Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

25 Φεβ 2017

0 Μετάλλαξη (Κεφάλαιο 30) Ματωμένο Στιλέτο

Η Αιμιλία προσπαθούσε,  χωρίς επιτυχία, να κουνήσει τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού που ήταν πλημμυρισμένα με το αίμα της. Ο πόνος που ένιωθε ξεκινούσε από την πληγωμένη παλάμη της και απλωνόταν μέχρι το μπράτσο της, ταράζοντας ολόκληρο το νευρικό της σύστημα. Τα γόνατα της λύγισαν καθώς έχανε την ισορροπία της και έτσι προσγειώθηκε στηn καρέκλα που καθόταν προηγουμένως.
   Η πολιτάρχης έσφιγγε με το δεξί της χέρι τη μεταλλική λαβή του στιλέτου που ξαφνικά είχε βρεθεί καρφωμένο στο χέρι της. Το πίεσε με δύναμη προς το ξύλινο τραπέζι, προκαλώντας της ένα δεύτερο κύμα πόνου που θα ορκιζόταν πως έφτανε μέχρι την καρδιά της. Το αίμα αυξήθηκε, δημιουργώντας ένα μικρό κόκκινο ρυάκι που άρχισε να στάζει από την άκρη του τραπεζιού και να ποτίζει το χαλί.
   Από που είχε εμφανιστεί αυτό το στιλέτο;
   Το μοναδικό όπλο που είχε παρατηρήσει στην αίθουσα όσο βρισκόταν εκεί ήταν το πιστόλι που υπήρχε πάνω στο τραπέζι, το οποίο είχε μείνει ακίνητο από τη στιγμή που η πολιτάρχης το είχε ακουμπήσει εκεί. Τα χέρια της έδειχναν άδεια  όταν ξαφνικά αυτή η κοφτερή λεπίδα διαπέρασε τη σάρκα της προκαλώντας της οξύ πόνο.
   Κοίταξε το μικρό στιλέτο και προσπάθησε να καθαρίσει τη θολωμένη όραση της. Είχε μία λαμπερή ασημένια λαβή χωρίς λεπτομέρειες εκτός από μία. Στην κορυφή της βάσης του ήταν αποτυπωμένο ένα μικρό και περίτεχνο γράμμα.
Α... Όπως Αριάδνη; σκέφτηκε από μέσα της καθώς βαριανάσαινε από τον πόνο.
   Το βλέμμα της γύρισε πίσω στην πολιτάρχη. Τα μάτια της ήταν παγωμένα και ποτισμένα με οργή που της είχε ξυπνήσει η Αιμιλία. Η απαθής, αγέλαστη έκφραση της είχε χαθεί, φέρνοντας  όλα της τα συναισθήματα στην επιφάνεια μεταμορφώνοντας την σε ύαινα έτοιμη να την κατασπαράξει.
   «Τρέφεις αυταπάτες!» είπε η Αριάδνη με αυστηρή φωνή.
   Ο πόνος που ένιωθε στο χέρι της έμοιαζε ξαφνικά με  τσίμπημα κουνουπιού μπροστά στο συναισθηματικό πόνο και το βάρος που είχε πέσει στους ώμους της.  
Κατά έναν παράξενο  τρόπο της έδινε ευχαρίστηση αυτή η λεπίδα στο χέρι της που είχε προέλθει από την ακραία αντίδραση της γυναίκας μπροστά της. Μόνο και μόνο το γεγονός ότι της προκαλούσε αυτήν την έκφραση ήταν ικανοποιητικό. Αφού ούτως ή άλλως θα πέθαινε, ας ευχαριστιόταν τις τελευταίες της στιγμές διαλύοντας τη διάθεσή της και παίζοντας εκείνη με τα νεύρα της πολιτάρχη αυτή τη φορά.
   Στο σημείο που είχε φτάσει ήταν η μόνη ικανοποίηση που ήλπιζε για τον  εαυτό της. Δεν πρόδιδε τη συμμαχία, ούτε τον Δάκη. Θα βούταγε στην ίδια λίμνη αίματος με εκείνους.
   Τα μάτια της έλαμπαν από τα δάκρυα της που με το ζόρι είχαν πάψει να τρέχουν, το πρόσωπο της ήταν πρησμένο και υγρό, το χέρι της έτρεμε από τον πόνο. Παρόλα αυτά μία ιδέα χαμόγελου σχηματίστηκε στα χείλη της.
   Η πολιτάρχης φάνταζε έτοιμη να φτύσει φωτιές καθώς την παρακολουθούσε να αντιστέκεται. Το χαμόγελο της μετάλλαξης που στεκόταν μπροστά της ήταν μία από τις πιο θρασείς εκφράσεις που είχε δει στη ζωή της. Παρόλο που το χέρι της ήταν καρφωμένο στο ξύλινο τραπέζι, παρόλο που δεν μπορούσε να πάει πουθενά και ήταν παγιδευμένη στο πολιταρχείο, παρόλο που είχε την ίδια την επικεφαλή της αστυνομίας μπροστά της που απειλούσε τη ζωή της, εκείνη αδυνατούσε να δει το συμφέρον της. Την ένοιαζε ελάχιστα το αν θα κατόρθωνε να δει το φως της επόμενης μέρας. Ο φόβος που κάποτε οδηγούσε όλες της τις πράξεις είχε εξανεμιστεί.
   Η επιρροή της συμμαχίας πάνω της ήταν ξεκάθαρη.
   Το πρόσωπο της πολιτάρχη ανέκτησε την προηγούμενη σοβαρή του έκφραση. Ήξερε πώς να συγκρατήσει την οργή της. «Βλέπω δε σε νοιάζει καθόλου η ζωή σου» είπε με ήρεμο τόνο. «Όμως αυτό που δεν έχεις καταλάβει ακόμα είναι πως οι αποφάσεις σου δε συνδέονται μόνο με τη δική σου ζωή»
   Το χαμόγελο της Αιμιλίας χάθηκε. Τι έλεγε αυτή η σατανική γυναίκα; Για ποιες ζωές μιλούσε;
   «Μπορεί ο πατέρας σου να είναι νεκρός, αλλά η μητέρα σου και η αδελφή σου ζουν ακόμα» είπε μειδιώντας ειρωνικά. «Κρίμα δε θα ήταν να τους συμβεί κάτι;»
  Η Αιμιλία, με τη φρίκη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, ένιωθε τον σφυγμό της να χτυπάει στο κρανίο της.  Η πρωινή τους εικόνα ήρθε στο μυαλό της με τη μητέρα της να μιλάει τρομοκρατημένη για τις υποτιθέμενες πράξεις του πατέρα της και την αδελφή της να κλαίει μην μπορώντας να πιστέψει τις κατηγορίες που του είχαν προσάψει. Είχαν βιώσει μία πραγματικά σοκαριστική κατάσταση και το χειρότερο ήταν πως οι πραγματικές αιτίες πίσω από αυτή τους  ήταν άγνωστες. Και οι δύο ζούσαν στο δικό τους κόσμο, στον οποίο οι μεταλλάξεις ήταν τέρατα τα οποία έπρεπε να χαθούν για το καλό της Ενότητας Ειρήνης και των ανθρώπων.
   Δεν ήταν δυνατόν τώρα να απειλεί τις ζωές τους στα σοβαρά! Δεν είχαν καμία σχέση με τη συμμαχία και όσα είχαν συμβεί σήμερα το απόγευμα. Δεν ήξεραν καν πως τόσα χρόνια συζούσαν με δύο μεταλλάξεις.
   «Είναι άνθρωποι!» φώναξε με όλη τη δύναμη της. «Δεν ξέρουν τίποτα για τις μεταλλάξεις!»
   Η Αριάδνη έστριψε το στιλέτο, κάνοντας την να ουρλιάξει άλλη μια φορά από τον πόνο.
   «Δεν έχει καμία απολύτως σημασία!» φώναξε.
   Ένιωθε σαδιστική ικανοποίηση ακούγοντας τα βογκητά της Αιμιλίας. Ποια νόμιζε πως ήταν και είχε το θράσος να της μιλάει έτσι; Είχε στ’ αλήθεια την ψευδαίσθηση πως μπορούσε να τα βάλει μαζί της; Μια ασήμαντη μετάλλαξη σαν εκείνη, ένα έντομο που είχε περάσει όλη του τη ζωή κρυμμένο στις σκιές φοβούμενο το φως του ηλίου, ελπίζοντας πως θα τελειώσει η μίζερη ύπαρξη του χωρίς να το ανακαλύψει ο κόσμος, ένα παράσιτο που ζούσε χάρις αυτά που της πρόσφερε η πόλη και οι ρυθμιστές της, πως είχε τολμήσει; Μόνο σε ένα μέρος άνηκαν πλάσματα σαν εκείνη και δεν ήταν ούτε η αστυνομία ούτε το αποτεφρωτήριο.
   «Πρώτα θα φροντίσω εγώ η ίδια ώστε η μητέρα σου και αδελφή σου να μη δουν το φως της επόμενης ημέρας και μετά θα σε στείλω στην Πυρήνις, να κάνεις παρέα στα φαντάσματα του 391»
Πυ... Πυρήνις; σκέφτηκε από μέσα της η Αιμιλία, μην μπορώντας να καταλάβει για ποιο πράγμα μιλούσε.
    Στην επόμενη φράση η πολιτάρχης κατέβασε την ένταση τη φωνή της, αλλά η ικανοποίηση στην κάθε της λέξη ήταν πιο έντονη από ποτέ. «Εκεί τα καζάνια της κολάσεως θα φαντάζουν με διακοπές υπερπολυτελείας»
   Ανατρίχιασε. Οι λέξεις της, η έκφραση της, το βλέμμα της ήταν όλα τόσο... απάνθρωπα!
   Όχι, δεν ήταν ποτέ οι μεταλλάξεις τέρατα. Οι μεταλλάξεις μπορεί να είχαν τα ελαττώματα τους, μπορεί να μισούσαν τους ανθρώπους και να έδειχναν εμπάθεια εναντίον τους, μπορεί  πολλές από αυτές να τις χαροποιούσε η εικόνα ενός βασανισμένου ανθρώπου, αλλά ποτέ δεν έπρατταν με σκοπό να σκοτώσουν στη περίπτωση που απαιτήσεις τους δεν γίνονταν δεκτές.
   Όμως αυτό το ον με τα εντυπωσιακά πράσινα μάτια, που είχε την εξουσία στα χέρια του και δε δίσταζε να την καταχραστεί για το συμφέρον του, ακόμα και αν αυτό σήμαινε πως θα προκαλούσε απόλυτο πόνο και καταστροφή στο πέρασμα του δεν άνηκε στην ίδια κατηγορία με τις μεταλλάξεις. Καταπατούσε κάθε ηθικό φραγμό, μόνο και μόνο για να την εκδικηθεί για την ανυπακοή της και την απειλούσε με μοναδικό σκοπό να τη βασανίσει.
   Αυτό ήταν πραγματικό τέρας.
   Δε χρειαζόταν ούτε ήθελε να ακούσει άλλες απειλές. Χωρίς να το σκεφτεί, άρπαξε το πιστόλι που είχε παρατήσει η πολιτάρχης στο τραπέζι και το έστρεψε προς το μέρος της.
   Αυτό ήταν το όπλο που σκόπευε να χρησιμοποιήσει για να τη σκοτώσει. Το είχε αφήσει πάνω στο τραπέζι σα προειδοποίηση ώστε να ξέρει τι θα ακολουθήσει σε περίπτωση που αρνιόταν την πρόταση της. Έπρεπε να είχε σφαίρες μέσα.
   Θυμήθηκε τους αστυνομικούς που έστρεφαν τα όπλα εναντίον των μεταλλάξεων. Μία κίνηση του δαχτύλου τους ήταν αρκετή για να ετοιμάσουν το όπλο για βολή. Τίποτε άλλο δεν χρειαζόταν.
   «Βλέπω το θράσος σου μεγαλώνει!» είπε η πολιτάρχης επαναφέροντας την αυστηρότητα στη φωνή της.
   Πάτησε το κουμπί στο πίσω μέρος του πιστολιού. Ένας χαρακτηριστικός ήχος ακούστηκε καθώς όπλιζε.
   Πόσο αίμα πια; Πόσους θανάτους θ΄ αναγκαζόταν να ζήσει ακόμη;                          Η πολιτάρχης τόσο πολύ ήθελε  να ρίξει την ευθύνη πάνω της για τις ακραίες μελλοντικές της πράξεις, που έκανε να φαίνεται η ανυπακοή της, μετά την αιματοχυσία στο Φεστιβάλ Τεχνολογίας , σαν το υπέρτατο αμάρτημα. Έτσι αν πάθαιναν κάτι η μητέρα της και η αδελφή της υποτίθεται ότι θα ήταν δική της ευθύνη, αφού  δεν έπραττε όπως αυτή η γυναίκα απαιτούσε.
   Δεν ήταν όμως έτσι τα πράγματα. Αν η Αιμιλία  είχε δεχτεί την πρόταση της πολιτάρχη θα ήταν αυτή που θα αναγκαζόταν να πατήσει τη σκανδάλη για να αφαιρεί τις ζωές αθώων μεταλλάξεων που το μόνο που αναζητούσαν ήταν μία καλύτερη ζωή. Αυτή ήταν η ανήθικη απαίτησή της. Μια πρόταση που δεν έγινε δεκτή και εκείνη έπρεπε να πληρώσει τις συνέπειες. Αυτό ήθελε να τη βάλει να κάνει για να μη λερώσει τα δικά της χέρια που βέβαια μόνο καθαρά δεν ήταν!
   Αν λοιπόν θα ήταν αναγκασμένη να δει όλους αυτούς του θανάτους πριν η Αριάδνη την στείλει στη Πυρήνις, όπως την είχε προειδοποιήσει, τότε γιατί να μην ήταν εκείνη που θα πατούσε τη σκανδάλη εναντίον του πραγματικού ενόχου; Τι ήταν αυτό που την κρατούσε; Τι είχε να κερδίσει συγκρατώντας το δάχτυλο της και την σφαίρα που υπήρχε μέσα σε αυτό το όπλο;
   Τίποτα.
   Πάτησε τη σκανδάλη.
   Το φαρμακερό χαμόγελο της πολιτάρχη χαράχτηκε για ακόμη μία φορά στο όμορφο πρόσωπό της, καθώς καμία σφαίρα δε βγήκε από το όπλο, αφήνοντας τη ζωντανή να σφίγγει το στιλέτο που ήταν χωμένο στο χέρι της.
   Ξαναπάτησε τη σκανδάλη.
   Τίποτα. Το όπλο, ακριβώς όπως την πρώτη φορά, δεν είχε καμία αντίδραση.
Γιατί δεν πυροβολεί; αναρωτήθηκε από μέσα της καθώς βυθιζόταν στην απελπισία. Δεν είχε μέσα σφαίρες; Αποκλείεται, αυτό ήταν το όπλο που σκόπευε να χρησιμοποιήσει για την σκοτώσει, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να μην έχει σφαίρες. Τότε γιατί δεν πυροβολούσε;
   «Ατύχησες» είπε η πολιτάρχης στρίβοντας για ακόμη μία φορά το στιλέτο, προκαλώντας της το μεγαλύτερο κύμα πόνου που είχε νιώσει έως εκείνη τη στιγμή, κάνοντας τη να κραυγάσει και πάλι.
   Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα εναντίον της. Το όπλο δε δούλευε, το χέρι της ήταν μαχαιρωμένο και δεν ήθελε να φανταστεί τι θα ακολουθούσε αν επιχειρούσε να το απελευθερώσει. Αυτό που την τρέλαινε περισσότερο απ’ όλα όμως ήταν πως στο βλέμμα της πολιτάρχη δε διέκρινε ούτε  ίχνος παράνοιας. Μπορεί να ήταν εκνευρισμένη, οργισμένη, όμως όλες της οι πράξεις είχαν τη σταθερότητα ενός λογικού μυαλού.
   Ήταν τρομακτική.
   «Φτάνει Αριάδνη» είπε μία ήρεμη και αυστηρή αντρική φωνή, η οποία ακούστηκε σαν κελάηδισμα στα αυτιά της Αιμιλίας. Ήταν κάποιος μαζί τους στο γραφείο ή τα αυτιά της άκουγαν παράσιτα;
   Η πολιτάρχης πάγωσε. Η λαβή της χαλάρωσε από το στιλέτο με μία δυσαρεστημένη έκφραση.
«Αρκετά έπαιξες μαζί της» ξανακούστηκε ο ίδιος άντρας
   Η φωνή ήταν πραγματική!
Ένα αίσθημα ανακούφισης πλημμύρισε την Αιμιλία καθώς παρακολουθούσε την αντίδραση της γυναίκας.
   «Φίλιππε» είπε η Αριάδνη με ένα ειρωνικό γελάκι που δεν εξανέμιζε όμως την δυσαρέσκεια της. «πόσα χρόνια έχω να ακούσω τη φωνή σου; Κόντεψα να την ξεχάσω»
   Το βλέμμα της Αιμιλίας εστίασε στον πάγκο με τα ποτά που υπήρχε δίπλα από το μικρό καθιστικό με τους δερμάτινους καναπέδες και την ολογραφική τηλεόραση. Εκεί είδε έναν ψηλό, γεροδεμένο, όμορφο άντρα, ντυμένο σχεδόν εξ’ ολοκλήρου με μαύρα ρούχα, ο οποίος είχε μία εξίσου δυσαρεστημένη έκφραση με την πολιτάρχη. Στο χέρι του κρατούσε ένα όπλο σαν αυτό που κρατούσε η Αιμιλία στο δικό της, στρέφοντας το και εκείνος προς τη πολιτάρχη.
   Πως είχε βρεθεί αυτό ο άντρας εκεί μέσα; Βρισκόταν όλη την ώρα που συζητούσαν κρυμμένος πίσω από το πάγκο, ακούγοντας τη συζήτηση τους; Ποιος ήταν και πως μπορούσε να προσπεράσει τα συστήματα ασφαλείας και τους αστυνομικούς που ήταν μέσα στο πολιταρχείο, φτάνοντας στο γραφείο της πολιτάρχη χωρίς να κινήσει κανενός την προσοχή;
   «Νόμιζα πως η Ωκεανία ήταν μία από τις κόκκινες πόλεις για σένα. Από αυτές που δε θα  τολμούσες να πατήσεις το πόδι σου»
   Ο άντρας δεν έδειξε να αντιδράει στα λόγια της. Απλά παρέμενε εκεί ακίνητος στρέφοντας το όπλο του προς το μέρος της. «Βγάλε το στιλέτο από το χέρι της»
   Η πολιτάρχης έριξε μια κλεφτή ματιά προς εκείνον σφίγγοντας και πάλι το στιλέτο. «Ξέρεις πολύ καλά πως τα πιστόλια της Ενότητας Ειρήνης δε δουλεύουν πάνω μου»
Δε δουλεύουν πάνω της τα πιστόλια; Για αυτό δεν έριχνε σφαίρες το όπλο που κρατούσε στα χέρια της! Είχε κάποιου είδους προστασία που δεν άφηνε το πιστόλι να ελευθερώσει τη σφαίρα που είχε μέσα!
   Ήταν λογικό. Είχε υπό της διαταγές της πάνω από χίλιες μεταλλάξεις που τις είχε απειλήσει και καταστρέψει τις ζωές τους. Και σε αυτές τις μεταλλάξεις έδινε όπλα, για  να στοχεύσουν άλλες μεταλλάξεις. Ήταν δυνατό να δώσεις όπλο στον κατακτημένο εχθρό, γνωρίζοντας πως αυτός θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να το στρέψει εναντίον σου χωρίς πρώτα να έχεις σιγουρευτεί πως αν γίνεις στόχος του θα μπορείς να ξεφύγεις από τη βολή του ανέπαφος;
   Δεν ήταν χαζή ούτε αφηρημένη αφήνοντας το όπλο πάνω στο τραπέζι αφού πρώτα της είχε αφαιρέσει τις χειροπέδες. Ο λόγος ήταν απλός, αυτό το όπλο δεν ήταν ποτέ απειλή για την πολιτάρχη, παρά μόνο για την Αιμιλία.
   «Το πιστόλι που κρατάω στα χέρια μου δεν έχει δείκτη» είπε και το όπλισε. «Θες μήπως να το δοκιμάσεις;»
   Η Αριάδνη ξεροκατάπιε. Κοίταξε το όπλο που κρατούσε η Αιμιλία στα χέρια της, η οποία νιώθοντας το βλέμμα της πάνω του το πέταξε με δύναμη προς το μέρος του γραφείου. Το πιστόλι προσγειώθηκε αρκετά μέτρα μακριά τους κοντά στο ξύλινο γραφείο, αφήνοντας την πολιτάρχη άοπλη εναντίον του άντρα.
   Ο άντρας με αργό βηματισμό την πλησίασε. «Τώρα!» είπε αυστηρά.
   Μην έχοντας επιλογή, τράβηξε το στιλέτο με μία απότομη κίνηση από το χέρι της Αιμιλίας.
   Η Αιμιλία ζαλίστηκε αντικρίζοντας το αίμα γύρω από το χέρι της που ξεχυνόταν  με ραγδαίο ρυθμό. Το χέρι της έτρεμε και δεν μπορούσε να κουνήσει τα δάχτυλα της. Έσφιξε το καρπό της με το αριστερό της και το έφερε κοντά στο στήθος της λεκιάζοντας τη ζακέτα που της είχε δώσει η Εύη.
   Η Αριάδνη σηκώθηκε όρθια κρατώντας στο δεξί της χέρι το στιλέτο.
   Ο άντρας έβγαλε ένα μικρό πράσινο μπουκαλάκι από την τσέπη της ζακέτας του. Έπειτα χωρίς να αφήνει το μπουκαλάκι από το χέρι του μαγνήτισε το στιλέτο που κρατούσε η Αριάδνη και το εκτόξευσε προς τη μεριά του γραφείου. Προσγειώθηκε κοντά στο όπλο που είχε πετάξει η Αιμιλία.
Μετάλλαξη! σκέφτηκε παρακολουθώντας την άριστη χρήση του ηλεκτρομαγνητικού του πεδίου εντυπωσιασμένη.
   «Βάλε αυτό στο χέρι σου» είπε ο άντρας ακουμπώντας το φάρμακο πάνω στο ξύλινο τραπέζι. «Θα ανακουφίσει τον πόνο και θα σταματήσει την αιμορραγία»
   Η Αιμιλία άφησε αμέσως τον καρπό της και ξεσφράγισε το μπουκαλάκι. Έριξε κάμποσες σταγόνες στην πληγή της. Ένιωσε ανακούφιση καθώς το φάρμακο απάλυνε το πόνο ενώ δευτερόλεπτα μετά το αίμα σταμάτησε να τρέχει.
   Η Αριάδνη την κοιτούσε υποτιμητικά, όμως τώρα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα εναντίον της.
   «Τι θες Φίλιππε;» είπε η πολιτάρχης με μία φωνή που έμοιαζε περισσότερο ενοχλημένη παρά φοβισμένη. «Σε τι οφείλω αυτή τη δυσάρεστη έκπληξη;»
   Η έκφραση του άντρα σκλήρυνε.
   «Έμαθα κάτι πριν έρθω στην Ωκεανία» απάντησε με την ίδια ήρεμη και αυστηρή φωνή. «Υποτίθεται πως σήμερα στο Φεστιβάλ Τεχνολογίας θα παρουσιαζόταν μία συσκευή αφαλάτωσης νερού, ξεκλειδώνοντας έτσι μία χαμένη τεχνολογία της Ενότητας Ειρήνης. Αλλά όταν έφτασα εκεί, δε βρήκα τίποτε άλλο πέρα από τα κλασσικά εκθέματα που περιμένει ο καθένας να παρακολουθήσει στη πόλη της Ωκεανίας. Καμία συσκευή αφαλάτωσης»
   Η Αριάδνη ξεφύσησε ειρωνικά. «Τι σε εκπλήσσει;»
Συσκευή αφαλάτωσης; αναρωτήθηκε η Αιμιλία. Τι την χρειαζόταν; Και γιατί η πολιτάρχης είχε φροντίσει να την εξαφανίσει;
   «Τίποτα» είπε ο άντρας και ακούμπησε το όπλο πάνω στο κεφάλι της. «Απλά θέλω να μάθω που είναι. Έχω ψάξει ήδη εδώ μέσα και δεν έχω βρει τίποτα, ούτε ένα στοιχείο για την τύχη της»
   «Έχεις χαζές απορίες Φίλιππε» είπε η Αριάδνη.
   Το όπλο του άντρα παρέμενε εκεί, αγγίζοντας το κεφάλι της. Η απάντηση της δεν του ήταν αρκετή.
   Η πολιτάρχης  δεν άργησε να το καταλάβει. Η φωνή της ακούστηκε το ίδιο ενοχλημένη με πριν. «Έχει διαλυθεί και τα μέρη της έχουν σταλεί ξεχωριστά στην ανακύκλωση. Όσο για τα σχέδια της, μπορώ να σου εγγυηθώ πως δεν πρόκειται να τα βρεις σε κανέναν υπολογιστή σε όλη την Ενότητα Ειρήνης»
 «Και οι δημιουργοί της; Τι έκανες με αυτούς;» ρώτησε ο άντρας με εντονότερη δυσαρέσκεια στη φωνή του.
   Ένα σατανικό χαμόγελο  πήρε τη θέση του στο πρόσωπό της. «Σήμερα το πρωί είχαν μία εξαιρετική πρόταση από το κέντρο θαλάσσιας ζωής της Ωκεανίας. Τους ζητήθηκε να μελετήσουν τη χημική σύσταση ενός νέου είδους φυκιού που με βάση τα σημερινά δείγματα δείχνει βρώσιμο. Βέβαια στη βάρκα που είχαν επιβιβαστεί παρουσιάστηκε τεχνικό πρόβλημα και μαζί με τους ανοιξιάτικους ανέμους η κατάληξη τους δεν ήταν καλή. Σε λίγες ώρες θα τους ξεβράσει η θάλασσα στην ακτή των φαναριών»
   Η ματιά της γύρισε προς την Αιμιλία. «Δυστυχώς είχαμε πολλά θύματα σήμερα. Έτσι δεν είναι;»
   Η Αιμιλία σηκώθηκε όρθια εξοργισμένη έτοιμη να της επιτεθεί με το αριστερό της χέρι. Δεν άντεχε να ακούει άλλο τις λέξεις να βγαίνουν από το στόμα της, με ειρωνεία και στόμφο σαν οι θάνατοι που είχαν συμβεί σήμερα να ήταν κακόγουστη μαύρη κωμωδία. Ήθελε να της τραβήξει αυτά τα μαύρα πλούσια μαλλιά και να την κοπανήσει στο τραπέζι που ήταν γεμάτο με το αίμα της, αποτέλεσμα κι αυτό των δικών της μοχθηρών πράξεων.  
Ο άντρας την πρόλαβε. Μία μικρή βελόνα βρέθηκε στο λαιμό της πολιτάρχη αυτή τη φορά, προσγειώνοντας την αναίσθητη στο ματωμένο χαλί. Έμοιαζε με πτώμα έτσι όπως κείτονταν δίπλα στο αίμα της Αιμιλίας, η οποία βέβαια είχε παγώσει με το θέαμα.
   «Διάολε» ψιθύρισε ο άντρας εκνευρισμένος και ενοχλημένος απ’ όσα είχε ακούσει. Δεν την είχε προλάβει, η συσκευή αφαλάτωσης είχε ήδη καταστραφεί.
   Άνοιξε τη ζακέτα του. Στη μέση του υπήρχε μία υφασμάτινη ζώνη με θήκες. Σε μία από αυτές άφησε το όπλο αφού το αφόπλισε πρώτα και έκλεισε τη ζακέτα του κρύβοντας το από τη θέα.
   Η ματιά του έπεσε πάνω στην Αιμιλία. Είχε παρακολουθήσει τα πάντα από τη θέση που βρισκόταν. Την είδε να τη φέρνουν στο γραφείο κοιμισμένη, να της δίνουν το αντίδοτο του υπνωτικού και μετά την Αριάδνη να της μιλάει για το αστυνομικό σώμα και έπειτα να της δείχνει το θάνατο του πατέρα της. Όλα αυτά αφού πρώτα είχε βιώσει στο Φεστιβάλ Τεχνολογίας τις εκτελέσεις των φίλων που αποτελούσαν την περιβόητη συμμαχία των τεράτων και για πρώτη φορά είχαν αποκαλύψει την παρουσία τους στους ανθρώπους της Ωκεανίας.
   Οι πράξεις της Αριάδνης είχαν αυτή τη συγκαλυμμένη χειραγώγηση. Ήθελε να τη διαλύσει. Αν επρόκειτο να δουλέψει υπό τις διαταγές της, έπρεπε να καμφθεί κάθε διάθεσή της για αντίσταση σε ότι έπρεπε να πράξει στο μέλλον.  Έπρεπε απλά να υπακούει στις  απαιτήσεις τις δικές της και της αστυνομίας.
   Αυτή η νεαρή κοπέλα όμως ήταν θαρραλέα, δεν είχε υποκύψει στους εκβιασμούς της Αριάδνης.
   Τα γόνατα της Αιμιλίας λύγισαν αφήνοντας την ακίνητη για ακόμη μία φορά πάνω στη ξύλινη καρέκλα που καθόταν πριν. Ολόκληρο το σώμα της έτρεμε, το αριστερό της χέρι είχε βρεθεί μπροστά από το στόμα της και ποτιζόταν με τα σιωπηλά της δάκρυα.
   Η έκφραση του Φίλιππου μαλάκωσε. Μέσα σε μία ημέρα η ζωή της είχε διαλυθεί αφού στερήθηκε όλους όσους αγαπούσε.
   «Αιμιλία» είπε αποσπώντας της την προσοχή «Αιμιλία δε σε λένε;»
   Εκείνη έκανε ένα θετικό νεύμα χωρίς όμως να σταματήσει τα δάκρυα της.
   «Ξέρω πως δεν αναιρεί τίποτα αυτό που θα πω, αλλά...» έκανε μια παύση προσπαθώντας να βρει λόγια που δε θα χειροτέρευαν την κατάσταση. Η αλήθεια ήταν πως δεν υπήρχαν λόγια να την παρηγορήσουν μετά απ’ όσα είχε ζήσει.
   «Συλλυπητήρια» είπε τελικά. «Το Φεστιβάλ Τεχνολογίας πρέπει να ήταν πάρα πολύ σκληρό θέαμα»
   Οι σταγόνες που έτρεχαν από τα μάτια της έγιναν ποτάμια καθώς άκουγε τις λέξεις του.
   Ήταν τόσο σκληρό, τόσο αφόρητα σκληρό. Έμοιαζε περισσότερο με άσχημο εφιάλτη πάρα με πραγματικότητα, όμως ήξερε πως δεν ήταν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, είχε προστεθεί και η εκτέλεση του πατέρα της στη σειρά με τις σκληρές αναμνήσεις. Πως θα μπορούσε ποτέ να συνέλθει από το σοκ και από τα συναισθήματα που ένιωθε να την καταρρακώνουν;
   Η Αιμιλία δεν είπε τίποτα. Απλά έκανε ένα  θετικό νεύμα.
   Ακολούθησε μία σιγή μερικών λεπτών. Ο Φίλιππος δε μίλησε. Την άφησε να ξεσπάσει για λίγα λεπτά πριν την επαναφέρει στην πραγματικότητα. Η Αιμιλία Ανδριαννού, με τη φράση που είχε ξεστομίσει κατά της Αριάδνης, την είχε στρέψει εναντίον της. Και η λέξη «κόλαση»  με την οποία την εκφόβιζε  ήχησε άσχημα  στ΄ αυτιά της  για πολλούς λόγους…..
   Ο άντρας τώρα αναγκάστηκε να διακόψει τη σκέψη και τη θλίψη της. «Δεν είναι εύκολο να το αντιμετωπίσεις αυτή τη στιγμή, αλλά πρέπει να σου πω κάτι»
   Η Αιμιλία τον κοίταξε με περιέργεια.
   «Από σήμερα δεν είσαι ευπρόσδεκτη στην Ενότητα Ειρήνης»
   Η Αιμιλία ξεροκατάπιε. Δεν ένιωσε έκπληξη στα λόγια του Φίλιππου, άλλωστε μόλις είχε στρέψει όπλο προς την πολιτάρχη αφού βέβαια πρώτα την είχε εξοργίσει.
 «Θα σου κάνω μία ερώτηση και πρέπει να μου απαντήσεις με απόλυτη ειλικρίνεια» είπε ο Φίλιππος με ηρεμία και αυστηρότητα. «Θέλεις να ζήσεις;»
   Η έκφραση της Αιμιλίας πάγωσε.
   Στην παρούσα κατάσταση δεν έμοιαζε να έχει επιλογή για τη ζωή της.  Μετά από την άρνηση της να μπει στο αστυνομικό σώμα αλλά και το όπλο με το οποίο είχε απειλήσει την πολιτάρχη δεν μπορούσε καν να ελπίζει πως θα ζήσει.
   Ήδη οι αναμνήσεις τη στοίχειωναν. Μπορεί το πλήγμα να ήταν πρόσφατο αλλά από τώρα ήξερε πως είχε δει εικόνες που δε θα διαγράφονταν ποτέ από το μυαλό της. Σοκαριστικές αιματηρές εικόνες, γεμάτες θάνατο και απελπισία. Αν επέλεγε να πεθάνει οι εικόνες θα χάνονταν δια παντός μαζί με την ίδια της την ύπαρξη. Θα γλίτωνε από το βασανιστήριο των ίδιων της των αναμνήσεων και των σκέψεων που ήταν γεμάτες πόνο και θλίψη. Ο θάνατος ήταν η πιο εύκολη λύση.
   Όμως ήταν αυτό που ήθελε;
   Το πρόσωπο της ήταν κόκκινο αλλά πίσω από τα δάκρυα της διακρινόταν μια λάμψη αποφασιστικότητας.
   «Ναι» είπε χωρίς δισταγμό. «Θέλω να ζήσω»
   Δεν ήξερε αν υπήρχε σωστή ή λάθος επιλογή σε αυτή την ερώτηση. Αλλά ακόμα και σε αυτή την ταλαιπωρημένη κατάσταση, ακόμα και μετά απ’ όσα είχε πει μπροστά στην πολιτάρχη όμως και τις σκληρές εικόνες που είχε παρακολουθήσει, δεν ήθελε να πεθάνει. Μπορεί να επέλεγε τον θάνατο έναντι της υποδούλωσης της αλλά δε θα επέλεγε ποτέ τον θάνατο έναντι της ελευθερίας. Και ας ήταν το ίδιο της το μυαλό η φυλακή της.
   Θυμήθηκε τη μέρα που είχε συλληφθεί ο Μιχάλης Θεοδοσίου. Τότε, αναρωτιόταν αν η επιθυμία της να ζήσει ήταν εγωιστική. Αν ο θάνατος της θα ήταν καλύτερος για τους ανθρώπους και την πόλη. Παρόλα αυτά, ακόμα και τότε που δεν είχε καμία απολύτως εκτίμηση στην ύπαρξη της σε αυτόν τον κόσμο, ήθελε να ζήσει. Παρέμενε η ίδια μετάλλαξη με τότε.
   «Αν μείνεις εδώ είναι σίγουρο πως θα πεθάνεις» είπε ο Φίλιππος όντας σίγουρος πως η απάντηση της ήταν ειλικρινής. «Όμως μπορείς να ζήσεις. Αρκεί να φύγεις από την Ενότητα Ειρήνης»
  Την κοίταξε με σοβαρότητα. «Μπορώ να σε φυγαδεύσω»
   Η περιέργεια της έγινε έντονη. Να φύγει από την Ενότητα Ειρήνης και να πάει που; Στις ερημιές έξω από αυτή που δεν υπήρχε ούτε ίχνος ζωής; Να εμπιστευθεί  έναν περίεργο άντρα που έβλεπε για πρώτη φορά στη ζωή της και είχε βρεθεί ξαφνικά με έναν μαγικό τρόπο στο γραφείο της πολιτάρχη; Έναν άντρα που, ναι την είχε βοηθήσει, αλλά από την άλλη δε γνώριζε ούτε την ταυτότητα ούτε τους στόχους του;
   Από την άλλη, δεν μπορούσε παρά να παραδεχτεί πως είχε δίκιο. Αν έμενε στην Ενότητα Ειρήνης θα πέθαινε. Αλλά αν έφευγε τι θα έσωζε πέρα από τη ζωή της; Η πολιτάρχης είχε απειλήσει την οικογένεια της, δεν μπορούσε να εξαφανιστεί αφήνοντας τες στο έλεος της πόλης.
   «Η μητέρα μου... η αδελφή μου...» είπε και έσπασε η φωνή της.
   «Για ναι έχουν νόημα οι απειλές της Αριάδνης, αλλά και τον αντίκτυπο που επιθυμεί να έχουν, θα πρέπει να έχει στα χέρια της τον κατάλληλο θεατή. Αν εσύ δε βρίσκεσαι εδώ για να παρακολουθήσεις το χαμό της οικογένειας σου δεν πρόκειται να την πειράξουν. Αλλά αν είσαι, πρέπει να σου πω πως δε θα διστάσουν»
   Αν δε βρισκόταν στα χέρια τους, το μόνο που θα κατάφερναν σκοτώνοντας την οικογένεια της θα ήταν να αποδεσμεύσουν τον μοναδικό της συνδετικό κρίκο με την πόλη της Ωκεανίας. Μια τέτοια πράξη θα σήμαινε πως αν η Αιμιλία γυρνούσε ποτέ στην Ενότητα θα ήταν αδύνατο να ελεγχθεί. Όσο οι συγγενείς της ζούσαν αποτελούσαν πλεονέκτημα για εκείνους.
   Η Αιμιλία ξεροκατάπιε. Θα τις άφηναν να ζήσουν αν εκείνη αποχωρούσε από την Ενότητα Ειρήνης. Θα έσωζε τον εαυτό της και εκείνες. Η αλήθεια ήταν πως κατά παράξενο τρόπο οι λέξεις αυτού του άντρα είχαν λογική.
   Μέσα της βέβαια κάτι την έκανε να διστάζει.
   Είχε περάσει όλη της τη ζωή στην Ωκεανία. Εδώ είχε μεγαλώσει, εδώ είχε γνωρίσει τη συμμαχία και το Δάκη. Εδώ ζούσε η οικογένεια της η οποία μετά από τη σημερινή μέρα δε θα ήταν ποτέ η ίδια. Εδώ διαδραματίστηκαν όλες τις οι αναμνήσεις, οι καλές και οι κακές κι ας ήταν οι κακές περισσότερες από τις καλές.
   Μπορούσε να παρατήσει αυτή την πόλη και τη ζωή της ως τώρα και να εξαφανιστεί;
   Δεν είχε επιλογή, το ήξερε. Ο άντρας που στεκόταν μπροστά της είχε δίκιο. Αν έμενε το μόνο που θα κατάφερνε ήταν να χάσει τη ζωή της,  παίρνοντας στο λαιμό της την οικογένεια της. Αν ήταν έξω από την Ενότητα Ειρήνης η πολιτάρχης δεν είχε δύναμη, δεν μπορούσε να την αγγίξει. Δεν ήξερε τι θα μπορούσε να υπάρχει εκεί αλλά σίγουρα ήταν καλύτερη περίπτωση από το βέβαιο θάνατο.
   «Εντάξει» είπε σχεδόν ψιθυριστά.
   Ο Φίλιππος άνοιξε μία από τις τσέπες του παντελονιού του και έβγαλε μερικές γάζες. Με γρήγορες κινήσεις τύλιξε σφιχτά το δεξί χέρι της Αιμιλίας που το φάρμακο είχε αναισθητοποιήσει. Έτσι ακόμα και αν χτυπούσε κάπου το χέρι της στην προσπάθειά τους να φύγουν δε θα προκαλούνταν παραπάνω ζημιά στους ιστούς.
   Κοίταξε το πρόσωπο της. Για καλή του τύχη της είχαν αφαιρέσει όλο το μακιγιάζ πριν την φέρουν στο γραφείο. Αν κατά τύχη την έβλεπε κάποιος πολίτης δε θα του κινούσε την προσοχή η εμφάνισή της.
   Σηκώθηκε όρθιος και κατευθύνθηκε προς τη βιβλιοθήκη που βρισκόταν ακριβώς πίσω της. Άρχισε να ψαχουλεύει τα βιβλία που βρίσκονταν στο τρίτο ράφι από πάνω, διαβάζοντας τους τίτλους. Στάθηκε μπροστά  από ένα βιβλίο που έγραφε «Το άγγιγμα της σωτηρίας». Το τράβηξε μαζί με τα διπλανά του και τα άφησε στο πάτωμα. Πίσω από τα τρία βιβλία υπήρχε μία μαύρη τετράγωνη γυαλιστερή επιφάνεια. Έπειτα γύρισε στην Αριάδνη.
   Σήκωσε το πεσμένο της σώμα στους ώμους του και το έσυρε μέχρι το σημείο της βιβλιοθήκης όπου είχε αφαιρέσει τα τρία βιβλία. Ακούμπησε τη παλάμη της στη μαύρη επιφάνεια, η οποία σκάναρε τα δαχτυλικά της αποτυπώματα. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα ένα απαλός ήχος ακούστηκε καθώς το δεξί μέρος της βιβλιοθήκης βυθιζόταν στο τοίχο.
   Σήκωσε τα βιβλία από το πάτωμα και τη στιγμή που έβαλε πίσω το κεντρικό βιβλίο η βυθισμένη βιβλιοθήκη σύρθηκε προς τα δεξιά, αποκαλύπτοντας ένα μονοπάτι, το οποίο άρχισε να φωτίζεται με λάμπες φθορίου.
   Η Αιμιλία κοιτούσε έκπληκτη και εντυπωσιασμένη τις κινήσεις του Φίλιππου, ο οποίος όχι απλά είχε κατορθώσει να φτάσει μέχρι το γραφείο της πολιτάρχη απαρατήρητος, αλλά ήξερε απ’ έξω όλα τα μυστικά του. Απόρησε και πάλι, ποιος ήταν αυτός ο άντρας;
   «Αυτή είναι η έξοδος κινδύνου» είπε ο Φίλιππος. «Αν πάρουμε το μονοπάτι θα μας οδηγήσει σε έναν υπόγειο σταθμό μαγνητικών κάψουλων που έχει σχεδιαστεί αποκλειστικά για τις ανάγκες του εκάστοτε πολιτάρχη. Από εκεί θα πάρουμε μία κάψουλα και θα πάμε προς την μοναδική έξοδο στα τείχη της Ωκεανίας»
   «Έχουν έξοδο τα τείχη της Ωκεανίας;» ρώτησε διαπιστώνοντας πόσο περίεργη ήταν η ερώτηση της. Γιατί είχαν έξοδο τα τείχη της Ωκεανίας; Και γιατί της φαινόταν τόσο περίεργο; Μάλλον επειδή όποιος ήθελε να φύγει από την Ωκεανία απλά έπαιρνε το τρένο, δεν έφευγε από την πόρτα που οδηγούσε στις ερημιές.
   «Ναι. Μια έξοδο που έχει αιώνες να ανοίξει. Αν καταφέρεις να φύγεις από εκεί το πιο πιθανό είναι πως θα γίνεις θύμα των εξωτερικών συστημάτων ασφαλείας. Θα φροντίσω να τα απενεργοποιήσω, άρα δε θα έχουμε αυτό το πρόβλημα για περίπου 5 λεπτά» είπε και έβγαλε μία μικρή συσκευή από την τσέπη του που η Αιμιλία δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή της. Ένα μικρό ολόγραμμα που έμοιαζε με περίεργο χάρτη φώτισε το πρόσωπο του.  «Όταν θα φτάσουμε εκεί θα μας περιμένει ένα τετράτροχο όχημα» είπε και έκανε κάποια ρύθμιση στο ολόγραμμα. «Δεν έχεις δει κάτι τέτοιο ποτέ ξανά στη ζωή σου, το ξέρω. Αλλά θα πρέπει να μπούμε εκεί μέσα και να απομακρυνθούμε από την Ωκεανία το συντομότερο, πριν τα εξωτερικά συστήματα ασφαλείας ξαναμπούν σε λειτουργία. Δε θα έχουμε καθόλου χρόνο για χάσιμο. Κατάλαβες;»
   Η Αιμιλία έκανε ένα θετικό νεύμα. Δεν είχε καταλάβει πολλά απ’ όσα έλεγε αυτός  ο άντρας άλλα δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει το ρόλο της. Φτάνουν στην έξοδο, βγαίνουν έξω από αυτή και μπαίνουν μέσα σε αυτό το περίεργο τετράτροχο όχημα. Αυτό ήταν.
   Και μετά που θα πήγαιναν;
   Ο άντρας διέκοψε τις σκέψεις της. «Μπορείς να τρέξεις;» ρώτησε βλέποντας πόσο ταλαιπωρημένη ήταν ήδη. Πέρα από την άσχημη σωματική της κατάσταση και το αίμα που είχε χάσει, υπήρχε στο οργανισμό της ακόμα το υπνωτικό, για το οποίο μπορεί να είχε πάρει το αντίδοτο αλλά η επήρεια του θα παρέμενε εκεί για πολλές ώρες σε μορφή ζαλάδας. Τα αντανακλαστικά της δε θα βρίσκονταν στην καλύτερη κατάσταση, όπως και της Αριάδνης που βρισκόταν υπό την  επήρεια του ίδιου ακριβώς υπνωτικού.
   Η Αιμιλία έκανε ένα θετικό νεύμα. Αν υπήρχε κάτι που ήξερε να κάνει καλά αυτό ήταν να τρέχει, ακόμα και αν δεν έβλεπε μπροστά της.
   Ο Φίλιππος κατευθύνθηκε προς την πλευρά του γραφείου, που ήταν πεσμένο το στιλέτο της Αριάδνης μαζί με το πιστόλι. Άνοιξε τη ζακέτα του και έβαλε το όπλο  στη ζώνη που φορούσε στη μέση του. Αν του αφαιρούσε τον δείκτη θα μπορούσε να είναι χρήσιμο.
   Κοίταξε το ματωμένο στιλέτο. Μόνο και μόνο η εικόνα του προκαλούσε δυσαρέσκεια.
   Η Αιμιλία σηκώθηκε όρθια και στάθηκε ακριβώς μπροστά από το θαμπό διάδρομο νιώθοντας το φως του να τη ζαλίζει. Έσφιξε τα μάτια της, κούνησε το κεφάλι της δεξιά – αριστερά για να διώξει τη ζαλάδα, ήταν έτοιμη να τρέξει.
   «Φέρε μου το αριστερό σου χέρι» είπε ο Φίλιππος ο οποίος ήρθε προς το μέρος της.
   Τον κοίταξε με περιέργεια, καθώς το χέρι που της ζητούσε δεν ήταν αυτό που είχε δέσει πριν από λίγο με την τεράστια ματωμένη πληγή που είχε προκαλέσει η Αριάδνη. Αλλά δεν αντιμίλησε, απλά του το άπλωσε το χέρι της. Ο Φίλιππος το άρπαξε και το γύρισε προς την πλευρά του καρπού, όπου βρισκόταν ο παλμογράφος της. Φώτιζε με μία κίτρινη λάμψη, η οποία φανέρωνε το άγχος της.
   «Θα σου βραχυκυκλώσω τον παλμογράφο» είπε χωρίς να παίρνει τα μάτια του από το κίτρινο χρώμα του. «Τη στιγμή που θα το κάνω θα πάψει να δουλεύει ο εντοπιστής σου...»
   «Εντοπιστής;» ρώτησε η Αιμιλία αγχωμένα τραβώντας με μία απότομη κίνηση το χέρι της. Είχε εντοπιστή ο παλμογράφος της; Της τον είχαν βάλει όσο βρισκόταν στο πολιταρχείο για να την έχουν υπό έλεγχο, σαν επέκταση των κολάρων ασφυξίας;
   Ο Φίλιππος ξεφύσησε. Αυτό ήταν κάτι που δεν ήξερε η Αιμιλία και εκείνος το είχε ξεχάσει. «Ναι, όλοι παλμογράφοι της Ενότητας Ειρήνης έχουν εντοπιστές μέσα»
   Η Αιμιλία ανατρίχιασε. Το αριστερό της χέρι άρχισε να μουδιάζει. «Όλοι;»
   «Ακόμα και αυτοί που φοράει η οικογένεια σου ή αυτοί που φορούσαν τα μέλη της συμμαχίας. Έτσι ήξερε η αστυνομία πως κάτι ετοιμάζατε. Είδαν τον συνωστισμό μεταλλάξεων στην αυλή του 4ου τομέα...»
   «Και έστειλαν την αστυνομία να ερευνήσει» συμπλήρωσε τη φράση του η Αιμιλία, συνειδητοποιώντας για πρώτη φορά το λάθος των μεταλλάξεων.
   Οι μεταλλάξεις νόμιζαν πάντα πως το πιο επικίνδυνο κομμάτι τεχνολογίας πάνω τους ήταν το ακουστικό των φακών, το οποίο συνδεόταν στο διαδίκτυο. Έτσι γνώριζαν πάντα την τοποθεσία τους, ενώ συγχρόνως επειδή όλα τα μηνύματα και οι συζητήσεις γίνονταν διαδικτυακά ήταν πάρα πολύ εύκολο για την αστυνομία να παρακολουθήσει τις συζητήσεις τους. Το ακουστικό των φακών βέβαια  είχε ένα μεγάλο ελάττωμα. Μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να το βγάλουν από το αυτί τους και να το παρατήσουν κάπου, διακόπτοντας έτσι την οποιαδήποτε χρήση του ίντερνετ και κατά συνέπεια την παρακολούθηση των συζητήσεων και των μηνυμάτων τους.
   Όμως αυτό ήταν ένα ελάττωμα που δεν είχε ο παλμογράφος. Η τοποθέτηση του πρώτου παλμογράφου γινόταν στην ηλικία των έξι χρονών και η αντικατάστασή του γινόταν ανά τέσσερα χρόνια. Για να μπορέσει να αφαιρεθεί χρειαζόταν μία περίπλοκη ιατρική διαδικασία που μόνο ένας πιστοποιημένος γιατρός από το κράτος μπορούσε να κάνει. Δεν μπορούσε να μείνει σπίτι όπως τα ακουστικά. Δεν είχε τη δυνατότητα να παρακολουθεί συνομιλίες, αλλά ήταν ιδανικός για να εντοπίζει την τοποθεσία κάθε πολίτη ξεχωριστά.
   Αυτό δικαιολογούσε το πως είχε βρεθεί η αστυνομία στο Φεστιβάλ Τεχνολογίας πριν ολοκληρώσουν το λόγο τους οι μεταλλάξεις. Η αστυνομία τους παρακολουθούσε και τη στιγμή που είδε τις 60 μεταλλάξεις να μαζεύονται στην αυλή του 4ου τομέα η πολιτάρχης ήξερε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Οι μεταλλάξεις δε σκόπευαν να διαλύσουν τη συμμαχία.
   «Δεν σας πρόλαβαν όμως» είπε ο Φίλιππος σα συνέχεια των σκέψεων της. «Κατορθώσατε και βγήκατε στη σκηνή του Φεστιβάλ Τεχνολογίας πριν η αστυνομία φτάσει στο χώρο. Μέσα σε δευτερόλεπτα φανερώσατε την παρουσία μεταλλάξεων σε μία πόλη από την οποία έμοιαζε πως οι μεταλλάξεις είχαν χαθεί. Μπορεί το τίμημα να ήταν μεγάλο, αλλά καταφέρατε κάτι σπουδαίο.»
   Παρόλα αυτά μία εντολή της πολιτάρχη ήταν ικανή να διαλύσει όλη τη συμμαχία. Αυτό είχε συμβεί. Δεν τους είχε ξεγελάσει με κάποιο παραπλανητικό σχέδιο αυτή τη φορά. Απλά είχε δώσει μία εντολή καθώς παρακολουθούσε τις μεταλλάξεις από την ολογραφική τηλεόραση που βρισκόταν σε αυτό γραφείο.
   «Η Ωκεανία δε θα είναι ποτέ ξανά η ίδια» ψιθύρισε ο Φίλιππος.
   Η Αιμιλία παρακολουθούσε τον παλμογράφο που σιγά σιγά αποκτούσε πορτοκαλί χρώμα. Φορούσε παλμογράφο σχεδόν 12 χρόνια. Τη συνόδευε στο σχολείο της, στις προπονήσεις της, στους περιπάτους της, στο σπίτι της και στον ύπνο της. Στις καλές και στις κακές στιγμές της ζωής την ήταν στο χέρι της, στην είσοδό της στη συμμαχία, στην επέτειο της συμμαχίας αλλά και όπου αλλού είχε βρεθεί στη ζωή της. Την παρακολουθούσε κάθε δευτερόλεπτο, ακόμα και τις στιγμές που ήθελε να εξαφανιστεί, που επιθυμούσε η ύπαρξή της να μοιάζει με θολή ανάμνηση. Αυτό το φαινομενικά αθώο κομμάτι τεχνολογίας ήταν οι χειροπέδες που φορούσαν όλοι οι πολίτες της Ενότητας Ειρήνης και εκείνη μαζί τους.
   «Βραχυκύκλωσε τον!» είπε με άγχος απλώνοντας το χέρι της προς το μέρος του.
   Ο Φίλιππος αντιλήφθηκε την ταραχή της αλλά συνέχιζε να έχει τον ίδιο συγκρατημένο και σταθερό τόνο. «Τη στιγμή που ο παλμογράφος σου σταματήσει να δουλεύει θα θεωρηθείς αγνοούμενη από την Ενότητα Ειρήνης. Το πρώτο μέρος που θα ψάξουν είναι εδώ όπου θα βρεθούν το αργότερο μέσα σε τρία λεπτά. Βλέποντας την Αριάδνη αναίσθητη θα σε αναζητήσουν στην έξοδο κινδύνου. Μέχρι να φτάσουν εδώ εμείς θα πρέπει να έχουμε εξαφανιστεί. Κατανοητό;»
   «Βραχυκύκλωσε τον!» είπε σχεδόν υστερικά η Αιμιλία. Δεν μπορούσε να δεχτεί πως αυτή η συσκευή στο χέρι της είχε οδηγήσει τη συμμαχία στο θάνατο.
   Έπιασε το χέρι της. Πραγματικά ήλπιζε πως είχε καταλάβει όσα της είχε πει.
   Με μία απαλή κίνηση του δάχτυλου του τον βραχυκύκλωσε.
   Ένα δευτερόλεπτο μετά η Αιμιλία έτρεχε  με ταχύτητα στο μονοπάτι με τις λάμπες φθορίου σχεδόν ακούγοντας τα βήματα των αστυνομικών να τους ακολουθούν.

*  *  *

   Η Αιμιλία ένιωθε τη καρδιά της να σφυροκοπάει με ένταση στο στήθος της. Με την μαύρη οθόνη όμως του παλμογράφου της δεν ήταν σίγουρη κατά πόσο αυτό το αίσθημα ήταν πραγματικό ή στη φαντασία της. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ποτέ πόσο συνηθισμένη ήταν σε αυτή τη μικρή συσκευή που υπήρχε τόσα χρόνια στον καρπό της.
   Τώρα στεκόταν μπροστά από την έξοδο της Ωκεανίας.
   Τα είχαν καταφέρει, είχαν τρέξει στο μικρό διάδρομο με τις λάμπες φθορίου, είχαν επιβιβαστεί στη μαγνητική κάψουλα που βρισκόταν μέσα στο πολιταρχείο και είχαν αποχωρίσει από το κτίριο πριν τους φτάσει η αστυνομία.
   Ήταν θέμα χρόνου μέχρι να τους βρουν κι αυτό το ήξερε πολύ καλά. Άλλωστε η μαγνητική κάψουλα του πολιταρχείου είχε αποβιβαστεί στο νοτιοανατολικό συγκρότημα της Ωκεανίας κοντά στο σταθμό του τρένου προς Υδωρία. Δε θα αργούσαν να βρεθούν στο σημείο που στέκονταν οι δυο τους τώρα.
   Η περιβόητη έξοδος που είχε αναφέρει ο Φίλιππος είχε μία τελείως διαφορετική εικόνα από αυτή που είχε φανταστεί η Αιμιλία ακούγοντας για την ύπαρξη της. Ήταν μικρή, στο μέγεθος δίφυλλης εξώπορτας σπιτιού, φτιαγμένη από γκρίζο μέταλλο παρόμοιο με το χρώμα του τοίχου δίπλα της. Τώρα καταλάβαινε γιατί δεν είχε ακούσει ποτέ για αυτή από κανέναν.
   Η εικόνα της ήταν τόσο αδιάφορη που δεν κινούσε υποψίες στους κατοίκους της Ωκεανίας. Άλλωστε πως θα μπορούσε ποτέ μία τόσο μικρή πόρτα να οδηγεί κάπου έξω από την πόλη; Κάτι άλλο θα έπρεπε να υπάρχει πίσω από αυτή.
   Συνέχιζε να την κοιτά με απορία. Σε τι χρησίμευε αυτή η πόρτα; Ο άντρας δίπλα της της είχε πει πως είχε αιώνες να ανοίξει.
   Ο Φίλιππος ασχολιόταν με ένα μηχάνημα το οποίο έμοιαζε με απαρχαιωμένο υπολογιστή. Πληκτρολογούσε με ταχύτητα σε κάτι που έμοιαζε με μηχανικό πληκτρολόγιο, που αντί για το δισδιάστατο ολόγραμμα που είχαν οι σύγχρονοι υπολογιστές, είχε κουμπιά. Οι εικόνες στη τεράστια τρισδιάστατη οθόνη εναλλάσσονταν  με ταχύτητα ενώ στα χέρια του κρατούσε ένα ασημένιο αντικείμενο που στο σκοτάδι η Αιμιλία δεν μπορούσε να διακρίνει το σχήμα του.
   Επίσης δεν μπορούσε να καταλάβει το νόημα πίσω από τις εικόνες, απλά παρακολουθούσε της κινήσεις του άντρα σαν παιδί που έβλεπε πρώτη φορά τηλεόραση.
   Κάθε λεπτό που περνούσε η ταχυπαλμία χειροτέρευε. Από τη συνήθεια γυρνούσε να κοιτάξει τον παλμογράφο της, που παρέμενε σκοτεινός.
   Πόση ώρα θα έπαιρνε στους αστυνομικούς να τους φτάσουν; Τουλάχιστον η απόλυτη ησυχία θα τους προειδοποιούσε καθώς ακόμα και ο παραμικρός ήχος θα ακουγόταν. Για αυτό η Αιμιλία σχεδόν δεν ανέπνεε καθώς προσπαθούσε να αφουγκραστεί τους ήχους.
   Οι άνθρωποι ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους. Είχαν κατεβάσει τα ρολά και δεν τολμούσαν να ρίξουν ούτε μία ματιά στον έξω κόσμο. Ήταν φοβισμένοι. Άραγε φοβόντουσαν τις νεκρές μεταλλάξεις ή τους αστυνομικούς που είχαν ρίξει τις σφαίρες εναντίον τους; Ποια ομάδα ήταν πιο τρομαχτική αυτή τη φορά;
   Ένας ανεπαίσθητος ήχος ακούστηκε. Έμοιαζε με τον ήχο μίας κάψουλας που έφτανε στον προορισμό της.
   Ο Φίλιππος κοίταξε την Αιμιλία. Ακόμα και στο σκοτάδι καταλάβαινε πως έχασε και το ελάχιστο χρώμα που είχαν τα μάγουλα της. Γύρισε στο πληκτρολόγιο και πάτησε ένα κουμπί. Ένα χρονόμετρο εμφανίστηκε στην οθόνη του παλαιού υπολογιστή που μετρούσε πέντε λεπτά, δηλαδή όση ώρα είχαν να απομακρυνθούν από την Ωκεανία πριν τα εξωτερικά συστήματα ασφαλείας ενεργοποιηθούν.
   Η μικρή πόρτα άνοιξε στιγμιαία, φανερώνοντας ένα σκοτεινό τοπίο. Δεν υπήρχε ούτε ένα δείγμα φωτός έξω από την πόλη.
   Η Αιμιλία δεν ήταν σίγουρη, αλλά νόμισε πως είδε μερικές σκοτεινές φιγούρες να τρέχουν ανάμεσα στα κτήρια. Η ματιά της γύρισε προς τον Φίλιππο. Εκείνος της έκανε νόημα να βγει έξω από την ανοιχτή πόρτα.
   Χωρίς να διστάσει, διέσχισε το κατώφλι της πόρτας και χώθηκε στο σκοτεινό τοπίο. Ο Φίλιππος την ακολούθησε, ενώ με την έξοδο του, η πόρτα σφραγίστηκε, αφήνοντας και τους δύο στο σκοτάδι.
   Ξαφνικά δύο μεγάλοι προβολείς άνοιξαν προς το μέρος τους διαλύοντας το σκοτάδι.  Η Αιμιλία τυφλώθηκε από το ξαφνικό φως αλλά δευτερόλεπτα μετά η εικόνα καθάρισε. Μπροστά της είχε αυτό το περίεργο τετράτροχο όχημα που είχε αναφέρει ο Φίλιππος.
   Ο Φίλιππος άνοιξε με ταχύτητα μία από τις πόρτες του οχήματος. «Μπες μέσα» της είπε.
   Η Αιμιλία υπάκουσε. Με ένα μεγάλο βήμα χώθηκε στο όχημα και κάθισε σε μία από τις πίσω θέσεις. Ο Φίλιππος κάθισε στις μπροστινές και το όχημα άρχισε να τρέχει με ταχύτητα μακριά από την πόλη της Ωκεανίας και την ερμητικά κλειστή πόρτα ακριβώς τη στιγμή που έφταναν οι αστυνομικοί.
   Η Αιμιλία κοίταξε από το παράθυρο του οχήματος τα τείχη. Μια αχνή λάμψη φωτός φαινόταν πάνω από την κατοικήσιμη πόλη που εγκατέλειπε. Θα επέστρεφε άραγε ποτέ σε αυτή και την οικογένεια της ή θα ήταν πάντα εξόριστη, δίχως ελπίδα να γυρίσει σπίτι της;

   Κάθε δευτερόλεπτο η Ωκεανία έμοιαζε πιο μικρή, πιο μακρινή. Απομακρυνόταν από εκείνη όπως και η συνείδησή της. Όταν πια το φως της έμοιαζε με μικρό αναμμένο κερί η εξάντληση είχε καταπιεί το σώμα της αφήνοντας την στο έλεος ενός άστατου ύπνου.


Ναταλία Β.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου