Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

16 Φεβ 2017

0 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 9)

Άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του, έτσι κι αλλιώς δεν ήταν πολλά και συνάμα προσπαθούσε να ελέγξει την καχυποψία του! Άραγε οι μέχρι τώρα συνεργάτες του ήταν αξιόπιστοι; Οποιοσδήποτε είχε σχέση με τον Τζόνι έπρεπε να θεωρείται ύποπτος.
Ο Γιώργος δεν είχε καμία σχέση με το υπόλοιπο κύκλωμα και δύσκολα θα ήταν μπλεγμένος σε κάτι τέτοιο. Όχι λόγω χαρακτήρα, απλά δεν ήξερε καν τη δουλειά του Παύλου. Του παρείχε παράνομο υλικό και υπηρεσίες αλλά ποτέ δεν έμαθε για ποιο λόγο. Η οποιαδήποτε απορία του απαντιόταν με την πλούσια αμοιβή του. Πρακτικός άνθρωπος όπως και ο ίδιος. Κι ο καπετάνιος, γνώριμος από παλιά δε γινόταν να έχει σχέση με την εναντίον του σκευωρία. Άσε που ήταν και πολύ τεμπέλης για να ασχοληθεί! Με φοβερές γνώσεις για ταχύπλοα, απόφοιτος σχολής εμποροπλοιάρχων στη Σύρο, κατείχε ότι πιο γρήγορο έπλεε στο Αιγαίο. Την προηγούμενη φορά που τον χρειάστηκε, εμφανίστηκε με ένα cruiser των δέκα μέτρων και δυόμισι χιλιάδων ίππων με το οποίο διένυσαν την απόσταση από την Αλυκή της Πάρου μέχρι το Λαύριο σε λιγότερο από μια ώρα. Εντάξει, είχε μπουνάτσα αλλά…. Παρόλα αυτά, ασχολούνταν περιστασιακά μόνο, με λαθρεμπόριο, ίσα για να βγάζει τα έξοδα του σκάφους και τους λογαριασμούς στο ουζερί και τον υπόλοιπο καιρό τεμπέλιαζε. Μάλλον έπρεπε να παντρευτεί για να νοικοκυρευτεί.
Έβαλε τη βαλίτσα και το σακίδιο στη θέση του συνοδηγού και ξεκίνησε. Περνώντας από το σπίτι που είχε διαρρήξει πριν λίγο, είδε όλα τα φώτα ανοιχτά και το φάρο του περιπολικού στον πάνω δρόμο να γεμίζει τη νύχτα με μπλε και κόκκινες αντανακλάσεις. Διέκρινε και δυο – τρία ακόμα αυτοκίνητα, όχι όμως ποια. Αποφάσισε να πάρει το δρόμο της Βουρκωτής, κι ας αργούσε λίγο. Κανείς δεν έπαιρνε αυτό το δρόμο για το Μπατσί. Όπως απομακρύνθηκε από τα σπίτια και τα φώτα, συνειδητοποίησε πόσο φωτεινός ήταν ο ουρανός. Ο δαιμονισμένος αέρας είχε δώσει ένα ξάστερο ουρανό που σε συνδυασμό με το γεμάτο φεγγάρι φώτιζαν τα πάντα. Έβγαλε και πέταξε τα κινητά σε μια γκρεμούρα λίγο παρακάτω. Για κάποιο λόγο ήταν νευριασμένος. Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει γιατί. Το άλλο που δεν μπορούσε να καταλάβει ήταν γιατί είχε συνέχεια στο μυαλό του την ψηλέγκω. Κοίταξε από το παράθυρο τη νυχτερινή ομορφιά του νησιού. Έσβησε τα φώτα και οδηγούσε στο φως της νύχτας. Παρατηρούσε το σκούρο μπλε χρώμα που έπαιρναν τα υψώματα γύρω του, λουσμένα στην αστροφεγγιά. Κάποια φωτάκια τρεμόπαιζαν στο βάθος και έσπαγαν τη μονοτονία της σκοτεινιάς, θυμίζοντας τις πυγολαμπίδες στο χωριό που πήγαινε διακοπές το καλοκαίρι σαν παιδί. Τότε τις ήξερε σαν κωλοφωτιές και αργότερα, στο Πήλιο, έμαθε πως τις λένε και λαμπατσίδες. Είχε πολλά χρόνια να θαυμάσει ένα τόσο όμορφο θέαμα. Ίσως έπρεπε να πάει διακοπές … πριν τον στείλουν για «μόνιμες διακοπές εν τόπω χλοερό!» Να εξαφανιστεί για λίγο καιρό και να επιστρέψει αργότερα για να ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Θα μπορούσε να πάει στο Φααρόκ, ή στον Τζος. «Μπα, καλύτερα στην Ινδία!» σκέφτηκε μεγαλόφωνα «Δεν υπάρχει περίπτωση να με βρουν εκεί! Μπορώ να χαλαρώσω για όσο θέλω».
Κοίταξε το ρολόι του. Είχε ακόμα χρόνο. Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου και  αφού σκέφτηκε τη διαφορά ώρας, σχημάτισε ένα νούμερο στο κινητό. Η απάντηση ήρθε στα αγγλικά «Ναι;»
«Φααρόκ;»
«Μπάρνι; Μπάρνι εσύ;»
«Ναι εγώ…πάει πολύς καιρός!»
«Πολύς καιρός όντως. Πως πάει;»
«Καλά. Ας τα λέμε καλά. Εσύ;»
«Εγώ πάντα καλά είμαι. Έχω βρει το κάρμα μου και το απολαμβάνω! Δε θυμάσαι;»
«Μήπως το κάρμα αυτό το λένε Ντενίς;»
«Σσσσς, δε λέμε αυτό το όνομα πλέον εδώ γύρω! Μπάρνι… τι συμβαίνει;»
Δεν ήξερε αν έπρεπε να πει κάτι. Γιατί να ανησυχήσει κάποιον τόσο μακριά, τόσο άδικα «Πρέπει να συμβαίνει κάτι;»
«Πρέπει Μπάρνι, πρέπει! Ρωτούσαν για σένα στην Παλιά Καλύβα».
Ξεροκατάπιε. Τα πράγματα γινόταν πολύ σοβαρά! Ποιος είχε τα μέσα να ψάξει τόσο βαθιά.
«Ποιος μ’ έψαχνε δηλαδή;»
«Απ’ ό,τι μου ‘παν, γιατί δεν ήμουν εκεί, πρώτα πέρασαν κάτι γυαλισμένοι με γραβάτες που είχαν φωτογραφίες σου. Κανά δυο εβδομάδες μετά εμφανίστηκε εκείνος ο κολλητός σου ο Ζακ. Αυτός ήρθε και ρώτησε κι εμένα. Αν κρατάμε επαφή, πότε σε είδα τελευταία και τέτοια!»
«Ποιος ήταν στη Παλιά Καλύβα και τους μίλησε;»
«Ο Τζαμάλ, αλλά δεν τους είπε τίποτα. Απλά ότι σε ξέρει αλλά έχει χρόνια να σε δει! Το είπα το περιστατικό στο Ζακ γιατί δεν σ’ έβρισκα στο τηλέφωνο. Με διαβεβαίωσε ότι θα σου το έλεγε αυτός! Πάνε δεκαπέντε μέρες τώρα»
«Φααρόκ, κάποιος μ’ έχει βάλει στο μάτι. Πιστεύεις είναι ασφαλές να περάσω λίγο καιρό εκεί;»
«Όχι, αλλά θα χαρώ να σε δω… και μετά θα βρω να σε κρύψω κάπου, που … ούτε εγώ δε θα σε βρίσκω!»
«Ευχαριστώ φίλε! Θα σου πω αν χρειαστώ κάτι. Θα δώσεις χαιρετισμούς έτσι;»
«Θα δώσω, φίλε! Να προσέχεις. Κι ό,τι βοήθεια χρειαστείς, θα σου προσφέρω απλόχερα, όπως τη νίκη δίνει ο Θεός στους τολμηρούς!»
«Πάντα ποιητής;»
«Αθεράπευτα!»
Τώρα είχε πραγματικά αγχωθεί. Πόσο βαθιά στο παρελθόν του είχε ψάξει αυτός που έμαθε για το στρατόπεδο στην Ινδία, την Παλιά Καλύβα; Κι ο Ζακ; Τι ρόλο έπαιζε ο Ζακ;
Ξανάβαλε μπροστά και ξεκίνησε. Πάντα με τα φώτα σβηστά και συντροφιά τη νύχτα και τον ξάστερο ουρανό. Παρακάτω διασταυρώθηκε ένα χωματόδρομο που με βάση την πινακίδα οδηγούσε στο μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής. Θυμήθηκε την εκκλησία που πήγαινε μικρός. Χαμογέλασε σκεπτόμενος την ειρωνεία.  Από παιδί της εκκλησίας, με προϋπηρεσία σε ψαλτήρι και ιερό, παπαδάκι δηλαδή, φονιάς της νύχτας. Θυμήθηκε και τον παπά-Γιώργη, τον παπά της ενορίας, και σεβάσμιο Γέροντα στο τέλος, συχωρεμένος κι αυτός πλέον. Πόσα είχε κάνει ο παπά-Γιώργης γι’ αυτόν χωρίς αντάλλαγμα και ξέροντας… τόσα! Ίσως περισσότερα από κάθε άλλον! Πνευματικός του στα μαθητικά χρόνια, τον πάντρεψε, του βάφτισε το παιδί, κήδεψε τη μάνα του.. και όχι μόνο. Γαλήνιος σαν του παιδιού τον ύπνο, που τον ζηλεύεις και τον χαίρεσαι συνάμα, διαβασμένος όσο λίγοι εκπρόσωποι της εκκλησίας, αλλά ο ευθύς χαρακτήρας και το θάρρος του, του στοίχησαν την άνοδό του σε ανώτατα ιερατικά αξιώματα. Ίσως καλύτερα έτσι, όπως έλεγε κι ο ίδιος «Κάθε εμπόδιο για καλό!». Λίγο καιρό πριν αποσυρθεί στη σκήτη του για ν’ αναπαυθεί, τον είχε συναντήσει στο νεκροταφείο στις έξι το πρωί, χάραμα ακόμα, που είχε πάει κι ο Παύλος να ανάψει στη μάνα του. Μια ψιλόλιγνη, μαύρη φιγούρα που δεν είχε αλλάξει στις τρεις  και κάτι δεκαετίες που τον ήξερε, τον πλησίασε ο παπά-Γιώργης λες και τον είχε ξαναδεί την προηγούμενη μέρα. «Πήρες απόφαση μεγάλη κι ήρθες παιδί μου»
«Να προσκυνήσω τη μάνα μου ήρθα παπά-Γιώργη» και αυθόρμητα έσκυψε και του φίλησε το χέρι «την ευλογία σου» του έκανε εντύπωση πόσο έντονα μύριζε θυμίαμα.
«Πάντα την είχες και θα την έχεις Παύλο παιδί μου!» του χάιδεψε το κεφάλι.
«Από τι ώρα εδώ και μυρίζεις θυμίαμα πάτερ;!»
«Τώρα ήρθα Παύλο, αλλά ... πεθαίνω πλέον. Σε περίμενα όμως να ‘ρθείς πριν φύγω! Το βάρος το μεγάλο που κουβαλάς, μπορώ εγώ να το σηκώσω, αν θες να μου το δώσεις. Μπορώ γιατί σε λίγο δε θα κουβαλάω το σώμα που φυλάει και βαραίνει τις ψυχές των ανθρώπων και θα 'μαι λεύτερος. Μην απορείς, ξέρω τι κάνεις και δε θα το αλλάξω εγώ, γιατί δεν μπορώ. Εσύ μόνο μπορείς … αν θες!»
Έμεινε τότε ο Παύλος να τον κοιτάει «Μα;» κατάφερε μόνο να ψελλίσει.
Σαν να διάβασε τη σκέψη του ο γέροντας «Δε μου το είπε κανένας παιδί μου. Μην ψάχνεις να σκεφτείς το ρουφιάνο. Μυρίζεις αίμα και θάνατο περισσότερο απ’ ότι εγώ λιβάνι και θυμίαμα. Έλα να κάτσουμε εδώ. Δε χρειάζεται εξομολογητήριο τώρα, δεν έχει ψυχή εδώ γύρω»
Τον κοίταξε στα μάτια και είδε μέσα του ... όλα να τα ξέρει, και να τα καταλαβαίνει, και να τα συγχωρεί, και δάκρυσαν τα μάτια τους που κι οι δυο τους ήξεραν πως δε θα άλλαζε τίποτα. Απλά θα έπαιρναν ο ένας το βάρος του αλλουνού. Θα έπαιρνε ο Γέροντας το θάνατο, το αίμα και θα ‘δινε το χρέος που κουβαλούσε τόσα χρόνια που το πνευματικό του το παιδί έγινε άψυχο τέρας που σκοτώνει ανθρώπους και καταστρέφει ζωές. Θα έπαιρνε ο Γέροντας το βάρος των μυστικών και των ανείπωτων εγκλημάτων και θα 'δινε τη μοναξιά, τη σιωπηρή δήλωση πως πλέον δεν μπορούσε ο ίδιος να κάνει τίποτα για την ψυχή, αν υπήρχε ακόμα, του ανθρώπου που είχε μπροστά του. Κι έτσι έγινε. Μιλούσαν για ώρες, πότε έλεγε ο ένας και πότε ο άλλος, όχι δεν ήταν εξομολόγηση αυτό, ούτε και ψυχανάλυση. Περπατούσαν στο προαύλιο πρώτα, μετά στο νεκροταφείο, ύστερα στο ιερό για να συμμαζέψει ο Γέροντας. Άκουγε και μιλούσε ήρεμα και γαλήνια, παρά τα όσα μάθαινε. Κι απλωνόταν γύρω του η γαλήνη αυτή σαν την καταχνιά της λίμνης τ' απόβραδο, που βρίσκεσαι ξαφνικά μέσα της χωρίς να το παίρνεις είδηση, απλά τη βλέπεις και τη νιώθεις υγρή και κρύα να σε περονιάζει μέχρι το κόκαλο και τίποτα δεν μπορείς να κάνεις. Έτσι και με το Γέροντα, δεν μπορούσες να νευριάσεις, όσο βαριές κουβέντες και να σου 'λεγε, ό,τι φταίξιμο και να σου 'ριχνε. Μόνο σαν είπε για το τι έγινε πριν το Γκρόζνυ, την ώρα που άναβε ο Γέροντας τα κεριά της Αγίας Τράπεζας, είδε ο Παύλος το χέρι του να τρεμουλιάζει.
Τους πήρε αργά και φάγανε πρόσφορο ζυμωτό ραντισμένο με μαυροδάφνη, γεύση απ' τα παλιά, πριν χαιρετηθούν για πάντα, όπως καλά το ξέρανε κι οι δυο. Δάκρυσε ο Γέροντας  και σκίστηκε η καρδιά του Παύλου από την αχαριστία τη δικιά του. Δεν έφυγε παρόλα αυτά στενοχωρημένος, ή πιο ενσυνείδητος, ή καλύτερος άνθρωπος. Όχι, τίποτα  απ' αυτά. Έφυγε απλά πιο μόνος. Ήταν όμως η πρώτη φορά που άκουσε στο πίσω μέρος του μυαλού του, να γρατσουνάει η ιδέα «Δεν είσαι άνθρωπος εσύ; Δεν έχεις ψυχή;». Πάτησε όμως πάνω της, και την έσβησε σαν γόπα από τσιγάρο, ο αρχέγονος μοναχικός κυνηγός που έτρωγε τις καρδιές των αντιπάλων του για τη δύναμή τους, χωρίς αναστολές, χωρίς ηθικούς φραγμούς με μια μόνο λογική: «Ο θάνατός σου, η ζωή μου».
Πλησίαζε πια στη θάλασσα και όντας στη νοτιοδυτική πλευρά του νησιού το τοπίο είχε αλλάξει εντελώς. Βράχια και ξεραΐλα σχεδόν παντού και μόνο η πλούσια μυρωδιά, παρά τον αέρα, απ' τα κάθε λογής αρωματικά φυτά αντιπαρέβαλε την πρώτη αρνητική εντύπωση για τον τυχόν νέο επισκέπτη του νησιού. Έτσι κι αυτός την πρώτη φορά που είχε έρθει, στην γεμάτη πράσινο και με άφθονα νερά Άνδρο, απελπίστηκε μέχρι να περάσει στην άλλη πλευρά. Είχε όμως κάτι αυτό το νησί που του άρεσε. Σε δεύτερη σκέψη του άρεσαν όλα τα νησιά. Σε τρίτη του άρεσε η Ελλάδα. Ανεξάρτητα από την οικονομική ή όποια άλλη συγκυρία, ακόμα και μετά τόσα ταξίδια ανά τον κόσμο, δεν υπήρχε άλλο μέρος σαν τον τόπο του. Κι όμως τον ήξερε τόσο λίγο ... η ίσως λιγότερο απ' ότι θα ήθελε!
Έφτασε στο δρόμο πάνω από την παραλία, αλλά δε σταμάτησε. Πέρασε δυο φορές μειώνοντας λίγο την ταχύτητά του και διέκρινε ένα ογκώδες σκάφος στην είσοδο του ορμίσκου. Πως θα πήγαινε μέχρι εκεί; Σταμάτησε και είδε ένα σινιάλο να φωτίζει από την παραλία. Ήταν παλιός ο καπετάνιος και πάντα προετοιμασμένος στην εντέλεια. Κατέβηκε φορτωμένος τα με ξύλα διαμορφωμένα σκαλιά και τα πόδια του βυθίστηκαν στην άμμο. Παλιά μισούσε την λεπτή άμμο. Όταν σταμάτησε πλέον να καθαρίζει μόνος του σπίτια και αυτοκίνητα, εντάξει την Elise την καθάριζε ακόμα μόνος του, συνειδητοποίησε πόσο υπέροχη είναι η αίσθηση της λεπτής άμμου στα πόδια του. «Όλα καλά καπετάνιο;»
«Άργησες! Άργησες!»
«Πέντε ακριβώς είναι!»
«Ναι, αλλά εσύ έρχεσαι πάντα νωρίτερα!» χαζογέλασε «Σ' έβλεπα που πήγαινες πέρα δώθε αλλά δε φώτισα μέχρι να σταματήσεις»
«Πάμε;» είπε ανυπόμονα.
«Πάμε αλλά να ξέρεις ... απόψε κοστίζει πολύ. Βάρκα ξένη, μεγάλη και ρουφάει πετρέλαιο σα φρεγάτα ... είναι κι ώρα περίεργη ...» έβαλε μπροστά την εξωλέμβια του μικρού φουσκωτού και ξεκίνησαν.
«Πόσα; Λέγε!»
«Με τα απογευματινά ... εφτά χιλιάρικα θέλω» είπε ζυγίζοντας κάθε λέξη διστακτικά.
«Με ξέρεις για τσιγκούνη;» έβγαλε από το πλαϊνό της βαλίτσας και του μέτρησε 40 κίτρινα κολλαριστά διακοσάευρα.
Τα έχωσε στην τσέπη κι αμέσως η διάθεσή του άλλαξε «Δεν μπορώ να πω ... πάντα ο καλύτερος πελάτης!»
Πλησίασαν το τεράστιο σκάφος κι ο καπετάνιος, αφού σήκωσε τη μηχανή, άρπαξε μια σημαδούρα και πέρασε το γάντζο στο φουσκωτό, που άρχισε να κινείται προς τον τεράστιο αποθηκευτικό χώρο στην πρύμνη.
«Ωραία κόλπα εεεε!!» αναφώνησε ο καπετάνιος σαν μικρό παιδί καθώς το βίντσι τους τράβηξε στο αμπάρι του σκάφους μαζί με τη βάρκα.
Ανέβηκαν στο κόκπιτ, που ήταν σα γέφυρα πολεμικού, και μέχρι να μανουβράρει το σκάφος, να δώσει μόλα στις άγκυρες και να μαζέψουν, περιεργάστηκε λίγο το χώρο. Βρήκε μια αναπαυτική πολυθρόνα και χύθηκε μέσα της. Τον τράνταξε η επιτάχυνση, πρωτόγνωρη για θάλασσα, λίγο πριν αποκοιμηθεί.

Κι εκεί στη λεπτή γραμμή που χωρίζει το συνειδητό από το ασυνείδητο του φάνηκε πως την ονειρεύτηκε! Όχι πνιγμένη στο αίμα, όπως στους εφιάλτες των τελευταίων οκτώ χρόνων, μα όμορφη και λαμπερή όπως την ερωτεύτηκε … τη Νίκη! Ή μήπως ήταν η Κάτια;


Βασίλης Ζησόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου