Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

5 Φεβ 2017

2 Κατακτώντας την αγάπη (Κεφάλαιο 17)

Οι μέρες περνούσαν ήρεμα για την Αγάπη. Είχε μπει πλέον ο Μάρτιος και, αν και η θερμοκρασία ήταν ακόμα χαμηλά για την εποχή, οι βόλτες είχαν μπει ξανά στην καθημερινότητα της. Παρακολουθούσε κανονικά τις θεωρίες στη σχολή, τα εργαστήρια μόνο για την παρουσία καθώς δεν μπορούσε να ασκηθεί κανονικά ακόμη, και δεν έχανε ευκαιρία να βρίσκεται με φίλους και γνωστούς. Ο αναγκαστικός εγκλεισμός της προηγούμενης περιόδου είχε δώσει τη θέση του στον πιο εξωστρεφή εαυτό της Αγάπης και στον πιο ευδιάθετο. Ήταν χαρούμενη και διαχυτική με όλους και πολύ περισσότερο με τον Ηλία, που είχαν αρχίσει να έρχονται πολύ κοντά.

Ένα απόγευμα που η Αγάπη καθόταν κι έπινε τον καφέ της διαβάζοντας, ένας χτύπος του κουδουνιού την ανάγκασε να μπει βίαια ξανά στον πραγματικό κόσμο. Με μεγάλη απορία πήγε μέχρι την πόρτα για να μείνει έκπληκτη μπροστά στην εικόνα του Γιώργου κοιτάζοντας μέσα από το ματάκι της πόρτας. Για μια στιγμή ταλαντευόταν ανάμεσα στην περιέργεια και τον θυμό, με τη σκέψη να μην του ανοίξει να φαίνεται η επικρατέστερη. Ο όψη του όμως, που έδειχνε κουρασμένος και ίσως μελαγχολικός, κέρδισε τα αρνητικά συναισθήματα που την κατέκλησαν για  λίγο και του άνοιξε την πόρτα.
Απέμεινε να τον κοιτάζει, χωρίς να μπορεί να βρει μια λέξη να του πει. Εκείνος την κοιτούσε μάλλον μεταμελημένος και σαφώς προετοιμασμένος να αντιμετωπίσει τον τυφώνα Αγάπη. Καθώς όμως η Αγάπη τον κοιτούσε χωρίς να λέει τίποτα, αποφάσισε να μιλήσει εκείνος πρώτος.
        Μπορώ να περάσω; ρώτησε με τα μάτια χαμηλωμένα.
        Πώς κι από τα μέρη μας; αποκρίθηκε η Αγάπη κι η ειρωνία στον τόνο της ξεχείλιζε.
        Αγάπη... Ξέρω ότι είσαι πολύ θυμωμένη μαζί μου, κι έχεις απόλυτο δίκιο. Δώσε μου όμως την ευκαιρία να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Μετά, αποφασίζεις μόνη σου την ποινή που θα μου επιβάλλεις. Τι λες;
Η ικεσία στο βλέμμα του ήταν αρκετή για να αγγίξει την καρδιά της ευαίσθητης Αγάπης. Εκείνο το βλέμμα, που θύμιζε σκανδαλιάρικο κουτάβι, ήταν αρκετό για να τον συγχωρέσει βαθειά μέσα της. Παρ’ όλα αυτά, ήταν αποφασισμένη να τον παιδεύσει πρωτού του παρέχει άφεση, όπως ακριβώς την παίδευε κι εκείνος όλον αυτόν τον καιρό με την απουσία του.
Αφού έβαλε μια κούπα καφέ για τον Γιώργο και ξαναγέμισε τη δική της, κάθισε απέναντι του αναμένοντας τις εξηγήσεις του. Εκείνος, καταλαβαίνοντας ξεκάθαρα τη στάση της, δεν άργησε να της προσφέρει την απολογία που ζητούσε. Της εξήγησε ότι, την τελευταία φορά που είχαν ειδωθεί, είχε μόλις λάβει ένα τηλεφώνημα από τον πατέρα του, που τον καλούσε να επιστρέψει επειγόντως στο σπίτι. Ανησυχώντας λοιπόν ότι κάτι είχε συμβεί, έφυγε με τον τρόπο που είχε φύγει χωρίς να πει ούτε ένα γεια.
«Μόλις έφτασα στο σπίτι, με περίμενε ο πατέρας μου έτοιμος, με τη βαλίτσα στο χέρι. Μου είπε μόνο να μαζέψω δυο ρούχα κι ότι φεύγαμε για Θεσσαλονίκη. Όλα τα υπόλοιπα θα μου τα έλεγε στο δρόμο. Έκανα κι εγώ ακριβώς ότι μου είπε, δεν είχα λόγο να του αρνηθώ άλλωστε, και λίγη ώρα αργότερα ξεκινούσαμε το ταξίδι μας. Ούτε εκείνος, πολύ δε μάλλον εγώ, δεν περίμενε ότι θα λείπαμε για τόσο μεγάλο διάστημα. Η πορεία όμως της υπόθεσης ήταν κρίσιμη και μας χρειάζονταν εκεί». Κάπου εδώ σταμάτησε για μια στιγμή και κοίταξε την Αγάπη. Εκείνη δεν του απάντησε οπότε συνέχισε της εξιστόρηση του.
« Όπως ίσως θυμάσαι, σου είχα αναφέρει κάποια στιγμή για τον αδερφό του πατέρα μου, που είχε πεθάνει σε αυτοκινητιστικό πριν πολλά χρόνια. Ο πατέρας μου πάντοτε έλεγε ότι το δυστύχημα του θείου ήταν οργανωμένο κι ότι κάποιος τον ήθελε νεκρό. Δεν είχε όμως καμία απόδειξη, κι όλοι τον έπαιρναν για τρελό. Θεωρούσαν ότι μέσα στην παράνοια της οδύνης έλεγε ότι ήθελε.
Λίγα χρόνια αργότερα ο φάκελος είχε ανοίξει ξανά και, από ότι είχαν ενημερώσει τον πατέρα μου τότε, υπήρχαν κάποια στοιχεία που, αν επιβεβαιώνονταν, θα αποδεικνυόταν ότι ο θανατος του Νικήτα δεν ήταν ατύχημα. Η έρευνα όμως σταμάτησε απότομα, έπειτα από τη δολοφονική επίθεση που δέχτηκε ο υπεύθυνος αστυνομικός, που ήταν και φίλος του πατέρα μου. Ο άνθρωπος χτυπήθηκε πολύ άσχημα. Ήταν ξεκάθαρα απόπειρα δολοφονίας εις βάρος του. Πάλεψε πολύ να παραμείνει στη ζωή και παρελπίδα τα κατάφερε. Πήρε μήνες να βγει από την εντατική, χρόνια για να βγει από το νοσοκομείο και τα κέντρα αποθεραπείας. Και μετά ξεκίνησε μια μάχη με τον ίδιο του τον εαυτό, ώστε να καταφέρει να ξεπεράσει την αμνησία. Σήμερα που μιλάμε, δεκαεπτά χρόνια αργότερα, είναι και πάλι όρθιος και αναλαμβάνει να συνεχίσει την υπόθεση από εκεί που την άφησε.»
Οι εξελίξεις είχαν βρει την Αγάπη σαν κεραυνός. Της φαίνονταν αδιανόητα όσα της έλεγε ο Γιώργος. Είχε φανταστεί ότι κάποιο σοβαρό οικογενειακό θέμα τον είχε κάνει να απομακρυνθεί, αλλά το μυαλό της αδυνατούσε να συλλάβει το μέγεθος και τη σοβαρότητα της κατάστασης που αντιμετώπιζε ο φίλος της. Όλο αυτό το διάστημα, κλεισμένη στον μικρόκοσμο της, θύμωνε μαζί του επειδή δεν ήταν δίπλα της. Ενώ εκείνος έπρεπε να είναι δίπλα στον πατέρα του, να τον συνοδεύει και να τον στηρίζει σε καταθέσεις κι έρευνες που σίγουρα ήταν τρομερά επώδυνες για εκείνον. Ξαφνικά ένιωθε απαίσια για τον εαυτό της. Όχι μόνο τον είχε συγχωρέσει, αλλά ένιωθε ότι του όφειλε και μία συγνώμη. Η αγκαλιά που του πρόσφερε είπε περισσότερα από όσα θα μπορούσαν ποτέ να πουν τα λόγια. Η σχέση των δύο φίλων είχε αποκατασταθεί πλήρως και ήταν πιο δυνατή απ’ότι στο παρελθόν.
        Να σε δω πώς θα δικαιολογηθείς στα κορίτσια... του είπε η Αγάπη με πειρακτικό τόνο.
        Ωχ... Αυτό δεν το είχα σκεφτεί. Εσύ ήξερες για την υπόθεση. Στις άλλες τι θα πω;
        Να τους πεις απλά την αλήθεια. Είναι φίλες σου, όπως κι εγώ και θα σε καταλάβουν. Η Άννα ειδικά, περιμένει απλά την αφορμή να σε συγχωρέσει...
        Υπονοείς κάτι, Αγάπη;
        Όχι! Στο λέω ευθέως!
        Και, σαν τι μου λες δηλαδή;
        Είσαι τελείως μπουμπούνας, τελικά! Σου λέω απλά ότι, για την Άννα, σημαίνεις πολλά. Της στοίχισε πολύ η απουσία σου.
        Θες να πεις δηλαδή, ότι η Άννα...
        Αυτό ακριβώς που κατάλαβες! Τώρα εσύ κάνε ότι νομίζεις.

Ο Γιώργος είχε πέσει από τα σύννεφα! Δεν του είχε περάσει ποτέ ως τώρα από το μυαλό ότι η Άννα μπορεί να έτρεφε αισθήματα για εκείνον. Έκαναν καλή παρέα, ναι. Αλλά να είναι ερωτευμένη μαζί του τόσον καιρό κι εκείνος να μην έχει αντιληφθεί τίποτα; Μάλλον έπρεπε να κανονίσει να βρεθούν με την Άννα οι δυο τους και να μιλήσουν. Δεν ήταν σίγουρος πώς έπρεπε να το χειριστεί. Μάλλον θα ακολουθούσε το συναίσθημα της στιγμής. Ίσως ήταν καλύτερα που το έμαθε αυτό τώρα. Τώρα που ήξερε, ότι εκείνος και η Αγάπη δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι μαζί...
Άλλος ένας χτύπος του κουδουνιού τους έβγαλε και τους δύο από τις σκέψεις τους. Ήταν ο Ηλίας, που είχε έρθει να πάρει την Αγάπη. Αν και πρότειναν στον Γιώργο να πάει μαζί τους, εκείνος από διακριτικότητα αρνήθηκε. Ήταν φανερό ότι το κλίμα ανάμεσα στους δυο τους είχε βελτιωθεί αρκετά. Δεν θα ένιωθε άνετα να τους χαλάσει το τετ-α-τετ. Τους χαιρέτησε μόλις έφτασαν στην Πατησίων, καθώς εκείνος θα έπαιρνε το τρόλεϊ προς το κέντρο κι εκείνοι προς Άνω Πατήσια.
Εκείνο το απόγευμα κάμφθηκαν όλες οι αντιστάσεις που προέβαλλε μέχρι τότε η Αγάπη. Η υπομονή του Ηλία, η διακριτικότητα του, αλλά ταυτόχρονα η σταθερότητα στην εκδήλωση των συναισθημάτων του, ήταν που έκαναν την Αγάπη να τον εμπιστευθεί ξανά. Ένα παγκάκι της πλατείας στο Νέο Ηράκλειο έγινε μάρτυρας της επανένωσης δύο ανθρώπων που, στην πραγματικότητα, δεν είχε σταματήσει ποτέ ο ένας να σκέφτεται τον άλλον. Περπάτησαν πιασμένοι από το χέρι, έκαναν συζητήσεις που φάνταζαν ατέλειωτες. Για εκείνους, το απόγευμα που πέρασαν τριγυρνώντας στο Νέο Ηράκλειο ισοδυναμούσε με το πρώτο τους ραντεβού. Γνωρίζονταν λες από την αρχή. Το βράδυ τους βρήκε αγκαλιά στο ίδιο κρεβάτι και η σωματική ταύτιση ερχόταν να συμπληρώσει την πνευματική. Ήταν πλέον μαζί, κι αυτό έμοιαζε το πρώτο βράδυ της υπόλοιπης ζωής τους.
Οι επόμενες μέρες πέρασαν με την Αγάπη άκρως ευτυχισμένη. Τόσο ο Ηλίας όσο και ο Γιώργος, είχαν ανακτήσει τη θέση τους στην καρδιά και τη ζωή της. Η υγεία της είχε καλυτερεύσει αρκετά, τόσο που θα δοκίμαζε με την άδεια του γιατρού να συμμετέχει και στα εργαστήρια σιγά σιγά. Όλα έδειχνα να έχουν πάρει το δρόμο τους και δεν υπήρχε τίποτα που να μπορέσει να επισκιάσει την ευτυχία στη ζωή της Αγάπης. Ή έτσι νόμιζε τουλάχιστον...
Ένα πρωινό Σαββάτου, προς το τέλος του Μάρτη, είχε ξυπνήσει αργά και καθόταν στο κρεβάτι της πίνοντας τον καφέ της. Με αυτά και μ’ εκείνα, είχε ξεχάσει το ημερολόγιο της μητέρας της καταχωνιασμένο στην ντουλάπα της. Είχε πολύ καιρό να το διαβάσει και, αφού δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει, αποφάσισε να το ανασύρει από την κρυψώνα του και να χαθεί στις σελίδες του.


29 Απριλίου 1984

Αγαπημένη μου Ελένη,
Ο Χαράλαμπος έφυγε νωρίς σήμερα για το στρατόπεδο. Αν και Κυριακή, είχε υπηρεσία και έπρεπε να πάει. Έτσι, απέμεινα εγώ μόνη με τον Νικόλα μου την πρώτη Κυριακή μας στη Θεσσαλονίκη.
Στην αρχή, πρέπει να ομολογήσω ότι απογοητεύθηκα. Ίσως θύμωσα κι όλας. Μετά όμως σκέφτηκα ότι δεν είχε επιλογή κι ότι, αν είχε, μάλλον θα επέλεγε να περάσει τη μέρα του μαζί μας. Έτσι θέλω να πιστεύω τουλάχιστον... Όσο ακόμα δεν έχει γνωριμίες εδώ, είναι πολύ πιθανό να ασχολείται και μαζί μας.
Η πόλη είναι υπέροχη κι ο καιρός πλέον πολύ καλός. Αφού, θέλοντας και μη, μείναμε μόνοι μας με τον μικρό, τακτοποίησα τις δουλειές μου όλες και μόλις έσβησα το φαγητό τον πήρα να βγούμε βόλτα. Ο Νικόλας μου είναι υπάκουο παιδί και δεν με δυσκόλεψε καθόλου. Πήγαμε βόλτα στην παραλία, στην πλατεία Αριστοτέλους, τον πήγα και στις κούνιες να παίξει. Θέλω να αρχίσει να γνωρίζει κι εκείνος άλλα παιδάκια και να παίζουν μαζί. Τα παιδιά, παιδιά θέλουν! Έτσι δεν λένε;
Από πολύ νωρίς στη βόλτα μας, είχα αντιληφθεί μια παρουσία να μας ακολουθεί. Δεν μπορούσα να διακρίνω καθαρά, μα νομίζω ότι ο άνδρας που μας ακολουθούσε διακριτικά φορούσε στολή παραλλαγής.Στην αρχή ομολογώ ότι τρόμαξα πολύ, μετά όμως σκέφτηκα ότι κάποιον θα είχε βάλει ο Χαράλαμπος για την προστασία μας.
Η μέρα είχε περάσει πολύ όμορφα κι έτσι πίστευα ότι θα τελείωνε. Αλίμονο όμως, έκανα τόσο λάθος! Ο Χαράλαμπος γύρισε στο σπίτι εξοργισμένος. Φυσικά και ήξερε για τον περίπατο μας και ήταν έξω φρενών. Μου απαγόρευσε να βγω ξανά από το σπίτι αν δεν με συνοδεύει, εκτός κι αν είναι για να ψωνίσω κάτι αναγκαίο και να επιστρέψω αμέσως πίσω. Τα ψώνια άλλωστε τα αναθέτει σε κάποιον κακομοίρη φαντάρο που δεν μπορεί να του αρνηθεί.
Προσπάθησα να δικαιολογηθώ, προσπάθησα να διαμαρτυρηθώ, να τον μεταπείσω. Δεν άκουγε τίποτα. Η επιμονή μου αντιθέτως τον εξόργισε χειρότερα. Τα αποτελέσματα; Ένα ολοκαίνουριο σερβίτσιο φαγητού σπασμένο κι ένα πλευρό δικό μου μάλλον κι αυτό σπασμένο. Και το επιστέγασμα της κατάντιας μου, έπρεπε να τον ανεχθώ το βράδυ στο ίδιο κρεβάτι μαζί μου. Να απαιτεί την ικανοποίηση των ορέξεων του. Κι εγώ, αηδιασμένη από τον εαυτό μου και τη ζωή μου, απλά να υπομένω σιωπηλά.
Ο πόνος μου είναι βουβός, Ελένη μου. Αύριο που θα ξημερώσει καινούρια μέρα, θα πρέπει να είμαι γλυκιά απέναντι του. Δεν έχω δικαίωμα να είμαι θυμωμένη. Και δεν θα είμαι, όχι εξωτερικά τουλάχιστον. Για τον Νικόλα μου. Για το παιδί μου. Γιατί του αξίζει να βλέπει μια μαμά χαμογελαστή, ακόμα κι αν η καρδιά της κλαίει. Και για να αποφύγω τα  χειρότερα...
Σε φιλώ γλυκιά μου φίλη κι εύχομαι για σένα μόνο τα καλύτερα.


Τα συναισθήματα της Αγάπης τη στιγμή που τελείωνε την επιστολή ήταν απροσδιόριστα. Θυμός; Λύπηση; Απορία; Όλα αυτά μαζί και το καθένα χώρια, χτυπούσαν το μυαλό της σαν σφυριά. Απορούσε πραγματικά. Ένα μεγάλο γιατί κυριαρχούσε στο μυαλό της. Γιατί έμενε μαζί του; Γιατί δεν τον χώριζε αφού της συμπεριφερόταν έτσι; Σε ποια βελτίωση ήλπιζε; Ένιωθε τόσο έντονα την ανάγκη να την ρωτήσει που, μετά βίας συγκρατούσε τον εαυτό της από το να την πάρει τηλέφωνο. Υπήρχε όμως ακόμα ένα μεγάλο ερωτηματικό σε αυτήν την ιστορία, κι αυτό αφορούσε το τρόπο που έφτασε εξαρχής το ημερολόγιο στα χέρια της. Δεν ήξερε αν η μητέρα της το είχε βάλει καταλάθος στα πράγματα της ή επίτηδες. Κι αν το είχε κάνει επίτηδες, πού αποσκοπούσε; Τι ήθελε να καταφέρει; Να την κάνει να νιώθει ακόμα πιο άσχημα για τον πατέρας της; Ή μήπως τελικά υπήρχε βαθύτερος λόγος;
Τους λογισμούς της που έτρεχαν ήρθε να διακόψει ο ήχος από το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Κοιτάζοντας στην οθόνη του η Αγάπη, αντίκρυσε ένα άγνωστο νούμερο. «Δεν είναι ούτε από τα Χανιά, αλλά ούτε κι από την Αθήνα…» μονολόγησε και ταλαντευόταν ανάμεσα στο αν έπρεπε να απαντήσει ή όχι. Πρωτού προλάβει να απαντήσει, η γραμμή έκλεισε βγάζοντας την από το δίλημμα. Η περιέργεια της όμως ήταν έντονη, κι έτσι αποφάσισε να καλέσει στις πληροφορίες.
«Ο αριθμός ανήκει στο αστυνομικό τμήμα Λευκού Πύργου. Θα θέλατε να σας συνδέσω;» Στο άκουσμα της πληροφορίας η Αγάπη επαναπαύθηκε, όντας σίγουρη ότι επρόκειτο για λάθος. Τι δουλειά είχε εκείνη με το αστυνομικό τμήμα, και μάλλιστα εκείνο του Λευκού Πύργου; Δεν είχε καμία σχέση με τη Θεσσαλονίκη. Ούτε γνωστούς, ούτε είχε πάει ποτέ η ίδια. Ο μοναδικός που γνώριζε και είχε κάποια σχέση με τη Θεσσαλονίκη ήταν ο Γιώργος, αλλά για την δική του υπόθεση δεν θα έπαιρναν εκείνη. Θα ειδοποιούσαν απ’ ευθείας τους ίδιους για τυχόν εξελίξεις.
Με αυτά και μ’ εκείνα είχαν περάσει αρκετές ώρες και η Αγάπη αποφάσισε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Είχε τεμπελιάσει αρκετά για σήμερα... Έβαλε ένα πλυντήριο να πλένει και πήγε στην κουζίνα να βρει κάτι να μαγειρέψει. Η μαγειρική της άρεσε και τα κατάφερνε αρκετά καλά, σε αντίθεση με τη Μίνα που δεν ήξερε να βράσει ούτε νερό, που λέει ο λόγος. Έτσι, μαγείρευε συνήθως η Αγάπη και φόρτωνε στη Μίνα το σιδέρωμα. Δίκαια πράγματα!
Έβαλε στο ραδιάκι που είχαν στην κουζίνα τον αγαπημένο της σταθμό, κι άρχισε να ψαχουλεύει τα ντουλάπια αναζητώντας την έμπνευση. Βρήκε κριθαράκι, μανιτάρια και καλαμπόκι κονσέρβα. Στο ψυγείο είχε μια τελευταία πιπεριά και λίγες φέτες γαλοπούλα καπνιστή. Τα αράδιασε όλα δίπλα-δίπλα στον λιγοστό πάγκο της μικρής της κουζίνας και ανακοίνωσε στον εαυτό της με χαρά. «Τέλεια! Θα φτιάξω κριθαρότο!» Ξεκίνησε χωρίς άλλες καθυστερήσεις να παρασκευάσει τη σημερινή της δημιουργία. Είχε πάντα περίσσιο κέφι όταν μαγείρευε και δεν παρέλειπε ποτέ να ακούει μουσική παράλληλα. Καμιά φορά μάλιστα, όπως χανόταν ανάμεσα στις κουτάλες τις και τη μουσική, την έβλεπες να χορεύει και να τραγουδάει ταυτόχρονα. Τότε ήταν πραγματικά να την χαζεύεις. Ο οποιοσδήποτε βλέποντας την θα γελούσε με την ψυχή του!
Με την έκφραση μέγα σεφ αποτυπωμένη στο πρόσωπο της, μόλις τελείωσε το μαγείρεμα, πήρε ένα μήλο και πήγε στο σαλόνι. Κάθησε στον καναπέ, άνοιξε την τηλεόραση και αποφάσισε να τηλεφωνήσει στη Μίνα, που έλλειπε από το πρωί, να δει πού είναι κι αν έχει σκοπό να γυρίσει σύντομα. Ξεκλειδώνοντας το κινητό της τηλέφωνο, βρήκε πέντε κλήσεις από το Νικόλα. Φαίνεται με τη μουσική δεν είχε ακούσει το τηλέφωνο που χτυπούσε. Θορυβημένη λίγο από την επιμονή που είχε επιδείξει ο αδερφός της στο να την βρει, αποφάσισε να καλέσει πρώτα εκείνον.
        Νικόλα; Τι κάνεις; Όλα καλά;
        Πού είσαι τόσην ώρα; Έσπασα τα τηλέφωνα.
        Συγνώμη δεν το άκουγα. Τι συμβαίνει; Δεν σε ακούω καλά...
        Πολλά και παράξενα συμβαίνουν, αλλά δεν μπορώ να μιλήσω τώρα. Έχει γυρίσει ο πατέρας και μπήκα στο μπάνιο να σου μιλήσω. Θα σε πάρω αργά το βράδυ. Να έχεις το νου σου...
Με αυτά τα λόγια της έκλεισε το τηλέφωνο ο Νικόλας αφήνοντας την πιο ανήσυχη από πριν. Τι μπορεί να είχε συμβεί πάλι, που να ήταν ικανό να τον αναστατώσει τόσο; Και, γιατί δεν έπρεπε να τον ακούσει ο πατέρας τους; Ο Νικόλας πάντοτε υποστήριζε τον πατέρα του και κοιτούσε να τα έχει καλά μαζί του. «Μυστήρια πράγματα...» μονολόγησε η Αγάπη. Καλύτερα να μην τον είχε πάρει καθόλου στο τηλέφωνο. Τώρα καθόταν σε αναμένα κάρβουνα από την αγωνία της κι έπρεπε αναγαστικά να περιμένει μέχρι να την τηλεφωνήσει εκείνος.
Προκειμένου να ξεχαστεί λίγο, αν και ήξερε ότι ίσως δεν ήταν η καλύτερη επιλογή, αποφάσισε να ανοίξει για ακόμα μία φορά το ημερολόγιο. Ανοίγοντας το, στάθηκε λίγο στην ομαδική φωτογραφία απο την υποδοχή της οικογένειας της, όταν ο πατέρας της είχε πάρει εκείνη τη μετάθεση στη Θεσσαλονίκη. Κοιτούσε εξεταστικά ένα ένα τα πρόσωπα. Πέρα από τους γονείς της που αναγνώριζε, κι εκείνον τον μυστήριο άνδρα που θυμόταν σαν σε όνειρο, δεν μπορούσε να θυμηθεί κανένα άλλο πρόσωπο. Όλοι της φαίνονταν εξίσου άγνωστοι. Αυτό σαν γεγονός της κατάριπτε την πεποίθηση ότι είχες ίσως ξαναδεί στο παρελθόν τη φωτογραφία. Οπότε το μυστήριο εκείνου του άνδρα παρέμενε. Έπρεπε να ρωτήσει την κυρία Δέσποινα για την ταυτότητα του, όταν όμως θα ήταν από κοντά...
Αφού χάζεψε για αρκετή ώρα τη φωτογραφία, αποφάσισε να συνεχίσει με την ανάγνωση ακόμα μίας επιστολής. Η αμέσως επόμενη είχε ημερομηνία αρκετά μακρινή σε σχέση με την τελευταία.

27 Δεκεμβρίου 1984

Αγαπημένη μου, Ελένη
Συγχώρεσε με που έχω να σου γράψω τόσο καιρό. Πέρασαν πολλές βραδιές που σε σκεφτόμουν κι ήθελα να τρέξω, έστω και με φαντασία μου, κοντά σου είχα όμως κουραστεί να σου βαραίνω κι εσένα την ψυχή. Δεν είχα, άλλωστε, κανένα νέο να σου πω. Η ζωή μας εδώ, όλους αυτούς τους μήνες, κυλούσε εξίσου μοναχικά και μονότονα κάθε μέρα. Κλεισμένη στο σπίτι όπως είμαι, πέρα από τον μπακάλη της γειτονιάς δεν έχω γνωρίσει κανέναν. Την Κυριακή στην εκκλησία μόνο ακούω καμιά καλημέρα από τις άλλες γυναίκες που γνωριζόμαστε εξ’ όψεως. Άνθρωπο πέραν της οικογένειας συναναστρέφομαι μόνο όποτε έχει τίποτα καλεσμένους ο Χαράλαμπος.
Εχθές μου ήρθε γράμμα από τη μάνα μου. Έλεγε ότι η υγεία του πατέρα μου δεν είναι πολύ καλά. Τον παρακολουθεί ο γιατρός και του έχει δώσει φάρμακα, όμως ακόμα δεν έχουν δει βελτίωση. Βάσανο κι αυτά τα γράμματα... Όμως θα βάλουμε τηλέφωνο, κατάφερα και τον έπεισα το Χαράλαμπο. Τώρα με την αδιαθεσία του πατέρα είπε το ναι, για να μαθαίνω πώς είναι.
Προχθές που λες, Ελένη μου, ανήμερα τα Χριστούγεννα, είχαμε κόσμο. Είχε καλέσει ο Χαράλαμπος αρκετούς από το στρατόπεδο μαζί με τις γυναίκες τους.Μπορώ να πω ότι περάσαμε ευχάριστα. Κουράστηκα βέβαια πάρα πολύ να φροντίσω για τόσα άτομα, επτά ζευγάρια κι ένας άνδρας είμασταν αν θυμάμαι καλά, αλλά σίγουρα το προτιμούσα από το να είμαστε μόνοι μας. Άσε που...
Ελένη μου, μην παρεξηγήσεις ότι σου πω. Δεν σκέφτηκα ούτε έκαμα τίποτα περισσότερο απ’ότι θα σου ομολογήσω σε αυτό το γράμμα.
Όπως σου είπα πιο πάνω, μέσα στην παρέα που είχαμε, ήταν κι ένας άνδρας που είχε έρθει ασυνόδευτος. Αυτός, από ότι έμαθα από μία κυρία, είναι ελεύθερος και είναι μια θέση κάτω από τον Χαράλαμπο. Πρέπει μάλιστα, αν κατάλαβα καλά, να διατηρούν καλές σχέσεις τόσο εντός όσο και εκτός στρατοπέδου.
Ήταν ένας άνδρας γλυκομίλητος και πολύ ευγενικός. Δεν παρέλειπε να με ευχαριστεί κάθε φορά που σαν οικοδέσποινα του πρόσφερα μια περιποίηση, με τη σειρά του πάντα όπως και σε όλους τους άλλους.
Ορισμένες στιγμές σαν τον κοιτούσα... Να, το παραδέχομαι. Ευχόμουν ο Χαράλαμπος να του έμοιαζε. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην ομορφιά, αλλά κυρίως στους τρόπους. Φοβάμαι όμως ότι ίσως τον κοιτούσα επίμονα, γιατί κάποια στιγμή το κατάλαβε και μου χάρισε ένα μεγάλο χαμόγελο.
Εγώ ντράπηκα τόσο πολύ! Γύρισα αμέσως το κεφάλι μου αλλού, αλλά είμαι σίγουρη ότι πρόλαβε να δει τα μάγουλα μου που είχαν γίνει κατακόκκινα.
Τώρα ότι έγινε, έγινε. Εύχομαι μόνο να μην σκέφτηκε τίποτα άσχημο για εμένα.
Αυτά είχα να σου πω καλή, γλυκιά μου φίλη που μου έφυγες μακρυά. Εύχομαι να έχεις μια υπέροχη ζωή και κάποια στιγμή να ανταμώσουμε ξανά!

Αυτή η τόσο ιδιαίτερη εξομολόγηση της μητέρας της είχε κάνει την Αγάπη να το διασκεδάσει αρκετά. Σκεφτόταν τη μητέρα της τότε, ντροπαλό και άβγαλτο κορίτσι παρόλο που είχε παντρευτεί, και την σύγκρινε με την μητέρα της σήμερα. Πόσο μπορεί να αλλάξει ο χρόνος τον άνθρωπο! Η σύγχρονη κυρία Δέσποινα, ουδεμία σχέση είχε πια με εκείνο το ντροπαλό κορίτσι. Κι όμως, ήταν ο ίδιος άνθρωπος.
Λίγο αργότερα επέστρεψε και η Μίνα και οι δύο φίλες πέρασαν το υπόλοιπο βράδυ τους παρέα. Η Μίνα της έφερνε νέα από τη συνάντηση της Άννας με το Γιώργο, που είχε εξελιχθεί πολύ θετικά για την Άννα και όλα έδειχναν ότι θα είχε επιτέλους ότι ονειρευόταν. Στη συνέχεια συζήτησαν για τον Ηλία. Η Αγάπη δεν έχανε ευκαιρία να μιλάει για εκείνον και για το πόσο καλός, κούκλος, τρυφερός, τέλειος γενικά είναι.        Έτσι πέρασαν το βράδυ τους κουβεντιάζοντας. Το μυαλό της Αγάπης όμως, δεν ήταν εντελώς απελευθερωμένο από τις έγνοιες. Όσο κι αν έδειχνε να απολαμβάνει το βραδάκι με την κολλητή της, το μυαλό της ήταν κολλημένο σ’ εκείνο το τηλεφώνημα που περίμενε. Ένα τηλεφώνημα που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ...



Αλεξία Λαμπροπούλου 

2 σχόλια:

  1. Μου αρέσουν πολύ τα σημεία που αφορούν την αφήγηση μέσα από το ημερολόγιο!Γενικά μου αρέσει η ιστορία και την έχω αφηγηθεί κιόλας σε κοινό προτρέποντάς τους να τη διαβάσουν. Σε αναμονή της συνέχειας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σ' ευχαριστώ πολύ κοπέλα μου! Η στήριξη σου είναι πολύτιμη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή