Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

9 Ιαν 2017

0 Τιμωρημένος και από τους Δύο Κόσμους (Κεφάλαιο 7) Το ξόρκι δεσίματος

Καθόταν μόνη της, πάνω στη σοφίτα. Άκεφη και αμίλητη. Ο Φτερωτός το καταλάβαινε, για αυτό αν και ήθελε να πάει πάνω μαζί της, καθόταν αμήχανος στο σαλόνι μαζί με τον Έκτορα.
          Στη μέση του σαλονιού ακούστηκε ένα παφ, κανένας από τους δύο δεν έδωσε σημασία. Ο Φτερωτός ήταν χαμένος στις σκέψεις του και ο Έκτορας προσπαθούσε να χωνέψει το μεσημεριανό του.
          «Επέστρεψα!» φώναξε το δαιμόνιο, επιχειρώντας να κερδίσει την προσοχή τους. «Καλά αυτός θέλει να ρευτεί και δεν μπορεί…» ξκίνησε να λέει το δαιμόνιο, δείχνοντας τον Έκτορα. «Εσύ τι πρόβλημα έχεις;» απευθύνθηκε στον Φτερωτό.
          Ο Φτερωτός τον αγνοούσε, ούτε καν τον άκουγε.
          «Ε!» του φώναξε το δαιμόνιο σπρώχνοντάς τον. «Πού χάνεσαι;».
«Πουθενά» του απάντησε ο Φτερωτός, ακόμα χαμένος.
«Πού ‘ναι η κοπέλα σου;» ρώτησε το δαιμόνιο, κοιτάζοντας γύρω – γύρω.
«Δεν είναι κοπέλα μου» του είπε αγανακτισμένα ο Φτερωτός.
«Για τώρα…τι λες μετά;» του είπε το δαιμόνιο.
          «Πού ήσουν;» τον ρώτησε ο Φτερωτός.
«Είχα κάποιες δουλειές».
«Τι δουλειές;» επέμεινε να μάθει ο Φτερωτός.
«Με φούντες» του απάντησε το δαιμόνιο, τονίζοντας τη λέξη. «Όχι αυτό που κατάλαβες» απολογήθηκε αμέσως το δαιμόνιο.
«Έχει να κάνει με την υπόθεση μας;» τον ρώτησε ο Έκτορας, τρίβοντας με κυκλικές κινήσεις τη κοιλιά του.
«Κατά κάποιο τρόπο» απάντησε το δαιμόνιο. «Πότε ξεκινάμε;».
«Περιμέναμε να έρθεις. Έφυγες απότομα…» του απάντησε ο Έκτορας.
«Ναι, το ξέρω» τον διέκοψε βιαστικά το δαιμόνιο. «Γιατί δεν ξεκινάμε τώρα;».
«Περιμένουμε τη Φρειδερίκη» του απάντησε ο Έκτορας.
«Πού είναι το μικρό;» ρώτησε το δαιμόνιο.
«Έχει τις μαύρες της» απάντησε ο Έκτορας.
«Τι περιμένεις; Πήγαινε να την ασπρίσεις, να ξεκινήσουμε» παρακίνησε τον Φτερωτό.
          «Θέλει να μείνει μόνη της» απάντησε ο Φτερωτός ξερά.
«Κανένα κορίτσι δε θέλει να μείνει μόνο του. Ακόμα και όταν λέει «θέλω να μείνω μόνη μου», εννοεί «δεν είμαι καλά πρόσεξε με λίγο παραπάνω». Τι περιμένεις λοιπόν; Πήγαινε απάνω κάνε της μία αγκαλιά, φεσωθείτε και λιγάκι και να δεις για πότε θα είναι καλύτερα».
«Είναι επτά χρόνων!» φώναξε ο Έκτορας.
          Το δαιμόνιο κούνησε παιχνιδιάρικα την ουρά του, δεν επιχείρησε να απαντήσει στον Έκτορα. «Πήγαινε» πρόσταξε τον Φτερωτό. «Η σκέψη είναι σπατάλη χρόνου. Αν δε σε γουστάρει μένετε φίλοι. Απλό είναι».
          «Τι του λες;! Είναι κοριτσάκι!» επενέβη πάλι ο Έκτορας εκνευρισμένος.
«Είσαι ένα στρογγυλός κεφτές» είπε το δαιμόνιο.
«Οι κεφτέδες είναι νόστιμοι» του απάντησε αμέσως ο Έκτορας, στυλώνοντας το κορμί του.
          Το δαιμόνιο έριξε μια μάτια σκανάροντας τον Έκτορα. «Έχεις πάει με γυναίκα;» τον ρώτησε.
          Ο Έκτορας συνοφρυώθηκε, τα μάγουλα του φούσκωσαν κοκκινισμένα. Τη στιγμή που άνοιξε το στόμα του, να απάντησε ο Φτερωτός πρόλαβε να πάρει τον λόγο.
          «Έκτορα στην κουζίνα έχω σοκολάτα».
Ο Έκτορας έστρεψε αμέσως τη προσοχή του, προς τον Φτερωτό. «Γιατί δε μου το είπες μετά το φαγητό;» τον ρώτησε με παράπονο.
«Γιατί έφαγες τέσσερις μερίδες γεμιστά και κοντεύεις να σκάσεις» του απάντησε ο Φτερωτός.
«Πάντα υπάρχει χώρος για ένα γλυκό» του απάντησε ο Έκτορας.
«Η σοκολάτα είναι στο ψυγείο».
          Με το που το είπε ο Φτερωτός, ο Έκτορας εξαφανίστηκε τρέχοντας προς την κουζίνα.
          «Είσαι δαιμόνιο…» ξεκίνησε να λέει ο Φτερωτός, ανασαίνοντας βαριά. «ξέρω πως αυτό που θα πω δε θα έχει καμία απολύτως ουσία για εσένα, αλλά όσο μπορείς κρατήσου. Έχουμε μεγάλο δρόμο μπροστά μας και θα πρέπει να είμαστε ενωμένοι».
          Το δαιμόνιο διπλώθηκε στα γέλια. «Εμπιστεύεται ένα δαιμόνιο» είπε γελώντας, δείχνοντας τον Φτερωτό.
«Με έχεις βοηθήσει στο παρελθόν…».
          «Ήμασταν στην κόλαση. Σε βασάνισα. Ήθελες να πεθάνεις και εγώ έπαιζα με την ψυχή σου» του απάντησε με σοβαρότητα το δαιμόνιο.
«Έκανες αυτό που χρειαζόμουν» του είπε με ηρεμία ο Φτερωτός.
«Εντάξει, επειδή εσύ είσαι μαζόχας με τάσεις αυτοκτονίας, αυτό δεν καθιστά εμένα ως…». Έκανε έναν μορφασμό δυσαρεστημένος, προφέροντας με δυσκολία το επίθετο «καλό» ακολούθησε μια μικρή παύση και έπειτα το δαιμόνιο μίλησε. «Πήγαινε να δεις τι κάνει ο οδοστρωτήρας!».
«Οδοστρω…τι;!».
«Το μικρό κορίτσι!» του απάντησε φωναχτά το δαιμόνιο. «Το κοριτσάκι σου» του είπε αμέσως μετά σιγανά.
          «Σαν πατριός αισθάνομαι» είπε ο Φτερωτός, καθώς προετοιμαζόταν ψυχολογικά να ανέβει στη σοφίτα.

          Ανέβηκε αργά – αργά τα σκαλοπάτια, προχώρησε ακόμα πιο αργά προς την πόρτα του δωματίου. Σήκωσε με αργή κίνησε το χέρι του και χτύπησε τρεις φορές την κλειστή πόρτα. «Φλειδελίκη;!». Της φώναξε. «Εγώ είμαι ο Φτερωτός. Να περάσω;» περίμενε λίγα λεπτά και μετά άνοιξε αθόρυβα την πόρτα. Την είδε πως ήταν μαζεμένη πάνω στο κρεβάτι, του φάνηκε πως άκουσε το κλάμα της.
          «Τι συνέβη;». Σήκωσε το κεφάλι της, κάνοντας γρήγορα περάσματα με τα χέρια της πάνω από τα μάτια της, σκουπίζοντας τα δάκρυά της.
«Σε άκουσα» της είπε ο Φτερωτός, συμπονετικά. «Και εσύ με είδες να κλαίω…».
«Και ήρθες για ισοφάριση;» τον ρώτησε ειρωνικά το κοριτσάκι.
«Όχι…όχι, παρεξήγησες» της απάντησε αμήχανα, ο Φτερωτός. «Εγώ ήρθα να δω πώς είσαι».
«Χάλια» του απάντησε αμέσως.
          «Έμαθες κάποιο νέο για τον πατέρα σου, που σε στεναχώρησε;».
«Κανένα!» απάντησε θυμωμένα το κοριτσάκι. Χτύπησε με δύναμη τα χέρια της στο στρώμα του κρεβατιού και σηκώθηκε όρθια κάνοντας βόλτες πάνω κάτω. «Αυτό είναι το θέμα. Κανένα νέο. Κανένα σημάδι ζωής. Δεν ξέρω τι να κάνω. Είναι ακόμα ζωντανός;».
          «Σταμάτα κάλε με ζάλισες!» της φώναξε ο Φτερωτός, έχοντας όντως ζαλιστεί από τα πολλαπλά πέρα δώθε της.
          Η Φρειδερίκη σταμάτησε, παίρνοντας βαθιές εισπνοές για να ηρεμήσει. «Για πόσο ακόμα θα είμαι έτσι;».                
          Ο Φτερωτός σάστισε στα κοκκινισμένα μάτια της, ήταν έτοιμη να κλάψει, σκεφτόταν να της πει κάτι να την αποτρέψει από το κλάμα. «Θα κάνουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε».
          «Κανένας από εσάς δεν ξέρει να πολεμάει δαιμόνια! Πόσο μάλλον Δαίμονες! Ξεκινάμε να πιάσουμε μία Δαιμόνισα, χωρίς καν να ξέρουμε τον τρόπο. Δεν έχουμε σχεδιάσει τουλάχιστον, κάποια παγίδα» ενώ μιλούσε, από τα μάτια της, έτρεχαν σταγόνες δακρύων.
          «Δε μας έδωσες κάποια ευκαιρία» της είπε ο Φτερωτός.
«Πιστεύεις ότι μπορώ;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη. «Δεν καταλαβαίνει κανείς σας τη σοβαρότητα της κατάστασης. Πρόκειται για εμένα, που θέλω να γίνω όπως ήμουν, να πάψω να είμαι ανέκδοτο και για τη ζωή του πατέρα μου. Εσένα δε σε νοιάζει, θέλεις να πεθάνεις».
          «Δεν έχω τάσεις αυτοκτονίας, η έλλειψη επικοινωνίας μου κάνει κακό» της εξήγησε κατευθείαν ο Φτερωτός.
          Η Φρειδερίκη έσφιγγε τα χείλη της, να μη φανεί πως γελάει. Ήθελε να διατηρήσει σε σοβαρό επίπεδο τη συζήτηση. Μπορεί αυτό που της είχε πει μόλις ο Φτερωτός να της ακούστηκε κάπως αστείο, αλλά καταλάβαινε πολύ καλά πως ήταν η αλήθεια του και έτσι απαγόρευσε στον εαυτό της να γελάσει. «Γιατί δεν προσπαθείς να γίνεις περισσότερο κοινωνικός;» τον ρώτησε με σοβαρότητα.
«Το ίδιο μου έχει πει άπειρες φορές και ο ψυχολόγος μου» της απάντησε με άνεση ο Φτερωτός. «Αλλά όσο το προσπαθώ τόσο πιο πολύ θέλω να πεθάνω. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις τι θέλω να πω».
          «Έχεις ερωτητική απογοήτευση;».
«Όχι, σε αυτό στάθηκα τυχερός. Μπορούσα να έχω όποια κοπέλα θέλω».
«Τις μάγευες;».
«Με λες άσχημο;» τη ρώτησε, λιγάκι θιγμένος.
          «Έχεις φτερά…». Επιχείρησε να εξηγήσει η Φρειδερίκη.
«Α, τα φτερά» θυμήθηκε ο Φτερωτός, κουνώντας τα φτερά του. «Δεν τα είχα από πάντα, για αυτό τις περισσότερες φορές τα ξεχνάω».
«Ήσουν άγγελος χωρίς φτερά;».
          «Όχι καλέ, ήμουν άνθρωπος χωρίς φτερά. Όσο χρησιμοποιούσα την ανθρώπινη μορφή δεν είχα φτερά. Μετά τιμωρήθηκα και έμεινα σε αυτή τη κατάσταση που είμαι τώρα».
«Μάλιστα».
«Άρα δε με λες άσχημο». Είπε θέλοντας να σιγουρέψει την άποψη της για τον ίδιο.
«Σε σχέση με άλλους που έχω γνωρίσει, όχι» του απάντησε εκείνη με ευκολία, ξεσπώντας μετέπειτα σε γέλια.
          «Τουλάχιστον γελάς» της είπε ευχαριστημένος, που άκουγε το γέλιο της.
«Βέβαια γελάω» του απάντησε το κοριτσάκι γελώντας. «Αφού είμαστε για γέλια». συνέχισε να γελάει ακόμα πιο δυνατά. «Εσύ ένας άγγελος τιμωρημένος, με τάσεις αυτοκτονίας και εγώ μίας Κυνηγός παγιδευμένη από τα μάγια ενός Δαίμονα, σε σώμα επτάχρονου κοριτσιού». έλεγε γελώντας. «Ούτε καν βυζιά δεν έχω. Όχι να καταλάβεις, πόσο κρίσιμη είναι η κατάσταση μου» συνέχισε να γελά.
          «Έχεις μαστουρώσει;» τη ρώτησε ο Φτερωτός, έχοντας πρώρα υποψιαστεί από τη μυρωδιά, ότι μπορεί να είναι μαστουρωμένη.
«Λίγο» του απάντησε το κοριτσάκι γελώντας. «Για να νιώσω καλύτερα» ξέδεσε τις ξανθιές μακριές κοτσίδες της και κούνησε νευρικά πάνω κάτω το κεφάλι της. «Μου θύμωσες;» τον ρώτησε ναζιάρικα. Πριν προλάβει να απαντήσει ο Φτερωτός, εκείνη τον κάλεσε να ξαπλώσει δίπλα της.
          Ο Φτερωτός ξάπλωσε δίπλα της και το κοριτσάκι τύλιξε τα χέρια της, γύρω από τον θώρακα του. «Αισθάνεσαι καλύτερα τώρα;» την ρώτησε, αισθανόμενος πάρα πολύ άβολα.
«Ναι» του απάντησε η Φρειδερίκη, έχοντας τα μάτια της κλειστά. «Μυρίζεις ωραία» σχολίασε.
          «Σε ευχαριστώ» της απάντησε ο Φτερωτός.
«Είμαστε φίλοι τώρα» συνέχισε να λέει η Φρειδερίκη, διατηρώντας τα μάτια της κλειστά. «Για όσο κυκλοφορώ σε αυτό το μέγεθος» τόνισε ανοίγοντας τα μάτια της και κοιτάζοντας μέσα στα δικά του γαλανά μάτια.
          «Μετά, δε θα είμαστε;» την ρώτησε εκείνος θλιμμένα.
«Όχι» του απάντησε κοφτά.
          Ο Φτερωτός χαμήλωσε το βλέμμα του θλιμμένος.
          «Είσαι χαζός» του είπε η Φρειδερίκη με νεύρο. Σηκώθηκε με φόρα από το κρεβάτι, φεύγοντας γρήγορα από το δωμάτιο.

                                                          * * * *
          «Θα μπορούσαμε να είχαμε έρθει πιο νωρίτερα» παραπονέθηκε η Φρειδερίκη, κοιτάζοντας γύρω φοβισμένα.
«Φοβάσαι;» τη ρώτησα πονηρά το δαιμόνιο.
«Μάλλον το μέγεθος μου, έχει επηρεάσει την ψυχολογία μου» απάντησε η Φρειδερίκη με στεναχώρια και φανερά φοβισμένη.

          Βρισκόντουσαν στα Νεκροταφεία. Ο Έκτορας με έναν μπολ αγιασμό, στεκόταν πάνω από έναν φρέσκο τάφο, ψέλνοντας μπερδεμένα λόγια.
          «Τον γνωρίζαμε τον κύριο;» ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Εμένα δε μου λέει τίποτα» απάντησε το δαιμόνιο.
«Σταματήστε» τους πρόσταξε ο Φτερωτός. «Δεν μπορεί να συγκεντρωθεί» είπε δείχνοντας τον Έκτορα, που πάλευε να προφέρει να λόγια.
          «Σε ποια γλώσσα τα λέει;» ρώτησε η Φρειδερίκη σιγανά.
«Σε μια αρχαία μαγική γλώσσα» της απάντησε ο Φτερωτός.
«Και ο τάφος γιατί πρέπει να είναι φρέσκος; Τι πάει να πει φρέσκος τάφος;».
«Η κηδεία έγινε σήμερα. Αυτό πάει να πει φρέσκος» της απάντησε ο Φτερωτός. «Και πρέπει να είναι φρέσκος γιατί, υποχωρεί το έδαφος πιο εύκολα».
          Με το που τελείωσε τη πρόταση του ο Φτερωτός, ακούστηκε ένας θόρυβος.
          «Είσαστε έτοιμοι;» τους ρώτησε ο Έκτορας.
«Εγώ θα προτιμήσω το δικό μου τρόπο» απάντησε το δαιμόνιο.
«Όχι!» του φώναξε η Φρειδερίκη.
          «Μην το…» ξεκίνησε να πει αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την πρότασή του. «Δεν το πιστεύω αυτό που μου συμβαίνει» είπε απογοητευμένος με την πάρτη του. «Έγινε κατοικίδιο ενός επτάχρονου κοριτσιού» αν μπορούσε να κλάψει, ίσως να το επιχειρούσε.
          «Για περισσότερη ασφάλεια» είπε η Φρειδερίκη περήφανα.
«Τι του έκανες;» ρώτησε ο Φτερωτός.
«Ξόρκι, δεσίματος» απάντησε χαμογελαστά η Φρειδερίκη.
          «Μπορούν να κάνουν οι Κυνηγοί μάγια;» ρώτησε έκπληκτος ο Έκτορας.
«Μόνο όσοι είναι απόγονοι της Πρώτης Γενιάς» του απάντησε η Φρειδερίκη.
«Είσαι απόγονος της Πρώτης Γενιάς;!» επανέλαβε ο Έκτορας, γεμάτος ενθουσιασμό. «Δε σου φαίνεται».
«Μη μου πατάς την πληγή» γκρίνιαξε η Φρειδερίκη.
          «Θέλεις μπισκότο;» ρώτησε ο Φτερωτός το δαιμόνιο. «Πού είναι το λουρί σου να σε πάω βόλτα; Πού είναι;» συνέχισε να τον ρωτάει παιχνιδιάρικα.
«Φωτισμένε πρόσεξε καλά. Μπορώ να σε κάνω λαμπατέρ με μία κίνηση» τον απείλησε το δαιμόνιο.
«Όχι πια» πετάχτηκε η Φρειδερίκη. «Πλέον κάνεις ότι σου λέω εγώ».
          «Θα γίνω ρεζίλι σε όλα τα δαιμόνια. Δε με λυπάσαι;» τη ρώτησε κάνοντας πως είναι στεναχωρημένος.
«Όχι» του απάντησε ξερά η Φρειδερίκη.
          «Καλό είναι να μην τον προκαλείς» της είπε σιγανά, ο Φτερωτός.
          Η Φρειδερίκη κοιτούσε με δυναμισμό το δαιμόνιο, είχε καιρό να νιώσει έτσι. Όταν παγιδεύτηκε στο παιδικό σώμα, απογοητεύτηκε πιστεύοντας πως δε θα γίνει ποτέ ξανά όπως ήταν. Εκείνη τη στιγμή πίστεψε ξανά στον εαυτό της. «Θα κάνουμε μια συμφωνία» ξεκίνησε να λέει η Φρειδερίκη, απευθυνόμενη στο δαιμόνιο. «Θα με βοηθήσεις να βρω τη Δαιμόνισα Λαίδη Μήτρον και εγώ θα σε απελευθερώσω από τα δεσμά μου. Αλλά σε προειδοποιώ, μπόρεσα να το κάνω μία φορά, αυτό σημαίνει πως μπορώ κάλλιστα και δεύτερη».
          Το δαιμόνιο μαστίγωσε με δύναμη το έδαφος, τον είχε στριμώξει άσχημα. Επιχείρησε να λύσει το ξόρκι, αλλά ήταν πολύ δυνατό το δέσιμο. Βρισκόταν δίπλα της και αυτό τη βοήθησε να ολοκληρώσει το ξόρκι δεσίματος με δυνατή βάση. Κόντευε να εκραγεί από τα νεύρα και το θυμό του. Αν ήταν καρτούν, θα έβγαζε καπνούς από τα αυτιά και θα ήταν κατακόκκινος. Τέντωσε απειλητικά την ουρά, προς το μέρος της Φρειδερίκης. Ο Φτερωτός πρόλαβε να μπει μπροστά της, η ουρά τυλίχτηκε γύρω από τον αστράγαλο του ποδιού του. Το δαιμόνιο έσφιξε την ουρά γύρω από τον καρπό, απολαμβάνοντας να βλέπει τον μορφασμό πόνου που εξέφραζε ο Φτερωτός. «Είμαστε έτοιμοι για την απογείωση;» ρώτησε το δαιμόνιο με ευχαρίστηση, χαλαρώνοντας το σφίξιμο της ουράς του.
          «Βασικά προσγείωση» τον διόρθωσε ο Έκτορας.
«Ό,τι να ‘ναι» είπε γρήγορα το δαιμόνιο. «Είμαστε έτοιμοι;» ξανά ρώτησε με ανυπομονησία.
          «Ο τάφος είναι ανοιχτός» απάντησε ο Έκτορας, ποτίζοντας με αγιασμό το χώμα, που υποχωρούσε προς τα πλάγια ανοίγοντας μια μεγάλη τρύπα στη μέση.
          «Ωραία. Ποιος θα πέσει πρώτος;» ρώτησε η Φρειδερίκη, κοιτάζοντας τον Φτερωτό. «Μόνο εσένα εμπιστεύομαι» του είπε σιγανά.

          Ο Φτερωτός πήρε μια βαθιά ανάσα, πλησίασε περισσότερο την ανοιχτή σχισμή του εδάφους, έκλεισε τα μάτια του και πήδηξε μέσα στον ανοιχτό τάφο.


Constantine Red Moon 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου