Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

14 Φεβ 2017

0 Μετάλλαξη (Κεφάλαιο 29) Κόκκινη Λίμνη

 
 Το χέρι του Ορφέα έτρεμε. Λίγα λεπτά νωρίτερα είχε χάσει τον έλεγχο του κεντρικού αμφιθεάτρου, ενώ είχε προλάβει να παρακολουθήσει στον υπολογιστή την απρόσμενη εκτέλεση του Πάνου.

   Τώρα κρατούσε τη συσκευή ενδοεπικοινωνίας. Κοιτούσε τα μηνύματα που είχε ήδη στείλει.
Ορφέας: Έχασα τον έλεγχο του αμφιθεάτρου. Είδα να πυροβολούν τον Πάνο. Τι συμβαίνει εκεί μέσα;
Ορφέας: Παιδιά τι γίνεται εκεί μέσα;
Ορφέας: Γιατί δεν απαντάει κανένας;
Ορφέας: Απαντήστε που να πάρει ο διάολος! Στείλτε κάτι, ακόμα και αν είναι φωνητικό μήνυμα!
Ορφέας: Εύη;
Ορφέας: Δάκη;
Ορφέας: Κάποιος;
   Δεν είχε λάβει ούτε μία  απάντηση.
   Οι δύο στενοί του φίλοι έμοιαζε να έχουν χαθεί από προσώπου γης.
   Γιατί όμως δεν απαντούσαν; Πως μπορεί να είχαν εξελιχθεί άραγε τα πράματα; Να κρατούσαν όλα τα μέλη της συμμαχίας αιχμάλωτα  μπροστά σε όλο αυτό το κόσμο; Φάνταζε αδύνατον! Το τοπικό κανάλι της Ωκεανίας προέβαλε  το θάνατο του Πάνου, όταν εκείνος έχασε ξαφνικά τον έλεγχο του αμφιθεάτρου.  Όλο αυτό προμήνυε ότι συνέβαινε κάτι πολύ άσχημο εκεί μέσα και δυστυχώς ο ίδιος δεν μπορούσε να μάθει από τη θέση που βρισκόταν.
   Εκνευρισμένος και ανήσυχος, πέταξε με δύναμη τη συσκευή στο πάτωμα, σα να ήξερε πως δε θα λάμβανε απάντηση.
  Αμέσως μετά κοίταξε έξω από το παράθυρο της αίθουσας μαθηματικών.
 Άνθρωποι μαζεύονταν στην αυλή του 4ου τομέα πανικόβλητοι. Πολλοί με κόκκινα από το κλάμα μάτια και άλλοι με μια παγωμένη έκφραση στο πρόσωπο σα να  είχαν δει παρέλαση φαντασμάτων.
  Η εικόνα των ίδιων των ανθρώπων ωστόσο του έκανε λιγότερη αίσθηση από την  εικόνα των ρούχων που φορούσαν πολλοί από αυτούς. Είχαν ένα σκούρο χρώμα σα να είχαν λεκιαστεί με κάποιο υγρό και κολλούσαν πάνω στα σώματα τους που έτρεμαν. Πίσω τους άφηναν πατημασιές που, αν και ήταν μισοσκόταδο, μπορούσε να διακρίνει το χρώμα τους.
   Κόκκινο.
   Ανατρίχιασε.
   Όλα ήταν κόκκινα. Τα ρούχα, οι πατημασιές τους και το  μόνο που ξεχώριζε ήταν τα κάτασπρα πρόσωπα τους που έμοιαζαν σα να έχουν χάσει κάθε ίχνος ζωής.
   Ένιωσε τον αέρα να μην φτάνει στους πνεύμονες του. Οι άνθρωποι ήταν λερωμένοι με αίμα. Αίμα που μόνο από  συγκεκριμένα άτομα μπορούσε να προέρχεται.
   Ήταν το αίμα των φίλων του από τη συμμαχία.
   Κοίταξε τη συσκευή που είχε ρίξει στο έδαφος. Συνέχιζε να μην έχει καμία απολύτως ανταπόκριση. Τον πλημμύρισε φρίκη και απόγνωση.
   Ήταν τα μέλη της συμμαχίας νεκρά;
   Είχαν ακολουθήσει και άλλα θύματα μετά τον Πάνο; Η Εύη, ο Δάκης, η Αιμιλία, η Λορέτα, ο Μανώλης, η Κατερίνα, ο Γιάννης, η Μαριάννα, ο Λεωνίδας, ο Γρηγόρης, ο Αναστάσης, ο Μάρκος και ο ξεροκέφαλος Ιάσονας... Το δικό τους αίμα ήταν αυτό που λέρωνε την αυλή του 4ου τομέα; Αυτών και των υπόλοιπων μεταλλάξεων;
   Έκανε εικόνα τα ενθουσιασμένα πρόσωπα τους καθώς έφταναν στην αυλή. Όλοι τους είχαν αυτή την ελπιδοφόρα έκφραση, εκείνη την αισιοδοξία πως ένα καλύτερο μέλλον ήταν μπροστά τους. Η αστυνομία δε θα τους άγγιζε όταν πια όλη η πόλη ήξερε την αλήθεια για τα ψέματα της. Τα ίδια τα μάτια των ανθρώπων της  πόλης θα ήταν η προστασία τους.
   Όμως η υπόθεσή του ήταν λάθος.
   Η αστυνομία δε θα άφηνε κανέναν ζωντανό. Η εικόνα ασφάλειας και προστασίας που προσπαθούσε να πλασάρει  είχε λιγότερη σημασία από το μυστικό που ήθελαν να αποκαλύψουν η μεταλλάξεις. Δεν ήθελαν να αποκαλυφθεί η αλήθεια, ακόμα και αν αυτό σήμαινε πως το Φεστιβάλ Τεχνολογίας θα μετατρεπόταν σε λουτρό αίματος μπροστά σε όλους τους ανθρώπους που παρακολουθούσαν.
   Ξανακοίταξε την εικόνα. Κάθε λεπτό που περνούσε όλο και περισσότεροι άνθρωποι έβγαιναν από το αμφιθέατρο. Και κάθε επόμενος είχε χειρότερη έκφραση από τον προηγούμενο. Μία ξανθιά κοπέλα, σοκαρισμένη και αηδιασμένη, κρύφτηκε πίσω από ένα θάμνο και έκανε εμετό.
   Παρακολουθώντας τη σιγουρεύτηκε πως κι αυτή η λερωμένη με αίμα κοπέλα, είχε δει το ίδιο θέαμα που είχε φανταστεί και εκείνος.
   Είχε υποτιμήσει την αστυνομία…. Πίστευε ότι δεν είχε καμία τύχη απέναντι στο σχέδιο της συμμαχίας.
   Οι φίλοι του όμως πέθαιναν! Και ήταν εκείνος αποκλειστικά υπεύθυνος για το χαμό τους. Εκείνος και οι βιαστικές του αποφάσεις. Εκείνος και οι ηλίθιες υποθέσεις του.
   Το αίμα τους χύθηκε από τα δικά του χέρια.
   Ένας ανεπαίσθητος ήχος τον έβγαλε από τις καταστροφικές του σκέψεις. Ήταν ένας ελαφρύς ήχος, σα βήματα γάτας, αλλά μέσα στην ησυχία του κτιρίου της δωδέκατης τάξης του τρυπούσε τα αυτιά.
   Κοίταξε τους δύο υπολογιστές που χρησιμοποιούσε όλη αυτή την ώρα. Και στους δύο οι οθόνες είχαν μαυρίσει την στιγμή που είχε χάσει τον έλεγχο του Φεστιβάλ. Ο ψηφιακός πίνακας είχε σβήσει, αφήνοντας τον στο σκοτάδι, ενώ η κρυπτογραφημένη σύνδεση που είχε δημιουργήσει κάλυπτε την τοποθεσία του, ακόμα και όταν πια τα συστήματα δεν αντιδρούσαν στις δικές του εντολές.
   Και όμως, ήξεραν ότι βρίσκεται εκεί.
   Κανένας άλλος δεν  μπορούσε να μπει στο κτίριο της δωδέκατης τάξης, πέρα από τους αστυνομικούς που είχαν πρόσβαση σε κάθε κτίριο της Ωκεανίας.
   Η αστυνομία ερχόταν να αποτελειώσει και τη δική του ζωή, που τόσα χρόνια «βασάνιζε» τους ανθρώπους της Ωκεανίας.
   Χωρίς δεύτερη σκέψη σήκωσε το κάθισμα της έδρας του καθηγητή και το έριξε με δύναμη στο γυάλινο παράθυρο. Τα χιλιάδες μικρά κομμάτια σκορπίστηκαν μπροστά του και τρομαγμένες φωνές ανθρώπων έφταναν σε εκείνον. Ο απαλός βηματισμός της γάτας μετατράπηκε σε αυτόν μιας τίγρης που κυνηγούσε το θήραμά της.
   Πάτησε στο περβάζι του παραθύρου, και με προσοχή για να μην αγγίξει τα γυαλιά βούτηξε προς το θάμνο που υπήρχε από κάτω του. Προσγειώθηκε άτσαλα πάνω στο αριστερό του χέρι καθώς άκουγε την πόρτα της αίθουσας των μαθηματικών να ανοίγει και δύο πυροβολισμούς να ακολουθούν.
   Όταν οι αστυνομικοί έφτασαν στο σπασμένο παράθυρο ο Ορφέας είχε ήδη εξαφανιστεί.

*  *  *

   Τα βλέφαρα της ήταν βαριά. Το ίδιο πέτρινο βάρος είχαν και οι μυς της που είχαν ακινητοποιηθεί. Κάτι μέσα της, ένα κακό προαίσθημα, της έλεγε να σηκωθεί, να τρέξει, να ξεφύγει. Όλο της το σώμα ποτιζόταν με αδρεναλίνη. Κινδύνευε να χάσει τη ζωή της, κάθε λεπτό που περνούσε βρισκόταν πιο κοντά στο θάνατο. Παρόλα αυτά παρέμενε εκεί, ασάλευτη, μην μπορώντας να αρθρώσει λέξη, μην μπορώντας καλά καλά να αναπνεύσει.
   Τι ήταν αυτό που την κυνηγούσε;
   Δύο μπλε μάτια την κοιτούσαν με φρίκη. Δύο γνώριμα μάτια που ένα δευτερόλεπτο μετά έχασαν το χρώμα τους και τη φλόγα της ζωής. Προσπαθούσε να τα φτάσει, να τα σώσει, αλλά κατέληξε να κοιτάζει μόνο μία κόκκινη λίμνη.
   Κόκκινο...
   Όλα ήταν κόκκινα.
   Βαμμένα σε αυτό το υγρό που τόσο μισούσε. Έχοντας αυτήν την τόσο αηδιαστική οσμή, την ακόμα πιο σιχαμένη γεύση.
   Και εκείνη να τρέχει να ξεφύγει.
   Δεν υπήρχε διέξοδος. Μόνο θάνατος.
   «Καλησπέρα Αιμιλία» είπε η φωνή που την έβγαλε από τις παραισθήσεις της.
   Τα βλέφαρα της τρεμόπαιξαν καθώς το βάρος τους ελάφρυνε. Μπορούσε να διακρίνει φως πίσω από τα κλειστά της μάτια. Τα άνοιξε με πολύ κόπο και τυφλώθηκε από το έντονο φως. Δεν μπορούσε να διακρίνει χρώματα και σχήματα. Μια παγερή αίσθηση απλωνόταν σε όλο της το σώμα, μέχρι τα ακίνητα ακροδάχτυλά της.
Μια φιγούρα άρχισε να σχηματίζεται μπροστά της.
   Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Πετάχτηκε, στην προσπάθεια να ξεφύγει. Αλλά δεν μπόρεσε να μετακινηθεί ούτε εκατοστό..
   Ένιωθε έναν οξύ πόνο στους καρπούς της. Ήταν δεμένη, δεν μπορούσε να πάει πουθενά.
   Τα πράσινα θανατηφόρα μάτια που είχε μπροστά της, κάρφωναν τα δικά της.
Η πολιτάρχης! Η παρουσία της και μόνο κραύγαζε κίνδυνο. Γιατί ήταν η πολιτάρχης μπροστά της; Μήπως οι παραισθήσεις συνεχίζονταν; Που βρισκόταν;
Κούνησε το κεφάλι της δεξιά και αριστερά, προσπαθώντας να συγκεντρώσει το μυαλό της.
   Η εικόνα άρχισε να ξεκαθαρίζει.
   Πίσω από την πολιτάρχη έβλεπε δύο δερμάτινους καναπέδες κι  ένα μικρό ξύλινο τραπεζάκι, μπροστά από μία ολογραφική τηλεόραση. Δίπλα τους υπήρχε ένα μπαρ, με διάφορα μπουκάλια που είχαν μέσα αλκοολούχα ποτά και έναν επίσης ξύλινο, υπερπολυτελέστατο πάγκο με τρεις καρέκλες. Αριστερά της υπήρχε ένα τεράστιο παράθυρο, απ’ όπου φαινόταν η Ωκεανία από ψηλά. Ακριβώς μπροστά από το παράθυρο υπήρχε ένα τεράστιο ξύλινο γραφείο.
   Ξύλινο ήταν και το δάπεδο, που στολιζόταν με περίτεχνα χαλιά. Ξύλινη ήταν και η δίφυλλη πόρτα που βρισκόταν δεξιά τους και περιστοιχιζόταν από πανέμορφους πίνακες δεξιά και αριστερά, ξύλινο ήταν και το έπιπλο που βρισκόταν ακριβώς πίσω της, το οποίο ήταν γεμάτο με περίεργα κουτιά. Γούρλωσε τα μάτια της συνειδητοποιώντας πως δεν ήταν απλά κουτιά, άλλα έντυπα βιβλία. Πρώτη φορά έβλεπε έντυπα βιβλία από κοντά.
  Ξύλινο ήταν και το πολυγωνικό τραπέζι, που τη χώριζε από την πολιτάρχη και το λαμπερό σήμα που φορούσε στο λαιμό της. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε μία στοίβα με μαύρα ρούχα.
   Τόση χλιδή δεν είχε ξαναδεί πουθενά, ούτε καν την είχε φανταστεί.  Δεν περίμενε πως υπήρχε τόσο ξύλο στον κόσμο που να μπορούσε να διακοσμήσει ένα ολόκληρο δωμάτιο.
   Η εικόνα που έβλεπε όσο κι αν ήταν απίστευτη, ήταν πραγματική.
   Κούνησε τα χέρια της. Ο πόνος στους καρπούς της εντάθηκε. Με το ζόρι μπορούσε να κουνήσει τα δάχτυλά της. Φορούσε χειροπέδες για μεταλλάξεις.
   Πάνω από το κεφάλι της ήταν μία όμορφη γυναίκα με ένα ξανθό αψεγάδιαστο καρέ. Την κοιτούσε με ένα παγερό υποτιμητικό βλέμμα. Την έβλεπε σαν κατώτερη της, σαν ένα μικρό ασήμαντο έντομο, έτοιμη να το λιώσει με την άκρη του παπουτσιού της.
   «Βγάλε’ της τις χειροπέδες» είπε η πολιτάρχης προς έκπληξη της Αιμιλίας.
   Η γυναίκα υπάκουσε τις εντολές της ανώτερης της. Ακούστηκε ένα κλικ καθώς οι χειροπέδες άνοιγαν και ελευθέρωναν τους ταλαιπωρημένους καρπούς της. Τους έτριψε απαλύνοντας τον πόνο.
   Μόνο ένα μέρος στην Ωκεανία θα μπορούσε να έχει τέτοια πολυτέλεια. Το γραφείο της πολιτάρχη.
   Το μυαλό της βρισκόταν σε χάος. Το μόνο που μπορούσε να θυμηθεί ήταν τους εφιάλτες που έβλεπε όσο ήταν κοιμισμένη. Αλλά η πραγματικότητα ήταν κενή. Δεν μπορούσε να θυμηθεί που βρισκόταν πριν, πως είχε βρεθεί εκεί και γιατί αυτά τα πράσινα μάτια την κοιτούσαν έτσι. Όμως αυτή η παγερή αίσθηση που την κυρίευε και το τρελό άγχος δεν υποχωρούσαν. Ένιωθε σα να είχε συμβεί κάτι πάρα πολύ κακό, απλά δεν μπορούσε να θυμηθεί τι.
   «Μπορείς να φύγεις Μελίνα, δε σε χρειάζομαι άλλο»
   Η γυναίκα έκανε ένα θετικό νεύμα και αποχώρησε από το γραφείο, αφήνοντας πρώτα μία πλακέτα υπολογιστή πάνω στο ξύλινο τραπέζι.
   Η πολιτάρχης πήρε στα χέρια της την πλακέτα. Η οθόνη φώτισε το πρόσωπο της.
   «Αιμιλία Αδριανού» είπε με άχρωμη φωνή. «Κόρη του Δημοσθένη Ανδριαννού και της Σιμωνής Αγγελοπούλου. Έχεις μία αδελφή, την Ραφαέλα Ανδριαννού. Φοιτάς στο Σχολείο του Βόρειου Συγκροτήματος και συμμετείχες μαζί με το σχολείο σου στο 787ο Φεστιβάλ Ενότητας της Ωκεανίας, έχοντας το βασικό ρόλο της μετάλλαξης»
   Η Αιμιλία ένιωσε ένα ρίγος. Το Φεστιβάλ Ενότητας, ο πατέρας της...
   Η πολιτάρχης συνέχισε «Βλέπω έχεις δηλώσει για πρακτική στο Παραγωγείο για θέση ασκούμενης προγραμματισμού. Οι βαθμοί σου στα μαθηματικά και στο προγραμματισμό είναι μέτριοι προς καλοί, αριστεύεις όμως στη φυσική αγωγή, έχοντας διακρίσεις στο άθλημα του στίβου. Παρόλα αυτά απέρριψες την γενναιόδωρη πρόσκληση του προπονητή σου για το Φεστιβάλ Αθλητισμού»
Φεστιβάλ Αθλητισμού... Φεστιβάλ Τεχνολογίας...
   «Και ας μην ξεχνάμε, έχεις ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα σου, ως πρώην μέλος της συμμαχίας των τεράτων και... μετάλλαξη» είπε τονίζοντας την τελευταία λέξη.
   Ξεροκατάπιε. Κοίταξε τους πονεμένους καρπούς της και τα ροζ δαχτυλίδια, αποτυπώματα από τις χειροπέδες,  γύρω από αυτούς.
Δεν ήταν εφιάλτης...
   Οι εικόνες άρχισαν να ζωντανεύουν. Όλα ξεκίνησαν με τον θάνατο του Πάνου, μία σφαίρα τρύπησε το κεφάλι του τη στιγμή που όλη η συμμαχία εμφανιζόταν στο κοινό του Φεστιβάλ Τεχνολογίας. Σειρά πήρε η Εύη, που ακαριαία έχασε και εκείνη τη ζωή της ενώ προειδοποιούσε τους υπόλοιπους για την άφιξη της αστυνομίας στο χώρο. Η αιματοχυσία συνεχίστηκε. Αμέσως μετά είδε τον Γρηγόρη και δύο ακόμα μεταλλάξεις να πεθαίνουν, τη Λορέτα και τον Ιάσονα να πέφτουν νεκροί από τους πυροβολισμούς των αστυνομικών μπροστά από την έξοδο του 2ου τομέα, τα πτώματα της Κατερίνας και του Γιάννη που είχαν επιχειρήσει να κρυφτούν και λίγο πιο πάνω το πτώμα του Μάρκου και του Μανώλη.
   Αίμα, παντού αίμα. Όλοι τους κολυμπούσαν μέσα στο αίμα. Οι πυροβολισμοί έπεφταν ο ένας πίσω από τον άλλο, οι μεταλλάξεις έχαναν τις ζωές τους επί τόπου, και εκείνη έτρεχε να ξεφύγει κρατώντας σφιχτά το χέρι του Δάκη.
Ο Δάκης...
   Δικά του ήταν αυτά τα μπλε μάτια, δικιά του ήταν αυτή η έκφραση της φρίκης. Τη στιγμή που άφησε το χέρι του, μία σφαίρα βρήκε το πόδι του, σερνόταν προς το μέρος της, της έλεγε να τρέξει να ξεφύγει, αλλά εκείνη ανυπάκουη πήγε προς το μέρος του, μόνο και μόνο για να δει μία σφαίρα να καρφώνεται και στο δικό του το κεφάλι και να του στερεί τη ζωή. Αυτή ήταν η κόκκινη λίμνη, μία λίμνη με το δικό του αίμα!
   Ήταν νεκρός!
   Γιατί είχε αφήσει το χέρι του; Αν το είχε σφίξει ακόμα πιο δυνατά ίσως να είχαν γλιτώσει μαζί, σαν ομάδα, όπως είχαν υποσχεθεί ο ένας στον άλλον ότι θα είναι!
   Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν καθώς ο κρύος ιδρώτας άρχισε να κυλά από το σβέρκο της.
   Κοίταξε την πολιτάρχη. Μαζί με τα μέλη του Φοίνικά είχε σκοτώσει πάνω από 70 παιδιά. Και όμως, είχε αυτή την ήρεμη, σχεδόν γαλήνια έκφραση. Πως ήταν δυνατόν να αντέχει η συνείδηση της με όλο το θάνατο που είχε σκορπίσει;
   Η Αριάδνη Μακρή άφησε την πλακέτα πάνω στο ξύλινο τραπέζι, δίπλα στη στοίβα με τα μαύρα ρούχα. Έπειτα κάρφωσε πάλι τα μάτια της στα δικά της.
   «Θέλω να μπεις στο αστυνομικό σώμα» είπε δίχως δισταγμό.
Τι; σκέφτηκε από μέσα της μπερδεμένη και παγωμένη από το σοκ της συνειδητοποίησης πως ήταν ακόμα ζωντανή. Η γυναίκα που είχε μπροστά της ήταν τρελή; Κοιτάζοντάς  την κανείς θα έλεγε πως διατηρεί πλήρως τη λογική της. Τα μάτια της ήταν σταθερά και την κοιτούσαν με σοβαρότητα και αποφασιστικότητα.
   «Μα...» είπε σαστίζοντας. «Είμαι μετάλλαξη»
   Η πολιτάρχης δεν απέσυρε το βλέμμα της. «Το ίδιο και το υπόλοιπο σώμα»
   Ένιωσε ένα τσίμπημα στο στομάχι ακούγοντας τις λέξεις της. Το αστυνομικό σώμα αποτελούταν από μεταλλάξεις; Ήταν αδύνατο! Δεν ήξερε ούτε μία μετάλλαξη που θα δεχόταν να μπει στην αστυνομία. Όσο για τις μεταλλάξεις που δε γνώριζαν την αλήθεια, φοβόντουσαν την αστυνομία και δεν περνούσαν καν έξω από το πολιταρχείο. Πως θα μπορούσαν να αναλάβουν ένα τέτοιο ρόλο, ειδικά από τη στιγμή που αυτό σήμαινε πως θα κυνηγάνε και θα σκοτώνουν άλλες μεταλλάξεις;
   Δεν μπορεί, οι παραισθήσεις συνεχίζονταν.
   Η εικόνα της πολιτάρχη παρέμενε όμως καθαρή. «Υπάρχει απαγόρευση για τα μέλη της συμμαχίας των τεράτων και των οικογενειών τους όσον αναφορά την πρόσληψη τους στο αστυνομικό σώμα. Για αυτό δε γνωρίζουν πως οι αστυνομία αποτελείται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου από μεταλλάξεις. Αλλά εσύ Αιμιλία, είσαι εξαίρεση. Πριν από λίγους μήνες μπήκες στην ομάδα του Δράκου και αποχώρησες λόγω των διαφωνιών μαζί τους. Ζήτημα να έμαθες το παρελθόν του πατέρα σου με τη συμμαχία μία βδομάδα πριν»
   Το μυαλό της βρέθηκε σε ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση. Μπαμπά...
   «Συγχρόνως η άριστη φυσική σου κατάσταση σε καθιστά ιδανική για το σώμα. Κατόρθωσες και ακινητοποίησες μία αστυνομικό και αν δεν είχες φερθεί επιπόλαια προσπαθώντας να σώσεις το Δάκη Αλεξίου πιθανότατα θα είχες καταφέρει να ξεφύγεις από το αμφιθέατρο. Οι απερίσκεπτες κινήσεις σου σε οδήγησαν ως εδώ μετά τη βελόνα με το ισχυρό υπνωτικό που βρέθηκε στο λαιμό σου κατά τη διάρκεια τους Φεστιβάλ»
   Όταν προσπαθούσαν να ξεφύγουν μαζί με τον Δάκη είχε επιτεθεί σε μία αστυνομικό με την ελπίδα να την ακινητοποιήσει και να αφήσει ελεύθερη την έξοδο. Σωστά τα είχε καταφέρει...
   Θυμήθηκε τα ελάχιστα που γνώριζε για τα μέλη της αστυνομίας. Το 2% του συνολικού πληθυσμού ήταν αστυνομικοί. Αν τα μέλη της αστυνομίας ήταν σχεδόν εξ’ ολοκλήρου μεταλλάξεις, αυτό σήμαινε πως περίπου το 20% των μεταλλάξεων ήταν αστυνομικοί, αφήνοντας ένα 80% στη σκιά. Σ’ αυτή τη μερίδα,  θα μπορούσαν να ανήκουν τα μέλη της συμμαχίας και οι οικογένειες τους. Η έχθρα που καλλιεργήθηκε μεταξύ της αστυνομίας και της συμμαχίας ήταν αυτό που δεν επέτρεπε να διαρρεύσει η πληροφορία πως μεταλλάξεις αποτελούν το αστυνομικό σώμα.                      
Επίσης το επάγγελμα του αστυνομικού, ήταν το μοναδικό που δεν μπορούσε να μπει στη δήλωση μαθημάτων της ενδέκατης τάξης. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που άτομα πειθαρχημένα, με διακρίσεις στον αθλητισμό είχαν μείνει εκτός αστυνομίας, παρόλο που παρουσίαζαν το ιδανικό προφίλ για τα μάτια των ανθρώπων. Οι μελλοντικοί αστυνομικοί διαλέγονταν από το πολιταρχείο και μετά τη λήξη της δωδέκατης τάξης ένα μέιλ ερχόταν στο ηλεκτρονικό τους ταχυδρομείο ζητώντας την άμεση παρουσίαση τους, η οποία ήταν υποχρεωτική. Τα κριτήρια για την επιλογή τους παρέμεναν άγνωστα με το πρόσχημα πως δεν ήθελαν να δημιουργούν αισθήματα κατωτερότητας ανάμεσα στους μαθητές. Οι  ίδιες οι αρχές της πόλης όμως δε δίσταζαν να παρουσιάζουν το 10% του πληθυσμού σαν συντριπτική μειοψηφία και τέρατα. Η πόλη συμπεριφερόταν στους αστυνομικούς  σαν ένα είδος ελίτ.
   Κανένας δεν είχε αναρωτηθεί το πιο απλό, αν κάποιος δεν ήθελε να μπει στο σώμα, είχε την επιλογή να μην το κάνει;
   Δε θυμόταν να έχει ακούσει κάποιον αστυνομικό που να είχε αποχωρήσει από το σώμα, αν και δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε ακούσει για αστυνομικούς που πέθαναν κατά  τη διάρκεια της θητείας τους. Της φαινόταν βέβαια λογικό να δέχεται κάποιος την πρόταση της πόλης  και να υπηρετεί  στο σώμα από τη στιγμή που το επάγγελμα του αστυνομικού προσέδιδε τέτοιο κύρος σε όποιον το κατείχε. Ήταν όμως αυτή η πραγματικότητα; Δεν υπήρχαν άραγε άτομα στην πόλη που θα ήθελαν να ζήσουν μια απλή ζωή, μακριά από τις συγκινήσεις της αστυνομίας;
   Πόσο μάλλον οι μεταλλάξεις, οι οποίες το πιο πιθανό ήταν να επιζητούν τη σκιά και την ανωνυμία.
   Η Αριάδνη έφερε τη στοίβα που ήταν ακουμπισμένη στο τραπέζι μπροστά στην Αιμιλία. Τώρα το πρόσεξε ότι πάνω στα μαύρα ρούχα υπήρχε ένα ασημένιο περιδέραιο. «Αυτή είναι η στολή σου. Το ασημένιο περιδέραιο το φοράς στο λαιμό σου και δεν πρόκειται να το αφαιρέσεις ποτέ. Αν επιχειρήσεις να το βγάλεις σημαίνει στιγμιαίος θάνατος. Σε περίπτωση ανυπακοής σου θα σφίγγει ανάλογα το λαιμό σου. Εσύ θα λες πως είναι συσκευή επικοινωνίας, αλλά θα πρέπει να ξέρεις πως το πραγματικό του όνομα είναι κολάρο ασφυξίας. Είναι για να σε κρατάει υπό έλεγχο»
Κολάρο... τι; Αυτή η συσκευή που έβλεπε όλα αυτά τα χρόνια να στολίζει τους λαιμούς των αστυνομικών, αυτή η συσκευή που όλη η πόλη θαύμαζε ήταν ένα τέτοιο φονικό όπλο εναντίον των ίδιων των αστυνομικών;
   Για δεύτερη φορά αναρωτήθηκε. Ήταν οι αστυνομικοί πράγματι μεταλλάξεις; Και αυτή η συσκευή ήταν εκεί μόνο και μόνο για να τους κρατάει υπό έλεγχο;
   Ακούγοντας την πολιτάρχη, οι σκέψεις της πηγαινοέρχονταν σαν μπαλάκι του πινγκ πονγκ. Οι λέξεις της Αριάδνης τώρα έβγαζαν νόημα όσο κι αν φαίνονταν παράλογες στην αρχή. Από τα γεγονότα του Φεστιβάλ και το θάνατο του Δάκη , στον πατέρα της και τέλος  στην αστυνομία. Το μόνο που ήταν ξεκάθαρο για την Αιμιλία ήταν εκείνο το βάρος που ένιωθε στους ώμους και η αίσθηση μιας βελόνας να της τρυπάει την καρδιά.
   Έφερε τα χέρια της το πρόσωπο της καθώς ένιωθε το συναισθηματικό πόνο να τη διαλύει  και τις πληροφορίες να κατακλύζουν το μυαλό της. Γιατί; Γιατί είχαν συμβεί όλα αυτά; Για ποιο λόγο είχε εξολοθρευτεί η συμμαχία; Για ποιο λόγο από τη μία  κυνηγούσαν τις μεταλλάξεις κι απ’ την άλλη ολόκληρο το αστυνομικό σώμα αποτελούνταν από μεταλλάξεις; Γιατί το DNA της θεωρούνταν τόσο λάθος αλλά παράλληλα ήταν εκείνη που έψαχναν οι αρχές για την υποτάξουν και να την ελέγχουν;
   «Γιατί;» ρώτησε σχεδόν ψιθυριστά, αλλά έπειτα η ένταση της φωνής της αυξήθηκε. «Γιατί μας κυνηγάτε; Τι θέλετε από εμάς τις μεταλλάξεις;»
   Γιατί έπρεπε να πεθαίνουν όλοι τους;
   Η πολιτάρχης την κοίταξε με μία σχεδόν απορημένη έκφραση. Σαν η απάντηση στην ερώτηση της να ήταν αυτονόητη. «Να σας κρατήσουμε υπό έλεγχο βέβαια»
   Για ποιον έλεγχο μιλούσε; Οι όποιες επαναστατικές τάσεις που είχαν εκδηλώσει ι οι μεταλλάξεις, ήταν επειδή η αστυνομία τους στερούσε τα δικαιώματα. Και η κεφαλή της αστυνομίας ήταν η γυναίκα που είχε μπροστά της.
   Η Αριάδνη συνέχισε. «Δεν μπορούμε να σκοτώσουμε το 10% του πληθυσμού. Επομένως θα πρέπει να βρούμε άλλους τρόπους να συγκρατήσουμε τις ακραίες αντιδράσεις σας. Ο φόβος είναι ένα ιδανικό εργαλείο σε αυτή την περίπτωση, καθώς δουλεύει από μόνος του. Η συμμαχία τελευταία, όπως έδειξαν οι πράξεις σας,  έμοιαζε να έχει χάσει οποιαδήποτε αίσθηση του φόβου, και εσύ η ίδια παρακολούθησες την κατάληξη της»
   Η εικόνα του αίματος ζωντάνεψε πάλι  μπροστά της.  Μπορούσε η πολιτάρχης να μιλάει για τον κίνδυνο των μεταλλάξεων έχοντας η ίδια προκαλέσει αυτή την καταστροφή;
   Η φωνή της ήταν τρεμάμενη και φορτισμένη καθώς έλεγε τις επόμενες λέξεις. «Οι μεταλλάξεις δε θα αντιδρούσαν έτσι αν εσείς δεν τις κυνηγούσατε. Εγώ βλέπω ότι οι άνθρωποι είναι αυτοί που ζητάνε το αίμα τους και  τις εκμεταλλεύονται! Μπροστά τους, οι μεταλλάξεις είναι ακίνδυνες!»
   Η Αριάδνη έμπλεξε τα δάχτυλα της και ακούμπησε τους αγκώνες της στο τραπέζι. Αδιαφορούσε πλήρως για την συναισθηματική κατάρρευση της Αιμιλίας που παρακολουθούσε εκείνη τη στιγμή. Άλλωστε, ακόμα και αν δεν της άρεσε η θέση που βρέθηκε, θα την ακολουθούσε υποχρεωτικά συμμετέχοντας στο αστυνομικό σώμα. Όμως δεν μπορούσε να την αφήσει να λέει τέτοιου είδους ασυναρτησίες στις υπόλοιπες μεταλλάξεις που θα δούλευαν μαζί της.
   «Στ’ αλήθεια πιστεύεις κάτι τέτοιο Αιμιλία;» ρώτησε με έναν αινιγματικό τόνο.
   Η Αιμιλία ξεροκατάπιε.
   Θυμήθηκε την εικόνα που είχε αντικρίσει στο Λούνα Παρκ της Ωκεανίας. Τον άτυχο τρομαγμένο άνθρωπο που σπάραζε από τον πόνο καθώς οι κλοτσιές του Νίκου έβρισκαν τα πλευρά του. Τα γέλια των μεταλλάξεων που έβρισκαν σαδιστική ευχαρίστηση στον ήχο της κραυγής του. Τα απαθή βλέμματα του Ορφέα και της Εύης. Εκείνη τη στιγμή οι μεταλλάξεις ήταν πραγματικά τέρατα.
   Ένιωσε αηδία που άνηκε σε αυτές.
   Αυτές ακριβώς οι πράξεις ήταν που την είχαν κάνει να αμφιβάλλει για τις μεταλλάξεις και να θέλει να αποχωρήσει από τη συμμαχία. Ακόμα και τώρα δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τις πράξεις τους απέναντι σ’ αυτόν τον αθώο άνθρωπό.
   Ένιωσε τα μάτια της να δακρύζουν. Το ήξερε…. Η πολιτάρχης, χωρίς ίχνος δισταγμού έπαιζε με τη διαλυμένη ψυχοσύνθεση της…. Για δεύτερη φορά μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο. Η Αιμιλία ένιωθε αδύναμη μπροστά στα διαστρεβλωμένα επιχειρήματα της.
   Όπως ένιωθε αδύναμη στο παρελθόν μπροστά στην οπτική  των ανθρώπων και στα ψέματα των μέσων μαζικής ενημέρωσης.
«Τότε...» είπε με σπασμένη φωνή «...γιατί απαιτείτε από μεταλλάξεις σαν εμένα να μπουν στην αστυνομία;»
   Ένα ίχνος χαμόγελου εμφανίστηκε στα χείλη της πολιτάρχη καθώς έβλεπε πως τα λόγια της είχαν βρει τον στόχο τους. Τη χειριζόταν σα μαριονέτα, κινούσε τα νήματα της και είχε ακριβώς την αντίδραση που εκείνη περίμενε.
   «Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση είναι απλή» είπε διατηρώντας το σοβαρό της τόνο. «Πρώτα απ’ όλα, οι μεταλλάξεις έχουν από φύση μία πάρα πολύ καλή φυσική κατάσταση. Χρειάζονται λιγότερο χρόνο εκπαίδευσης για να μπορέσουν να φτάσουν σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο απόδοσης και τα αποτελέσματα που θα φέρουν θα είναι ανώτερα από έναν απλό άνθρωπο. Είναι πολύ πιο αποτελεσματικές όσον αφορά αποστολές που χρειάζονται σωματική ενέργεια»
    Τίναξε το λεπτό πέτο του σακακιού της, διώχνοντας μία μακριά μαύρη τρίχα που είχε πέσει πάνω του. «Αλλά το πιο βασικό απ’ όλα είναι πως οι μεταλλάξεις έχουν κίνητρο»
   Κίνητρο; Τι κίνητρο θα μπορούσαν να έχουν οι μεταλλάξεις μπαίνοντας στο αστυνομικό σώμα, ξέροντας ότι κάθε κίνηση τους θα είναι κάτω από την εποπτεία της πολιτάρχη, βάζοντας μία συσκευή στο λαιμό τους που θα μπορούσε σε οποιαδήποτε ανυπακοή τους να τους σκοτώσει;
   «Βλέπεις, δεν είναι όλες οι αποστολές ίδιες. Άλλες φορές οι αστυνομικοί πρέπει απλά να πιάσουν έναν κλέφτη που κλέβει από τα μαγαζιά της πόλης και να τον φέρουν στο πολιταρχείο. Άλλες φορές όμως θα πρέπει να αφανίσουν μία ολόκληρη ομάδα παιδιών που δρουν εναντίον της πόλης. Και μερικές άλλες μπορεί να βρεθούν στη θέση να σκοτώσουν μία μεγάλη ομάδα παιδιών μπροστά σε κοινό. Εκεί δεν μπορούμε να έχουμε κάποιον που θα διστάσει να πατήσει τη σκανδάλη. Τότε είναι που το κίνητρο αποκτά σημασία»
   Σηκώθηκε όρθια και με αργά βήματα άρχισε να προχωράει προς το μεγάλο παράθυρο του γραφείου, απ’ όπου φαίνονταν τα λιγοστά χλωμά φώτα της πόλης. Οι άνθρωποι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους και δεν τολμούσαν να κυκλοφορήσουν, ακριβώς όπως έκαναν κάθε φορά που γινόταν μια  σύλληψη μετάλλαξης.
   «Οι μεταλλάξεις έρχονται εδώ και έχουν δύο επιλογές. Η μία είναι να πεθάνουν και να πάρουν μαζί τους όποιους συγγενείς με την ιδιότητα της μετάλλαξης μπορεί να έχουν. Άλλωστε ο θάνατος τους δεν είναι ανάγκη να έχει την κλασική εικόνα της εκτέλεσης που παρακολουθεί όλη η πόλη. Μπορεί να γίνει αθόρυβα, όπως ακριβώς γίνεται και με τους θανάτους των μεταλλάξεων της συμμαχίας. Η δεύτερη επιλογή είναι να φορέσουν το κολάρο ασφυξίας, να εκπαιδευτούν και να μπουν στο αστυνομικό σώμα. Με αυτό τον τρόπο σώζουν τις δικές τους ζωές και των μεταλλάξεων που μπορεί να υπάρχουν στις ζωές τους. Πράγμα που βέβαια σημαίνει πως πρέπει να υπακούν σε κάθε δικιά μου διαταγή, οποιαδήποτε και αν είναι αυτή»
   Κοίταξε την είσοδο του πολιταρχείου η οποία φαινόταν από το παράθυρο. Μία ομάδα τεσσάρων αστυνομικών φυλούσε την πύλη. Στο μισοσκόταδο διέκρινε την λάμψη των ασημένιων κολάρων που είχαν στο λαιμό τους. Κάθε φορά η ίδια σκέψη περνούσε από το μυαλό της.
   Ήταν απίστευτο που μπορούσε να οδηγήσει ανθρώπους και μεταλλάξεις το ένστικτο της επιβίωσης. Ήταν το ισχυρότερο κίνητρο που είχαν, και δούλευε με τεράστια επιτυχία.
   Γύρισε προς το μέρος της.
   «Στην ίδια θέση βρίσκεσαι και εσύ Αιμιλία. Μπορείς να επιλέξεις να μπεις στην αστυνομία και η παρουσία σου στο Φεστιβάλ Τεχνολογίας να μείνει δια παντός άγνωστη για την πόλη και την οικογένειά σου. Με αυτόν τον τρόπο θα σώσεις τη ζωή σου  και θα εξαφανίσεις το στίγμα, το δικό σου και της οικογένειας σου, που σας έχει προκαλέσει ο πατέρας σου με τις πράξεις του. Ή μπορείς απλά να επιλέξεις να πεθάνεις μαζί με τις μεταλλάξεις της συμμαχίας»
   Η Αιμιλία την κοιτούσε τώρα με ένα αηδιασμένο και τρομοκρατημένο βλέμμα. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως κάποια στιγμή στη ζωή της είχε νιώσει έστω και ένα ίχνος θαυμασμού για την γυναίκα μπροστά της.
   Ήταν αναμφισβήτητα ικανή και έξυπνη. Είχε αξιοσημείωτες στρατηγικές ικανότητες.
   Αλλά ο κυνισμός της και ο ψυχρός ορθολογισμός που χρησιμοποιούσε για να δικαιολογήσει τις πράξεις της και την εκμετάλλευση των μεταλλάξεων ήταν κάτι που έβλεπε πρώτη φορά στη ζωή της. Έμοιαζε σα να αδιαφορούσε για το αίμα που είχε χυθεί εξ αιτίας των αποφάσεων της, σαν να είχε να κάνει με ασήμαντα νούμερα, με μαθηματικές πράξεις και όχι  με έμβια όντα.
   Θύμιζε ρομπότ δίχως συναισθήματα.
   Η Αριάδνη βημάτισε προς το μέρος της μόνο και μόνο για καθίσει στη θέση που βρισκόταν πριν. Ένα ρίγος διαπέρασε την Αιμιλία.
   Πως είχε βρεθεί σε αυτή τη θέση;
   «Και τι θα γίνει με τον πατέρα μου σε αυτή τη περίπτωση;» είπε νιώθοντας αηδία με τις ίδιες της της λέξεις.
   Η πολιτάρχης πήρε στα χέρια της την πλακέτα που είχε αφήσει στο τραπέζι. «Λυπάμαι Αιμιλία, αλλά ο πατέρας σου κρίθηκε ένοχος από το συμβούλιο ομόνοιας»
   Η πλακέτα γύρισε προς το μέρος της, δείχνοντας τον πατέρα της, που φορούσε λευκά ρούχα να είναι δεμένος σε έναν μεταλλικό στύλο. Οι θαμπές λάμπες φθορίου φώτιζαν το πρόσωπο του το οποίο είχε μία ήρεμη έκφραση αν και βρισκόταν στη γραμμή μεταξύ θανάτου και ζωής. Δεν προσπαθούσε να ξεφύγει από τη θέση που βρισκόταν, απλά κοιτούσε τον αστυνομικό που είχε στρέψει το όπλο του προς το μέρος του.
   Η Αιμιλία ανατρίχιασε. Είχε δει άλλη μία φορά στη ζωή της σκηνή σαν αυτή που ετοιμαζόταν να παρακολουθήσει. Όχι!
   Ένα δευτερόλεπτο μετά ο αστυνομικός πάτησε τη σκανδάλη.
   «Μπαμπα!» φώναξε η Αιμιλία και ξέσπασε σε γοερά κλάματα. Τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της ποτάμι, ενώ η σπασμένη της φωνή ήχησε με ένταση στο γραφείο.
   Θύμιζε τόσο πολύ το βίντεο που είχαν φτιάξει οι μεταλλάξεις με τον Μιχάλη Θεοδοσίου. Μόνο που η διάφορα σε αυτή την περίπτωση ήταν πως το βίντεο που έβλεπε ήταν πέρα για πέρα αληθινό. Η πολιτάρχης την ανάγκασε να παρακολουθήσει την εκτέλεση  του πατέρα της. Αυτό που προσπαθούσε να αποτρέψει επιστρέφοντας στη συμμαχία.
   Οι μεταλλάξεις είχαν χάσει. Και μαζί χάθηκαν και όλες οι δικές της ελπίδες. Η πολιτάρχης είχε σκοτώσει το δικό της κίνητρο που την είχε οδηγήσει μέχρι το Φεστιβάλ Τεχνολογίας.
   «Αυτό έγινε πριν από μία ώρα. Η σωρός του πατέρα σου έχει ήδη οδηγηθεί στο αποτεφρωτήριο»
   Το σώμα της Αίμιλίας έτρεμε σα φύλλο στον αέρα, τα μάτια της ήταν κόκκινα και θολά και η φωνή της έμοιαζε με αυτή πληγωμένου ζώου που έχανε τη ζωή του. Ήταν σκληρή, σπαρακτική εικόνα, που όμως δεν άγγιζε στο ελάχιστο την πολιτάρχη, που την είχε προκαλέσει δίχως δισταγμό.
   Έκλεισε το βίντεο τη στιγμή που οι αστυνομικοί μάζευαν το σώμα του πατέρα της από το έδαφος.
   «Μετά το σημερινό φιάσκο, η μοναδική μετάλλαξη της συμμαχίας η οποία δέχομαι να μείνει ζωντανή είσαι εσύ, φορώντας βέβαια το κολάρο που έχεις μπροστά σου. Πράγμα που σημαίνει πως θα βοηθήσεις να βρεθεί ο Ορφέας Πετρής»
   Η Αιμιλία δεν μπορούσε να αντιδράσει στα λόγια της. Μόνο λυγμοί έβγαιναν από τις φωνητικές της χορδές. Είχε ξεχάσει πως ο Ορφέας δεν ήταν μαζί τους στην σκηνή του Φεστιβάλ.
   Η Αριάδνη άνοιξε το συρτάρι του τραπεζιού που κάθονταν και έβγαλε ένα όπλο. Το ακούμπησε πάνω στη ξύλινη επιφάνεια του. «Τι επιλέγεις Αιμιλία; Αστυνομία ή θάνατο;» είπε με δυνατή και αυστηρή φωνή ώστε να ακουστεί πίσω από τους λυγμούς της.
   Η Αιμιλία γύρισε προς το μέρος της. Με το ζόρι ξεθόλωσε την όραση της για να αντικρίσει αυτά τα φαρμακερά μάτια. Είχαν τη σιγουριά της νίκης, της ικανοποίησης πως οι επιθυμίες της θα γίνονταν διαταγή. Την είχε δεσμεύσει με κάθε δυνατό τρόπο, αφού πρώτα είχε σκοτώσει του φίλους της, το αγόρι που αγαπούσε και τον πατέρα της.
   Αυτή έφταιγε για όλα. Δικές της ήταν οι αποφάσεις. Εκείνη είχε αποφασίσει πως όλες αυτές οι ζωές δεν είχαν σημασία μπροστά στο μυστικό που ήθελαν να αποκαλύψουν οι μεταλλάξεις. Είχε συλλάβει τον πατέρα της κατηγορώντας τον για την ομαδική δολοφονία που η ίδια είχε αποφασίσει και είχε φροντίσει να συμβεί. Την είχε χρησιμοποιήσει προκειμένου να περάσει το μήνυμα που ήθελε εκείνη στις μεταλλάξεις και όταν το σχέδιό της έμοιαζε να αποτυγχάνει, με μία της κίνηση είχε αφανίσει όλη τη συμμαχία.
   Η ίδια ήταν το τρόπαιο της νίκης της. Αφού πρώτα την είχε χρησιμοποιήσει και της είχε στερήσει ό,τι αγαπούσε,  την είχε φέρει εκεί για να αποδείξει ακόμη μία φορά τη δύναμη της. Ακόμα και μια μετάλλαξη σαν εκείνη δεν είχε άλλη επιλογή παρά να υπακούσει τις εντολές της.
   Μέσα σε μία μέρα την είχε μισήσει όσο κανέναν άνθρωπο σε όλη της τη ζωή.
   Άπλωσε τις παλάμες της στο τραπέζι και στήριξε το βάρος της στους πονεμένους της καρπούς. Σήκωσε το ταλαιπωρημένο της σώμα όρθιο και την κοίταξε κατάματα.
   «Προτιμώ να βράσω ζωντανή στα καζάνια της κολάσεως απ’ το να ενταχθώ στο αστυνομικό σώμα!» είπε με θράσος.
   Η έκφραση της πολιτάρχη άλλαξε στιγμιαία καθώς η έκπληξη ζωγραφιζόταν στο πρόσωπο της.
   Μια αίσθηση  ικανοποίησης απλώθηκε στο σώμα της Αιμιλίας.
    Όχι, δεν θα της έδινε αυτή την ευχαρίστηση. Δε θα γινόταν το εκπαιδευμένο σκυλάκι της που θα ακολουθούσε τις εντολές της, φορώντας αυτό το άθλιο κολάρο. Δε θα γινόταν το τρόπαιο της, ούτε η απόδειξη της νίκης της. Προτιμούσε να πεθάνει μαζί με την υπόλοιπη συμμαχία και να πάρει αυτή την ικανοποίηση μαζί της με το θάνατο της.
   Την έκπληξη στο πρόσωπο της πολιτάρχη μέσα σε δευτερόλεπτα διαδέχτηκε η  οργή, καθώς τα λόγια της Αιμιλίας χτυπούσαν κάποιο ευαίσθητο νεύρο της.

   Εκείνη τη στιγμή ήταν που ένα στιλέτο διαπέρασε το δεξί χέρι της Αιμιλίας τρυπώντας το και μαζί με το ξύλινο τραπέζι, κάνοντας τη να ουρλιάξει από τον πόνο.


Ναταλία Β.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου