίταξε το ψόφιο σκυλί. Σκέφτηκε να το τραβήξει πιο μακριά, αλλά θα καθυστερούσε κι άλλο, οπότε συνέχισε να περπατάει αντίστροφα απ’ ότι είχε έρθει. Αδυνατούσε να συμμαζέψει τις σκέψεις στο μυαλό του «Ο Τζόνι αποκλείεται να έκανε τέτοια βλακεία και να το είπε σε μη έμπιστο άνθρωπο, πόσο μάλλον σε τόσους πολλούς. Απ’ την άλλη μπορεί ο εργοδότης του να είναι ηλίθιος και να την πάτησε ο Τζόνι δεχόμενος να κάνει το μεσάζοντα, αλλά και πάλι θα ήταν δύσκολο να μην πάρει χαμπάρι τέτοιο μαλάκα, που κανονίζει φόνο και το συζητάει ανοιχτά στην παρέα. Εκτός αν κάτι παίζεται σε βάρος του Τζόνι. Έχει κάνει κακό σε πολύ κόσμο κι όσο κι αν έκρυψε σχολαστικά την ταυτότητά του όλο και κάποιος μπορεί να τον έχει ξετρυπώσει. Ναι, το πιο πιθανό είναι να θέλουν να εκθέσουν τον Τζόνι, αλλά ποιος ο ρόλος ο δικός μου. Κι αυτή η γυναίκα… πως γίνεται να μη θυμάμαι τέτοια γυναίκα… αφού την ξέρω, είμαι σίγουρος. Και σίγουρα εδώ παίζεται κάτι μεγάλο. Ο Μητροφάνης δεν είναι απλά μια δουλειά. Πρέπει να μάθω περισσότερα και μάλιστα γρήγορα. Να περιμένω τις ερωτευμένες να φύγουν ή να πάω να μαζέψω τις κάμερες από τη χώρα; Μπορεί να δω κάτι εκεί. Εκτέθηκα ανεπανόρθωτα που δέχτηκα να συναντηθώ. Πως μ’ έπεισε κι εμένα ο μαλάκας ο Τζόνι να δώσω ραντεβού. Έχε χάρη... Κι αυτή η ιστορία με τις εφημερίδες και τα συνθηματικά λόγια… που βρίσκονται οι άνθρωποι… τελευταία ταινία που είδαν είναι το Καζαμπλάνκα; Πως την πάτησα έτσι γαμώτο μου. Έκατσα κι έκανα ότι μου ‘πε ο Τζόνι σα βλάκας… σαν να παίζω σε ταινία. Χαλάρωσα πολύ τελευταία και θα την πατήσω. Άκου να φοράς μπλούζα με logo της kodak και θα είσαι ο κύριος kodak κι ένα κάρο μαλακίες. Λες και ήξερα και κανόνισα σχέδιο διαφυγής αν γίνει η στραβή! Πως το δέχτηκα…αν είναι δυνατόν… μετά από τόσες δουλειές σ’ όλο τον κόσμο να την πατήσω έτσι. Όχι για κανέναν δεν έπρεπε να το δεχτώ, ούτε για τον Τζόνι! Θα τον πάρω τηλέφωνο σε πρώτη ευκαιρία να τον βρίσω… και για τον Μητροφάνη δεν κάνω τίποτα ακόμα. Θα περιμένω να ξεκαθαρίσει η κατάσταση πρώτα. Όχι… σίγουρα είναι όλοι στο κόλπο, αφού ακόμα και η άσχετη μου μίλησε στο τηλέφωνο, είναι όλοι τους μπλεγμένοι. Κι αυτή η γυναίκα, δεν μπορώ να τη βγάλω απ’ το μυαλό μου. Δεν μπορώ να τους ακολουθήσω όλους μαζί. Θα πάω να πάρω τις κάμερες και αφού δω τι τράβηξαν θα κάνω μια βόλτα από τη φωλίτσα της Πολωνής και της Κάτιας».
Συνέχισε να περπατάει γρήγορα μέχρι που έφτασε στο αυτοκίνητο. Μόλις ξεκίνησε πήρε τηλέφωνο τον Τζόνι αλλά «ο συνδρομητής που καλείτε δεν είναι διαθέσιμος». Εκνευρίστηκε. Πήρε τηλέφωνο το Γιώργο. Χτύπησε μερικές φορές πριν καταλάβει ότι η ώρα ήταν περασμένη. «Έλα αφεντικό, τι έπαθες;» ακούστηκε η νυσταγμένη και μπάσα φωνή.
«Ξέχασα τι ώρα είναι» δικαιολογήθηκε.
«Πρώτη φορά είναι!»
«Όχι αλήθεια…»
«Εντάξει, θα πεις τώρα τι θες, ή να ξαναπέσω για ύπνο;»
«Γράψε ένα όνομα: Μητροφάνης Σταμάτης, βουλευτής μέχρι πριν δυο χρόνια. Μάθε ό,τι μπορείς!»
«Τι εννοείς ό,τι μπορώ; Μπορώ πολλά. Εσύ μέχρι πότε τα θέλεις, όσα μπορώ να μάθω;»
«Χθες!»
«Μες στον προγραμματισμό είσαι πάντα! Πότε να σε πάρω;»
«Θα σε πάρω εγώ»
Ακούστηκε μια γυναικεία φωνή στο βάθος, κι ο Γιώργος της απάντησε «Τίποτα δε συμβαίνει. Κοιμήσου κι έρχομαι»
«Θα προσπαθήσω να μην ξεχάσω την ώρα όταν σε πάρω!» απολογήθηκε πάλι.
«Μας έπεισες» μουρμούρισε ο Γιώργος, «πάω στοίχημα ότι θα γαμάω όταν με ξαναπάρεις»
«Όχι ειλικρινά μιλάω»
«Δε λες ψέματα. Θα προσπαθήσεις, αλλά πάλι θα με πάρεις βιαστικός και δε θα θυμάσαι τίποτα. Τρώγε ψάρια, στο ‘χω πει ότι ενισχύουν τη μνήμη!»
«Η μνήμη μου είναι μια χαρά. Απλά χάνω συνέχεια την αίσθηση του χρόνου, ξέρεις πως είναι. Διατροφή γι’ αυτό υπάρχει;» αστειεύτηκε.
«Δε θέλω να το συνεχίσω» αποκρίθηκε ο Γιώργος «καληνύχτα».
«Καληνύχτα και σε σένα, χαιρετισμούς στη Αθηνά»
«Θα δώσω, καληνύχτα είπα! Γεια!» είπε και του έκλεισε το τηλέφωνο.
Ξαναπήρε το Τζόνι… «ο συνδρομητής που καλ…».
«Που είναι ο μαλάκας, τέτοια ώρα είναι πάντα στο μαγαζί» σκέφτηκε. Ο Τζόνι μπορεί να ήταν ένα κάρο πράγματα, από αμείλικτος νταβατζής μέχρι φιλοχρήματο αφεντικό της νύχτας, αλλά πάντα σήκωνε το τηλέφωνο. Ξαναπήρε στο σταθερό του μαγαζιού. Μια γυναικεία φωνή με το ζόρι ξεχώριζε από τη δυνατή μουσική «Αρένα, λέγεται!»
«Τον Τζό… εεε τον Αντρέα θέλω» ξεφώνισε.
«Τον κύριο Ευαγγέλου ζητάνε» άκουσε να λένε.
«Πείτε του ότι τον ζητάει ο Μπίλι»
«Λένε ότι τον ζητάει ο Μπίλι» μεταφέρθηκε πάλι το μήνυμα και μετά από δυο – τρία δευτερόλεπτα ήρθε η απάντηση «Δεν έχει έρθει απόψε ο κύριος Ευαγγέλου».
«Όταν έρθει να του πείτε να με πάρει τηλέφωνο, όποτε έρθει, ότι ώρα και να ‘ναι.»
Μια άλλη γυναικεία φωνή βγήκε στο τηλέφωνο «Δε θα έρθει απόψε ο κύριος Ευαγγέλου»
«Δεν είπα απόψε, είπα όταν έρθει. Όποτε τον δείτε, να με πάρει τηλέφωνο. Να πάρει τηλέφωνο τον Μπίλι» Έκλεισε το τηλέφωνο νευριασμένος. Τώρα τελευταία κι ο Τζόνι είχε μαζέψει όλα τα ξέκωλα απ’ τους δρόμους και τις έβαζε να δουλεύουν στο μαγαζί. Αφού πάλι βίζιτες έκαναν, ποια η διαφορά; Ας διάλεγε τουλάχιστον δυο τρεις που να τους κόβει και να μην είναι πρεζόνια!
Προσπάθησε να κινηθεί πιο γρήγορα στο φιδίσιο δρόμο που κατέβαινε την πλαγιά, αλλά το νοικιασμένο αμάξι δε βοηθούσε. Πότε γλιστρούσε μπροστά και πότε πίσω, ενώ ο κινητήρας του ήταν τόσο «σκοτωμένος» που προλάβαινες να ανάψεις τσιγάρο ανάμεσα στο πάτημα του γκαζιού και την επιτάχυνση. Αποφάσισε να κάνει υπομονή και να κινηθεί με πιο ασφαλείς ρυθμούς. Θα ‘θελε πολύ να έχει τη Lotus εκεί. Θα ήταν πολύ διασκεδαστικό να την οδηγεί σε αυτούς τους δρόμους. Είχε αγοράσει την Elise πριν τέσσερα χρόνια και ήταν το μοναδικό αυτοκίνητο που είχε κρατήσει τόσο πολύ. Ήταν επίσης το μοναδικό αυτοκίνητο που είχε «πειράξει» εκτεταμένα, αν και δεν ήταν απαραίτητο, γιατί το ερωτεύτηκε από την πρώτη στιγμή που το είδε στις σελίδες των περιοδικών. Τότε δεν πίστευε ποτέ ότι θα μπορέσει να το οδηγήσει, πόσο μάλλον να το αποκτήσει κι έτσι όταν μετά από χρόνια την πάρκαρε για πρώτη φορά στο σπίτι του ξεχάστηκε για δυο ώρες να την κοιτάει και να τη χαϊδεύει λες κι ήταν γυναίκα. Ποτέ δε χόρταινε να το οδηγεί αυτό το αυτοκίνητο. Πολλές φορές είχε σκεφτεί ότι αν ήταν να σκοτωθεί σε τροχαίο θα ήθελε να είναι μέσα σε αυτό.
Έφτασε στο Νημποριό και πέρασε μπροστά από τα μπαράκια στην παραλία που δεν είχαν πάνω από δυο τρεις παρέες. Άφησε το αμάξι στο παρκινγκ μετά την παραλία και ξεκίνησε περπατώντας για την πλατεία που το απόγευμα είχε συναντήσει τον «μπάτλερ». Δεν μπορούσε ακόμα να καταλάβει τι παιζόταν. Περπατούσε στο, χωρίς κόσμο πια, καλντερίμι κι έφερνε στο μυαλό του τις πληροφορίες που είχε για το στόχο. Σίγουρα δε φαινόταν να είναι στόχος των διακοσίων χιλιάδων ευρώ. Δεν είχε ιδιαίτερη ασφάλεια και θα μπορούσε να τον ξεκάνει κι ένας μπράβος για τριάντα χιλιάρικα. Ακόμα και οι καταθέσεις στο εξωτερικό, τουλάχιστον όπως παρουσιάζονταν στις διαφάνειες που του έδωσαν δεν άξιζαν τον κόπο. Προφανώς κάποιος θα διαχειρίζονταν μια περιουσία που δεν ήθελε να μαθευτεί. Αν ήταν έτσι κι ο Γιώργος θα δυσκολευόταν να βρει κάτι. Ούτε πολιτικός στόχος ήταν γιατί δε θα τους πείραζε να είναι νεκρός, χώρια που πριν δυο χρόνια που έγιναν εκλογές δεν μπήκε καν στο ψηφοδέλτιο του κόμματος που υποστήριξε για είκοσι χρόνια. Είχε τερματιστεί η πολιτική του καριέρα από τους ίδιους που τον προώθησαν τόσα χρόνια. Όταν έσκασε η φούσκα των δανείων της χώρας δεν την πλήρωσαν μόνο οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι μισθωτοί – μικρομεσαίοι. Άνθρωποι των κομμάτων που χρόνια έκαναν όλες τις βρωμοδουλειές, με το αζημίωτο βέβαια, για να συνεχίζουν κάποιοι να εκλέγονται, βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς αντικείμενο, αφού δεν μπορούσαν πλέον να βολέψουν κανένα και εκπροσωπούσαν ένα πολιτικό σύστημα που κανείς δεν ήθελε να στηρίξει ή να χρησιμοποιήσει. Το άξιζαν βέβαια και με το παραπάνω αυτό που έπαθαν αλλά όπως αποδείχτηκε ήταν προετοιμασμένοι. Για κάθε μπλεγμένο πολιτευτή αμαυρώθηκε η φήμη ενός ακόμα εκλεγμένου εκπροσώπου τουλάχιστον. Ακόμα κι αδέρφια προδόθηκαν μεταξύ τους προσπαθώντας να ρίξουν ο ένας την ευθύνη στον άλλο.
Πλησίασε προσεκτικά στην έρημη πλέον πλατεία. Προχώρησε με σταθερά βήματα και μάζεψε τις κάμερες. Δεν ήταν κανένα σπουδαίο σύστημα παρακολούθησης, απλές κάμερες μπρελόκ προσαρμοσμένες σε συσκευασία ώστε να μην διακρίνονται, αλλά τη δουλειά τους την έκαναν. Τις είχε βάλει γι’ αυτήν ακριβώς την περίπτωση που κάτι θα πήγαινε στραβά. Καθώς δεν έδιναν ζωντανή εικόνα σε κάποιον απομακρυσμένο σταθμό μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μόνο για εκ των υστέρων εξέταση του χώρου και των γεγονότων. Γέλασε παρατηρώντας πως ακόμα και στη σκέψη του μερικές φορές χρησιμοποιούσε ξύλινη γλώσσα, απομεινάρι της εποχής που έγραφε τα μεταπτυχιακά του. Η γραπτή έκφραση πάντα του δημιουργούσε πρόβλημα και θυμόταν όλους τους καθηγητές ή υπεύθυνους με κάποιο τρόπο για τη δουλειά του, να του λένε «ναι ρε Παύλο, σωστό είναι, δίκιο έχεις, αλλά έτσι όπως το γράφεις, μόνο εσύ το καταλαβαίνεις». Έτσι στρώθηκε να διαβάζει οικονομικές εφημερίδες και εκδόσεις του επιμελητηρίου, του ΤΕΕ και οτιδήποτε άλλο με ξερή, τυπική γλώσσα για να μάθει κι αυτός να γράφει το ίδιο. Τα κατάφερε, δυστυχώς όμως επηρεάστηκε κι ο προφορικός του λόγος, γεγονός που μισούσε. Πάντα τον εκνεύριζε να ακούει να μιλάνε άλλοι με την αυστηρή τυπική γλώσσα, πόσο μάλλον όταν το έκανε ο ίδιος!
Πήρε προβληματισμένος το δρόμο προς το παρκινγκ που περνούσε από το κέντρο της Χώρας. Τα τελευταία δεδομένα γυρνούσαν πάλι στο μυαλό του και τον μπέρδευαν. Όπως περνούσε ξανά από την πλατεία, θυμήθηκε τις διακοπές του στο νησί πριν χρόνια. Σαν να είδε τον Πέτρο να τρέχει ανάμεσα στα άδεια τραπεζάκια και τη Νίκη να τον κυνηγάει. Ένιωσε πάλι τα μάτια του υγρά. Τον τελευταίο καιρό του ΄ρχονταν πολύ έντονες οι μνήμες του παρελθόντος και είχε συναισθηματικά ξεσπάσματα. Δεν μπορούσε να εξηγήσει το γιατί. Εννοείται πως ο χρόνος τα σβήνει όλα με τη μεγάλη γόμα της λήθης. Ίσως να ‘χε δίκιο η Μιλένα που του έλεγε ότι δεν είναι άδεια η ψυχή του όπως νόμιζε. «Καημένη Μιλένα… δεν έζησες να δεις την ευγενική ψυχή μου να εκδικείται!» σκέφτηκε ακόμα πιο θλιμμένα και κοίταξε τα τελευταία μαγαζιά που έκλειναν μέσα από τη θαμπάδα των δακρυσμένων ματιών του.
Ίσως να είχε και να έπρεπε να δώσει χαρά και αγάπη και να μην το καταλάβαινε ή δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Το είχε σκεφτεί πολλές φορές και δεν μπορούσε να καταλάβει πως ένας άνθρωπος σαν την αφεντιά του έδινε τόσο καλή εντύπωση στους γύρω του, παρόλο που ήξεραν ποιος ήταν. Μπορεί να ήταν οι καλοί του τρόποι, η ευγένεια και η ειλικρίνειά του. Ήταν γεγονός ότι σπάνια έλεγε ψέματα, σχεδόν ποτέ. Θεωρούσε όμως πιο πιθανό το φόβο. Απλά τον φοβόταν και το έπαιζαν καλοί μαζί του. «Απ’ το να σε λυπούνται, πιο καλά είναι να σε φοβούνται!» σκέφτηκε και χαμογέλασε αυτάρεσκα. Ναι, δε θα έδινε ποτέ και σε κανέναν λόγο για να τον λυπηθεί. Επιτάχυνε το βήμα του: «Αυτός ο Μητροφάνης είναι παρελθόν. Κι αν δυο λούγκρες με τα ξεκωλά τους θέλουν μπελάδες, θα τους έχουν… στον άλλο κόσμο!!» σκέφτηκε θριαμβευτικά και γέλασε δυνατά. Ένας ζαχαροπλάστης, που έκλεινε το μαγαζί του, τον κοίταξε απορημένος ή και φοβισμένος.
«Σερβίρεις ακόμα;»
«Ννναι, ναι… πως!»
«Θέλω ένα προφιτερόλ κι ένα διπλό εσπρέσο για το δρόμο»
«Για τον καφέ… θέλει ένα τέταρτο να ζεσταθεί η μηχαν»
«Θα περιμένω» απάντησε ο Παύλος και κάθισε σ’ ένα τραπεζάκι έξω, στο πεζοδρόμιο. Πραγματικά ήθελε ένα γλυκό εκείνη τη στιγμή.
Ο παππούς όμως αργούσε και τον διαπέρασε το κρύο. Κοίταξε μέσα και τον είδε να ξανανάβει όλα τα φώτα. Είχε βάλει αέρα, βοριά, και η θερμοκρασία έπεφτε συνεχώς. Μπήκε στο ζαχαροπλαστείο και κοιτούσε τον ιδιοκτήτη. Ακόμα και τέτοια ώρα, και τόσο απρόσμενα και βεβιασμένα, πρώτα φόρεσε αργά την ποδιά και μετά έπιασε να βγάλει το προφιτερόλ από το ψυγείο. Του άρεσαν οι άνθρωποι που ήταν λεπτολόγοι στη δουλειά τους. Ο παππούς ξανακοίταξε γύρω στο μαγαζί να βεβαιωθεί πως άναψαν όλα τα φώτα που έπρεπε και ήρθε να του καθαρίσει το τραπέζι.
«Όλα καλά;»
«Τώρα που βρήκα γλυκό και καφέ, όλα είναι τέλεια! Συγνώμη για την ώρα αλλά …»
«Δεν πειράζει. Αν το ζητάς το γλυκό και τον καφέ, έχεις λόγο να το ζητάς! Κι εγώ στο δίνω. Αν ζητούσα λόγο απ’ τον καθένα που έρχεται αργά για καφέ, ή νωρίς για ποτό, ή τρώει το γλυκό πριν το σάντουιτς, θα ‘μουν ψυχίατρος! Αυτοί δεν είναι που ρωτάν τέτοια χαζά; Αυτοί είναι!»
«Ε, δεν είναι ακριβώς έτσι. Αν σε πάρουν τηλέφωνο στις τρεις τη νύχτα για να σου ζητήσουν προφιτερόλ θα έρθεις να το σερβίρεις ή θα τους βρίσεις;»
«Θα ΄ρθω πως δε θα ‘ρθω! Ο φαρμακοποιός πως έρχεται!»
«Ναι, αλλά το φάρμακο είναι επείγον, το γλυκό δεν είναι!»
«Για να ρίξει ο άλλος τα μούτρα του και να σε πάρει στις τρεις τη νύχτα, επείγον είναι και το γλυκό. Αλλά το γλυκό τυχαίνει επείγον μια στα δέκα χρόνια, ενώ το φάρμακο τρεις τη βδομάδα. Έτσι ο φαρμακοποιός απέναντι που ‘ναι μόνος στο νησί, πουλάει το φάρμακο χίλια τις εκατό απάνω κι εγώ πουλάω το γλυκό εκατό τις εκατό. Κι ο φαρμακοποιός έχει δυο πολυκατοικίες στο Ψυχικό κι εγώ ένα πατρικό στη χώρα και δεν μπορώ να πληρώσω την εφορία και να φτιάξω τα υδραυλικά που τρέχουν».
«Και πάλι δεν είναι τόσο απλά, αλλά κάτι ξέρεις εσύ! Πως πήγε η σεζόν; Από δουλειά εννοώ».
«Θα τη βγάλουμε και φέτος. Άμα είσ’ απίκο απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ και τα κάνεις όλα μόνος σου… βγαίνεις. Αλλιώς…δύσκολα! Κάτσε να σου φέρω το προφιτερόλ, γι’ αυτό δεν ήρθες;»
«Εντάξει, φερ’ το».
Στην πραγματικότητα ο Παύλος είχε ξεχάσει το γλυκό. Του άρεσε η κουβέντα με τον παππού. Είχε γούστο να τον ακούς. Βέβαια, διαπίστωσε παράλληλα ότι δύσκολα θα έπινε εσπρέσο της προκοπής, αλλά δεν ήθελε να τον κακοκαρδίσει αλλάζοντας την παραγγελία στο γνωστό και αξιόπιστο νες. Υπολόγισε την ηλικία του πάνω από εξήντα. «Σίγουρα δε θα πιω εσπρέσο απόψε!» ξανασκέφτηκε.
«Ορίστε!» ακούμπησε το τεράστιο μπολ με το εντυπωσιακό γλυκό μπροστά του, «φτιάχνω και τον καφέ, για έξω είπες, ε;»
«Ναι, για το δρόμο» απάντησε ο Παύλος και δοκίμασε το γλυκό, «πο πο μάγκα μου, έχω χρόνια να φάω τέτοιο προφιτερόλ, μόνος σου το φτιάχνεις;»
«Όπως και ό,τι άλλο υπάρχει στο μαγαζί. Αν δεν τα κάνεις όλα μόνος σου δε βγαίνεις!» και συνέχισε «Ζάχαρη θα βάλεις εσύ;»
«Βάλε μια κοφτή κουταλιά».
Κοίταξε την ώρα. Είχε πάει έντεκα και μισή. Έφαγε βιαστικά το γλυκό του. Ο καφές είχε αρωματίσει όλο το μαγαζί και άρχισε να ανατρέπει την δυσπιστία του για τον καφέ που θα έφτιαχνε ο παππούς. Τη λάτρευε αυτή τη μυρωδιά. Άφησε δέκα ευρώ στο τραπεζάκι που καθόταν και στάθηκε στον απέναντι πάγκο την ώρα που ο παππούς έβαζε το καπάκι στο χάρτινο ισοθερμικό ποτηράκι του καφέ «Άργησα! Δέκα ευρώ φτάνουν;»
«Εντάξει είμαστε! Να σου πω την αλήθεια μ’ άρεσε που έφτιαξα καφέ στις δώδεκα το βράδυ. Μου θύμισε τα νιάτα μου που δούλευα στο Κολωνάκι. Άλλες εποχές, άλλοι άνθρωποι … γίναμε από τότε, γέρασε το μυαλό μας πριν τη σάρκα μας… αλλά βιάζεσαι είπες, δεν είναι να ανοίξουμε κουβέντα!»
«Ναι…βιάζομαι. Συγγνώμη!» απάντησε διστακτικά. Ήθελε να συνεχίσει την κουβέντα, αλλά δεν μπορούσε να χάσει κι άλλο χρόνο. Πήρε τον καφέ και έφυγε και ασυναίσθητα έφερε στο μυαλό του τα δικά του νιάτα. Δεν ήξερε γιατί, αλλά δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τον εαυτό του σαν μεσήλικα. Ακόμα και τώρα τον πείραζε να τον αποκαλούν «κύριε» οι νεότεροι στο δρόμο. Θυμήθηκε την δικιά του ξέφρενη εποχή στην Αθήνα. Άραγε είχε γίνει καλύτερος άνθρωπος από τότε ή χειρότερος; Κλείνοντας την πόρτα είδε τον παππού να βάζει ποτό σ΄ ένα ποτήρι. Ίσως να προβληματίστηκε κι αυτός. Να ΄χει κι αυτός ένα παρελθόν με μυστικά, ένα παρελθόν να τον κυνηγάει μια ζωή κι όσο πιο γρήγορα τρέχει, τόσο περισσότερο να γραπώνεται πάνω του, κάθε του πράξη κι ένα ακόμα νύχι γαμψό, ένα δόντι κούφιο να του ρουφάει την ψυχή.
Ήπιε μια γουλιά καφέ και η πλούσια γεύση σαν να έφτασε μέχρι τ΄ ακροδάχτυλα του. Ναι, ο παππούς είχε σίγουρα μεγάλο παρελθόν… τουλάχιστον στον καφέ. Έφτασε γρήγορα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε για το ξενοδοχείο.


Βασίλης Ζησόπουλος 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου