Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

7 Φεβ 2017

0 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 8)

Καθώς ασυναίσθητα είχε τα μάτια του στην οθόνη που έπαιζε ακόμα καρέ - καρέ, συντόνισε στο τατουάζ που είχε η ψηλέγκω στο χέρι της, στο εσωτερικό του καρπού της. Έπαιξε πάλι με την εικόνα και σαν να διέκρινε ένα τριαντάφυλλο. Ένα γνωστό τριαντάφυλλο! Σωριάστηκε στην καρέκλα μην ξέροντας τι να σκεφτεί «Τόσες μαζεμένες συμπτώσεις;» Το τατουάζ αυτό! «Τι γίνεται ΄δω πέρα;» Μπορεί πάλι να μην ήταν το ίδιο! Έβαλε το βίντεο να παίζει πάλι επί δύο και το παρακολούθησε μέχρι το τέλος. Έκανε το ίδιο και με την τρίτη κάμερα, αλλά δεν ήταν σίγουρος αν έβλεπε την εικόνα στην οθόνη ή έτρεχε πίσω στη ζωή του ψάχνοντας τη μορφή της Κάτιας στις μνήμες του. Χάθηκε το μυαλό του πάλι για κάμποση ώρα και συνήλθε για να διαπιστώσει πως η ώρα είχε περάσει από δύο.
Ετοίμασε το τσαντάκι με τα εργαλεία διάρρηξης και έβαλε στη ζώνη του, εκτός από το πιστόλι, το μαχαίρι του, το πτυσσόμενο κλομπ και ένα φακό με λεντάκια. Θα μάζευε τα πράγματά του από το δωμάτιο αμέσως μετά. Τώρα έπρεπε να φύγει για να προλάβει τις δύο γυναίκες στον ίδιο χώρο. Βγήκε στη βεράντα, έβγαλε το λάστιχο της βρύσης και το χρησιμοποίησε σαν σχοινί για να κατέβει στην πίσω αόρατη μεριά του ξενοδοχείου.
Στους δρόμους δεν κυκλοφορούσε ψυχή αλλά ο δαιμονισμένος αέρας δε σε άφηνε να εκμεταλλευτείς την ησυχία της νύχτας. Αισθάνθηκε μια απειλή στο χώρο, μια ανασφάλεια που δεν του ήταν γνώριμο συναίσθημα, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει γιατί. Πλησίασε το σπίτι που ήταν ένα κλασσικό μεσοαστικό σπίτι της δεκαετίας του 60. Όλο το κτίσμα κυκλωνόταν από μια στενή σχετικά βεράντα με μωσαϊκό και απλά σιδερένια κάγκελα. Είχε ξύλινα παντζούρια και μπαλκονόπορτες με τις κλασσικές ασφάλειες για μην χτυπάνε με τον αέρα. Υπήρχαν δύο είσοδοι, μία μπροστά και μία πίσω, μπροστά σε αντίστοιχες σκάλες με πέντε σκαλιά η καθεμία. Στην ταράτσα φαινόταν κάτι σαν δώμα και όλη η υπόλοιπη επιφάνεια της ήταν καλυμμένη με πέργκολα. Δεν ήταν ανακαινισμένο, αλλά πολύ προσεγμένο και περιτριγυρισμένο από μια αυλή γεμάτη γλάστρες, ζαρντινιέρες και μεγάλα πιθάρια με κάθε είδος φυτού. Δεν υπήρχε τίποτα ασυμμάζευτο στην αυλή. Τα λάστιχα προσεκτικά τυλιγμένα στις βεράντες, τα φυτά στοιχημένα και κλαδεμένα στην εντέλεια, το μπάρμπεκιου πεντακάθαρο με τα ξύλα δίπλα του ντανιασμένα, δεμένα και σκεπασμένα, αν και Σεπτέμβριος. Το πίσω μέρος του σπιτιού έβλεπε στο στενάκι που κατέληγε στο παρκινγκ του ξενοδοχείου του. Κοίταξε προσεκτικά για κάμερες ή σημάδια από άλλο σύστημα ασφαλείας ή και παρακολούθησης χωρίς αποτέλεσμα. Μέσα στο σπίτι αχνόφεγγαν κάποια πορτατίφ ή κεριά αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει σκιές ή άλλα σημάδια ανθρώπινης κίνησης. Πέρασε στην αυλή και εκμεταλλευόμενος τώρα το θόρυβο του αέρα, παραβίασε εύκολα μια μπαλκονόπορτα που οδηγούσε στο καθιστικό. Η διακόσμηση του σπιτιού ταίριαζε με την  εξωτερική εμφάνιση και του θύμισε το πατρικό του. Ο θόρυβος που έκανε όμως είχε προκαλέσει κάποια κίνηση. Κρύφτηκε στη σκιά μιας πολυθρόνας και παρακολούθησε στον αντικατοπτρισμό της παραφορτωμένης κρυσταλλιέρας την Πολωνή που φορώντας μόνο ένα κιλοτάκι ήρθε και ασφάλισε την μπαλκονόπορτα. Η φωνή της Κάτιας ακούστηκε από το άλλο δωμάτιο «Τι είναι μωρό μου;»
«Εεε! Αυτές οι πόρτες δεν κλείνουν καλά!»
«Κλείσε και το παντζούρι καλύτερα, το στόρι δηλαδή.»
«Εντάξει, κλείνω κι έρχομαι. Είσαι έτοιμη;»
«Έχω να σε δω δυο μήνες. Λες να μην είμαι έτοιμη;!»
Η προφορά της ήταν πολύ καλή αλλά περισσότερο πρόσεξε το σώμα της. Ήταν ωραία γυναίκα και καλοδιατηρημένη, παρά το ότι πρέπει να πατούσε τα σαράντα. Είχε πολύ αισθησιακό περπάτημα, σαν να χόρευε ή και να φορούσε τακούνια. Ήταν πολύ σκοτάδι για να διακρίνει αν είχε κι αυτή το ίδιο τατουάζ. Έφυγε αέρινα προς το διάδρομο και στο αμυδρό καθρέφτισμα από την τζαμαρία της εσωτερικής πόρτας, φάνηκε να μπαίνει σ’ ένα δωμάτιο απέναντι και αριστερά.
Ο Παύλος σηκώθηκε αθόρυβα και αφού πήρε ένα μικρό πορσελάνινο διακοσμητικό από το μπουφέ, προχώρησε στο διάδρομο που φωτιζόταν από ένα πορτατίφ σκεπασμένο με χρωματιστά τούλια. Στα μικρά κενά ησυχίας από το θόρυβο του αέρα άκουγε ψιθύρους και βαριές ανάσες, χείλια να ενώνονται παθιασμένα και σεντόνια να ανακατεύονται. Στο βάθος διέκρινε μια μαρμάρινη σκάλα, μάλλον προς το δώμα και πίσω του φαινόταν η κουζίνα. Κινήθηκε προς τα εκεί. Είχε απέναντί του την κυρία είσοδο του σπιτιού και κρεμασμένες δίπλα της ήταν δυο γυναικείες τσάντες. Πλησίασε με προσοχή και έψαξε μέσα. Δεν έπιανε τίποτα που να μοιάζει με κινητό. Πέρασε στην κουζίνα και κοίταξε γύρω. Πάνω στον μαρμάρινο πάγκο υπήρχαν δύο ποτήρια και μια ανοιγμένη κόκα κόλα. «Παραφάγανε τα πουλάκια μου;» σκέφτηκε περιπαιχτικά. Ο αέρας ακόμα λυσσομανούσε και δεν ήταν σίγουρος αν θα μπορούσε να τις ακούσει να έρχονται. Πέρασε στο απέναντι δωμάτιο που αποτελούσε την σαλοτραπεζαρία, όπως έλεγε και η μάνα του. Μπίνγκο! Πάνω στο τραπεζάκι, δίπλα στο τασάκι με τα αποτσίγαρα, είχαν αφήσει τα κινητά τους. Ενεργοποιημένα! Πήρε και τα έβαλε σε μια από τις τσέπες στο γιλέκο του. Αν έπαιρνε μόνο αυτά θα κινούσε την περιέργεια, έπρεπε να πάρει και τις τσάντες. Βγήκε πάλι στο διάδρομο και άκουσε τις ανάσες και τα βογγητά  πιο δυνατά. Πήρε τις τσάντες και γύρισε το κλειδί στην πόρτα. Ακούστηκε απρόσμενα δυνατά και οι αισθησιακοί ήχοι του δωματίου σταμάτησαν. Άκουσε να ψιθυρίζουν κάτι. Απομακρύνθηκε από τη πόρτα και κινήθηκε λίγο προς το δωμάτιο που είχε χρησιμοποιήσει για να μπει. Στον απέναντι τοίχο υπήρχε η μεγάλη γεμάτη κρυσταλλιέρα. Έβγαλε το διακοσμητικό από την τσέπη του, το ζύγισε και το εκσφενδόνισε με όλη του τη δύναμη. Το τζάμι της πρόσοψης έσπασε με ένα δυνατό θόρυβο, που συνοδεύτηκε από τα ουρλιαχτά των γυναικών στο απέναντι δωμάτιο. Ποτήρια και σερβίτσια τσαγιού άρχισαν να πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο και να κάνουν θόρυβο που μες στη νύχτα φαινόταν εκκωφαντικός. Βρισκόταν ήδη στο κατώφλι της ανοιχτής πόρτας και έφευγε τρέχοντας! Πενήντα μέτρα παρακάτω, στην κάλυψη του χωρίς φωτισμό δρόμου έβγαλε τη μάσκα και τα γάντια του και συνέχισε για το ξενοδοχείο.
Ανέβηκε στο δωμάτιο όπως είχε κατέβει, μάζεψε το λάστιχο κι έκλεισε όλα τα στόρια. Ποτέ δεν ξέρεις. Άδειασε τη μία τσάντα στο κρεβάτι και έψαξε σχολαστικά το περιεχόμενο. Αναπτήρας, κραγιόν, μολύβι, ταμπόν, τσίχλες, στυλό, handsfree, σκόρπια κέρματα, χαρτομάντιλα, υγρά μαντηλάκια, αντηλιακό προσώπου, ένα δαχτυλίδι που φαινόταν χαμηλής αξίας, κλειδιά και… ένα πράσινο πορτοφόλι! Αράδιασε όλες τις κάρτες και τα χαρτιά στο κρεβάτι. Ήταν η τσάντα της Κάτιας, κατά την ταυτότητα «Αικατερίνη Αλεξάνδρου», γεννηθείς το 1980. Όμορφη ακόμα και στις φωτογραφίες της ταυτότητας και του διπλώματος, είχε στο όνομά της δύο κάρτες της εθνικής τράπεζας. Αναφέρονταν κάπου και μια διεύθυνση της στην Καλλιθέα. Υπήρχαν ακόμα περίπου τριακόσια πενήντα ευρώ σε μετρητά και κάρτες από κομμωτήρια, μαγαζιά αλλά … και το μαγαζί του Τζόνι. Τελικά όλα κατέληγαν σ’ αυτόν! Και δεν μπορούσε να τον βρει. Τον ξαναπήρε τηλέφωνο … «ο συνδρομητής που καλείτε δεν είναι διαθέσιμος». Συνέχισε με την τσάντα της Πολωνής χωρίς όμως να βρει κάτι ενδιαφέρον, ή κάτι περισσότερο από αυτά που είχε η παρουσίαση.
Πήρε μπροστά του τα δύο κινητά. Άνοιξε τον υπολογιστή και μέχρι να φορτώσει κοίταξε τις δύο συσκευές. Ήταν δύο πανάκριβα κινητά με πάμπολλες δυνατότητες σε χρώματα καθαρά γυναικεία: ροζ και μοβ. Είχαν θύρα mini usb ίδια με την δικιά του. Έλεγξε τις κλήσεις από την ώρα του ραντεβού και μετά. Είχαν μιλήσει μόνο μεταξύ τους δύο φορές και η Πολωνή είχε μιλήσει και με τον «stamatim», προφανώς τον στόχο του. Άρα η συνάντηση στην ταβέρνα ήταν προκαθορισμένη. Κοίταξε για συνδέσεις internet και είδε ότι δεν είχε ενεργοποιηθεί καμία. Άρα το βιντεάκι του πιθανό να μην είχε φύγει ακόμα από τη συσκευή. Βρήκε το αρχείο στην κάρτα του κινητού και το άνοιξε. Μόνο κάποιος που τον ήξερε ήδη θα μπορούσε να τον αναγνωρίσει με την μεταμφίεση. Όσο έγδυνε τα κινητά από τα περιεχόμενά τους μέσω ενός προγράμματος του Γιώργου, πάντα εγγύηση ο Γιώργος, και τα μεταφόρτωνε στον υπολογιστή του, παράλληλα με τον αντίστοιχο κωδικοποιημένο φάκελο του rapidshare, προσπαθούσε να σκεφτεί τι χρησιμότητα είχε το βίντεο αυτό σε μια στημένη εναντίον του δουλειά. Αφού τον ήξεραν, δεν τον έψαχναν. Τι να την κάνουν την εικόνα ενός μεταμφιεσμένου. Κι ο Τζόνι, αν ήταν μπλεγμένος, είχε πολλά περισσότερα βίντεο από τις κάμερες παρακολούθησης του μαγαζιού και μάλιστα χωρίς μεταμφίεση.
Η μεταφορά αρχείων είχε τελειώσει. Έβγαλε όλες τις κάρτες από τα κινητά και τις έκαψε στο νεροχύτη. Κάθισε πάλι μπροστά στον υπολογιστή και πήρε να κοιτάει τους ατελείωτους τηλεφωνικούς καταλόγους των κινητών με τις κλασσικές, άθλιες καταχωρήσεις των γυναικών που στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως του δυσκόλευαν τη ζωή. Σκόρπια ονόματα με χαϊδευτικά, χαρακτηρισμούς και τοποθεσίες, η Πολωνή τα είχε κιόλας σε greeklish, που δεν έδιναν πρακτικά καμιά πληροφορία για τα πραγματικά στοιχεία των χρηστών. Υπήρχαν βέβαια και τα τηλέφωνα του Τζόνι, κινητό και μαγαζί, που τα θυμόταν απ’ έξω. Αυτό όμως που του τράβηξε την προσοχή ήταν μια καταχώρηση «Νίκη». Θέλησε προς στιγμή να καλέσει αλλά δεδομένης της ώρας δίστασε. Έφτιαξε ένα mail στο Γιώργο, που του ζητούσε να βρει τα στοιχεία των χρηστών από τα νούμερα που είχε ανακτήσει και του ‘στειλε το link για τα αρχεία. Του έστειλε ακόμα ένα μήνυμα με την παρουσίαση για το στόχο αφαιρώντας οποιαδήποτε αναφορά στη «δουλειά».
Σκέφτηκε πάλι τα πράγματα με τη σειρά και συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να έχει ήδη μετακινηθεί. Αν πλέον κάποιος τον κυνηγούσε, ή και του είχε στήσει παγίδα, έπρεπε να φύγει από το νησί το συντομότερο δυνατό. Όσο ακόμα δεν ήξεραν ότι τους μυρίστηκε, όποιοι και όσοι και αν ήταν, έπρεπε να ενεργήσει απρόβλεπτα! Κάλεσε τον «βαρκάρη» του. Άλλη μια νυσταγμένη φωνή ακούστηκε
«Είπες μεθαύριο! … και … ξέρεις τι ώρα είναι;»
«Ξέρω καπετάνιο, όπως κι εσύ ξέρεις τι πληρώνεσαι κάθε φορά!»
«… ‘ντάξει, λέγε»
«Θέλω να πάω Αθήνα»
«Έχει βαπόρι το πρωί!»
«Το πρωινό καράβι είναι πολύ αργά! Και το ξέρουν κι άλλοι. Πότε μπορούμε να φύγουμε για Πειραιά; Εννοείται χωρίς να μας πάρει κανένα μάτι!»
«Πειραιά; Μα η Ραφήνα είναι δίπλα!»
«Εγώ θέλω Πειραιά. Πότε;»
«Μισό…»
Περίμενε στο τηλέφωνο υπομονετικά καθώς ο συνομιλητής του μετακινούνταν μέσα έξω στο σπίτι και μιλούσε και σ’ ένα άλλο τηλέφωνο νευριασμένος. Τελικά του ξαναμίλησε «Τραμουντάνα απόψε. Το δικό μου δε βγαίνει απέναντι για Πειραιά και πρέπει να πάρω άλλο! Κοντά μια ώρα για να σε πάρω από Ελεούσα. Είναι ερημιά εκεί, το ξέρεις το μέρος;»
«Το ξέρω, αλλά … θα φτάσω με το νοικιασμένο το αμάξι;»
«Δύσκολο, έχει κωλόδρομο! Μπορώ να σε πάρω από Ψιλή Άμμο, δε θα ‘χει ψυχή τέτοια ώρα!»
«Ωραία, Ψιλή Άμμο. Να πούμε στις πέντε;»
«’ντάξει! Προλαβαίνω άνετα»
«Θα τα πούμε εκεί!»


Βασίλης Ζησόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου