Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

25 Φεβ 2017

0 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 11)

Ξανασκέφτηκε τα χάλια του. Έπρεπε να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά. Ναι, τον είχε πειράξει αυτό που έγινε στο ΚΤΕΛ και θα το θυμόταν σε όλη του τη ζωή, αλλά τώρα έπρεπε να αποφασίσει τις πιο επείγουσες ενέργειές του. Γράφοντας στον αέρα μπροστά του τις φράσεις, όπως θα σημείωνε ο καθηγητής τα βασικά σημεία του μαθήματος στον πίνακα, και για να σπάσει τη βουβαμάρα του χώρου, είπε χαμηλόφωνα:
-Να τηλεφωνήσω στη μάνα μου.
-Να απαλλαγώ από τον ενοχλητικό ορό.
-Να πάω σπίτι μου και να ξεβρομίσω.
-Να πάω μια βόλτα από τη σχολή.
-Να γραφτώ …
            Δε θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του να ξαναπάθει τα χθεσινά και σκέφτηκε ότι δύο ήταν οι αναγκαίες και δυνατές συνθήκες γι’ αυτό, να προσέχει τι λέει, πριν το πει, και να ξέρει να αμύνεται. Ακόμα κι αν είχε δει τον μουστακαλή να έρχεται, ήταν αμφίβολο αν θα μπορούσε να αντιδράσει ή να σηκωθεί να φύγει. Πιθανότατα θα είχε κάτσει να τις φάει έτσι κι αλλιώς. Αλλά και το ν’ αφήσει την προσβολή να φύγει έτσι … δεν ήταν επιλογή. Σχεδίασε ένα μεγάλο «Χ» στον αέρα μπροστά του και ξανάρχισε να ψιθυρίζει και να γράφει:
-Να τηλεφωνήσω στη μάνα μου.
-Να απαλλαγώ από τον ενοχλητικό ορό.
-Να γραφτώ σε κάποιο μάθημα αυτοάμυνας.
-Να πάω σπίτι μου και να ξεβρομίσω.
-Να πάω μια βόλτα από τη σχολή.
Ποτέ πριν δεν τον είχε τραβήξει η σωματική άσκηση και ιδιαίτερα η αυτοάμυνα. Βέβαια του άρεσε να παίζει μπάσκετ στο σχολείο, όπως σε όλους άλλωστε, αλλά τα υπόλοιπα προτιμούσε να τα βλέπει στην τηλεόραση.
Άκουσε θόρυβο έξω από την πόρτα και μπήκε ο νοσηλευτής συνοδευόμενος από ένα γιατρό που έμοιαζε με κούρδο αντάρτη. Είχε ένα απεριποίητο μούσι μέχρι το στήθος και τα μαλλιά του πετούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις σχηματίζοντας μια γελοία εικόνα. Αν τον έβλεπες σε φωτογραφία θα στοιχημάτιζες ότι στην τεράστια περιφέρειά του έκρυβε εκρηκτικά. Αντικειμενικά πάντως, είχε ένα πολύ σοβαρό ύφος και συστήθηκε σαν διευθυντής κάτι, μύριζε λεβάντα και του θύμισε τα πλυντήρια της μάνας του. Κατέληξε πως δεν μπορούσε να τον αφήσει να φύγει μόνος του γιατί ήταν πιθανό να είχε υποστεί διάσειση. Του πρότεινε ένα μπλοκάκι και τον παρότρυνε να τους σημειώσει τι ήθελε. Ο Παύλος το πήρε και έγραψε γρήγορα με ορνιθοσκαλίσματα «κατουριέμαι». Ο νοσηλευτής κρατήθηκε αλλά δεν άντεξε και ξέσπασε σε γέλια. Ακολούθησε και ο γιατρός και έγνεψε να τον πάνε στην τουαλέτα. Ακούμπησε κάτω τα πόδια του και συνειδητοποίησε ότι πονούσε στην αριστερή του γάμπα και κούτσαινε.
Γυρνώντας από την τουαλέτα άκουσε μια γνώριμη φωνή από το διάδρομο - αποθήκη που υποτίθεται πως ξάπλωνε. «Η αδερφή μου» σκέφτηκε και τάχυνε το βήμα του. «Πρέπει να πήρε το πρώτο λεωφορείο και να ήρθε, μα πως με βρήκε;» συλλογίστηκε.
Η αδερφή του σπούδαζε στην Πάτρα χημικός, ήταν στο πτυχίο βασικά και παράλληλα ετοιμαζόταν να παντρευτεί τον Δημήτρη. Τον υπεραγαπούσε και του το έδειχνε σε κάθε ευκαιρία. Αν και η ίδια δεν το παραδεχόταν, ίσως για να μην τον μειώσει, πάντα τον έβλεπε περισσότερο σαν παιδί της και λιγότερο σαν αδερφό. Δεν είχαν τόσο μεγάλη διαφορά ηλικίας, αλλά η επιμονή των γονιών τους στη φράση «να προσέχεις το μικρό σου αδερφό» είχε μακροχρόνια τις επιπτώσεις της. Ποτέ μέχρι πριν από λίγους μήνες δεν είχαν κάνει σοβαρή κουβέντα όπως κάνουν τ’ αδέρφια μεταξύ τους. Τώρα που το σκεφτόταν ήταν τυχερή που δεν την φώναξε «θεία» μέχρι τώρα.
Μπήκε στο δωμάτιο και την είδε να του χαμογελάει αγχωμένη … όπως πάντα. Τον αγκάλιασε τρυφερά, όσο μπορούσε λόγω μεγέθους «Δε γίνεται να βγάλουμε τον ορό και να φύγουμε πριν περάσουν είκοσι τέσσερις ώρες. Θα κάτσουμε εδώ παρεούλα μέχρι το βραδάκι και μετά θα σε πάω σπίτι!»
«Λοιπόν … Παύλο, απ’ ό,τι φαίνεται σ’ αφήνω σε καλά χέρια» Είπε ο γιατρός και έκανε νόημα στο νοσοκόμο να φύγουν. Πέρασαν αρκετά λεπτά διστακτικής σιωπής πριν μιλήσουν.
«Πήρες τη μαμά;» τη ρώτησε κατεβάζοντας τα μάτια από ντροπή.
«Ναι την πήρα. Δε νομίζω να με πίστεψε όταν είπα ότι είσαι καλά. Περιμένει να της τηλεφωνήσεις κι εσύ»
«Πάμε τώρα να την πάρουμε;»
«Όπως θες, αλλά απ’ ό,τι κατάλαβα, εννοείται πως δεν πρέπει να μιλάς, έτσι δεν είναι;»
«Δε θ’ ανοίξω κουβέντα. Πάμε να τελειώνουμε»
Όσο κι αν τον πονούσε το σαγόνι του, προσπάθησε και μίλησε φυσιολογικά στη μάνα του που επιτέλους δήλωσε ότι «μάλλον δε χρειάζεται να κατέβω στην Αθήνα» πράγμα που εφησύχασε και τα δύο αδέλφια. Ήταν τυχερός μες στην ατυχία του το προηγούμενο βράδυ. Με το επόμενο λεωφορείο από Τρίκαλα ερχόταν μια φίλη της αδερφής του που τον ήξερε. Ο Παύλος μικρός, σαν βενιαμίν της γειτονιάς και υπεράνω πάσης υποψίας, τους αγόραζε τσιγάρα και πετούσε τ’ αποτσίγαρα και τις στάχτες κρυφά από τους γονείς τους, που φυσικά δεν μπορούσαν να δεχτούν πως, «τα καλά κορίτσια με γαλλικά και πιάνο», οι κόρες τους δηλαδή, κάπνιζαν. Εντάξει, πιάνο έπαιζε μόνο η Κατερίνα, αλλά και η αδερφή του ήταν «καλό κορίτσι». Η Κατερίνα λοιπόν πήρε τηλέφωνο το Δημήτρη, μόνο αυτός είχε τηλέφωνο σπίτι του, γνωρίζοντας πως η Γεωργία του τηλεφωνεί κάθε βράδυ, κι έτσι μέσα σε δυο ώρες όλοι έμαθαν τα παθήματά του.
Η υπόλοιπη μέρα πέρασε εύκολα καθώς η αδερφή του δε σταμάτησε να μιλάει για τον επερχόμενο, σε επτά μήνες, γάμο. Αγχωμένη με το νυφικό, το γλέντι, την ορχήστρα, τους καλεσμένους, τις προσκλήσεις και οτιδήποτε είχε σχέση με το γάμο … η νόμιζε αυτή πως είχε. Ο Παύλος δεν μπορούσε ποτέ να καταλάβει γιατί όλοι όσοι παντρεύονταν, κυρίως όμως οι γυναίκες, αγχώνονταν με όλα αυτά και κυρίως με το αν θα είναι ωραίες νύφες για τις δει ο κόσμος και αν θα περάσουν καλά οι καλεσμένοι. Δεν άκουσε καμία να λέει «θέλω να γίνω όμορφη νύφη για τον αγαπημένο μου». Όσο για τους καλεσμένους, αυτοί που πραγματικά χαίρονται για το ζευγάρι … θα περάσουν καλά ό,τι κι αν γίνει. Απ’ όσο ήξερε ο ίδιος, ο γάμος ήταν ένα μυστήριο της Εκκλησίας και ταυτόχρονα μια ληξιαρχική πράξη. Αν θα ‘πρεπε να είσαι αγχωμένος για κάτι, αυτό θα ήταν αν πει ο παπάς σωστά τα λόγια και η πίστη σε αυτά είναι αρκετή! Ή αν η πίστη του ανθρώπου που θα παντρευτείς είναι αρκετή κι αν θα γίνουν τα χαρτιά σωστά. Η αδερφή του άρχισε να εκνευρίζεται ακούγοντας αυτές τις απόψεις, υποστηρίζοντας πως είναι μικρός ακόμα και επιπλέον είναι και άντρας, ενώ το «άντρας» το είπε τόσο υποτιμητικά σαν να μιλούσε για γουρούνι. Όταν όμως ο Παύλος επέμενε, με την άποψη ότι σημαντικότερο όλων είναι το να την κάνει ο άνθρωπος που θα παντρευτεί ευτυχισμένη για πάντα κι ο γάμος ουσιαστικά είναι ο όρκος σ’ αυτή την προσπάθεια … τα μάτια της γυάλισαν και οι κόρες τους διαστάλθηκαν, η φωνή της και το πρόσωπό της μαλάκωσαν και με το βλέμμα της χαμένο, προφανώς εκεί που ήταν ο Δημήτρης, είπε απλά «Ναι, τον αγαπώ και μ’ αγαπάει κι αυτό μόνο έχει σημασία!» και συνέχισε «Σου εύχομαι αδερφούλη να το νιώσεις κι εσύ μια μέρα αυτό που νιώθω εγώ τώρα. Να γεμίσει ο έρωτας την καρδιά σου σαν αερόστατο και να σε πάει ψηλά, να βλέπεις τον κόσμο μ’ άλλο μάτι» Και σαν να ανέβηκε κι αυτή ψηλά με το αερόστατο της αγάπης της και να τη χτύπησε ο κρύος αέρας, κοκκίνισαν τα μάγουλά της και τα χείλια της τα έκανε … κάπως, που δεν μπορούσε ο Παύλος να εξηγήσει.

Αφού έμεινε χαμένη άλλα πέντε λεπτά, είπε ξαφνικά πως θέλει να κάνει τσιγάρο κι έφυγε. Γύρισε μετά από μια ώρα με το κλασσικό αγχωμένο ύφος και μια νοσοκόμα που του έβγαλε τον ορό και του είπε να μην ανησυχήσει για το πρόσωπό του. Θα έπαιρνε καιρό να επανέλθει. Πως δεν του πέρασε από το μυαλό αυτό; Πως ήταν το πρόσωπό του; Δεν είχε σταθεί καθόλου σε καθρέπτη, ή μπορεί και να το έκαναν επίτηδες για να μην τρομάξει. Η Γεωργία του έδωσε να κρατήσει το σάκο και τον τράβηξε να προχωρήσουν γρήγορα. Άγγιξε το σαγόνι του και μπόρεσε να αισθανθεί την ασυμμετρία στο πρόσωπό του, που επιπλέον πονούσε σε κάθε πίεση. Αργότερα, στα βρώμικα τζάμια του ταξί που τους πήγαινε σπίτι, είδε το παραμορφωμένο πρόσωπο που θα τον χαρακτήριζε για τρεις σχεδόν εβδομάδες και όταν έκανε μπάνιο είδε τις μελανιές και στο υπόλοιπο σώμα του. Ο γίγαντας των ΚΤΕΛ προφανώς δεν είχε ικανοποιηθεί μόνο με την κλωτσιά στο πρόσωπο.



Βασίλης Ζησόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου