Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

7 Μαρ 2017

8 Απρόσμενο Ξύπνημα (Κεφάλαιο 1)

Γκόντρικ


Το υπέροχο υγρό κυλούσε στον λαιμό μου προκαλώντας μία δόση ευχαρίστησης για άλλη μια φορά. Η απολαυστική, μεταλλική και πικρή γεύση του μου προκαλούσε ηδονή και περισσότερη λαχτάρα να τελειώσω αυτό που είχα αρχίσει σκοτώνοντας την κοπέλα που αποτελούσε το γεύμα μου. Στο δωμάτιο υπήρχαν άλλα τρία νεκρά κορμιά γυναικών που δυστυχώς –για εκείνες– είχαν την ατυχία να πέσουν πάνω μου. Συνήθως αρκούμουν σε λιγότερες όμως το σημερινό βράδυ δε γινόταν να συγκρατηθώ με όσα έπονταν.
Αυτή η τόσο ωραία στιγμή διακόπηκε όπως πάντα από τη φωνή του πατέρα μου μέσα στο κεφάλι μου. Μισούσα αυτό το αίσθημα του έντονου πόνου στο κέντρο του εγκεφάλου μου, όταν εκείνος ήταν θυμωμένος. Αυτού του είδους η επικοινωνία ήταν αρκετά χρήσιμη για όλους. Για μένα, χάρη στον πατέρα μου, δεν ήταν ποτέ. Μονίμως είχε νεύρα και αυτή η διαδικασία γινόταν πολύ επώδυνη. Δεν άκουγα μόνο τη φωνή του, αλλά ένιωθα και τα ίδια του τα συναισθήματα, κάτι που σίγουρα προκαλούσε σύγχυση και στα δικά μου, κάνοντάς με να θέλω να σπάσω ό,τι έβρισκα μπροστά μου, παλεύοντας να μην εκραγώ και να μην ουρλιάξω. Δυστυχώς στην οικογένειά μου δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα, εφόσον εμείς ήμασταν οι πρώτοι που έπρεπε να τηρούμε τους νόμους που ο ίδιος είχε επιβάλει.
Μόνο τότε παράτησα το σώμα της κοπέλας και σήκωσα τα μάτια κοιτάζοντας το φως του ήλιου που δεν είχε ακόμα σηκωθεί. Άργησα, σκέφτηκα και προσπάθησα πιο έντονα να διώξω τη φωνή του. Συνέχιζε να ουρλιάζει και αυτό με εκνεύριζε περισσότερο.
«Πού στο καλό είσαι
«Θα έρθω σε λίγο» απάντησα προσπαθώντας να κρύψω τη σκηνή που έβλεπαν τα μάτια μου, διότι δεν ήθελα να μάθει τίποτα για όσα έκανα. Στο είδος μας είχε απαγορευτεί να σκοτώνουμε ανθρώπους για απόλαυση, αλλά όσο και αν το αρνιόταν εκείνος, εγώ γνώριζα πολύ καλά ότι ήταν το ίδιο αιμοδιψής μ’ εμένα.
«Το καλό που σου θέλω να είσαι εδώ το γρηγορότερο. Σήμερα είναι σημαντική μέρα και δε σου επιτρέπω να λείπεις».
Χα, τολμούσε να την αποκαλεί σημαντική, όταν ο ίδιος με ανάγκαζε να κάνω κάτι τόσο γελοίο. Διέκοψα αμέσως μετά την επαφή, επειδή επιθυμούσα να του μεταφέρω τη συγκεκριμένη σκέψη επίτηδες.

Σηκώθηκα από τον καναπέ και κατευθύνθηκα προς τον καθρέφτη του κεντρικού διαδρόμου της καινούριας μου μονοκατοικίας. Αντίκρισα τον εαυτό μου και καθάρισα όσα περισσότερα αίματα μπορούσα απ’ το πρόσωπό μου. Αφαίρεσα το ματωμένο πλέον πουκάμισό μου και έπειτα πήρα τον δρόμο για την έπαυλη.
Εδώ και μέρες πάλευα να βρω έναν τρόπο να γλιτώσω από το σχέδιο του πατέρα μου. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να με παντρέψει, ώστε αν πάθαινε κάτι να μην μπορούσα να πάρω την εξουσία. Ευτυχώς η Έσπερ ήξερε με ποιανού το μέρος έπρεπε να στραφεί και μου μίλησε αναλυτικά γι’ αυτό. Οι κανόνες μας ήταν πάντα αυστηροί και απόλυτοι. Ένας απ’ αυτούς ήταν πως ο βασιλιάς έπρεπε να παντρευτεί μετά από την πρώτη δεκαετία της τοποθέτησής του στην εξουσία ή αν είχε ήδη παντρευτεί να περιμένει το αντίστοιχο διάστημα πριν εισέλθει σε αυτήν. Οι σύμβουλοι μαζί με τον παλιό βασιλιά μας πίστευαν ότι ο γάμος σε κρατούσε μακριά από τις υποχρεώσεις σου και δε σε άφηνε να αφοσιωθείς στον στόχο σου, να κρατάς ασφαλές το είδος μας. Έτσι, ψήφισαν αυτό τον νόμο και μαζί με το ότι δεν επιτρεπόταν να πηγαίνεις ενάντια στις αποφάσεις του βασιλιά, ο πατέρας μου είχε το πάνω χέρι και μπορούσε να μου επιβάλλει ό,τι επιθυμούσε. Προφανώς πληροφορήθηκε ότι έψαχνα τρόπο να τον πετάξω απ’ την εξουσία, γιατί από τότε είχε αρχίσει η πίεση. Βρισκόμουν –σύμφωνα με εκείνον– σε ηλικία γάμου και επέμενε να γίνει τώρα, ώστε να μπορέσω έπειτα να μπω στην εξουσία. Γνωρίζοντας ήδη για τι χρονικό διάστημα θα έπρεπε να περιμένω, όπως και ότι κατά τη διάρκεια της αναμονής δε θα διακινδύνευα τη ζωή του. Αν κάποιος άλλος έπαιρνε τη θέση του, τότε άλλη βασιλική οικογένεια θα έπαιρνε τα ηνία και εγώ θα έχανα για πάντα την ελπίδα μου να καθίσω στον θρόνο.
Όταν έφτασα στην έπαυλη αντίκρισα τη συνηθισμένη ομάδα του αδερφού μου να προπονείται. Κόψτε απλά τα κεφάλια τους να ησυχάσουμε, σκέφτηκα ασυναίσθητα. Τόσα χρόνια υπήρχε η διαμάχη με τους κυνηγούς και φυσικά εμένα μου είχαν ήδη φανεί πολύ χρήσιμοι. Οι άνθρωποι έκαναν τα πάντα πιστεύοντας ότι θα γίνουν κάτι που σίγουρα δεν μπορούσαν. Χαμογέλασα στη σκέψη πως κάποιος απ’ αυτούς που μας μισούν πείστηκε να με βοηθήσει, νομίζοντας ότι θα τον μετέτρεπα σε βρικόλακα.
Άνοιξα την πόρτα του γραφείου του, χωρίς καν να χτυπήσω, και μπήκα μέσα ήρεμος. Φυσικά και ήδη γνώριζα πόσο τον εκνεύριζε αυτό, αλλά ποτέ δε μου πήγαινε κόντρα τον τελευταίο καιρό. Ήθελε να πετύχει τον σκοπό του και γι’ αυτό ήταν ήρεμος. Χαμογέλασα και κάθισα άνετα στην πολυθρόνα απέναντι απ’ το γραφείο του.
«Μπορείς να μου πεις πού στο καλό ήσουν όλο το βράδυ; Ξέρεις πολύ καλά ότι έπρεπε να βρίσκεσαι εδώ, για να τελειώνουμε με τις διαδικασίες» ο τόνος της φωνής του ήταν αυστηρός.
«Πατέρα, ξέρεις ήδη πολύ καλά την άποψή μου για όλο αυτό. Επομένως και μόνο που είμαι εδώ, θα έπρεπε να ακούω ευχαριστώ». Σηκώθηκα να βγω απ’ το δωμάτιο, πριν καταλήξουμε πάλι να μαλώσουμε.
«Σήμερα θα διαλέξεις μία κοπέλα αντάξια της θέσης σου και, το καλό που σου θέλω, στο τέλος της νύχτας θα μου την παρουσιάσεις. Φυσικά καταλαβαίνεις ότι δε θα δεχτώ τίποτα λιγότερο απ’ αυτό που ήδη σου έχω αναφέρει τόσες φορές».

Μην μπορώντας να διαφωνήσω με τη διαταγή του, συνέχισα τον δρόμο μου. Κατευθύνθηκα προς το δωμάτιό μου , αφενός για να ξεκουραστώ από το απολαυστικό κυνήγι που είχε εξελιχθεί το προηγούμενο βράδυ, αφετέρου για να κερδίσω λίγο χρόνο, ώστε να σκεφτώ τον τρόπο που θα με γλίτωνε από το σχέδιό του.

Νερίσσα

«Τελείωνε, θα μας δουν» άκουσα την Ίρμα να φωνάζει δίπλα μου και γέλασα με την ανυπομονησία της.
Μόλις είχαμε μπει στο καινούριο μας σπίτι και φυσικά δεν ήταν εύκολη υπόθεση να κάνεις διάρρηξη στο διαμέρισμά σου, επειδή η φίλη σου ξέχασε τα κλειδιά.
«Μπορείς να ηρεμήσεις; Τελείωσα» έσπρωξα την πόρτα και εκείνη άνοιξε.
Ο χώρος ήταν γεμάτος κούτες και σκόρπια έπιπλα, που έπρεπε να έχουν ήδη μπει στη θέση τους, αλλά χάρη στα μαθήματα καμία απ’ τις δύο δεν κατάφερε να βρει το κουράγιο και τη διάθεση να τα τακτοποιήσει. Φοιτούσαμε ή μάλλον φοιτούσα πλέον, εφόσον η Ίρμα τελείωσε με τη σχολή της, στο ίδιο πανεπιστήμιο. Εκείνη σπούδαζε φυσική αγωγή. Πάντα τη θυμόμουν να τρέχει και να αθλείται όλη μέρα, ακόμα και στις διακοπές ή στις εκδρομές που πηγαίναμε, εκείνη σηκωνόταν πρωί πρωί για τρέξιμο. Περιττό να πω ότι δεν ήμουν ποτέ αθλητικός τύπος, αλλά αντίθετα ήμουν πάντα των καλών τεχνών. Θυμόμουν τον εαυτό μου να ζωγραφίζει ό,τι φανταστικό και περίεργο ερχόταν στο μυαλό μου δημιουργώντας ιστορίες. Η ζωγραφική ήταν πάντα το όνειρό μου, ο τρόπος μου να ξεφεύγω, να ζω κάτι δικό μου και να νιώθω ελεύθερη. Οι φορές που έπιανα τα πινέλα ή τα μολύβια μου είχαν σχηματίσει τις πιο έντονες αναμνήσεις μου. Πάντα με έκαναν να νιώθω όμορφα, σαν να είχα πάρει το τελειότερο δώρο του κόσμου, σαν να είχα ό,τι ονειρευόμουν ποτέ. Στον ίδιο βαθμό λάτρευα τις χειροτεχνίες και το διάβασμα. Κάτι που πάντα έβρισκε αστείο εκείνη πάνω μου και αφορμή για να με πειράζει.
«Επιτέλους» ξεφύσησε ανακουφισμένη και προχώρησε στο εσωτερικό, πέφτοντας με φόρα στον άδειο καναπέ. «Σε λίγο θα φώναζαν την αστυνομία» γέλασε και μου έδειξε με τρόπο την κυρία απ’ το απέναντι διαμέρισμα που μας κατασκόπευε απ’ το ματάκι της πόρτας.
«Ξέρεις ότι μας ανήκει το σπίτι και σου είπα να φωνάξουμε κλειδαρά. Το ότι με έβαζες και το έκανα μικρή για πλάκα δε  σημαίνει ότι μπορώ να το επιτύχω με όλες τις πόρτες» γέλασα πηγαίνοντας στην κουζίνα να πιω νερό.
«Είδες; Καλό σου έκανε που σε εκπαίδευα. Άσε που δε θα ξεχάσω ποτέ που μας έπιασε ο αδερφός σου να το σκάμε μες στη νύχτα και έβαλε τις φωνές» σχολίασε, δίχως να συνειδητοποιήσει το βάρος των λέξεών της. Μπορεί να είχαν περάσει τόσα χρόνια αλλά ακόμα μας πονούσε όταν αναφερόμασταν σε εκείνον. Την κοίταξα και είχε το ίδιο μελαγχολικό βλέμμα στο πρόσωπό της.
Ο αδερφός μου πέθανε, όταν ήμασταν ακόμη μικρές. Ήταν σαν αδερφός της όσο ήταν και για μένα. Για μήνες μετά τον θάνατό του δε μέναμε καθόλου χώρια εγώ και εκείνη. Η απώλειά του μου στοίχισε πολύ καθώς ήταν ο μόνος που βρισκόταν συνέχεια εκεί για μένα. Οι γονείς μας έλειπαν με τις ώρες και ποτέ δεν ήταν παρόντες, όταν τους χρειαζόμουν.
Μετά το γεγονός αυτό άλλαξαν όλα στη ζωή μου, οι στιγμές δεν ήταν ποτέ το ίδιο χαρούμενες και ευχάριστες, ακόμα και οι γονείς μου άλλαξαν και δεν έφευγαν από το πλευρό μου. Η ζωγραφική ήταν ένα πάθος που συνέχισα να αγαπώ χάρη σε εκείνον, που ήταν δίπλα μου και με βοηθούσε κάθε φορά που εγώ ήθελα να τα παρατήσω γιατί δε μου άρεσε αυτό που είχα φτιάξει.
Έκρυψα τα δάκρυα που απειλούσαν να κυλήσουν από τα μάτια μου και πληκτρολόγησα στο κινητό τον αριθμό του σπιτιού μου.
«Έλα, αγάπη μου, τι κάνεις;» με ρώτησε με τη γλυκιά, όπως πάντα, φωνή της.
«Καλά είμαι, εσείς τι κάνετε;»
«Εδώ με τον πατέρα σου, μαλώνουμε» γέλασε και άκουσα τον πατέρα μου που φώναζε από μέσα.
«Δεν έχει να πάει πουθενά. Μην τολμήσει να πάει εκεί, αλλιώς…» η φωνή της μητέρας μου κάλυψε τη δική του.
«Όπως ακούς, έχει νεύρα. Όλα είναι καλά μην ανησυχείς» ακούστηκε λίγο ανήσυχη, μα έπειτα ανέκτησε ξανά την ψυχραιμία της.
«Τι συμβαίνει; Γιατί φωνάζει; Ποιος να μην πάει πού;»
«Δε θέλει να πας για δουλειά σήμερα σ’ εκείνη την έπαυλη. Μη δίνεις σημασία, αγάπη μου, όλα καλά»
Αυτό με παραξένεψε πολύ, όμως προτίμησα να μη μιλήσω. Είχα συνηθίσει. Από τότε που πέθανε ο αδερφός μου, οι γονείς μου είχαν γίνει πολύ προστατευτικοί. Ο πατέρας μου περισσότερο βέβαια. Η μητέρα μου πάντα προσπαθούσε να κρατάει τις ισορροπίες ανάμεσά μας, καθώς μαλώναμε συνέχεια.
«Εντάξει. Θα… Θα τα πούμε αύριο. Θα σου τηλεφωνήσω μόλις μπορέσω. Καληνύχτα, μαμά. Σ’ αγαπάω».
«Καληνύχτα, αγάπη μου. Και εγώ».
Πριν κλείσει, άκουσα πάλι τη φωνή του πατέρα μου σε έξαλλη κατάσταση:
«Σου είπα να μην την αφήσεις να πάει εκεί. Δεν καταλαβαίνεις; Κινδυνεύει, Μάρθα. Κινδυνεύει».
Είχα μείνει με το κινητό στο χέρι, σκεπτόμενη πόσο παράλογη ήταν όλη αυτή η συμπεριφορά. Ο πατέρας μου, όσο περνούσε ο καιρός, χειροτέρευε και δε γινόταν να τον αφήσω έτσι. Από αύριο θα έψαχνα να μάθω σε ποιον γιατρό μπορούσα να απευθυνθώ.
Καθόμουν στον καναπέ και κοίταζα την ώρα, σε λίγο έπρεπε να ετοιμαστούμε για δουλειά. Δουλεύαμε τα βράδια σε κέτερινγκ ως σερβιτόρες, ώστε να μπορούμε να ανταπεξέλθουμε οικονομικά και να ζούμε μόνες μας. Σήμερα μας είχαν κλείσει σε μία έπαυλη κάπου στα περίχωρα της Πράγας, για μια δεξίωση που ετοίμαζε κάποιος πλούσιος απ’ ό,τι είχα ακούσει. Σίγουρα θα ήταν χάλια, αλλά ήλπιζα να τελειώσει γρήγορα όλο αυτό και να γυρίσω να ξεκουραστώ. Τον τελευταίο καιρό με τη μετακόμιση, τη σχολή και τη δουλειά δεν είχα χρόνο για τίποτα άλλο. Είχα εξαντληθεί από όλο αυτό και η διάθεση για βόλτες και εξόδους ήταν μηδαμινή έως ανύπαρκτη.

Γεωργία Αντωνιάδου

8 σχόλια:

  1. Υπέροχο ειλικρινά υπέροχο !!!! Με τρέλαναν οι παραδόσεις των Βρικολακων και ειδικά ο τρόπος γραφής σου πρωτότυπος και ζωντανός !!! Το λάτρεψα !!! Ο Γκοντρικ ωραίος χαρακτήρας αλλά λατρεύω το στυλ της Νερισα !!! Ανυπομονώ για την συνέχεια !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πάρα πολύ!! Ελπίζω να σας αρέσει το ίδιο και η συνέχεια <3

      Διαγραφή
  3. Καλή αρχή!!!!Πολύ ωραίο το ξεκίνημα!!!Καλή επιτυχία!!!💜🔝🔝😘

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πραγματικά πολύ!! Ελπίζω να σας αρέσει και η συνέχεια!! <3

      Διαγραφή
  4. Τέλειο!!! Καλή αρχή εύχομαι και να συνεχίσεις έτσι!!! Ανυπομονώ για τα επόμενα!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή