Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

30 Ιαν 2017

0 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 7)

Δεν έκανε πάνω από πέντε λεπτά, αλλά ήταν αρκετά για να σχεδιάσει το υπόλοιπο βράδυ του. Πρώτα θα έπινε τον φοβερό καφέ του και μετά θα έβλεπε τι είχαν γράψει οι κάμερες. Μετά θα πήγαινε μια βόλτα από τη φωλίτσα των δύο γυναικών που του κίνησαν την περιέργεια. Ανέβηκε στο δωμάτιο, έλεγξε το σημάδι που είχε αφήσει στην πόρτα, ένα μικρό ποστ-ιτ διπλωμένο στο κούφωμα και ακούμπησε το σακίδιο σε μια καρέκλα. Έκανε πάλι όλες τις συνδέσεις και περίμενε να ανοίξει ο υπολογιστής. Στο μεταξύ άλλαξε ρούχα, τα μαύρα βόλευαν καλύτερα για την περίσταση, αναπλήρωσε τη σφαίρα στο γεμιστήρα του Five Seven του και ήπιε μερικές γουλιές ακόμα από τον καφέ. Έκατσε στο γραφειάκι του δωματίου και άνοιξε πρώτα το mail του. Ο Γιώργος του ΄χε στείλει κάτι: «Κιόλας;» απόρησε.
Απογοητεύτηκε από το μήνυμα: «Είμαι στη Σιγκαπούρη διακοπές! Το ξέχασες εεε; Πάνω που συνήλθα από το jet lag, με πήρες τηλέφωνο εσύ! Θα σε χρεώσω διπλά μόνο γι΄ αυτό το γαμοτηλεφώνημα».
Του απάντησε στα γρήγορα: «Χρέωσε με όσα θες!» Ο Γιώργος όλο έλεγε και ποτέ δεν πραγματοποιούσε τις απειλές του. Ακριβώς το αντίθετο από τις επαγγελματικές υποχρεώσεις που αναλάμβανε και ήταν απόλυτα συνεπής. Τον είχε συμφοιτητή στο πανεπιστήμιο, αλλά δεν είχαν ιδιαίτερες σχέσεις. Τον ξανασυνάντησε τυχαία, χρόνια μετά, την εποχή της ανεργίας, κι έπιναν μαζί και κλαίγαν τη μοίρα τους στα μπαράκια του Βόλου και της Αθήνας. Όταν ο Παύλος χρειάστηκε βοήθεια σε οικονομικά, ξέροντας τις επιπλέον σπουδές του Γιώργου στο θέμα, του ζήτησε να του φτιάξει τα λογιστικά. Στην πορεία ανακάλυψε πως ήταν και βαθιά χωμένος στον κόσμο των υπολογιστών, οπότε συχνά πυκνά τον έβαζε να του βρει και να πάρει τον τάδε υπολογιστή και το δείνα πρόγραμμα και ετούτα τα στοιχεία και εκείνα τα χαρτιά και πάει λέγοντας. Με τον καιρό ο Γιώργος ανέλαβε όλο το επενδυτικό κομμάτι των «επιχειρήσεών» του και ακόμα κι αν συνήθως δεν καταλάβαινε το πώς, τα λεφτά του αυγάτιζαν και ποτέ δεν τον είχε ενοχλήσει κανείς, ούτε εφορία, ούτε τράπεζες, ούτε αστυνομίες. Τελευταία είχε επεκταθεί και στην πλαστογραφία κι έτσι δε χρειαζόταν να ψάχνει ο ίδιος για άσχετους και αναξιόπιστους ψιλικατζήδες για ένα διαβατήριο, ή ένα δίπλωμα. Τα έκανε όλα ο Γιώργος. Όλα αυτά με το αζημίωτο βέβαια, αλλά ο χώρος είχε ψωμί για όλους. Τόσα χρόνια και τόσες δουλειές, δεν είχε αργήσει ποτέ, ούτε μια μέρα, ούτε μια ώρα. Παντρεμένος, για τα μάτια του κόσμου και των γονιών του, με τη Αθηνά, make up artist στο επάγγελμα, δεν μπορούσε να μείνει με μία ερωτική σύντροφο για περισσότερο από … δυο μέρες. Η Αθηνά κινούνταν σε αντίστοιχους ερωτικούς προσανατολισμούς κι έτσι είχαν αναγάγει τη σχέση τους σε άλλο επίπεδο. Ο Παύλος δεν τους κατάλαβε ποτέ. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η γυναίκα του θα κοιμόταν συστηματικά με άλλους και περιστασιακά μαζί του … και μετά θα σχολιάζανε μαζί τις εντυπώσεις, λες και μιλούσαν για ποδοσφαιρικό αγώνα στη Σούπερ Μπάλα!
Άνοιξε το αρχείο από την πρώτη κάμερα και το έβαλε σε διπλή ταχύτητα. Είδε τον εαυτό του να φτάνει και να περιφέρεται στο χώρο και λίγο μετά εμφανίστηκε και η ψηλέγκω. Η χαμηλά τοποθετημένη κάμερα την έδειχνε ακόμα πιο εντυπωσιακή και γι’ αυτό αποκατέστησε την ταχύτητα και την χάζευε καθώς μία μιλούσε στο κινητό και μία έβγαζε φωτογραφίες. Μα πόσα τηλεφωνήματα έκανε; Κάθε λίγο και λιγάκι σήκωνε το κινητό και μιλούσε. Γύρισε την εικόνα πιο πίσω και παρατήρησε προσεκτικά αυτό που έβλεπε. Δεν έβαζε ποτέ το κινητό της μέσα, λες και περίμενε ότι θα της τηλεφωνήσουν και η οθόνη του ήταν μόνιμα φωτισμένη, λες και δεν έκλεινε καθόλου. Έφερε στο μυαλό του που στεκόταν ο ίδιος. Πως και δεν το παρατήρησε τότε. Μα φυσικά! Το κινητό ήταν μόνιμα στραμμένο προς αυτόν και τον τραβούσε σε βίντεο. Η συνομιλία ήταν κάλυψη. Ο ίδιος ήταν ο στόχος της παρακολούθησης. Άνοιξε το βίντεο της κάμερας μπροστά στην όμορφη. Το έτρεξε μέχρι το σημείο που εκείνη στάθηκε μπροστά και η εικόνα θόλωσε. Προχωρούσε σιγά - σιγά μέχρι να πετύχει μια καθαρή εικόνα στην οθόνη του κινητού της. Όταν βρήκε το σημείο, προχώρησε την εικόνα καρέ - καρέ. Κατάφερε να διακρίνει τη σιλουέτα του στην οθόνη, άρα πιθανότατα τραβούσε και δεν ήταν σε βίντεο κλήση. Η εικόνα δεν έφευγε ζωντανά από το κινητό, αλλά σε τόσες ώρες που πέρασαν θα μπορούσε να την έχει δώσει σε οποιονδήποτε. Βέβαια στην εικόνα δεν γνωρίζονταν εύκολα αλλά κάποιος τον είχε βάλει στο μάτι! Δεν είχε λόγο να αναρωτηθεί το γιατί. Δεν ήταν άγιος και το ήξερε ότι αργά η γρήγορα θα αντιμετώπιζε την εναντίον του απειλή, γι’ αυτό και πρόσεχε τόσο άλλωστε, αλλά τώρα που ήρθε η ώρα σκέφτηκε ότι ποτέ πραγματικά δεν το περίμενε.
Αλλά ποιος ήταν αυτός που τον ήθελε νεκρό, δεν μπορούσε να σκεφτεί ότι τον παρακολουθούσαν για κάποιο άλλο λόγο και πως του την έστησε; Πως έμαθε για τη συγκεκριμένη δουλειά; Ο μοναδικός που θα μπορούσε να τον έχει καρφώσει ήταν ο Τζόνι. Ακόμα και να είχαν διαρρεύσει πληροφορίες από τους τωρινούς «εργοδότες» του, δηλαδή την παρέα των ηλιθίων στην ταβέρνα ή και όποιων άλλων κρυβόντουσαν πίσω τους, δεν υπήρχε περίπτωση να γνωρίζουν ποιος ήταν αν δεν τον είχε «δώσει» ο Τζόνι. Κι όμως δεν ήθελε να πιστέψει ότι ο Τζόνι θα φερόταν έτσι. Όχι λόγω φιλίας, ηθικής ή συναισθηματισμού. Απλά ήξερε ότι υπέγραφε την θανατική του καταδίκη αν πρόδιδε τον Παύλο.
Το θολό βίντεο συνέχιζε να παίζει καρέ - καρέ και ο Παύλος το παρακολουθούσε μηχανικά καθώς έφερε στο μυαλό του το Γκρόζνυ. Όταν η Μαρία βιάστηκε και δολοφονήθηκε στο Παρίσι από Αλβανούς νταβατζήδες, ο Τζόνι του ανέθεσε να εκδικηθεί, χωρίς περιορισμό στο κόστος. Στην πορεία του μέχρι τον φυσικό αυτουργό, άφησε μια γραμμή αίματος εικοσιπέντε ανθρώπων που περνούσε από Μόναχο, Στουτγάρδη, Σόφια, Στοκχόλμη, Κίεβο και κατέληγε στο Γκρόζνυ. Δυο μήνες κυνηγητό, βία, αίμα και πόνος. Πολύς πόνος. Ήταν από τις λίγες φορές που πλησίασε και βασάνισε τα θύματά του προκειμένου να αποσπάσει τις πληροφορίες που ήθελε. Ήταν κι ίδιος ποτισμένος με πίκρα και μίσος. Και τα έσβηνε πάνω στους πιθανούς θύτες της Μαρίας. Ήταν η μοναδική έκρηξη οργής που είχε και τον μετέτρεψε από κυνηγό σε κυνηγημένο και παραλίγο να γίνει ο ίδιος το θύμα. Όταν πρόφτασε το στόχο του στην Τσετσενία, μια κρύα και γεμάτη άσχημες αναμνήσεις χώρα που τον είχε άλλοτε σπρώξει στα βαθύτερα ζωώδη ένστικτά του και τον αποπροσανατόλιζε, δεν οργάνωσε με προσοχή το χτύπημά του κι έπεσε σε παγίδα. Ο Γιούνι, έτσι τον έλεγαν, κρυβόταν σ’ ένα παλιό αρχοντικό στα προάστια, απ’ τα λίγα άθικτα κτίσματα της περιοχής. Το σπίτι περιβάλλονταν από μια τεράστια έκταση που κάποτε ήταν διαμορφωμένη σε κήπους, αλλά είχε χρόνια να δεχτεί οποιαδήποτε μορφή φροντίδας. Έκανε μια αναγνωριστική βόλτα γύρω από την έπαυλη που φαινόταν παρατημένη και δε φανέρωνε τίποτα ύποπτο. Τυφλωμένος από μίσος, ανυπόμονος μετά από εξήντα μέρες με πολύ ένταση, ατελείωτες ώρες οδήγησης και πτήσης, ελάχιστο ύπνο σε βρώμικα ξενοδοχεία και χαλάσματα και την εικόνα της νεκρής Μαρίας, σαν φόντο στην όρασή του να ζητάει κάθε στιγμή εκδίκηση, μπήκε από ένα πορτάκι στον πλαϊνό τοίχο. Ήταν χάραμα και η πρωινή υγρασία με τις μουντές σκιές από τα δέντρα και τους καλλωπιστικούς θάμνους που γιγαντώθηκαν με τα χρόνια πρόσφεραν καλή κάλυψη, αλλά δε σκέφτηκε να τη χρησιμοποιήσει. Προχωρούσε γρήγορα στο πλακόστρωτο μονοπάτι κοιτάζοντας προσεκτικά τριγύρω και κόντευε να φτάσει στο κεντρικό οίκημα, όταν πρόσεξε μια πλάκα που σε αντίθεση με όλες τις άλλες ήταν μούσκεμα. Κάποιος μόλις είχε περάσει με κατεύθυνση προς το σπίτι καθώς διέκρινε και την βρεγμένη πατημασιά του λίγο πιο μπροστά. Πήδηξε πλάγια και κύλησε το σώμα του μέχρι τον κοντινότερο θάμνο όταν άκουσε τον ξερό επαναλαμβανόμενο ήχο της ριπής του Καλάσνικοφ πίσω του. Μετάνιωσε για πολλά πράγματα τη στιγμή εκείνη αλλά κυρίως γιατί δεν είχε μαζί του μεγαλύτερη δύναμη πυρός. Το αδελφικό του FN ήταν ένα τέλειο όπλο για πολλές περιπτώσεις, αλλά τη συγκεκριμένη στιγμή θα προτιμούσε κάτι μεγαλύτερο. Ο θάμνος δεν τον προστάτευε, απλά τον έκρυβε. Έπρεπε να μετακινηθεί άμεσα! Είδε δυο φιγούρες πίσω από τα παράθυρα του σπιτιού. Η κοντινότερη ικανοποιητική κάλυψη ήταν ένα πετρόχτιστο αίθριο στα δεκαπέντε μέτρα. Έτρεξε προς ένα παρτέρι τριανταφυλλιές και όταν άκουσε να πυροβολούν πάλι, πήδηξε πάνω από τα ξεραμένα φυτά και προσγειώθηκε πάνω σ’ ένα σωρό ξερά κλαδιά που τον ξέσκισαν με τα αγκάθια τους. Συνέχισαν να πυροβολούν στα τυφλά χωρίς να τον βλέπουν. Πονούσε φοβερά στον αριστερό του μηρό και χέρι που είχαν γεμίσει αγκάθια. Ένιωθε ήδη το αίμα να ποτίζει τα ρούχα του. Σκόρπιες σφαίρες και ριπές από πίσω του και από τα παράθυρα του σπιτιού κλάδευαν τις τριανταφυλλιές γύρω του. Δεν μπορούσε να υπολογίσει αν πλησίαζε η ώρα να αλλάξουν γεμιστήρες. Άκουσε πίσω του στα ρώσικα να φωνάζουν «εκεί είναι, ρίξ’ του του καριόλη». Τον είχαν πλησιάσει αρκετά. Παρά τον πόνο σύρθηκε μέχρι την άκρη του παρτεριού και είδε τα πόδια των δύο διωκτών του που πλησίαζαν, άκουσε τον ένα γεμιστήρα να αλλάζει. Σημάδεψε τα πόδια τους και με δύο εύστοχες βολές τους έριξε κάτω. Ξόδεψε άλλες πέντε σφαίρες για να διακοσμήσει τα ξυρισμένα κεφάλια τους με μια κόκκινη διαμπερή τρυπούλα. Νόμισε πως ήταν πολύ τυχερός αλλά την επόμενη στιγμή μέσα στον καταιγισμό πυρών από τα παράθυρα, μια σφαίρα πέρασε κάτω από τη δεξιά μασχάλη και διέλυσε τη ρώγα του. Σφάδασε από τον πόνο και το πιστόλι του έπεσε από τα χέρια. Οι πυροβολισμοί σταμάτησαν. Στα κλάσματα δευτερολέπτου που μεσολάβησαν διέκρινε την ευκαιρία του. Μάζεψε το κουράγιο του, σύρθηκε ακόμα λίγο και μπορούσε να δει τους μπράβους να αλλάζουν γεμιστήρες μπροστά στα παράθυρα και να προσπαθούν να τον διακρίνουν στην καταχνιά. Τι ερασιτέχνες; Χρησιμοποίησε το αριστερό του χέρι για βάση και σημάδεψε. Η τέταρτη βολή εξουδετέρωσε τον ένα και έκανε τον άλλο να καλυφθεί. Ο πόνος είχε υποχωρήσει ή τον συνήθισε και μπόρεσε να τρέξει σκυφτός μέχρι τους δύο νεκρούς κοντά του. Άρπαξε ένα Καλάσνικοφ κι ένα πεσμένο γεμιστήρα. Μετά το ξανασκέφτηκε και πήρε και μια από τις ζώνες τους. Κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο που του έδινε προστασία από το σπίτι και βάζοντας το χέρι μέσα από την μπλούζα του, τράβηξε και έσκισε  το φανελάκι του. Με τη ζώνη έφτιαξε έναν αυτοσχέδιο επίδεσμο για να περιορίσει κάπως την αιμορραγία. Άκουγε φωνές από πολλά άτομα μέσα στο σπίτι. Τον χώριζαν περίπου τριάντα μέτρα από το παράθυρο και άλλα τόσα στην αντίθετη κατεύθυνση για την κεντρική είσοδο. Κοίταξε τα παράθυρα του πάνω ορόφου. Ευτυχώς δε φαινόταν κανείς εκεί ακόμα. Γύρισε το όπλο σε θέση «βολή» και σημάδεψε τον αγκώνα του μπράβου που είχε μείνει ακάλυπτος. Σημάδεψε όσο καλύτερα μπορούσε και πυροβόλησε πέντε φορές μέχρι να δει τον αγκώνα να φεύγει. Δεν θα είχε άλλη ευκαιρία. Έτρεξε μέχρι το παράθυρο και στάθηκε ακριβώς από κάτω. Επικρατούσε ησυχία και ακούγονταν μόνο κάτι ψίθυροι. Ακολούθησε την περίμετρο του κτιρίου και βρέθηκε στην πίσω μεριά όπου ήταν παρκαρισμένα δύο αυτοκίνητα μπροστά από μια διπλή σκάλα, με απομιμήσεις κιόνων γύρω - γύρω, που κατέληγε σε μια βαριά ξύλινη πόρτα. Καλύφθηκε πίσω από έναν κίονα και σακάτεψε το ένα αυτοκίνητο αδειάζοντας όλο το γεμιστήρα του Καλάσνικοφ. Ξαναπήρε το FN και περίμενε. Άκουσε πάλι στα ρώσικα φωνές, και πίσω από την πόρτα κάποιον να λέει «Θα δω εγώ!». Ένας ψηλός άντρας με κοτσίδα βγήκε και κοίταξε με θυμό το τρύπιο αυτοκίνητο. Ο Παύλος του κόλλησε το πιστόλι στον κρόταφο και τον ρώτησε στα ρώσικα: «Έχεις κλειδιά από τα αυτοκίνητα;»
«Ναι, ναι έχω!»
«Είναι η τυχερή μου μέρα!» ψιθύρισε χαμογελώντας.
«Είναι στην τσέπη μου, στο παντελόνι.»
«Δώστα τώρα! Αργά και χωρίς κόλπα! Πέταξέ τα μπροστά»
Συνέχιζε να είναι καλυμμένος και περίμενε μέχρι να βγάλει τα κλειδιά και να τα πετάξει. «Που είναι ο Γιούνι Σουλεϊμάν; Το ξέρω ότι είναι εδώ!»
«Εγώ είμαι ο Γιούνι Σουλεϊμάν»
Δεν κρατήθηκε να μην γελάσει ειρωνικά «Είναι και για σένα η τυχερή σου μέρα, πίστεψέ με!» του είπε και πάτησε τη σκανδάλη σκορπίζοντας τα μυαλά του στον απέναντι κίονα.
Σαν να λύθηκαν κάποια μάγια, σβήστηκε μεμιάς η εικόνα της νεκρής Μαρίας από μπροστά του και τον κατέλαβε ο φόβος και ο πόνος. Με το ζόρι μπόρεσε να πάρει το αυτοκίνητο και να φύγει περνώντας μέσα από την ξεχαρβαλωμένη καγκελόπορτα της κυρίας εισόδου. Κατάφερε να φτάσει στην Ελλάδα μια εβδομάδα αργότερα, αιμορραγώντας ακόμα αλλά ευτυχώς χωρίς μολύνσεις και φλεγμονές χάρη στα φάρμακα ενός κτηνιάτρου, του μόνου που βρήκε να τον περιποιηθεί χωρίς ερωτήσεις. Εμφανίστηκε στο μαγαζί δέκα μέρες αργότερα για να βρει τον Τζόνι σίγουρα απορημένο αλλά γεμάτο ποικίλα και δυσδιάκριτα συναισθήματα. Του έδειξε το δημοσίευμα της εφημερίδας που μιλούσε για πόλεμο συμμοριών που ελέγχουν το εμπόριο γυναικών και όχι μόνο.
«Σε είχα ξεγραμμένο!» του είχε πει ο Τζόνι.
«Θα ΄θελες εεε;! Κακό σκυλί, ψόφο δεν έχει!» του απάντησε ο Παύλος σφιγμένος καθώς δεν μπορούσε ακόμα να γελάσει από τον πόνο.
«Πως τα κατάφερες ρε θηρίο; Δυο μήνες; Δυσκολεύομαι να το πιστέψω! Πόσο καιρό τον είχες βρει και το σχεδίαζες; Έλα τώρα λέγε!»
«Μυστικά του επαγγέλματος. Αλλά καλό είναι να το ξέρει όποιος θέλει να μου κάνει ματσαγκωνιά … ότι δε θα βρει να κρυφτεί!»
Ο Τζόνι σκυθρώπιασε, κατάλαβε ότι η απειλή ήταν γενική και ειδική, αλλά την επόμενη στιγμή γύρισε την κουβέντα:
«Λέγε τώρα, τι είναι αυτό που θα μου ζητούσες και δε θα μπορούσα να βρω;»
«Που την έθαψες;»
«Στο χωριό, χάμου, αλλά τι… θες να πας;»
«Μπορεί και να θέλω…»
Δεν πήγε ποτέ στον τάφο της Μαρίας. Ο Τζόνι όμως από τότε τον φοβόταν, το ‘βλεπε στο βλέμμα του ότι τον φοβόταν πολύ … και του ‘φερε και το Μ-107 που είχε ζητήσει.
Άγγιξε το δεξί του στήθος που δεν είχε ρώγα. Άλλο ένα σημάδι ανεξίτηλο του παρελθόντος που έσερνε πίσω του σαν τον Ντε Νίρο στην «Αποστολή».


Βασίλης Ζησόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου