Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

2 Φεβ 2017

0 Τιμωρημένος και από τους Δύο Κόσμους (Κεφάλαιο 9) Το κοριτσάκι που έγινε γυναίκα

«Τον ένστικτό μου λέει εδώ» είπε το δαιμόνιο, σταματώντας μπροστά στην είσοδο του μαγαζιού.
«Ωραία μπαίνουμε» είπε με αποφασιστικότητα η Φρειδερίκη, κάνοντας μερικά βήματα προς τα μπροστά. Νιώθοντας έτοιμη για πόλεμο.
          «Είσαι σίγουρος;» ρώτησε ο Φτερωτός το δαιμόνιο, τραβώντας με μία κίνηση του χεριού του τη Φρειδερίκη προς το μέρος του.
«Αμφιβάλεις;» τον ρώτησε με πονηρό χαμόγελο το δαιμόνιο, κουνώντας παιχνιδιάρικα την ουρά του πέρα- δώθε.
          «Εγώ λέω να φύγουμε μακριά από εδώ» είπε φοβισμένος ο Έκτορας, κρυμμένος πίσω από τα πόδια του Φτερωτού. «Φοβάμαι» είπε αγκαλιάζοντας τα μπούτια του αγγέλου.
«Ω, καλέ μου κεφτέ μη φοβάσαι» του είπε το δαιμόνιο με ευγενική φωνή, προσποιούμενος κάποιον άγγελο. «Σας βρωμάει κάτι;» αναρωτήθηκε φωναχτά, κάνοντας πως μυρίζει τον αέρα με μία έκφραση αηδίας.
          Λίγα λεπτά αργότερα εμφανίστηκε μπροστά τους, η Ειρήνη που δεν είναι καθόλου ειρηνική. Το τετράποδο ζώο περπατούσε αργά και περήφανα. Η Φρειδερίκη ένιωσε ένα σφίξιμο στη καρδιά της, καθώς την έβλεπε να μπαίνει μέσα στο μαγαζί.
          «Εκεί είναι» δήλωσε στη συντροφιά της.
Ο Φτερωτός γονάτισε, για να την κοιτάξει στα μάτια. «Είσαι εντάξει;» τη ρώτησε κοιτάζοντας μέσα στα μάτια της.
«Έτσι νομίζω» του απάντησε εκείνη.
«Θέλω να είσαι σίγουρη» της είπε.
          «Τα γαλάζια του μάτια την κοιτούσαν με τρυφερότητα, εκείνη ένιωθε να πνίγεται μέσα στα κύματα τους βλέμματος του…» Ξεκίνησε να λέει το δαιμόνιο, με συναίσθημα. «Σκέψεις τη βασάνιζαν, είχε έρθει άραγε η κατάλληλη στιγμή…Ή μήπως όχι. Τι είναι αυτό που οδηγεί τη ψυχή στο γκρεμό…».
«Τι μπούρδες λες;!» του φώναξε ο Έκτορας.
«Άρλεκιν» του απάντησε με άνεση το δαιμόνιο.
          «Έτσι νομίζεις πως είναι τα Άρλεκιν;» τον ρώτησε με πονηριά η Φρειδερίκη.
          Το δαιμόνιο έμεινε για λίγο βουβό, ύστερα ξεκίνησε να λέει. «Άνοιξε το πουκάμισο της, εκείνος θαύμασε το τρυφερό της στήθος όμοιο με ρόγα σταφυλιού…».
          «Εεε! Είναι ανήλικο!» διαμαρτυρήθηκε ο Έκτορας.
«Δεν το αντέχω αυτό» η Φρειδερίκη με αυτή της τη δήλωσε, έτριβε κυκλικά τους κροτάφους της.
          «Τι θα γίνει μικρή; Εδώ έξω θα τη βγάλουμε;» τη ρώτησε το δαιμόνιο.
«Ωραία συμπαράσταση κάνεις» του είπε ο Έκτορας.
«Γεια είμαι δαιμόνιο!» του είπε το δαιμόνιο, κουνώντας την ουρά του.
          Η Φρειδερίκη χωρίς να πει κάτι παραπάνω, προχώρησε προς τα μπροστά, άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού και μπήκε μέσα.

          Ήταν ένα μικρό μαγαζί, που έπαιζε ροκ μουσική και μέταλ. Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι με πράσινο σκούρο χρώμα, στα αριστερά είχε ένα μακρύ ξύλινο πάγκο με σκαμπό και δεξιά ήταν το μπαρ. Ήταν σχεδόν γεμάτο.
          Με το που μπήκε μέσα, πολλά αντρικά βλέμμα καρφώθηκαν πάνω της γεμάτα παραξενιά. Δεν της έδωσαν όμως πολύ σημασία, συνέχισαν τη διασκέδασή τους.
          Η Φρειδερίκη προχώρησε προς το εσωτερικό του μαγαζιού. Λίγο πιο δίπλα από το μπαρ, ήταν η θέση του Dj ο οποίος έλειπε εκείνη τη στιγμή. Η Φρειδερίκη έφτασε μέχρι το τέρμα, δίχως να βρει αυτό που ψάχνει.
          «Μπορεί να την έπιασε πιπί της» είπε το δαιμόνιο.
«Μας κοιτάζουν περίεργα..» είπε χαμηλόφωνα ο Φτερωτός.
«Εσάς εμένα δεν μπορούν να με δουν» του απάντησε φωναχτά το δαιμόνιο.
«Γιατί;» τον ρώτησε ο Έκτορας.
«Γιατί είναι απλοί ταπεινοί άνθρωποι, βρε κεφτέ» του απάντησε το δαιμόνιο, διαχωρίζοντας την κάθε του λέξη. «Μόνο αν το επιλέξω εγώ…Χμ ευκαιρία για παιχνίδι».
«Μην τολμήσεις!» τον μάλωσε ο Φτερωτός.
«Μίλα στον αέρα…Φτερό στον άνεμο» ανταποκρίθηκε γελώντας το δαιμόνιο.
          Ο Φτερωτός έριξε ένα βλέμμα γύρω του, μια παρέα αγοριών που καθόταν στο τραπέζι κοντά στη θέση του μπάρμαν τον κοιτούσε περίεργα.
          «Πάμε να κάτσουμε» του είπε χαμηλόφωνα η Φρειδερίκη.
«Πού είναι ο σκύλος;» ρώτησε ο Έκτορας στον ίδιο τόνο.
          Έκατσαν και οι τρεις τους στο μπαρ. Το δαιμόνιο έκανε κολύμπι στον αέρα μιας και κανένας δεν μπορούσε να τον δει, που και που πείραζε μερικούς από τους πελάτες, αλλάζοντας τα ποτά τους, σβήνοντας τα τσιγάρα τους, σε ένα μακρυμάλλη του έκανε γαλλική πλεξούδα τη μακριά καστανή χαίτη του.
         
          «Τι θα πιείτε;» τους ρώτησε κάποια στιγμή ο μπάρμαν.
Κοιτάχτηκαν για λίγο μεταξύ τους, μην ξέροντας την απάντηση. Το λόγο πήρε, εν τέλει η Φρειδερίκη. «Τρεις μπύρες βαρελίσιες» είπε στον μπάρμαν καλοσυνάτα.
          Ο μπάρμαν έδειξε στον καθένα ξεχωριστά. «Ένα, δύο μπύρες και ένα χυμό» είπε δείχνοντας τελευταία τη Φρειδερίκη.
«Σου είπα τρεις μπύρες!» του είπε εκείνη φωναχτά.
          Ο Φτερωτός της έκανε νόημα να σωπάσει. «Καλό είναι να μην τραβάμε, όλη την προσοχή πάνω μας» της είπε, προσπαθώντας να την ηρεμήσει.
          Ο μπάρμαν σέρβιρε τα ποτά και το χυμό, μπροστά στον καθένα. Μετά από λίγο, πήγε προς τα μέσα. Η Φρειδερίκη εκμεταλλεύτηκε την απουσία του, πήγε στα ράφια με τα ποτά διάλεξε ένα μπουκάλι βότκα και το άδειασε μέσα στον χυμό της.
          Το δαιμόνιο πάνω από τα κεφάλια τους, είχε πάρει το υγρό σαπούνι από το μπάνιο, το είχε βάλει σε ένα ποτήρι ανακατεμένο με νερό, πίνοντας μικρέ γουλιές έκανε σαπουνόφουσκές.
          «Μήπως είδατε έναν σκύλο;» ρώτησε ο Έκτορας τον μπάρμαν, ύστερα από μία ώρα αναμονής.
          Ο μπάρμαν τον κοίταξε επίμονα. «Τι σκύλο;» τον ρώτησε.
«Εννοείς τι ράτσα;» τον ρώτησε ο Έκτορας.
          «Ο φίλος μου έχει χάσει τον σκύλο του και ρωτάει συνέχεια για αυτόν» πετάχτηκε ο Φτερωτός.
          «Αααα» έκανε ο μπάρμαν. «Και εγώ είχα σκύλο, αλλά μου τον πήρανε».
«Ο μπόγιας;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη, βαριεστημένα. Είχε πιει όλο το μπουκάλι βότκα μαζί με τον χυμό της, είχε κάνει λίγο κεφάλι, πιο πολύ βαριόταν όμως. Συνέχεια έσφιγγε τις παλάμες της σε γροθιές, φορτίζοντας τη δύναμη της. Αν ήταν στο κανονικό της μέγεθος θα είχε κάνει μεγάλο χαμό, η Λαίδη Μήτρον θα εμφανιζόταν και εκείνη θα χόρευε πάνω από το πτώμα της. Εκείνη τη στιγμή όμως, ήταν ένα μικρό κοριτσάκι που συνοδευόταν από έναν διχασμένο άγγελο μαζί με έναν θρησκευόμενο νάνο. Ξεφύσηξε αγανακτισμένη με τη κατάντια της.
          «Όχι…» ο μπάρμαν της χαμογέλασε αμήχανα. «Είναι μεγάλη ιστορία» της απάντησε ολοκληρωμένα.
          Η Φρειδερίκη χαμογέλασε, καταλαβαίνοντας την υπόθεση της μεγάλης ιστορίας του μπάρμαν. Δεν ενδιαφερόταν για παραπάνω λεπτομέρειες, κατέβηκε από το σκαμπό της και πήγε να κατουρίσει.
          «Φρειδερίκη να σε ρωτήσω κάτι;» τη ρώτησε το δαιμόνιο, κάνοντας σαπουνόφουσκες.
          Η Φρειδερίκη σήκωσε το κεφάλι της προς τα πάνω, για να τον δει.
«Σου ήρθε περίοδος;» την ρώτησε φυσώντας, μία σαπουνόφουσκα προς τα πάνω της.
          Η Φρειδερίκη τον αγνόησε και ανέβηκε τη ξύλινη σκάλα που οδηγούσε προς τις τουαλέτες.

                                                          * * * *
          Ο μπάρμαν κερνούσε σφηνάκια τεκίλας στον Φτερωτό και τον Έκτορας, ενώ μοιραζόταν μαζί τους τα αγαπημένα του τραγούδια. «Κάτσε τελείωσε, να βάλω το επόμενο» έλεγε πηγαίνοντας προς τον υπολογιστή.
          «Φλιντελάκι, πού είναι;» ρώτησε ο Έκτορας τον Φτερωτό.
«Ε;!».
«Η Φι…Φι…Φι…».
«Φυσαρμόνικα;».
«Όχι». Του απάντησε ο Έκτορας, έχοντας λόξιγκα. «Φρι…χιγκ».
«Free people». Του είπε ο Φτερωτός, με τεντωμένα τα δύο του δάχτυλα (τον δείχτη και το μεσαίο δάχτυλο).
«Φι…χιγκ».
«Φυσάει πολύ από το σπασμένο το τζάμι» του απάντησε κάπως τραγουδιστά.
«Πώς το πες όλο αυτό;» του είπε με μία ανάσα ο Έκτορας. «Χίγκ». Ο λόξιγκας συνεχιζόταν.
«Πιες λίγο νερό» του είπε ο Φτερωτός, πιάνοντας ένα ποτήρι».
          Ο Έκτορας έπιασε το ποτήρι, το έβαλε στο στόμα του θέλοντας να πιει νερό. Γύρισε το ποτήρι ανάποδα, δυσαρεστημένος. «Άδειο χιγκ…εινχιγκ».
          «Ρε συ, η Φρειδερίκη πού είναι;» τον ρώτησε ο Φτερωτός.
Ο Έκτορας ήθελε να του απαντήσει, αλλά ο λόξιγκας κάλυπτε τη κάθε του λέξη.
          «Θα την έπιασε κόψιμο» πετάχτηκε το δαιμόνιο.
         
                                                          * * * *
          Η Φρειδερίκη ανακουφίστηκε αισθανόμενη, το κεφάλι της να ξεμουδιάζει. Βγαίνοντας από το μπάνιο, δέχτηκε κατευθείαν επίθεση.
          Η Λαίδη Μήτρον, την γράπωσε από το λαιμό και τη κόλλησε στον τοίχο. «Φώναξε». Την πρόσταξε. «Δεν μπορείς να φωνάξεις» της είπε με ευχαρίστηση.
          Η Φρειδερίκη σπαρταρούσε σαν το ψάρι που βρισκόταν έξω από το νερό, κάνοντας προσπάθειες να δραπετεύσει από τα δεσμά της Λαίδης Μήτρον. Έκλεισε τα μάτια της, μουρμουρίζοντας ανακατεμένες λέξεις. (Δεν κάνει να σας πω. Δηλαδή και να έκανε δε θα σας μετέφραζα τα λόγια της. Διότι είναι ξόρκια στην αρχαία γλώσσα των Κυνηγών και μόνο οι Κυνηγοί της Πρώτης Γενιάς τα γνωρίζουν. Αναφέρονται πάντως σε Δαίμονες. Δεν μπορούν προφέροντας τα να τους σκοτώσουν, αλλά να τους αποδυναμώσουν για λίγο ταράζοντας τις σκέψεις τους).
          Η Λαίδη Μήτρον παραπονέθηκε, πιάνοντας το κεφάλι της. Η Φρειδερίκη απελευθερωμένη, έτρεξε γρήγορα προς τα κάτω. Με το που κατέβηκε, μαύρες Σκιές γέμισαν τον χώρο. (Το συγκεκριμένο μαγαζί ήταν, το πιο φυσημένο στέκι δαιμονίων. Με αφέντρα τους τη Λαίδη Μήτρον). Η Σκιές εγκατέλειπαν τις ανθρώπινες μορφές τους, διασκορπιζόντουσαν σαν τη σκόνη, περικυκλώνοντας τη Φρειδερίκη.
          Η Φρειδερίκη κοιτούσε επίμονα προς τα πάνω, περιμένοντας το δαιμόνιο να κάνει κάποια κίνηση. Με νεύρο συνειδητοποίησε πως πρόκειται για ένα δαιμόνιο.          
          Βήματα ακούστηκαν στη σκάλα, η Λαίδη Μήτρον κατέβαινε αργά τα σκαλοπάτια. Σε κάθε της βήμα, η Σκιές απομακρύνονταν από τη Φρειδερίκη, σιγά – σιγά έγιναν ξανά άνθρωποι που τα μάτια τους ήταν καρφωμένα απάνω της.
          Το παρουσιαστικό της Λαίδης Μήτρον, ήταν αρχοντικό. Ψηλή, με λεπτό σκελετό, κοντά μαύρα μαλλιά σε καρέ λίγο πιο κάτω από τα αυτιά της. Το πρόσωπο της ήταν τετράγωνο, με έντονες γωνίες. Αμυγδαλωτά μάτια, σε απόχρωση βαθύ κόκκινο, λεπτή κοντή μύτη και λεπτά χείλη για το μεγάλο της στόμα. Φορούσε ένα μαύρο ριχτό δαντελωτό φόρεμα, με μακριά ούρα. Δεν ήταν όμορφη. Θα έλεγε κάνεις πως ήταν γοητευτική, αλλά όχι όμορφη.
          Η Φρειδερίκη σάστισε καταλαβαίνοντας το πόσο μικροσκοπική έδειχνε απέναντι στην Αρχόντισσα των δαιμονίων.
          Η Λαιδή Μήτρον χαμογέλασα αχνά, καταλαβαίνοντας τη σκέψη της. «Τι κρίμα να μη χωράς πουθενά» είπε κάνοντας τη λυπημένη. «Μικρό κορίτσι πες μου, ονειρεύεσαι καθόλου το θάνατο;» τη ρώτησε, σκύβοντας προς το μέρος της.
«Ναι» της απάντησε, δυναμικά η Φρειδερίκη.
«Ω» αναφώνησε η Λαίδη Μήτρον, καλύπτοντας με το χέρι της το μεγάλο της στόμα.
«Θες να μάθεις πώς είναι;» τη ρώτησε η Φρειδερίκη, πανέτοιμη για την επίθεσή της.
          «Ανυπομονώ» της απάντησε η Λαίδη Μήτρον.
          Η Φρειδερίκη ξεκίνησε πάλι να ψέλνει, η Λαίδη Μήτρον έπιασε το κεφάλι της σπαράζοντας, όσο πήγαινε δυνάμωνε τη φωνή της, λυγίζοντας το σώμα της από τον πόνο. Μέχρι που η κραυγή πόνου της έγινε δυνατό γέλιο. Γελούσε δυνατά, κρατώντας τη κοιλιά της. Κούνησε το χέρι της μία φορά, πετώντας τη Φρειδερίκη στην άλλη άκρη. Η Φρειδερίκη χτύπησε στη άκρη του ταβανιού και έπεσε κάτω.
          Ο Έκτορας με το που την είδε να πέφτει κάτω, έχασε τις αισθήσεις του. Ο Φτερωτός μεθυσμένος ακόμα, αναρωτιόταν τι συνέβαινε. Βλέποντας τον αναίσθητο φίλο του, επιχείρησε να τον σηκώσει.
          «Χμ, τι έχουμε εδώ» η Λαίδη Μήτρον στεκόταν απέναντι από τον Φτερωτό.
          Ο Φτερωτός κρατώντας τον Έκτορα, της χαμογέλασε.
          Η Λαίδη Μήτρον πλησίασε τον Φτερωτό, χάιδεψε το μουσάτο πιγούνι του. Ο Φτερωτός ανατρίχιασε. Ευτυχώς η Λαίδη Μήτρον δεν είχε καθόλου στήθος, διαφορετικά θα τον έπνιγαν δύο βυζιά, αφού το κεφάλι του έφτανε ακριβώς μέχρι εκεί και να σημειωθεί πως στεκόταν όρθιος.
          «Σε έψαχνα» ξεκίνησε να του λέει η Λαίδη Μήτρον, γουρλώνοντας τα κόκκινα μάτια της.
          Ο Φτερωτός την έσπρωξε, αδύναμα προς τα πίσω. «Συγνώμη, με πατάτε» της είπε, δείχνοντας τα πόδια του.
«Να με συμπαθείς» του είπε η Λαίδη Μήτρον, κάνοντας τη θιγμένη.
          Ο Έκτορας ανακατεύτηκε ξερνώντας, πάνω στην ουρά του φορέματος της Λαίδης Μήτρον.
          Εκείνη εξοργίστηκε τόσο πολύ μαζί του, έκανε νόημα σε τέσσερις άντρες να τον μαζέψουν.
          Τέσσερις μεγαλόσωμοι άντρες, περικύκλωσαν τον Έκτορα. Έπιασαν το κάθε του άκρο ξεχωριστά και τον έβγαλαν έξω από το μαγαζί. Θα μάθουμε στη συνέχεια τι απέγινε.
          «Πού τον πάνε;» ρώτησε ο Φτερωτός.
Η Λαίδη τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. «Εσύ θα ακούς εμένα» του είπε σκύβοντας να τον φιλήσει. Πριν προλάβουν τα χείλη της να αγγίξουν τα δικά του, ένα λευκό σκυλί έπεσε απάνω της. «Φύγε από εδώ κωλόσκυλο» φώναξε η Λαίδη Μήτρον, πιάνοντας από το λαιμό τον σκύλο, σηκώθηκε όρθια. «Σε απελευθερώνω από τα δεσμά σου» είπε πετώντας μακριά το λευκό σκύλο. Η Λαίδη πλησίασε πάλι τον Φτερωτό, κοιτάζοντας τον ερωτικά. «Είσαι όμορφος» του είπε.
          Ο Φτερωτός βημάτιζε αργά προς τα πλάγια. «Σε τι μπορώ να σε βοηθήσω;» τη ρώτησε κάνοντας τον άνετο.
«Φίλησε με» τον πρόσταξε εκείνη.
«Τι θα κερδίσω με αυτό;» τη ρώτησε, αστειευόμενος.
          Η Λαίδη Μήτρον του χαμογέλασε αποφασισμένη, να κάνει αυτό που ήθελε. Έσκυψε ξανά να τον φιλήσει. Τα χείλη της αυτή τη φορά πρόλαβαν να αγγίξουν τα χείλη του Φτερωτού, χωρίς όμως να ολοκληρώσουν το φιλί. «Α» αναφώνησε η Λαίδη δυσαρεστημένη, έχοντας απομακρυνθεί από τον Φτερωτό. Σήκωσε το φόρεμα της, ένα μαύρο μυτερό στιλέτο είχε διαπεράσει το πίσω μέρος του γονάτου της. Έσκυψε να το βγάλει, τα χέρια της κάηκαν. Νευριασμένη γύρεψε τον υπεύθυνο για τον τραυματισμό της. Τα μάτια της έπεσαν πάνω στο μικρό ξανθό κοριτσάκι, που με δυναμισμό της πετούσε πολλαπλά μικρά μαύρα στιλέτα.
          «Να και κάτι που είναι στο μέγεθος μου» είπε ευχαριστημένη, που έβλεπε τη Λαίδη Μήτρον, να υποφέρει πραγματικά από το πόνο που της προκαλούσαν τα στιλέτα που είχαν σφηνωθεί σε διάφορα σημεία του σώματος της.
          «Και τώρα τι;» τη ρώτησε η Λαίδη Μήτρον, ακόμα όρθια, βγάζοντας αίμα από το στόμα της.
          Η Φρειδερίκη έσπασε ένα μπουκάλι βότκας, το έριξε όλο πάνω στη Λαίδη Μήτρον, ύστερα βρήκε έναν αναπτήρα πάνω στο πάγκο τον άναψε ρίχνοντας τον πάνω της. Το φόρεμα της Λαίδη Μήτρον έπιασε φωτιά, εκείνη πανικόβλητη κουνιόταν για να τη σβήσει. Η Φρειδερίκη προφέροντας δυνατά μία λέξη, δυνάμωσε τη φωτιά. Η Λαίδη Μήτρον τυλιγόταν στις φλόγες, εξαπλώνοντας σε όλο το χώρο τη φωτιά.

          Ο Φτερωτός πήρε στην αγκαλιά του το μικρό ξανθό κοριτσάκι, σφύριξε στο λευκό σκύλο να τον ακολουθήσει. 


Constantine Red Moon

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου