Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

14 Φεβ 2017

0 Η Τελετή 2: Έξω από τα τείχη (Κεφάλαιο 2/Μέρος 1)

Καθόμαστε λίγο αγκαλιά στο απαλό γρασίδι και εγώ προσπαθώ να του εξηγήσω τι είναι υποχρεωμένος να κάνει και τι δικαιώματα έχει. Δε φαίνεται να με πολυακούει. Το μόνο που κάνει είναι να μου απαντάει με ένα μουγκρητό και να χαμογελάει συνέχεια κοιτώντας τον ουρανό.
«Λοιπόν. Τώρα που τελείωσες, έχω κάποιες δουλειές να κάνω. Τα λέμε αργότερα!» μου λέει βιαστικά ενώ σηκώνεται όρθιος και με φιλάει.
«Δεν έχεις να πας πουθενά» τον διακόπτω.
«Μα έχω δουλειές!» μου λέει απογοητευμένος.
«Κι εγώ για δουλειά θα σε στείλω» του λέω και απολαμβάνω την έκφραση που πείρνει. «Άντε, επειδή είσαι καινούριος, σε δύο ώρες να μαζευτούμε για συμβούλιο. Εσύ πρέπει να πας να τους ενημερώσεις όλους».
«Ω, καλά» μου λέει βαριεστημένα ο Ντάνιελ και φεύγει.

Τι να κάνει άραγε η Ανελίζ; Θα είναι καλά ή θα τη βασανίζουν εκεί μέσα; Πρέπει να ξεκινήσω να πάρω δραστικά μέτρα. Είδη έχω κάτσει πολύ. Αλλά αυτό που σκέπτομαι είναι πολύ χρονοβόρο. Ναι, αλλά θα είναι και αποτελεσματικό. Τουλάχιστον δεν έχουμε την πίεση του πολέμου. Πρέπει να ηρεμήσω. Ο Ντάνιελ έχει δίκιο. Δεν μπορώ να τους σώσω όλους. Αλλά τουλάχιστον θα προσπαθήσω. Ξεκινάμε σήμερα κιόλας.

Πηγαίνω προς το δωμάτιό μου. Όταν φτάνω μπροστά από την πόρτα, εκείνη ανοίγει και βλέπω τον Βίκτωρ να στέκεται εκεί με τα παπούτσια στο χέρι. Με κοιτάζει και κολλάει για λίγο. Μετά σκύβει το βλέμμα του και χωρίς να πει τίποτα με προσπερνάει. Τον αρπάζω με δύναμη από τον γιακά και τον τραβάω. Αλλά δε γέρνει καθόλου. Απλώς σταματάει και μένει ακίνητος σαν άγαλμα. Πηγαίνω μπροστά του για να με βλέπει, όταν θα του μιλάω.
«Μπες μέσα, έχουμε να κάνουμε μια κουβεντούλα» του λέω απειλητικά και αυτός σηκώνει το βλέμμα του και με καρφώνει με τα μάτια.
«Αλλιώς τι;» μου λέει και σταυρώνει τα χέρια του στο στήθος του.
«Θα σου έλεγα ότι θα έτρωγες ξύλο, αλλά έφαγες μία και καλή χτες το βράδυ» του λέω ειρωνικά και τα χείλη του συσπώνται για λίγο. Πάει να φύγει, αλλά η φωνή μου τον σταματάει. «Δε νομίζω να θέλεις να μάθει η Ζιζέλ για τα χτεσινοβραδινά. Της έχεις αδυναμία... Και θα την απογοητεύσεις. Πολύ».
Γυρνάει απότομα και αν μπορούσε να σκοτώσει με το βλέμμα του, τότε θα ήμουν κάτω από το χώμα.
«Η Ζιζέλ δεν έχει λόγο να ανακατευτεί» μου λέει και μισοκλείνει τα μάτια του.
«Η Ζιζέλ έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο πάνω σου! Μπορεί να είσαι ενήλικος, αλλά ζεις ακόμα μαζί της και ας μην ξεχνάμε ότι σου έσωσε τη ζωή!»
«Δεν είναι μητέρα μου!» φωνάζει και το αίμα μέσα μου βράζει. Τον χαστουκίζω τόσο δυνατά που το χέρι μου μουδιάζει.
«Επειδή δε σε γέννησε εκείνη, δε σημαίνει ότι δεν είναι μητέρα σου. Χάρις σε εκείνη ζεις. Εκείνη σε μάζεψε από τους χίλιους δρόμους και από κλεφτρόνι σε έκανε πρίγκιπα! Τώρα σταμάτα να φέρεσαι σαν δεκατετράχρονο που μόλις το έσκασε από το σπίτι και φέρσου σαν άντρας. Μπες μέσα, σε παρακαλώ, να μιλήσουμε» του λέω γεμάτη οργή δείχνοντάς του την ανοικτή πόρτα πίσω μου. Το βλέμμα του είναι καρφωμένο στο πάτωμα. Παρ’ όλα αυτά το κεφάλι του είναι ψηλά. Προχωράει αργά και χωρίς να πει τίποτα, μπαίνει μέσα.
     Κάθομαι σε μια πολυθρόνα μπροστά από το τζάκι και ο Βίκτωρ κάθεται στην άλλη απέναντί μου. Με κοιτάζει με ένα βλέμμα απέχθειας. Δεν μπορώ να καταλάβω τι τον έχει πιάσει και φέρεται έτσι.
«Λοιπόν;» του λέω διστακτικά και αυτός με κοιτάζει με ένα ψεύτικα απορημένο βλέμμα. Σηκώνω τα μάτια μου ψηλά ως ένδειξη απελπισίας. Γέρνω το κορμί μου πιο κοντά του, χωρίς να σηκωθώ από τη θέση μου. «Λοιπόν, πού ήσουν χτες;»
«Να μη σε νοιάζει» απαντάει απότομα, πριν προλάβω να πω τίποτα. Παίρνω βαθιά ανάσα για να ηρεμήσω και να μην του έρθει τίποτα στο κεφάλι. Ηρέμησε, Τατιάνα! Άλλωστε έχει δίκιο... Δεν έχω δικαίωμα να μάθω την προσωπική του ζωή. Άλλη είναι η δουλειά μου.
«Πολύ καλά. Το όπλο πού το βρήκες;» περίμενα πάλι καμιά επιθετική ανταπόκριση, αλλά ευτυχώς μίλησε ήρεμα.
«Μετά τη μάχη μείνανε πολλά όπλα των ανθρώπων πίσω. Κυρίως άδεια. Μου το έδωσε χτες ένας φίλος μου, γιατί του ήταν άχρηστο και σκέφτηκα να το φέρω σε εσένα». Δηλαδή υπάρχουν όπλα παντού στο βασίλειο;
«Σε εμένα; Γιατί σε εμένα;» το μυαλό μου σταματάει την επεξεργασία του σε αυτήν του την τελευταία πρόταση.
«Γιατί αν το έδινες στους "ανθρώπους" σου, μπορεί να φτιάχναμε και εμείς μερικά. Ξέρω τι μανία σε έχει πιάσει τώρα τελευταία με αυτήν την εκδίκησή σου».
Προσπερνάω το γεγονός ότι δεν επιζητώ εκδίκηση αλλά ελευθερία και αναλογίζομαι αυτά που μου είπε. Αμέσως πετάγομαι όρθια και με ακολουθεί κι ο Βίκτωρ.
«Είσαι ιδιοφυΐα!» του λέω και τον παίρνω αγκαλιά. Αυτός μαρμαρώνει και μετά από λίγο χαλαρώνει και μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Τι έχει πάθει; Αυτός δεν είναι ο Βίκτωρ που ξέρω. Απομακρύνομαι και νιώθω σαν να με σφίγγει λίγο πάνω του για να μην απομακρυνθώ. Μένω να τον κοιτάζω με ένα τεράστιο χαμόγελο. Το πρόσωπό του μου φαίνεται φοβισμένο, αλλά μετά από μερικές στιγμές σοβαρεύει και κάνει την κίνηση. Σκύβει για να με φιλήσει. Τι; Πάλι; Νόμιζα ότι χτες ήταν πάνω στο μεθύσι του. Τι του συνέβη στα καλά καθούμενα;
Η μπουνιά μου αυτή τη φορά δε με βοηθάει. Αποφεύγω το φιλί και κάνω το χέρι μου γροθιά. Πριν προλάβω να τη σηκώσω, αρπάζει τα χέρια μου και με κολλάει στον τοίχο. Με φιλάει απότομα και τον δαγκώνω, αναγκάζοντάς τον να απομακρυνθεί. Αυτή τη φορά τρώει ένα χαστούκι, αλλά δεν το αρνείται καθόλου.
«Τι κάνεις; Δε θυμάσαι ότι είμαι με άλλον;» του φωνάζω και αυτός σκουπίζει το αίμα που τρέχει από τα χείλη του.
«Το θυμάμαι κι αυτό είναι που με βασανίζει. Πώς μπορείς να είσαι μαζί του;» μου φωνάζει δείχνοντάς μου με το δάχτυλό του την πόρτα εξοργισμένα. Έχω μείνει με το στόμα ανοικτό.
«Τι λες;» του λέω με μισή φωνή.
«Λέω ότι αυτός ο χωριάτης δε σου αξίζει. Τώρα έπρεπε να είμαστε μαζί. Όταν ήμασταν, ήμουν τόσο ευτυχισμένος όπως κι εσύ» μου λέει με πικραμένη φωνή. Καθώς αναφέρει αυτό το ευαίσθητο σημείο μεταξύ μας, εγώ συνέρχομαι και το αίμα μου ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά στο κεφάλι.
«Αυτό που έγινε μεταξύ μας, ήταν ένα τεράστιο λάθος» του λέω κάπως πιο δυνατά.
«Αυτό που έγινε μεταξύ μας, ήταν ότι καλύτερο μου έχει συμβεί στη ζωή μου! Γιατί το λες συνέχεια αυτό; Τι έχει παραπάνω αυτός που δεν το έχω εγώ; Είναι ψηλός; Δε θα το έλεγα. Έχει ωραία μάτια; Μπορεί αλλά δεν πάω πίσω! Μαλλιά; Είναι καλός στο κρεβάτι; Τι;»
«Αυτοσεβασμό» του λέω σηκώνοντας το ανάστημά μου.
«Τι;» με κοιτάει γεμάτος απορία.
«Έχει αυτοσεβασμό! Είναι πέντε χρόνια μικρότερός σου και ξέρει να σέβεται αυτό που είναι. Ξέρει ποιος είναι. Δεν υποδουλώνει τον εαυτό του συνέχεια στις γυναίκες και στα ξενύχτια. Δεν ξεφτιλίζει την εικόνα του όπως κάνεις εσύ!» του λέω και τον καρφώνω με το βλέμμα μου.
«Μάλιστα. Δηλαδή δεν είσαι μαζί μου λόγω της εικόνας μου» λέει σκεπτικός.
«Επίσης είναι και πιο έξυπνος, γιατί όπως φαίνεται δεν κατάλαβες λέξη από όσα είπα!» του λέω ειρωνικά και του δείχνω την πόρτα. «Παρακαλώ, περάστε έξω, έχω πολλές δουλειές να κάνω».
Ο Βίκτωρ φεύγει και καθώς ανοίγει την πόρτα με κοιτάει και ένα στραβό χαμόγελο διαγράφεται στα χείλη του.
«Χμ... Τόσο άσχημη χυλόπιτα; Πολύ καλά. Κάποια μέρα θα στο ανταποδώσω» μου λέει ειρωνικά και εξαφανίζεται.

Voula Gk.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου