Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

23 Φεβ 2017

0 RAWSON: Archangel of Death (Κεφάλαιο 1) - "Γνωριμία με τον Χιούγκο Ρώσον"

Η νεαρή κοπέλα με τα καφετιά μάτια και τα μακριά καστανά προς μαύρα μαλλιά χτύπησε το κουδούνι του Χιούγκο Ρώσον, του πασίγνωστου ντέτεκτιβ που πάμπολλες φορές είχε βοηθήσει την αστυνομία. Εκείνη και ο Χιούγκο δεν είχαν συναντηθεί ποτέ αλλά τον γνώριζε μέσα από τις εφημερίδες. Λίγο πριν της ανοίξει την πόρτα, εκείνη, απορροφημένη από τις σκέψεις της, κοίταξε άλλη μια φορά τα ρούχα της και διαβεβαίωσε τον εαυτό της για την κομψότητα και την ομορφιά τους. Έπειτα επιβεβαίωσε τη σταθερότητα του κότσου της κουνώντας αριστερά και δεξιά το κεφάλι της λες και κάποιος αόρατος καθρέφτης βρισκόταν καρφιτσωμένος στον καφετί τοίχο του διαμερίσματος του Χιούγκο.

Η σπιτονοικοκυρά του δεν ήταν και πολύ πρόθυμη να την εξυπηρετήσει. Περισσότερο η κοπέλα πίστεψε πως η μεσήλικη γυναίκα θα ήθελε να τη διώξει με τις κλωτσιές από την ιδιοκτησία της, όπως ακριβώς και τον Χιούγκο, παρά να τη βοηθήσει. Δεν ήξερε άμα η σπιτονοικοκυρά είχε δίκιο ή άδικο, πάντως η συμπεριφορά της τής φάνηκε λίγο σκληρή και αγενής.
Ήταν έτοιμη να παρατήσει την προσπάθεια και να φύγει από το σπίτι, αφήνοντας επιτέλους πίσω της το ψυχρό και σκληρό βλέμμα της μεσήλικης μέγαιρας, ώσπου ο Χιούγκο Ρώσον άνοιξε την πόρτα. Ήταν πολύ πιο διαφορετικός από ότι τον περίμενε.
Αρχικά πρέπει να πούμε πως ο Χιούγκο Ρώσον ήταν ένας άνθρωπος που τις περισσότερες φορές δούλευε μόνος του στις υποθέσεις που αναλάμβανε. Κάποιες σπάνιες φορές λειτουργούσε με μια βοηθό. Οπότε όταν μια ημέρα οι συνάδελφοι του από το αστυνομικό τμήμα της Νέας Υόρκης είδαν στα πρωινά νέα την αγγελία του για την αναζήτηση μιας βοηθού με προϋπηρεσία δεν το πίστευαν. Θεώρησαν πως ήταν κάποιου είδους φάρσα. Ο Χιούγκο Ρώσον, όμως, ήταν πολύ διαφορετικός από τον κάθε άλλον στο αστυνομικό τμήμα, πολύ πιθανόν και από τον κάθε άλλον που ακολουθούσε το επάγγελμα του.
Ήταν ένας άντρας λιγνός, ψηλός και, αν και δεν του φαινόταν κάτω από τα συνηθισμένα ρούχα του, μυώδης. Είχε κοντό ξανθό μαλλί και γαλάζια μάτια, όδευε προς τα πενήντα του αλλά φαινόταν νεότερος από όσο όντως ήταν. Για την ακρίβεια ήταν σαραντατεσσάρων χρονών. Όταν την κοίταξε για πρώτη φορά λοιπόν να στέκεται στο κατώφλι του φορούσε ένα λευκό πουκάμισο με όλα τα κουμπιά κλειστά, τον γιακά προσεκτικά σηκωμένο, μια γαλάζια γραβάτα πολύ καλλιτεχνικά δεμένη, ένα μαύρο καλοσιδερωμένο σακάκι, ένα μακρύ μαύρο καθαρό παντελόνι και μαύρα λουστραρισμένα και καθαρισμένα στο χέρι παπούτσια.
Η κοπέλα θαύμασε το ντύσιμο του και εκείνος έβαλε στο στόμα του ένα τσιγάρο. Κοιτάζοντας την εξεταστικά από την κορυφή ως τα νύχια, το άναψε. Η κοπέλα φορούσε μια κόκκινη μπλούζα, μια άσπρη ζακέτα, στις τσέπες της οποίας είχε βάλει ένα πακέτο με τσίχλες και τα κλειδιά του αμαξιού της, ένα μακρύ μπλε τζην παντελόνι και καφετιά μποτάκια.
Το όνομά της ήταν Λούσυ. Λούσυ Στέρλινγκ για την ακρίβεια και το έγραφε με ύψιλον. Ήταν εικοσιεννέα χρονών, δεκαπέντε χρόνια μικρότερη του Χιούγκο, ήταν Βρετανίδα και ερχόταν από το Μπλάκπουλ, μια περιοχή στο Λάνκασαιρ της Αγγλίας. Οι γονείς της όταν ήταν μικρή είχαν ταξιδέψει στην Ελλάδα και είχαν μάθει μερικά ελληνικά. Εκεί είχαν ανακαλύψει πως το όνομα « Λούσιφερ» το οποίο ανήκε στον Εωσφόρο, στον Διάβολο, γραφόταν με γιώτα όταν κοροϊδευτικά οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν τον όρο «Λούσι». Οπότε από τότε το όνομα της το έγραφε πάντα με ύψιλον, λόγω των ελάχιστων γνώσεών της στα Ελληνικά. Στα είκοσι της είχε καταφέρει να πάει σε ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια της Αγγλίας και να παρακολουθήσει μαθήματα ψυχολογίας. Πριν πέντε χρόνια όμως είχε έρθει για πρώτη φορά στην Αμερική προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές της στην ψυχολογία.
Με το βλέμμα του ακόμη πάνω της και φυσώντας ένα σύννεφο καπνού που κάλυψε για λίγο το οπτικό τους πεδίο ο Χιούγκο είπε «Λοιπόν. Καλησπέρα σας. Πώς μπορώ να σας βοηθήσω; Άμα θέλετε κάποιο ραντεβού ή να αναλάβω μια υπόθεση παρακαλώ να κλείσετε ραντεβού με ένα τηλεφώνημα. Θα βρείτε το κινητό μου στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα». Εκείνος χαμογέλασε και η Λούσυ σοβάρεψε απότομα.
«Εμμ, κύριε Ρώσον, είμαι η Λούσυ Στέρλινγκ, η ψυχολόγος. Μιλήσαμε πριν δύο ημέρες στο τηλέφωνο και μου είπατε να περάσω σήμερα. Είμαι εδώ για την θέση της βοηθού σας».
Ο Χιούγκο κράτησε το χαμόγελό του. «Α, ναι! Η ψυχολόγος. Πέρνα μέσα» της είπε και της έκανε χώρο να περάσει.
Η Λούσυ με ένα χαμόγελο και λίγο ντροπαλά μπήκε για πρώτη φορά στο σπίτι του και το βλέμμα της περιπλανήθηκε στον χώρο. Δεν περίμενε ένας άντρας να είχε τέτοιο γούστο στην διακόσμηση.
Το σαλόνι αποτελούταν από ένα τραπέζι ξύλινο με γυαλί, δυο αναπαυτικές μαύρες πολυθρόνες, έναν κόκκινο καναπέ και μια βιβλιοθήκη κοντά του. Η βιβλιοθήκη ήταν γεμάτη με βιβλία και το βλέμμα της Λούσυ περιπλανήθηκε σε ένα μικρό κομοδίνο στο δρόμο προς την βεράντα. Υπήρχαν δύο συρτάρια και πάνω σε αυτά ένα μικρό άγαλμα ενός Αγγέλου να κρατάει στο ένα χέρι μια ζυγαριά και στο άλλο ένα σπαθί. Στον τοίχο κοντά στο κομοδίνο υπήρχε ένα πορτραίτο. Απεικόνιζε έναν Άγγελο του Θανάτου, με μαύρα σκελετωμένα φτερά να απλώνονται πίσω του, μια κουκούλα μαύρη και νεφώδη άκρα, ενώ στη θέση του προσώπου του υπήρχε ένας λευκός σταυρός και όχι ένα κρανίο.
Δίπλα από την εικόνα αυτήν υπήρχαν δύο κορνίζες και η καθεμιά τους είχε ένα ρητό γραμμένο. Η πρώτη είχε τους στίχους «Μακρύς και δύσκολος ο δρόμος που οδηγεί από την Κόλαση στο Φως» και η δεύτερη είχε το ρητό «Η Ζωή είναι απλά ένα όνειρο στο δρόμο για τον Θάνατο» σε λευκό φόντο με μαύρα γράμματα καλλιγραφικά.
Η Λούσυ κοίταζε για αρκετή ώρα τα δύο αυτά στιχάκια καθώς προχωρούσε μέσα στο σπίτι του Χιούγκο. Αναγνώρισε πως το ρητό γύρω από την ζωή ήταν από την δεύτερη ταινία «Το Κοράκι», την «Πόλη των Αγγέλων» με τον Βίνσεντ Περέζ αντί του Μπράντον Λη, που βγήκε το 1996. Αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί από πού ήταν το πρώτο ρητό.
«Δάντης Αλιγκιέρι;» ρώτησε τελικά τον Χιούγκο γυρνώντας το κεφάλι της.
Ο Χιούγκο απάντησε ενώ την παρακολουθούσε με την πλάτη του πάνω σε έναν τοίχο. «Μμμ... Κοντά έπεσες. Τζών Μίλτον, Ο Χαμένος Παράδεισος».
Η κοπέλα άφησε έναν απογοητευμένο αναστεναγμό και παρακολούθησε τον ξανθό άντρα να φέρνει και να ακουμπάει πάνω στο τραπέζι ένα γυάλινο δοχείο με ένα κόκκινο και σχεδόν μαύρο υγρό.
«Πριν έρθεις ετοιμαζόμουν να βάλω να πιω ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και να χαλαρώσω διαβάζοντας ένα καλό βιβλίο. Θα ήθελες;» της πρότεινε ενώ έβγαζε δύο γυάλινα ποτήρια.
Η κοπέλα τον κοίταξε ντροπαλά και απάντησε, προσπαθώντας να κρύψει την ανησυχία της, με ένα ρεαλιστικό και ταυτοχρόνως αληθινό επιχείρημα. «Εμμ, όχι. Ευχαριστώ αλλά δεν πίνω όταν πρόκειται να οδηγήσω αργότερα».
Ο Χιούγκο χαμογέλασε και έβαλε λίγο κρασί και στο δικό της ποτήρι. « Δεν έχει αλκοόλ. Φρόντισα να αφαιρέσω την αλκοόλη ενώ το έφτιαχνα. Άλλαξες γνώμη;»
Η Λούσυ χαμογέλασε πειραγμένα. Πήρε το ποτήρι παρόλα αυτά με θάρρος και προχώρησε στο να πιει λίγο. Την στιγμή που το έφερε κοντά στα χείλη της ο Χιούγκο την σταμάτησε. «Πρέπει να σε προειδοποιήσω ξέρεις. Το κρασί αυτό είναι λίγο πικρό».
Η κοπέλα είπε έξυπνα πίνοντας λίγο κρασί «Όπως και η ίδια η ζωή, ε;» Η προσοχή της έπεσε πίσω από τον Χιούγκο, πάνω σε ένα κομοδίνο στο οποίο υπήρχε μια φωτογραφία. Απεικόνιζε τον Χιούγκο να αγκαλιάζει φιλικά μια κοπέλα με μακριά μαύρα μαλλιά και πράσινα μάτια. «Φίλη;» τον ρώτησε εκείνη γεμάτη ενδιαφέρον δείχνοντας του την φωτογραφία.
«Όχι. Μια παλιά βοηθός μου. Δυστυχώς αρρώστησε με αιμοφιλία και δεν μπόρεσε να κρατηθεί μακριά από τον αυτοτραυματισμό. Προσπάθησα να την σταματήσω και να την βοηθήσω αλλά δεν άκουγε. Ήταν λυπητερό να την βλέπω να φεύγει. Μαρία την έλεγαν. Η καλύτερη βοηθός μου ως τώρα».
Η Λούσυ τον κοίταξε με απορία. «Αυτοτραυματιζόταν; Γιατί;»
«Πονάει μόνο μια φορά» απάντησε ο Χιούγκο.
Το μοναδικό τηλέφωνο του σπιτιού ήταν αφημένο σε ένα μικρό ξύλινο τραπέζι πίσω από την πολυθρόνα της Λούσυ, ήταν μαύρο και φαινόταν καινούργιο. Ήταν το σταθερό του Χιούγκο και άρχισε να χτυπάει.
Ο Χιούγκο σηκώθηκε πίνοντας γρήγορα το περιεχόμενο του ποτηριού του και έπειτα κοίταξε την Λούσυ. «Με συγχωρείς αλλά αυτό θα πρέπει να το σηκώσω».
Προχώρησε προς το τηλέφωνο και σφυρίζοντας έναν σκοπό, ο οποίος έμοιαζε στην Λούσυ με το «Gods Gonna Cut You Down» από τον Τζώνι Κας, το σήκωσε.
Η Λούσυ δεν έδωσε σημασία στο περιεχόμενο του τηλεφωνήματος. Πίνοντας το κρασί της επανέφερε στη μνήμη της όλα όσα είχε ακούσει και διαβάσει για αυτόν τόσον καιρό πριν αποφασίσει να έρθει και να προσπαθήσει να δουλέψει για εκείνον. Από όσα ήξερε εκείνος είχε γεννηθεί πριν 44 χρόνια σε μια περιοχή της Αγγλίας, το ShepherdsBush (Ο Θάμνος του Ποιμένα), το οποίο βρισκόταν στο Λονδίνο. Δεν θυμόταν όμως τίποτα άλλο για εκείνον. Δεν ήξερε άμα ήταν μοναχοπαίδι, αν είχε αδελφούς ή αδελφές, πού είχε πάει σχολείο, πού βρισκόταν η οικογένεια του, αν είχε οικογένεια. Οι πρώην συνάδελφοι του δεν γνώριζαν τίποτα εκτός του ότι είχε έρθει στην Αμερική στα 20 του χρόνια για να γίνει αστυνομικός. Και όντως είχε γίνει ο νεότερος αστυνομικός ερευνητής στην ιστορία του τμήματος της Νέας Υόρκης με αξεπέραστο ρεκόρ συλλήψεων.
Σκέφτηκε άλλη μια φορά τι είχε αποφασίσει να κάνει. Να έρθει και να εργαστεί σαν βοηθός του Χιούγκο Ρώσον, να τον βοηθήσει στο δύσκολο έργο του για σύλληψη των εγκληματιών. Η Λούσυ είχε αποφασίσει να γίνει ψυχολόγος στο αστυνομικό τμήμα επειδή ήθελε να αλλάξει τον κόσμο. Και όντως στην σχολή της ήταν η καλύτερη στην τάξη της και η πρώτη από όλους τους συμφοιτητές της που αποφοίτησε με άριστα. Στον αγώνα της είχε συνομιλήσει με φριχτούς εγκληματίες και άλλους όχι τόσο κακούς, με αστυνομικούς ρατσιστές και μη, βίαιους και με σύνδρομο πολλαπλής προσωπικότητας. Είχε βρεθεί στην ενεργό δράση και είχε δει πτώματα πολλές φορές από κοντά.
Θυμόταν μια φορά όταν βρισκόταν σε μια αστυνομική επιχείρηση, ένας εγκληματίας της επιτέθηκε και της έκανε μια ουλή στο πρόσωπο με ένα μαχαίρι, μια πολύ βαθιά ουλή η οποία ευτυχώς τώρα ήταν υπερβολικά μικρή, απλά μια υπενθύμιση να μην αφήνει ποτέ την άμυνα της να πέσει.
Ο Χιούγκο έκλεισε το τηλέφωνο και την κοίταξε «Η πρόσληψη είναι δική σου αν με πας εκεί που θέλω να πάω αυτήν τη στιγμή. Έχεις αυτοκίνητο, σωστά;» την ρώτησε.
Η Λούσυ τον κοίταξε χαμογελαστή αλλά και λίγο περίεργη. «Ναι, γιατί;»
Ο Χιούγκο βιαστικός πέταξε από πάνω του το σακάκι και φόρεσε την μακριά καφετιά καπαρντίνα του. «Είχαμε ένα έγκλημα και χρειάζονται την βοήθεια μου. Έχεις δει πτώμα από κοντά ποτέ;»
«Ναι, μερικές φορές. Εννοώ πως στο αστυνομικό τμήμα του Λονδίνου δούλευα σαν ψυχολόγος αλλά και πάλι έχω βρεθεί στην ενεργό δράση» είπε εκείνη γρήγορα.

Ο Χιούγκο χαμογέλασε. «Ωραία. Πάμε. Θα σου δώσω τις οδηγίες στον δρόμο!» είπε γρήγορα ενώ προχωρούσε έξω από την βίαια ανοιγμένη πόρτα του σπιτιού του και η Λούσυ τον ακολούθησε με ένα μείγμα περιέργειας, ανησυχίας και έκπληξης χαραγμένο στο πρόσωπο της.

Matt Dragoneed

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου