Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

11 Φεβ 2017

0 Τιμωρημένος και από τους Δύο Κόσμους (Κεφάλαιο 10) Τυφλός έρωτας

«Τι σκέφτεσαι;» τον ρώτησε.
«Η Φρειδερίκη δεν έχει επικοινωνήσει μαζί μου, εδώ και πολλές μέρες» της απάντησε.
«Έτσι λένε την κόρη σου, σωστά;».
«Ναι».
      Σηκώθηκε από το κρεβάτι γυμνός και μπήκε στο μπάνιο να κάνει ντους. Ανήσυχη η γυναίκα, πρόσεξε τη Σκιά που βγήκε μέσα από τον τοίχο. Πήρε μια ελαφριά μορφή, με μάτια και στόμα. Έμεινε ακριβώς απέναντί της, να την κοιτάζει πονηρά. «Χμ…ωραίο στήθος» της είπε, κάνοντας μία μικρή στροφή πάνω από το στήθος της.
      Η γυναίκα άρπαξε το σεντόνι και σκεπάστηκε ντροπαλά. «Φύγε, θα βγει!» τον διέταξε χαμηλόφωνα.
«Και τι φοβάσαι;» τη ρώτησε παιχνιδιάρικα. «Αφού δεν μπορεί να με δει» της είπε γελώντας.
«Τι θέλεις τώρα;!»
«Ήρθα να ελέγξω» της απάντησε αμέσως.
«Μας παρακολουθούσες;».
      Το δαιμόνιο την πλησίασε απότομα, μέσα στο αυτί της ψιθύρισε. «Σε ξάφνιασε το χαστούκι;».
      Η γυναίκα ανατρίχιασε ολόκληρη. «Εσύ» του είπε σιγανά, απλώνοντας το χέρι της να τον χτυπήσει. Το χέρι της διαπέρασε με φόρα, την πρόχειρη μορφή του, διαλύοντας την σαν αέρινη σκόνη.      
      Το δαιμόνιο μετά από λίγο, τύλιξε την ουρά του σφιχτά γύρω από τον λαιμό της. «Κόκαλα και αίμα, αυτό είσαι!». Της είπε με έντονη φωνή. «Τυφλός είναι ο έρωτας, σύντομα θα αποκτήσει το φως του και θα είσαι νεκρή» στο τέλος της πρότασης του, έριξε τη γυναίκα κάτω. Μαστίγωσε δίπλα στο πρόσωπο της, στο πάτωμα την άκρη της ουράς του. «Όμορφη. Όμορφη» της είπε ερωτικά. Έπειτα έκανε μια βουτιά, κατά πάνω της. «Πες μου, θαυμάζεις την ομορφιά σου στον καθρέφτη; Αναρωτιέσαι αν υπάρχει ομορφότερη άλλη πάνω στη γη;».   
      «Τα λόγια σου, δε με επηρεάζουν» του είπε η γυναίκα με δυναμισμό και θάρρος.
«Θυμήσου, εγώ ξέρω πως είσαι πραγματικά» της ψιθύρισε το δαιμόνιο, βαθιά μέσα στο αυτί της.
      Εκείνη ένιωσε τη γλώσσα, να γλύφει το εσωτερικό του αυτιού της καθώς μιλούσε και ένιωθε όλο της το σώμα να ταράζεται. «Δε με επηρεάζεις!» του είπε, διατηρώντας τη φωνή της στον ίδιο δυναμικό τόνο,
      Το δαιμόνιο εξαφανίστηκε από μπροστά της, εκείνη ένιωθε ακόμα το λαιμό της να πονάει. Σηκώθηκε από το πάτωμα, κοιτάχτηκε στο καθρέφτη. Ένα κόκκινο σημάδι περικύκλωνε τον άσπρο λεπτό λαιμό της. Άρχισε να σκέφτεται πώς θα το δικαιολογήσει ή πώς θα το καλύψει. Από το μπάνιο ακουγόταν ακόμα τρεχούμενο νερό, ξαφνικά ακούστηκε ένας θόρυβο. Η γυναίκα έτρεξε να δει τι συμβαίνει.
      Ο άντρας ήταν ολόγυμνος πεσμένος στο πάτωμα, το δαιμόνιο από πάνω του με ενωμένα τα χέρια του και την ουρά του να σχηματίζει ένα φωτοστέφανο πάνω από το κεφάλι του, αιωρούνταν πάνω από τον λιπόθυμο άντρα.
      Η γυναίκα ανήσυχη γονάτισε, κοντά στον λιπόθυμο άντρα. «Τι του έκανες;!» ρώτησε το δαιμόνιο, τρομερά ανήσυχη.
«Εγώ; Τίποτα» της απάντησε το δαιμόνιο, κάνοντας τον αθώο.
«Τι θέλεις επιτέλους;!» τον ρώτησε η γυναίκα αγανακτισμένη.
«Να διατηρήσεις τη συμφωνία. Απλό».
«Τη διατηρώ τη συμφωνία».
«Έτσι νομίζεις».
      «Έτσι νομίζω;! Έτσι νομίζω;!» του έλεγε υψώνοντας τον τόνο της φωνής της. «Έτσι νομίζεις ότι νομίζω!».
«Μη με προκαλείς» της είπε, χαϊδεύοντας απειλητικά τον λιπόθυμο άντρα.
      «Δεν το κάνω» του είπε εκείνη ήρεμα.
«Σε έχουν καταλάβει όλοι, ο Κύριος είναι έξαλλος μαζί σου. Σου ανατέθηκε μία δουλειά, αν δεν είσαι ικανή να την αποτελειώσεις παράτησε την. Γίνε και πάλι ελεύθερη».
«Κάνω ό,τι μπορώ» του είπε εκείνη αμέσως.
«Ας σε πιστέψω» της απάντησε.
      Η γυναίκα σηκώθηκε όρθια και μίλησε ήρεμα στο δαιμόνιο. «Έχουμε νέα;».
«Εντόπισαν τη Λαίδη Μήτρον» της απάντησε.
«Τη σκότωσαν;».
«Την αποδυνάμωσαν αρκετά. Αργοπεθαίνει σε κάποια γωνιά».
«Πώς είναι ο Κύριος μας;».
«Πενθεί, γυρεύοντας παράλληλα κάποια άλλη σύντροφο. Θέλεις να είσαι εσύ;».
«Μη λες ανοησίες».
«Σου είχε αδυναμία κάποτε. Μόνη σου καταστρέφεις τη μοίρα σου».
«Σου είπα κάνω ό,τι μπορώ!» του φώναξε η γυναίκα.
      Ο άντρας άρχισε να αποκτά τις αισθήσεις του, κούνησε ελαφρά το κεφάλι του εισπνέοντας. Το δαιμόνιο κάρφωσε για τελευταία φορά το βλέμμα του, απάνω στη γυναίκα και εξαφανίστηκε από μπροστά της. Η γυναίκα αγκάλιασε τρυφερά τον άντρα, περιμένοντας να αποκτήσει εντελώς τις αισθήσεις του.


                                   * * * *

      Ο Φτερωτός γύρισε στο σπίτι, κουβαλώντας τη Φρειδερίκη στην αγκαλιά του και με την Ειρήνη που δεν είναι καθόλου ειρηνική να τον ακολουθεί.
      Ανέβηκε προσεχτικά τα σκαλιά μέχρι τη σοφίτα, άφησε τη Φρειδερίκη απαλά πάνω στο κρεβάτι. Το λευκό σκυλί ξάπλωσε δίπλα στο κρεβάτι, με τη μουσούδα απλωμένη προς τη μεριά του κρεβατιού, κοιτούσε τη Φρειδερίκη.
      «Είναι η αφεντικίνα σου τώρα» είπε σιγανά ο Φτερωτός, απευθυνόμενος στο λευκό σκυλί. «Πεινάς;» ρώτησε τρίβοντας τη κοιλιά του.
      Το σκυλί έστρεψε για λίγο το μελαγχολικό βλέμμα κατά πάνω του, δίχως αντίδραση.
      Ο Φτερωτός κατέβηκε κάτω στη κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο και είδε το χαμό που επικρατούσε μέσα σε αυτό. Θυμήθηκε τότε, ότι είχε κρυφτεί μέσα σε αυτό ο Έκτορας, τρομοκρατημένος από την εμφάνιση του δαιμόνιου.
      «Πού είναι αυτός καλέ;»  αναρωτήθηκε.
      Ακόμα δεν είχε συνέλθει από το αλκοόλ, έβλεπε ελάχιστα τα αντικείμενα να γυρίζουν γύρω του. Έβγαλε το πουκάμισο του, ξέδεσε την κορδέλα και την έδεσε στον καρπό του. Αμέσως τα πυκνά λευκά φτερά του απλώθηκαν, πίσω από τους ώμους του.
      «Καλύτερα τώρα» είπε τεντώνοντας τα χέρια του προς τα πάνω και λυγίζοντας τον αυχένα του μια δεξιά μία αριστερά.
      «What I've felt. What I've known. Never shined through in what I've shown. Never be. Never see. Won't see what might have been». Ξεκίνησε να τραγούδα, καθώς έσπαγε δύο αβγά μέσα σένα τηγάνι. «What I've felt. What I've known…Χμ, μήπως να έβαζα και λίγο τυρί;» πήρε το τυρί και το έτριψε πάνω από τα αβγά, με το πιρούνι τα ανακάτεψε. «Never shined through in what I've shown. Never free. Never me. So I dub thee unforgiven…». Συνέχισε να τραγουδά, ώσπου μία φωνή τον διέκοψε.
      «Μήπως να έβαζες λουκάνικα να νοστιμίσει, περισσότερο;» τον ρώτησε, ανοίγοντας το ανάστατο ψυγείο.
«Ε;» ρώτησε αφηρημένα.
       Ο Φτερωτός γύρισε να δει, τη φωνή που άκουσε και είδε μία γυμνή οπτασία σκυμμένη προς το εσωτερικό του ψυγείου. «Α!». Φώναξε, καλύπτοντας με τα χέρια και τα φτερά του, το πρόσωπο του.
      «Τι έπαθες;» ρον ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Είσαι γυμνή» της απάντησε ο Φτερωτός, κρυμμένος μέσα στα φτερά του.
      Η Φρειδερίκη κοίταξε με παραξενιά τον εαυτό της, διέκρινε χαρωπά το μεγάλο της στήθος, το έπιασε συνειδητοποιώντας ότι ήταν αληθινό και όχι μια παραίσθηση. Τέντωσε το ένα της πόδι και είδε πως ήταν αρκετά μακρύτερο, τέντωσε και το άλλο διαπιστώνοντας το ίδιο. «Είμαι γυναίκα!» φώναξε χαρούμενη, πέφτοντας πάνω στον Φτερωτό.
      Ο Φτερωτός δεν πρόλαβε να αντιδράσει, έτσι όπως ήταν κρυμμένος μέσα στα φτερά τον, τον είχε ακινητοποιήσει.
      «Ούτε όταν ξεπαρθενιάστηκα τέτοια χαρά» είπε χαρούμενα η Φρειδερίκη.
      «Θες να πας να ντυθείς;» τη ρώτησε.
«Τι λες;» τον ρώτησε εκείνη, μην καταλαβαίνοντας τα λόγια του.
«Πήγαινε ντύσου!» της φώναξε μέσα από τα φτερά του.
«Δε σε ακούω» του είπε εκείνη.
      Ο Φτερωτός έβγαλε τα χέρια του, μέσα από τα φτερά του. Έσπρωξε τη Φρειδερίκη, να σηκωθεί από πάνω του. Ύστερα έβαλε τα χέρια του μέσα στα φτερά, βγάζοντας το κεφάλι του προς τα έξω. Δεν μπορούσε να δει κάτι, τα μαλλιά του ανακατεμένα κάλυπταν τα μάτια του. Η Φρειδερίκη επιχείρησε να τον βοηθήσει, αλλά εκείνος την απομάκρυνε με τον λόγο του. «Όχι, όχι, όχι μη με χτενίζεις. Να ντυθείς θέλω» της είπε. «Πήγαινε να ντυθείς».
      «Πώς κάνεις έτσι; Δεν έχεις ξανά δει γυμνή γυναίκα;» τον ρώτησε εκείνη.
«Πως, πως έχω ξανά δει. Πολλές φορές κιόλας. Χόρτασα τη γύμνια με τη κουτάλα της σούπας. Πήγαινε να ντυθείς τώρα».
      «Τότε τι σε πειράζω εγώ; τον ρώτησε, τρίβοντας τη μύτη της στη μύτη του.     
      Ο Φτερωτός λύγισε προς τα πίσω το κεφάλι του. «Είσαι αδελφή μου» της είπε γρήγορα. «Βασικά σαν αδελφή μου…όχι…» το σκέφτηκε λίγο ακόμα. «Σε βλέπω φιλικά» της είπε τελικά, χαμογελώντας αγγελικά.
      Η Φρειδερίκη σηκώθηκε δείχνοντας θιγμένη από πάνω του και βημάτισε προς την έξοδο της κουζίνας.
      Ο Φτερωτός με μισόκλειστα μάτια παρακολουθούσε τη γυμνή πισινή της όψη, να απομακρύνεται. Αφότου έφυγε άπλωσε τα φτερά του στο χώρο, μαζεύοντας τα μαλλιά του μία χαμηλή ούρα πίσω στον αυχένα. «Τι κάνουμε τώρα;» αναρωτήθηκε φωναχτά, καθισμένος στο πάτωμα, έχοντας τα χέρια ακουμπισμένα στη μέση του.
      «Την κουτουπώνεις αργά – αργά» του απάντησε, μία γνωστή φωνή.
«Μιλάω σοβαρά» απάντησε ο Φτερωτός, παραμένοντας καθισμένος στο πάτωμα.
      Από το εσωτερικό του τοίχου, εμφανίστηκε το δαιμόνιο. «Δε γελάω» του είπε, κάνοντας μια κωλοτούμπα στον αέρα.
«Ξέρεις πού είναι ο Έκτορας;» τον ρώτησε ο Φτερωτός.
«Δεν έχω ιδέα» του απάντησε αμέσως το δαιμόνιο.
«Πού μπορεί να πήγε ο χοντρομπαλάς;» αναρωτήθηκε ο Φτερωτός, σταυρώνοντας τα χέρια του κάτω από το στήθος του.
      Τρέχοντας μπήκε στη κουζίνα ο σκύλος, γάβγισε κοιτάζοντας τον Φτερωτό.
      «Θες να φας;» ρώτησε ο Φτερωτός.
Ο σκύλος γάβγισε επίμονα και πιο δυνατά.
«Θες να πιείς νερό;» ρώτησε ο Φτερωτός.
Ο σκύλος συνέχισε να γαβγίζει περισσότερο και πιο δυνατά.
«Υπάρχει κάτι που να θες τέλος πάντων;» ρώτησε ο Φτερωτός αγανακτισμένος.
      Ο σκύλος μην μπορώντας να συνεννοηθεί μαζί του, τον δάγκωσε από το μπατζάκι του παντελονιού του και τον τραβούσε προς τα μέσα.
      «Εντάξει κατάλαβα» είπε ο Φτερωτός, θέλοντας να απελευθερώσει το πόδι του από τα δόντια του σκύλου. «Σε ακολουθώ. Ορίστε, προχώρα» είπε, δείχνοντας τον διάδρομο.
      Ο σκύλος κούνησε χαρωπά την ουρά του, προχωρώντας βιαστικά μπροστά από τον Φτερωτό. Έφτασε στο σαλόνι, προχώρησε μέχρι το τζάκι και ξάπλωσε απέναντι του.
      «Ότι τι;» ρώτησε ο Φτερωτός, μην καταλαβαίνοντας τι πραγματικά ήθελε.
      Ο σκύλος γάβγισε, κοιτάζοντας πίσω από τον Φτερωτό. Τότε εκείνος γύρισε να δει αυτό που έβλεπε ο σκύλος.
      Ήταν η μετρίου αναστήματος γυναίκα στημένη στην απέναντι γωνία του δωματίου. Φορούσε ένα μαύρο ριχτό μανδύα, με το πρόσωπο της καλυμμένο μέχρι την αρχή των χειλιών της, από τη φαρδιά ομόχρωμη κουκούλα. Πλησίασε τον Φτερωτό με αργά, σταθερά βήματα.         «Ταραγμένος μου μοιάζεις» ρου είπε, έχοντας κάνει ένα μικρό κύκλο γύρω του, επιστρέφοντας πάλι στην έναρξη του.
«Καλά είμαι. Πες μου» της είπε εκείνος, σκεπτόμενος αυτό που είχε προηγηθεί στη κουζίνα, πριν από λίγα λεπτά.
      «Τα νέα, δεν είναι και τόσο καλά» ξεκίνησε να του λέει εκείνη. «Κερδίσατε μια μικρή μάχη στο χαμό που ακολουθεί».
«Ούτε κατάλαβα τι έγινε» της απάντησε εκείνος, ανασηκώνοντας ελαφρά τους ώμους του προς τα πάνω.
      Η μετρίου αναστήματος γυναίκα, γέλασε για λίγο. «Η τύχη σας βοήθησε, ώστε να γλυτώσετε από μία μεγάλη παγίδα» του εξήγησε κάνοντας μία μικρή παύση. «Τον θάνατο» ολοκλήρωσε απότομα.
      Ο Φτερωτός πάγωσε στο άκουσμα της λέξης. «Αν το θέτεις έτσι, μπορείς να πεις πως είμαστε τυχεροί» της είπε γελώντας, χωρίς λόγο.
«Όχι όμως όλοι» του είπε εκείνη, κόβοντας αμέσως το άσκοπο γέλιο του. «Πού είναι η μικρή;» τον ρώτησε με σταθερή φωνή.
      «Αχ, το κοριτσάκι μας μεγάλωσε» πετάχτηκε το δαιμόνιο, κάνοντας μια πιρουέτα στον αέρα. «Ψήλωσε, ομόρφυνε, πέταξε και βυζί και από κώλο…» έλεγε κουνώντας κυκλικά την ουρά του.
      «Φτάνει!» τον διέκοψε, φωνάζοντας ο Φτερωτός. «Θέλει να πει πως λύθηκαν τα μάγια» εξήγησε ευγενικά, ο Φτερωτός.
«Θέλω να τη δω» είπε εκείνη.
      «Εδώ είμαι!» φώναξε η Φρειδερίκη, κατεβαίνοντας μόλις το τελευταίο σκαλοπάτι της σκάλας που οδηγούσε στη σοφίτα.
      «Όντως» είπε μένοντας έκπληκτη, από την γυναίκεια πια όψη της Φρειδερίκης. «Πες μου, πώς τα κατάφερες;» τη ρώτησε, μην πιστεύοντας στα μάτια της.
«Ήταν εύκολη υπόθεση» απάντησε με άνεση η Φρειδερίκη.
«Ήταν πάνω από τις δυνάμεις σου!» της είπε με ένταση στη φωνή, η μετρίου αναστήματος γυναίκα.
«Τίποτα δεν είναι πάνω από τις δυνάμεις μου» της απάντησε με άνεση και ηρεμία η Φρειδερίκη.
      Η μετρίου αναστήματος γυναίκα συγκράτησε το λόγο της. Ό,τι και να έλεγε ήταν περίσσιο απέναντι στην κορμοστασιά της Φρειδερίκης. Παρατηρώντας καλύτερα τη κορμοστασιά της λοιπόν, βρήκε κάτι να τη ρωτήσει. «Γιατί είσαι ντυμένη έτσι;».
      «Δεν έχω ρούχα» απάντησε σιάζοντας καλύτερα το σεντόνι πάνω από τον ώμο της. Είχε βγάλει το σεντόνι πάνω από το στρώμα και το τύλιξε γύρω από το γυμνό της σώμα. «Είμαι ντυμένη τώρα» απευθύνθηκε θυμωμένα στον Φτερωτό.
      «Αχ έρωτα που ανθίζεις ολόκληρη την πλάση» είπε το δαιμόνιο, ξαπλωμένο πάνω από τα κεφάλια της Φρειδερίκης και του Φτερωτού.
«Είσαι εκτός θέματος. Το ξέρεις;» του είπε ο Φτερωτός, κοιτάζοντας τον επίμονα.
«Ανέκαθεν» του απάντησε με άνεση το δαιμόνιο, κουνώντας ξαπλωμένος το κορμί στον αέρα.
      «Στο θέμα μας τώρα» τους συντόνισε η μετρίου αναστήματος γυναίκα. «Ας πούμε λοιπόν, ότι η τύχη ή όποια δύναμη σας…» το τελευταίο το είπε κοιτάζοντας στα μάτια τη Φρειδερίκη. «Σας βοήθησε να γλιτώσετε, από μία παγίδα που θα σας οδηγούσε σε έναν σίγουρο θάνατο…».
      «Είμαστε ακόμα ζωντανοί, στη σκηνή σαν ροκ συγκρότημααα…» τη διέκοψε τραγουδώντας το δαιμόνιο.
      «Όμως…» συνέχισε να μιλάει ήρεμα, αγνοώντας το δαιμονικό παράσιτο. «Αυτό δε σημαίνει πως γλιτώσατε εντελώς. Πρέπει να είστε προσεχτικοί σε οποιαδήποτε κίνηση σας».
«Θα καταλήξεις κάπου;» τη διέκοψε η Φρειδερίκη.
«Ο φίλο σας είναι αιχμάλωτος στα Ορυχεία των Σκελετών».
«Ωχ!» ακούστηκε κατευθείαν ο Φτερωτός.
«Θα συμφωνήσω» είπε αμέσως η Φρειδερίκη.
      «Γνωρίζεις για τι μιλάω;» τη ρώτησε έκπληκτη.
«Φυσικά. Είμαι Κυνηγός…».
«Απόγονος Πρώτης Γενιάς» παρενέβη με ένταση στο λόγο το δαιμόνιο.
      «Χαίρομαι λοιπόν που γνωρίζετε όλοι το βαθμό κινδύνου» τους είπε η μετρίου αναστήματος γυναίκα, μένοντας αρκετά ευχαριστημένη που όλοι τους γνώριζαν σε τι αναφερόταν.
      «Θα πρέπει να πάμε να τον σώσουμε» είπε ο Φτερωτός κοιτάζοντας τη Φρειδερίκη.
«Είμαι μέσα» του είπε εκείνη αμέσως.
«Θέλουμε και έναν πάπα» της είπε εκείνος, τρίβοντας το μούσι του.
«Γιατί;» τον ρώτησε εκείνη.
«Για να σας παντρέψει βρε κουτό» της απάντησε χαριτωμένα το δαιμόνιο. «Για να μας μυρώσει τον τάφο, κούκλα μου» της είπε αμέσως μετά, με σοβαρότητα.
«Κατά κάποιον τρόπο, για αυτό τον χρειαζόμαστε» είπε ο Φτερωτός, συνεχίζοντας να τρίβει το μούσι του σκεπτόμενος.
      «Για αυτό ήρθα» είπε η μετρίου αναστήματος γυναίκα.
«Α, ναι! Όλο ξεχνάω πως ήσουν καλόγρια» της είπε ο Φτερωτός.
«Τι πράγμα;!» φώναξε έκπληκτη η Φρειδερίκη.
      Το δαιμόνιο έκανε μια βουτιά στον αέρα, προσγειώθηκε πάνω στον ώμο της Φρειδερίκης. «Ο άγγελος σου από εδώ, κουτούπωσε την κυρία από εκεί, όταν εκείνη ήταν εσώκλειστη σε μοναστήρι» της εξήγησε.
      «Ήταν η περίοδος που επιχείρησα να γίνω μοναχός» της εξήγησε ο Φτερωτός, έχοντας στο πρόσωπο του ένα ηλίθιο χαμόγελο.
«Δεν ντράπηκες;» του είπε η Φρειδερίκη.
«Ήμουν ήδη τιμωρημένος» της είπε γελώντας ηλίθια. «Τι να ντραπώ;» τη ρώτησε, ανασηκώνοντας τους ώμους του, ανήξερος.
      «Εσύ; Δεν ντράπηκες;» απευθύνθηκε κοιτάζοντας τη μετρίου αναστήματος γυναίκα, περιμένοντας με ανυπομονησία την απάντησή της.
      «Για να του έκατσε, σίγουρα όχι» πετάχτηκε το δαιμόνιο.
«Δεν κατάλαβα τι έγινε. Το μόνο που θυμάμαι ακόμα, είναι που ξύπνησα ολόγυμνη δίπλα του» απάντησε εκείνη, διατηρώντας σταθερή τη φωνή της.
      «Τη μέθυσε με τη Θεία Κοινωνία ο μπαγάσας» εξήγησε καλύτερα το δαιμόνιο.
      Η Φρειδερίκη με το που το άκουσε αυτό, κάρφωσε με το βλέμμα της τον Φτερωτό.
      «Απλό κόκκινο κρασί είναι μόνο» συμπλήρωσε με αθωότητα εκείνος.
      «Εν πάση περιπτώση, όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν» είπε με λίγη ένταση στη φωνή της η μετρίου αναστήματος γυναίκα.
      «Αυτήν τη βίασες μέσα στο μοναστήρι, εγώ που ήμουν πανέτοιμη ούτε που να με αγγίξεις!». παραπονέθηκε με μεγάλη ένταση στη φωνή της, η Φρειδερίκη.
      «Άλλο εσύ» της απάντησε με ηρεμία ο Φτερωτός.
«Άλογο και μουλάρι!» ανταποκρίθηκε θυμωμένα η Φρειδερίκη.
      «Εγώ πάντως είμαι διαθέσιμος» της είπε το δαιμόνιο.
«Να πας στο διάολο και εσύ!» του είπε νευριασμένα η Φρειδερίκη.
«Ααα σπίτι μου θα πάω…» της είπε δυσαρεστημένα το δαιμόνιο. «Δε με στέλνεις σε κάποιο άλλο μέρος, να κάνω και ηλιόλουστες διακοπές» συνέχισε να της λέει, ξαπλωμένος στον αέρα, κουνώντας παιχνιδιάρικα την ουρά του.
      «Σκασμός!» φώναξε δυνατά η μετρίου αναστήματος γυναίκα. «Χάνουμε χρόνο με ανοησίες. Αν πραγματικά σας ενδιαφέρει ο φίλος σας, ακολουθήστε με» με το που τελείωσε το λόγο της, έκανε μία απότομη αναστροφή και κίνησε κατά την έξοδο του σπιτιού.
      «Houston we have a problem!» φώναξε η Φρειδερίκη, μην έχοντας κάνει ούτε ένα βήμα από τη θέση της.
      Γύρισαν όλοι να τη κοιτάξουν, εκείνη τέντωσε ελαφρά τις άκρες του σεντονιού που κάλυπτε το γυμνό κορμί της και έκανε μία μικρή πριγκιπική υπόκλιση.
      «Θα πάω να σου φέρω ρούχα» της είπε η μετρίου αναστήματος γυναίκα.
      «Και βρακί να της φέρεις!» της φώναξε το δαιμόνιο, καθώς εκείνη είχε ήδη εξαφανιστεί.

      Έμειναν οι τρεις τους στον ίδιο χώρο, παρέα με τον σκύλο. Ο Φτερωτός κοίταζε λυπημένος τη Φρειδερίκη, ανήμπορος να κάνει κάτι παραπάνω. Η Φρειδερίκη έβλεπε στεναχωρημένη τον Φτερωτό, δεχόμενη την απόρριψή του. Το δαιμόνιο έπαιζε με την ουρά του σκύλου και ο σκύλος νευριασμένος επιχειρούσε να το δαγκώσει.


Constanine Red Moon

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου