Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

1 Μαρ 2017

0 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 10)

 1986, Σεπτέμβριος, Αθήνα

Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γύρω του. Ήταν σκοτεινιά. Ένιωθε το κεφάλι του να ζυγίζει ένα τόνο και το σαγόνι του να καίει. Ήταν ξαπλωμένος σε κάτι ψηλό και δεν μπορούσε ν’ ανοίξει το στόμα του. Προσπάθησε να συνειδητοποιήσει τι είχε γίνει. Έκλεισε πάλι τα μάτια και θυμήθηκε να κατεβαίνει από το λεωφορείο τελευταίος και να στέκεται μπροστά από την δεξιά μπαγκαζιέρα.
Σκεφτόταν πως αυτά ήταν τα πρώτα βήματα που έκανε μόνος του μακριά από το σπίτι και την ασφάλεια των γονιών του. Όσο κι αν ήταν χαρούμενος, αφού πάντα ήθελε να σπουδάσει και μάλιστα μακριά από το πατρικό του, η ζωή που μόλις ξεκινούσε στην Αθήνα τον άγχωνε. Είχε βέβαια τακτοποιήσει τις βασικές του ανάγκες όταν πριν από δεκαπέντε μέρες είχε έρθει με τους γονείς του και νοίκιασαν σπίτι, αλλά δεν ήταν μόνος του τότε. Κινήθηκε νωχελικά προς την άλλη πλευρά του λεωφορείου και κοίταξε για το σάκο του. Έτσι κι αλλιώς απεχθανόταν τη στριμούρα, ειδικά όταν δεν υπήρχε λόγος, αλλά το να σπρώχνονται είκοσι άτομα σαν σε σέντρα αγώνα ράγκμπι για να πάρουν τη βαλίτσα τους μισό λεπτό νωρίτερα, πραγματικά τον εκνεύριζε. Αν και πολύ νέος, είχε χαρακτηρίσει τον εαυτό του φανατικό τεχνοκράτη, οπότε πρακτικά εύρισκε μάταιο οτιδήποτε δεν μπορούσε να εξηγήσει λογικά, έστω και με πολύπλοκους συλλογισμούς. Στο πλαίσιο αυτό στάθηκε παράμερα, αν και είχε διακρίνει το σάκο του στο βάθος, για να διαλυθεί το κουβάρι των ανθρώπων που πάλευε για το τρόπαιο των αποσκευών του. Χαμογελούσε μάταια περιμένοντας, όταν είδε έναν εύσωμο άντρα, με ξυρισμένο κεφάλι και μουστάκι, να παίρνει τον δικό του σάκο και να κάνει να φύγει. Πριν ο Παύλος τον πλησιάσει, ο τύπος ξανακοίταξε το σάκο και μάλλον συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν ο δικός του. Έβρισε κάτι και πέταξε το σάκο πιο μακριά πάνω σε μια κηλίδα λάδια μηχανής. Έτρεξε και τον μάζεψε, βράζοντας από θυμό, και άνοιξε να κοιτάξει μέσα. Τα ρούχα του είχαν ήδη ποτίσει με λάδια μηχανής και σάλτσες από τα φαγητά της μάνας του που είχαν σκορπίσει από τα σπασμένα μπολ. Αυθόρμητα γύρισε προς τον μουστακαλή και σκουντώντας τον στην πλάτη του φώναξε:
«Κύριος, γιατί πετάς έτσι τα ξένα πράγματα; Μου λέρωσες όλα μου τα ρούχα!»
«Στ’ αρχίδια μου ρε μαλάκα για τα ρούχα τα δικά σου» του απάντησε γελώντας ο τύπος, που από κοντά φαινόταν πολύ ογκώδης.«Ούτε σ’ έβρισα, ούτε σε πρόσβαλα ρε φίλε! Κοίτα τη ζημιά μου έκανες! Γιατί μιλάς έτσι;» συνέχισε ο Παύλος προτείνοντας τον ανοιχτό του σάκο.
«Γιατί μπορώ! Τώρα στρίβε μικρέ!» ήρθε η αποστομωτική απάντηση από τον καράφλα.
Από τον κόσμο τριγύρω, που είχε πάρει χαμπάρι το σκηνικό, ακούστηκαν σχόλια και μουρμουρητά, ενώ κάποιοι χαζογελούσαν και καλά διακριτικά. Ο καράφλας πήρε τον δικό του σάκο, που δεν είχε καμία σχέση με του Παύλου, και άρχισε να περπατάει προς την πιάτσα των ταξί. Ο κόσμος συνέχισε τις ασχολίες του και οι λιγοστοί που είχαν απομείνει μπροστά στο λεωφορείο συνέχισαν να σπρώχνονται. Το σώμα του είχε σφιχτεί και κόντευε να εκραγεί καθώς δεν ήξερε τι να κάνει. Ένιωθε πως όλο το ΚΤΕΛ Θεσσαλίας γελούσε μαζί του. Νόμιζε ότι όλα τα πρόσωπα που δεν έβλεπε μειδιούσαν σχολιάζοντας τον δειλό πιτσιρικά επαρχιώτη που πήγε να κάνει τον καμπόσο και ταπώθηκε. Και τότε, εντελώς αυθόρμητα, χωρίς να μπορέσει ποτέ να το εξηγήσει με την ισοπεδωτική λογική του, αλλά χαμογελώντας από ευχαρίστηση την ώρα που οι λέξεις σχηματιζόντουσαν στο στόμα του:
«Και η μάνα σου γι’ αυτό γαμιέται… γιατί μπορεί!» φώναξε δυνατά κι ένιωσε το σώμα του να χαλαρώνει και τον θυμό του να εκτονώνεται σαν τον ατμό του τρένου που σταματάει στο σταθμό. Ναι, είχε σκεφτεί μια ευφυέστατη προσβλητική βρισιά που αντιγύριζε το ρεζιλίκι που του ‘κανε ο μουστακαλής, ο καραφλοκόρακας μουστακαλής, που στοιχημάτιζε ότι δεν ήξερε καν να λύσει ένα διώνυμο και συνεπώς τοποθετούνταν, όπως θα σχολίαζε με τον έτερο τεχνοκράτη και κολλητό του Αντώνη, στην κατηγορία των «άσχετων». Έσκυψε να κουμπώσει το σάκο όταν είδε μια σκιά από πάνω του κι ένιωσε ένα φοβερό πόνο στο σαγόνι του. Πριν λιποθυμήσει και πέσει ανάσκελα, πρόλαβε να δει το πρόσωπο του μουστακαλή, παραμορφωμένο απ’ την οργή, και τα φώτα στην οροφή του υπόστεγου των λεωφορείων.
Ξαναγύρισε στη σκοτεινιά του περίεργου χώρου. Στους τοίχους γύρω του και σχεδόν μέχρι το ύψος της οροφής, υπήρχαν ράφια γεμάτα κουτιά και μπουκάλια. Δεν ήταν νύχτα. Απλά ο διάδρομος, ή μάλλον η αποθήκη που αποτελούσε το δωμάτιό του δεν είχε παράθυρο και το μοναδικό φως έμπαινε από χαραμάδες στα κουφώματα. Αυθόρμητα προσπάθησε να κοιτάξει την ώρα, αλλά τον πόνεσε ο ορός που του είχαν βάλει. Ο χώρος λούστηκε με φως από την πόρτα που άνοιξε διάπλατα για να εμφανιστεί ένας χαμογελαστός νοσηλευτής:
«Ξυπνήσαμε; Ξυπνήσαμε;» τον πλησίασε και του σήκωσε απαλά το σαγόνι «Είσαι τυχερός φίλε! Δεν έσπασες σαγόνι, ούτε σου ‘φυγαν δόντια παρά την κλωτσιά. Μην προσπαθείς να μιλήσεις, καλύτερα να μην κουνήσεις το στόμα σου σήμερα και αύριο, αν και οι ακτινογραφίες σου είναι καθαρές. Περίμενε λίγο να ψάξω και το γιατρό, να σε δει, μια που ξύπνησες.  Αν κατάλαβες γνέψε θετικά»
Ο Παύλος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και του ‘πιασε το χέρι την ώρα που πήγε να φύγει. Ο νοσηλευτής τον κοίταξε με απορία και μετά κουνώντας το κεφάλι του συγκαταβατικά συνέχισε:
-«Α ναι… είσαι στο ΚΑΤ, η ώρα είναι … δέκα το πρωί, είναι Δευτέρα δεκατρείς του μήνα … ήσουν τάβλα για πάνω από δώδεκα ώρες… μπορείς να σηκωθείς αν θέλεις, αλλά όχι όρθιος… και μόλις σε δει ο γιατρός θα μας γράψεις το τηλέφωνο των γονιών σου να τους ειδοποιήσουμε. Υπάρχει κάτι άλλο που δεν μπορεί να περιμένει; Νερό έχει στο τραπεζάκι δίπλα σου, αλλά θα το πίνεις γουλιά - γουλιά με το καλαμάκι»
Όντως διψούσε. Ανασήκωσε το κεφάλι του και ένιωσε την αριστερή του πλευρά μουδιασμένη. Έκατσε στο φορείο που είχε για κρεβάτι και βόλεψε το αριστερό του χέρι καλύτερα για να μην τον ενοχλεί ο ορός. Πήρε το πλαστικό ποτηράκι δίπλα του και ήπιε λίγο νερό με το καλαμάκι. Αισθάνθηκε καλύτερα και το ήπιε όλο. Κούνησε χέρια και πόδια, δεν πονούσε πολύ, και περιεργάστηκε το δωμάτιο. Είδε τα παπούτσια του δίπλα στην πόρτα, μαζί με το λαδωμένο σάκο του και συνειδητοποίησε ότι φορούσε ακόμα τα χθεσινά του ρούχα. Πιθανότατα θα βρομούσε κιόλας.
Η λογική του άρχισε να τον βάζει σε σκέψεις. Οι γονείς του θα είχαν πάθει από την αγωνία τους. Και τι να τους πει; Πως έμπλεξε σε καυγά μόλις πάτησε το πόδι του, κυριολεκτικά, στην Αθήνα; Αυτός που ήταν υπόδειγμα γιού μέχρι τότε; Ο «πολλά υποσχόμενος νεαρός που δυστυχώς απώλεσε η επιστήμη της ιατρικής για χάρη της μηχανολογίας» όπως έλεγε ο λυκειάρχης του ο κύριος Μιχάλης. Δεν το χωρούσε ο νους του πως καταστράφηκε έτσι η πρώτη μέρα της φοιτητικής του ζωής στην Αθήνα. Τα είχε όλα τόσο διαφορετικά σχεδιάσει πριν φύγει από τα Τρίκαλα.
Στην πραγματικότητα τα σχεδίαζε με τον Αντώνη από πέρσι αφού η στατιστική έλεγε ότι, άτομα με τις επιδόσεις τους στο σχολείο και το φροντιστήριο, περνούσαν στις σχολές πρώτης επιλογή τους. Βέβαια ο Αντώνης δεν πέρασε και θα ξανάδινε Πανελλήνιες, αλλά είπαμε… είναι θεωρία πιθανοτήτων, όχι μηχανή που βλέπει το μέλλον. Τι σπίτι θα έβρισκαν, που θα σύχναζαν, πως θα μελετούσαν…πως θα γνώριζαν γυναίκες. Αυτό το τελευταίο ήταν πολύ μακρόπνοο σχέδιο καθώς τους έλειπε ένας βασικός παράγοντας: η εμπειρία! Το να είσαι άριστος μαθητής είχε και το τίμημά του. Όχι δεν ήταν η έλλειψη χρόνου που τον κράτησε μακριά από κοπέλες της ηλικίας του, καθώς κατά περίεργο τρόπο χρειαζόταν ελάχιστο χρόνο για τη μελέτη του. Ήταν η προσήλωση στην επιστήμη και στο στόχο του. Είχε βάλει σκοπό της ζωής του να γίνει μηχανολόγος και να δουλέψει σε τομέα σχετικό με αυτοκίνητα. Όλα τ’ άλλα ήταν συμβιβασμός, έτσι όταν δε διάβαζε για το σχολείο ή το φροντιστήριο, αφιέρωνε το χρόνο του σε βιβλία και περιοδικά αυτοκινήτου ή σε συνεργεία αυτοκινήτων φίλων του πατέρα του. Ήξερε ήδη να λύνει και να δένει μηχανές, αναρτήσεις και τα περισσότερα ηλεκτρικά αυτοκινήτων. Επιπλέον, η περιστασιακή αυτή δουλειά του πρόσφερε και ένα διόλου ευκαταφρόνητο χαρτζιλίκι.

Βέβαια δεν ήταν και ο πιο εμφανίσιμος έφηβος στο σχολείο. Πάντα είχε μερικά κιλά παραπάνω και δεν πρόσεχε ιδιαίτερα την εμφάνισή του. Πίστευε παρόλα αυτά πως θα γυρίσει ο τροχός και θα τραβήξει το ενδιαφέρον των κοριτσιών πάνω του. Μέχρι στιγμής όμως δεν είχε γίνει κάτι τέτοιο. Ήταν βέβαια κι αυτή η επιμονή του στην ψυχρή λογική. Τα πάντα έπρεπε να εξηγηθούν και να υπολογιστούν. Ελάχιστες ήταν οι φορές που μπήκε στον πειρασμό να αποδώσει κάτι στην τύχη ή στον «απροσδιόριστο παράγοντα»! Κι αυτά κρατούσαν τις κοπέλες μακριά.


Βασίλης Ζησόπουλος 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου