Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

1 Μαρ 2017

0 Τιμωρημένος και από τους Δύο Κόσμους (Κεφάλαιο 12) Η ευτυχία ενός πεθαμένου και η ιστορία της Γ

   
  «Πώς θα πάρουμε το σώμα του Έκτορα;» ρώτησε ο Φτερωτός, καθώς πλησίαζαν προς τη σπηλιά.
«Θα το σηκώσω εγώ» απάντησε αμέσως η Φρειδερίκη.
      «Γίνεται λιγάκι διακριτικοί» τους συμβούλεψε το δαιμόνιο.
«Αφού δε μας βλέπουν, ούτε μας ακούνε» είπε ο Φτερωτός.
«Μπορούν να μας αντιληφθούν. Είμαστε ψυχές τώρα» του είπε η Φρειδερίκη.
      Αιωρήθηκαν πάνω από τους Σκελετωμένους σκλάβους που μετέφεραν πέτρες από το ένα σημείο στο άλλο, μπήκαν διακριτικά μέσα στη σπηλιά. Άκουγαν περίεργες φωνές, διάφορα ουρλιαχτά στο βάθος. Η Φρειδερίκη συνέχισε με φορά προς τα μπροστά, θέλοντας να φύγει όσο πιο γρήγορα γίνεται από εκεί. Ο Φτερωτός την ακολουθούσε κοιτάζοντας με δισταγμό, το γύρω περιβάλλον. Το δαιμόνιο έλεγχε τη δουλειά των Σκελετωμένων.
      «Α! αναφώνησε ξαφνικά ο Φτερωτός.
«Τι έπαθες;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Μία πέτρα με διαπέρασε» της απάντησε κοιτάζοντας το διαφανές σώμα του.
      Η Φρειδερίκη κοιτώντας τον είδε και άλλη πέτρα να τον διαπερνάει και ύστερα να διαπερνάει και την ίδια. Μετά άλλη μία πέτρα διαπέρασε το κεφάλι του Φτερωτού. Η μία πέτρα έφερε της άλλη.
      «Πετροβροχή!» φώναξε το δαιμόνιο, λίγο πιο μακριά.
«Γιατί μας πετάνε πέτρες, αφού δε μας επηρεάζουν;» ρώτησε η Φρειδερίκη το δαιμόνιο. Με το που τελείωσε την ερώτηση της, ένας Σκελετωμένος την τράβηξε προς τα κάτω. Η Φρειδερίκη προσπάθησε να κρατηθεί από τα τοιχώματα της σπηλιάς.
      Ο Φτερωτός όρμησε να τη βοηθήσει, νιώθοντας ένα απρόσμενο θάρρος σε συνδυασμό με μία απεριόριστη δύναμη. Πήρε μία πέτρα από το έδαφος και την έριξε πάνω στον Σκελετωμένο.
      Ο Σκελετωμένος διαμελίστηκε. Το κρανίο ξεκόλλησε και πετάχτηκε λίγο μέτρα πιο εκεί, χτύπησε το τοίχωμα ράγισε στα δύο πέφτοντας στο έδαφος. Τα υπόλοιπα κόκαλά του, έπεσαν στο έδαφος διαλυμένα.
      Ο Φτερωτός κοιτούσε άφωνος με γουρλωμένα μάτια, το αποτέλεσμα της απότομης ενέργειας του. «Τον σκότωσα;» ρώτησε έντρομος.
      Η Φρειδερίκη τον τράβηξε προς το μέρος της και μαζί υποχώρησαν λίγο πιο πίσω. Καθώς μία ομάδα από Σκελετωμένους τους πλησίαζε με αργά και σταθερά βήματα.
      «Δε θα βοηθήσεις;!» ρώτησε με νεύρο στη φωνή της το δαιμόνιο, που καθόταν ξαπλωτό πάνω από τα κεφάλια τους.
      «Δεν είναι του χαρακτήρα μου» απάντησε με άνεση το δαιμόνιο. Λίγο αργότερα ύψωσε την ουρά του, έπειτα σχημάτισε έναν κύκλο που από μέσα πέρασε μία μεσαίου μεγέθους πέτρα.
      Η Φρειδερίκη εξοργισμένη, αποφάσισε να αναλάβει δράση. Επιχείρησε μέσα στο θυμό και τα νεύρα της, να χτυπήσει με μπουνιές και κλοτσιές τους Σκελετωμένους. Μάταια. Ό,τι και να τους έκανε εκείνοι δεν ένιωθαν απολύτως τίποτα, ούτε καν σημασία της έδιναν. Η Φρειδερίκη έχοντας φτάσει στα όρια της, πήρε μία μικρή πετρούλα που βρήκε μπροστά της και τη πέταξε πάνω σε έναν Σκελετωμένο. Καταφέρνοντας να του σπάσει τρία ακριανά δόντια. Χάρηκε με αυτό το τέχνασμα. Η χαρά της δεν κράτησε για πολύ. Όλοι η ομάδα των Σκελετωμένων γύρισε κατά πάνω της. Η Φρειδερίκη ένιωθε πιο αδύναμη από ποτέ. Άρχισε να χάνει τις αισθήσεις της.
      Η ομάδα των Σκελετωμένων αραίωσαν γυρνώντας, από εκεί που ήρθαν. Ο Φτερωτός έκανα να τους ακολουθήσει, αλλά τα λόγια του δαιμονίου τον σταμάτησαν.
      «Είναι αυτό που πρέπει να γίνει» του φώναξε.
«Θα πεθάνει!» του φώναξε εκείνος.
«Μη γίνεσαι μελοδραματικός» του είπε το δαιμόνιο αηδιασμένο. «Στον αρχηγό τους θα τη πάνε» συνέχισε να του λέει.
«Πρέπει να πάμε μαζί της…».
«Θα χαλάσει το σχέδιο» τον διέκοψε.
«Τι πράγμα;».
«Είσαι και ξανθούλης». σχολίασε το δαιμόνιο, κάνοντας μία περιστροφή γύρω από τον Φτερωτό. «Είναι το δόλωμα».
«Α;» τον ρώτησε ο Φτερωτός μην καταλαβαίνοντας.
«Αντιπερισπασμός χαζούλη» του είπε το δαιμόνιο και τον προσπέρασε πηγαίνοντας λίγο πιο μπροστά. «Άντε κουνήσου!» του φώναξε.
     
      Δεν άργησαν να βρούνε τον Έκτορα. Ύστερα από μια μικρή ξενάγηση, τον εντόπισαν στο τρίτο στρώμα υπό της γης. Το κλουβί του είχε φλεγόμενο στρώμα φωτιάς αντί για σιδερένια κάγκελα, το σώμα του ακουμπούσε κανονικά στο μαλακό από χώμα έδαφος. Κουλουριασμένος στην άλλη άκρη, με κλειστά τα μάτια, δεν μπορούσες να καταλάβεις αν κοιμάται ή αν είναι νεκρός.
      «Έκτορα;!» του φώναξε ο Φτερωτός. Όταν πλησίασε πιο κοντά στο φλεγόμενο στρώμα, με σκοπό να το διαπεράσει. Η ούρα του δαιμόνιου πλέχτηκε στη μέση του και τον τράβηξε προς τα πίσω. «Πώς το έκανες αυτό;» τον ρώτησε έκπληκτος.
«Οι ψυχές μπορούν να αγγίξουν τις ψυχές» του απάντησε το δαιμόνιο. «Μην πλησιάζεις άλλο θα γίνεις στάχτη».
«Αφού δεν έχω δέρμα τώρα» του απάντησε ο Φτερωτός.
«Η φωτιά προέρχεται από την κόλαση, καμία αγνότητα δεν μπορεί να τη διαπεράσει» τελειώνοντας τη φρασεολογία του, διαπέρασε με μιας το φλεγόμενο στρώμα. Βρέθηκε πάνω από το κεφάλι του Έκτορα, γάντζωσε τα νύχια του ενός χεριού του στο θώρακα του και τον άρπαξε μαζί του προς τα έξω.
      «Μπορείς να φιλήσεις τη νύφη» είπε αφήνοντάς τον μπροστά στον Φτερωτό.
      Ο Έκτορας κούνησε το κεφάλι του αριστερά ύστερα δεξιά και μετά άρχισε να μουρμουρίζει. «Πατάτες, τηγανιτές με μπουκίτσες κοτόπουλο, δροσερή κόλα με λεμόνι, προφιτερόλ…» έγλυφε ορεξάτα τα χείλη του.
      «Βρε τον πεινάλα» σχολίασε ο Φτερωτός γελώντας. «Τόσο καιρό εδώ, τον έχει κόψει η λόρδα».
      «Ώρα για φιλί» είπε το δαιμόνιο με ανυπομονησία.
Ο Φτερωτός πήρε μια βαθιά ανάσα προετοιμασίας, έσκυψε πάνω στον Έκτορα. Το στόμα του ήταν ήδη ανοιχτό, διότι στον ύπνο του έβλεπε πως έτρωγε παγωτό. Ο Φτερωτός προσπάθησε να αγνοήσει τη γλώσσα του, που διαρκώς μπαινόβγαινε από το στόμα του. Πλησίασε ελάχιστη το στόμα του στο στόμα του Έκτορα και με μία βαθιά εκπνοή ένιωσε μια δροσιά να διαπερνάει τον οισοφάγο του και να γεμίζει το εσωτερικό του. Ο Έκτορας σταμάτησε να μιλάει και γενικότερα να κουνιέται.
      «Αισθάνεσαι να πεινάς;» τον ρώτησε το δαιμόνιο.
«Όχι μια χαρά είμαι. Γιατί;» του απάντησε ο Φτερωτός.
«Κουβαλάς μια άγνωστη ψυχή μέσα σου, δε σε έχει κυριεύσει;» ο Φτερωτός έμεινε για λίγο σιωπηλός, σιγουρεύοντας την απάντηση του. «Μπα, όχι» απάντησε. «Θα ονειρεύεται ακόμα ψητά γουρούνια να πετάνε».

* * * *

      «Χρόνος. Σοφότερος μάγος των Εποχών. Γνωρίζει τα πάντα, ξέρει καλά και τη παραμικρή λεπτομέρεια. Σωπαίνει. Ακόμα και στις δυσκολίες είναι σιωπηλός. Καμιά φορά όμως τον ένιωσα να χαμογελάει. Μία φορά, άκουσα το γέλιο του. Συνήθως όμως είναι βουβός. Βουβός πόνος, άφωνη χαρά. Δε κουβαλάει μίσος ο πόνος. Εμείς οι ίδιοι το φέρνουμε στο κόσμο…».       
      Οι Σκελετωμένοι είχαν μεταφέρει τη Φρειδερίκη στον αρχηγό τους. Χρόνια τώρα προσπαθεί να ξεχωρίσει μία βασίλισσα, ανάμεσα από αμέτρητες βασανισμένες ψυχές. Καμία όμως δεν του ταίριαξε. Με το που είδε τη λαμπρή ψυχή της Φρειδερίκης, κάτι σα να άλλαξε μέσα του. Το εσωτερικό του ήθελε να φωτιστεί από αυτή τη συγκεκριμένη λάμψη. Έμοιαζε αγνή και το φως της ήταν τόσο καθαρό, σε σχέση με άλλες ψυχές που καταφθάνουν σε αυτό το καταραμένο μέρος. Του έκανε εντύπωση λοιπόν η ιδιαίτερη διαφορετικότητα και θέλησε να της φερθεί ευγενικά, σκοπεύοντας να μάθει περισσότερα για την ίδια αλλά κυρίως το πώς βρέθηκε εδώ.
      «Αν σου δινόταν η ευκαιρία να γυρίσεις το χρόνο πίσω…».
«Δε θα την εκμεταλλευόμουνα» τη διέκοψε απότομα εκείνος. «Το μεγαλύτερο λάθος που μπορείς να κάνεις στη ζωή σου, είναι να επιχειρήσεις να αλλάξεις τις στιγμές του χρόνου. Είτε καλές – είτε κακές, είσαι υποχρεωμένος να τα ζήσεις μέχρι το τέρμα» γύρισε το κρανίο του προς το μέρος της. «Όλα είναι κύκλος» της είπε, κροταλίζοντας την κάτω γνάθο του.
      Η Φρειδερίκη γέλασε αχνά με το υποτιθέμενο αστείο του και ύστερα διατύπωσε μία καινούρια ερώτηση. «Όταν πέθανες…» δίσταζε όμως να την ολοκληρώσει.
«Ναι;» τη ρώτησε, θέλοντας να της δώσει θάρρος να ολοκληρώσει την ερώτηση της.
«Την ώρα που σε δολοφόνησαν, τι ένιωσες;» καθώς το ρώτησε αυτό, ένας βαρύς κόμπος στάθηκε στη μέση του οισοφάγου της.
«Πλημμύρισα από ευτυχία» της απάντησε με αμεσότητα. Η κάτω γνάθος του κουνήθηκε ρυθμικά πάνω – κάτω, προκαλώντας τον θόρυβο ενός “κλακ – κλακ”. Ο συνεχείς κροταλισμός προκάλεσε ολόσωμη ανατριχίλα στη Φρειδερίκη.
      Το μέρος όπου οι δύο τους βρίσκονται, δεν μπορώ να το προσδιορίσω. Τα Ορυχεία των Σκελετωμένων, αλλάζουν συνεχώς μορφή, ανάλογα με την όρεξη του Αφέντη τους. Πότε γίνονται ένας ενεργός κρατήρας ηφαιστείου, με τη λάβα να τρέχει σα λιωμένη καραμέλα παγωτού. Το συγκεκριμένο θέαμα είναι το πιο ανατριχιαστικό, λιωμένα κόκαλα μεταφέρουν πέτρες. Λιώνουν εντελώς και ύστερα από τις στάχτες ξανά δημιουργούνται και συνεχίζουν κανονικά τη δουλειά τους. Αυτό το θανατηφόρο σκηνικό επαναλαμβάνεται όταν ο Αφέντης είναι θυμωμένος και θέλει κάπου να ξεσπάσει. Άλλοτε, ένα ανθισμένο λιβάδι με καταπράσινο χορτάρι και χρωματιστά λουλούδια, με πεταλούδες να περνούν ανάμεσα από τα κόκαλά τους, πουλιά να φτιάχνουν τη φωλιά τους μέσα στον άδειο θώρακα τους. Αυτό το κάνει ο Αφέντης τους όταν θέλει να γελάσει. Άλλες φορές βαριέται και τους αφήνει στο σκοτάδι. Αυτή τη στιγμή, οι δυο τους κάθονται σε μίαν άκρη και κοιτάζουν το άπειρο σκοτάδι.
      «Είναι περίεργο να κοιτάζεις τη νύχτα δίχως αστέρια» σχολίασε φωναχτά η Φρειδερίκη.
      Ο Σκελετωμένος δεν κατάλαβε τον υπαινιγμό της. «Αστέρια;» τη ρώτησε, μην έχοντας ξανά ακούσει αυτή τη λέξη.
«Έχεις δει…» του είπε εκείνη. «Θυμήσου…Μπορείς να θυμηθείς…».
«Δεν μπορώ» της απάντησε εκείνος υποτονικά. «Δεν μπορώ να θυμηθώ αν θυμόμουν κάποτε» χαμήλωσε το κρανίο του προς τα κάτω.
      Έτσι η Φρειδερίκη κατάλαβε πως ο Σκελετωμένος, είχε μελαγχολήσει.
      «Αν δεβ μπορείς να θυμηθείς, τότε πώς θυμάσαι το θάνατο σου;» τον ρώτησε θαρραλέα.
«Είναι κομμάτι της τιμωρίας μας» της απάντησε με άνεση εκείνος. «Όλοι εδώ, θυμόμαστε με κάθε λεπτομέρεια το θάνατο μας. Είναι το μόνο που ξέρουμε για τη ζωή που κάποτε είχαμε».
«Είπες σε δολοφόνησαν…».
«Ναι. Με μαχαίρωσαν, πολλαπλές φορές. Μου άξιζε. Ήμουν άπληστος και σκληρός άντρας. Δε μου αρκούσε τίποτε».
«Δεν μπορεί να ήσουν τόσο κακός».
      Η κάτω γνάθος του, κουνήθηκε ρυθμικά προκαλώντας πάλι εκείνον τον εκκωφαντικό ήχο. «Είσαι τόσο αγνή και αθώα» της είπε.
      Η Φρειδερίκη παρεξηγήθηκε, δεν της άρεσε καθόλου ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός για το άτομο της. «Δεν είμαι!» του είπε θυμωμένα.
      Ο Σκελετωμένος σηκώθηκε όρθιος, έκανε νόημα με τα δάχτυλα του στη Φρειδερίκη να σηκωθεί. Δίχως να προλάβει να καταλάβει η ίδια πώς, βρέθηκε παγιδευμένη μέσα στο θώρακα του, το κεφάλι της γέμιζε το κρανίου του, τα μάτια της έβλεπαν μέσα από τα δικά του τα μάτια. Είδε με κάθε λεπτομέρεια, το στιγμιότυπο του θάνατο του.
      Ήταν αρχοντικός ευγενής στα πολύ αρχαία χρόνια. Τα ρούχα του ήταν φτιαγμένα από μετάξι, τα παπούτσια του από αληθινό δέρμα. Ήταν ένας όμορφος άντρας, μεγαλωμένος στο πρόσωπο. Μαυρομάλλης με ανοιχτόχρωμο δέρμα. Πρόσωπο λεπτό με έντονες γωνίες, μάτια στρόγγυλα καστανά, μακριά λεπτή μύτη και δύο γραμμές για χείλη.
      Το πρόσωπο του πρόλαβε να δει στην αντανάκλαση που έκανε το καθάριο νερό, καθώς έσκυψε να πιει. Όταν σήκωσε το κεφάλι του είδε φωτιές και ανθρώπους πολλούς να τρέχουν πανικόβλητοι από εδώ και από εκεί. Ο ίδιος το ευχαριστήθηκε. Γύρισε το βλέμμα του στο πλάι, να δει σε τη κατάσταση βρισκόταν η νεαρή κοπέλα που μόλις πριν είχε βιάσει. Δεν ήταν η πρώτη του για σήμερα. Την κλότσησε στη κοιλιά, ελέγχοντας αν είναι ακόμα ζωντανή. Η νεαρή κοπέλα ούτε που αντέδρασε. Γεμάτος χαρά, ανέβηκε στο άλογο του και χάθηκε μέσα στο δάσος.
      Για λίγο σκοτάδι, δεν έβλεπε τίποτα. Απότομα είδε ξαφνικά, δύο δυο χέρια να τον σέρνουν, έβλεπε το έδαφος να κυλάει κάτω από τα ακούνητα πόδια του. Τον πέταξαν μέσα σένα μπουντρούμι. «Όλα τα αδικήματα κάποια στιγμή τιμωρούνται, με τον πιο δίκαιο τρόπο» του είπε κάποιος άγνωστος και τον έφτυσε. Τον χτύπησαν δίχως κανένα έλεος. Κάποια στιγμή σκοτείνιασαν ξανά, απότομα πάλι είδε κάποιον να τον χτυπάει με μία αλουμινένια λεκάνη. Ύστερα ένας άλλος τον μαχαίρωσε και συνέχισαν οι υπόλοιποι το παράδειγμά του.
      Δεν ήθελε να δει άλλο. Έβλεπε καθαρά, πολλά χέρια να μαχαιρώνουν το σώμα του, μέσα από τα δικά του τα μάτια. Μπορούσε να νιώσει κιόλας, τον πόνο, τα τρυπήματα στη σάρκα, την ευτυχία.
      «Ο σωστός θάνατος, είναι ο χαρούμενος θάνατος» της είπε, αφήνοντάς την ελεύθερη.
      Η Φρειδερίκη τον κοιτούσε, μην ξέροντας τι να πει. Είχε κολλήσει το μυαλό της. Ακόμα έβλεπε, τη σκηνή της δολοφονίας με τα δικά της μάτια.
      Ο Σκελετωμένος έβγαλε με τα δυο του τα χέρια, την κάτω γνάθο του και τη στερέωσε σα στέμμα πάνω στα μαλλιά της. «Είσαι η βασίλισσά μου. Στα πόδια σου έχεις την προστασία των Νεκρών» της είπε.
      Εκείνη σάστισε. Της φαινόταν περίεργο που μπορούσε να μιλήσει, χωρίς να έχει σαγόνι.
      «Οι ψυχές δε χρειάζονται στόματα» ξεκίνησε να της λέει. «Αγγίζουν η μία την άλλη και έτσι μιλάνε» της εξήγησε με ήρεμη φωνή.
      Η Φρειδερίκη για έναν περίεργο λόγο, αισθανόταν πάρα πολύ άντε. Λες και έλειπε καιρό σε ταξίδι και τώρα είχε γυρίσει στο σπίτι της. Η αγκαλιά του Σκελετωμένου, της φάνηκε ζεστή. Παρόλου που δεν είχε καθόλου σάρκα. Ένιωθε ήρεμη και ήσυχη. Είχε ξεχάσει για πιο λόγο βρισκόταν σε αυτό το μέρος, ποιος ήταν ο σκοπός της. Είχε ξεχάσει εντελώς τον Φτερωτό…Αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του Σκελετωμένου. Εκείνος βουβός την άφησε να κοιμάται μέσα στο θώρακα του.

* * * *

      Πρώτος κουβαλώντας την ψυχή του Έκτορα στο εσωτερικό του, βρήκε από τη σπηλιά ο Φτερωτός. Ακολουθούσε το δαιμόνιο, σέρνοντας το άψυχο σώμα του Έκτορα.
      Ένα δυνατό φως τύφλωσε τη ματιά του Έκτορα, υποθέτοντας πως είναι σινιάλο της μετρίου αναστήματος γυναίκας, πλησίασε προς το φως. Κάνοντας πρώτα νόημα στο δαιμόνιο, να τον ακολουθήσει.
      Τη βρήκαν λοιπόν, λίγο πιο κάτω, κρυμμένοι πίσω από μερικές μεγάλες πέτρες.
      «Όλα εντάξει;» τους ρώτησε σιγανά.
      «Πεινάω». της απάντησε ο Φτερωτός, με ύφος παραπονεμένο. «Διπλά» συμπλήρωσε, διατηρώντας το ίδιο ύφος.
      Την έκφραση του προσώπου της, κάλυπτε η μαύρη κουκούλα που φορούσε και έφτασε στην αρχή των χειλιών της. Έτσι ο Φτερωτός δεν μπορούσε να δει το θυμωμένο ύφος της. «Σα να λείπει κάποιος» είπε λίγο χαριτωμένα.

* * * *

      Από ότι έχω καταλάβει, η μετρίου αναστήματος γυναίκα, δε συμπαθεί τη Φρειδερίκη. Δεν έχω καταλάβει το λόγο, όμως. Όχι, δεν είναι εξαιτίας του Φτερωτού. Με τον Φτερωτό παίρνονται που και που στα γρήγορα, αλλά ποτέ δεν ανέπτυξαν συναίσθημα ο ένας για τον άλλον. Είναι αυτό που λέμε στην κοινή διάλεκτο, η “καβάτζα”. Κάποιος άλλος θα είναι ο λόγος. Ή μπορεί να μην υπάρχει λόγος…Η μετρίου αναστήματος γυναίκα
      (Κατάντησε κουραστικό; Το όνομα της δεν το πρόφερε κανένας. Κανείς δε γνωρίζει το όνομα της. Θέλετε να της δώσω ένα όνομα, για να είναι και πιο σύντομο στη γραφή; Θα την ονομάσω λοιπόν Γ. Να το θυμάστε!).
      Η Γ δε συμπαθούσε καθόλου τους ανθρώπους, δεν είχε ποτέ της φίλους. Μόνη τριγυρνάει από εδώ και από εκεί. Πριν γίνει αυτό που είναι, ήταν καλόγρια σε Μοναστήρι. Έταξε τον αγνό εαυτό της στη μεγαλειότητα του Θεού, όταν ήταν δέκα έξι ετών.
      Οι γονείς της δε συμφωνήσαν ποτέ με την απόφασή της. Ο πατέρας της κατηγόρησε τη μητέρας της, που επέμεινε να πηγαίνει καταχτητικό, από φόβο μήπως και πάρει το στραβό δρόμο. «Να την ευλογεί ο Θεός, να είναι καλό κορίτσι». Αυτά ήταν τα λόγια της. Εν ολίγοις ο παπάς της ενορίας συμβούλεψε τους γονείς της νεαράς, να πράξουν με σεβασμό την επιθυμία της.
      Διένυε το εικοστό έτος της ηλικίας της, όταν γνώρισε τον Φτερωτό. Είχε αναλάβει τον καθαρισμό της κουζίνας εκείνο το πρωινό. Τον βρήκε κρυμμένο, μέσα σένα ντουλάπι. (Οι μικρόσωμοι βρίσκουν εύκολα χώρο για να κρυφτούν).
      Τον λυπήθηκε, φαινόταν να έχει μέρες να φάει. Έμοιαζε κυνηγημένος. Δεν τον ρώτησε πώς, είχε βρεθεί εκεί. Τον φρόντιζε κάθε μέρα, κρατώντας τον κρυμμένο, του έδινε τροφή και νερό.
      Ο Φτερωτός μια βραδιά το έσκασε από την κρυψώνα του, οι καλόγριες κατάλαβαν τότε πως ένας ξένος ήταν μέσα στο Μοναστήρι τους. Η Γ τον βρήκε πρώτη, κρυμμένο μέσα στο θερμοκήπιο. Της πρόσφερε κρασί. 
      Ξύπνησαν αγκαλιασμένοι δίχως ρούχα, από μια δυνατή κραυγή. Ήταν η φωνή της καλόγριας, που τους έπιασε στα πράσα. Την εξόρισαν από το Μοναστήρι.
      Η εξορία της από τον Οίκο του Θεού, την ώθησε προς τον στραβό δρόμο. Περιπλανώμενη στα Δάση, γνώρισε μυστήρια πλάσματα, που της έμαθαν τα μυστήρια του κόσμου.
      Μόλις έγινε δυνατή και ανεξάρτητη, έστησε τη δολοφονία του Φτερωτού. Θυμούμενη όμως την αξέχαστη βραδιά τους, θέλησε να υπάρξει μια συνέχεια. Δεν του κράτησε κακία.

* * * *

      «Την απήγαγαν» απάντησε το δαιμόνιο.
«Α» αντέδρασε εκείνη, καλύπτοντας με το ένα της χέρι το στόμα της.
      Ο Φτερωτός έτριβε με παράπονο την κοιλιά του. Η ψυχή του Έκτορα κυριαρχούσε μέσα του. «Να φάμε κάτι βρε παιδιά» γκρίνιαξε.
«Σιωπή Έκτορα» είπε δυνατά η Γ. «Φτερωτέ με ακούς;!» φώναξε μέσα στο αυτί του Φτερωτού.
      Εκείνος παραπονέθηκε, πιάνοντας με πόνο το αυτί του. «Ναι σε ακούω» της απάντησε, τρίβοντας το πονεμένο του αυτί, με τον ώμο του.
      «Μπορείς να πας να τη σώσεις» τον πρόσταξε, σταυρώνοντας τα χέρια της κάτω από το στήθος της.
      «Πού να πάω;». τη ρώτησε ανήξερος.
«Τι σου λέει η διαίσθηση σου;» τον ρώτησε εκείνη.
«Αυτή τη στιγμή; Τίποτα» της απάντησε εκείνος.
«Ωραία. Ακολούθα την».
      Ο Φτερωτός έμεινε να κοιτάζει τη Γ, με ένα ηλίθιο κενό βλέμμα. Από τη μία ανησυχούσε για τη Φρειδερίκη, αλλά από την άλλη πεινούσε κιόλας. Δηλαδή, ο Έκτορας πεινούσε.

* * * *

      «Μείνε εδώ». Της είπε ο Σκελετωμένος. «Θα είσαι η βασίλισσα μου».
Η Φρειδερίκη του χαμογέλασε με πικρία. «Δεν μπορώ να μείνω εδώ».
«Ξέρω, δεν είναι ωραίο μέρος. Όμως η αγάπη ομορφαίνει» της είπε, διαπερνώντας με τρυφερότητα σα χτένα, μια τούφα από τα μαλλιά της.
      Η Φρειδερίκη είχε αρχίσει να πιστεύει πως όλο αυτό που ζούσε εκείνη τη στιγμή, ήταν μία ονειροπόληση. Μία ζωντανή ονειροπόληση. Και αυτό επειδή δεν μπορούσε εύκολα να κουνηθεί, είχε τη συναίσθηση του χρόνου, αλλά δυσκινησία. Κοίταξε τον Σκελετωμένο, με ευλάβεια. «Ώρα να ξυπνήσω» του είπε, χαμογελώντας του γλυκά.
      «Ώρα να φύγουμε!».
      Ο Φτερωτός εμφανίστηκε αιωρούμενος, με τα πυκνά λευκά φτερά του να κουνιούνται σε εγρήγορση. Πέρασε τα χέρια του κάτω από τους ώμους της και τη σήκωσε μαζί του στον αέρα. «Άντε και πεινάω!» παραπονέθηκε, κουνώντας με περισσότερη ταχύτητα τα φτερά του.
      Ο Σκελετωμένος τους πήρε στο κατώφλι, δίνοντας εντολή και στους υπόλοιπους να τον ακολουθήσουν. Αμέτρητοι σκελετοί έτρεχαν πίσω από τον Φτερωτό, που κρατούσε τη Φρειδερίκη.
      Το τοπίο γύρω του άλλαξε. Το έδαφος καλύφτηκε με ένα παχύρευστο στρώμα, αποχρώσεως πορτοκαλοκόκκινου. Ήταν λάβα. Οι Σκελετοί συνέχισαν να κυνηγούν τον Φτερωτό, κολυμπώντας μέσα στο ποτάμι λάβας.
      «Δε θα προλάβουμε!» τσίριξε η Φρειδερίκη, ξανά και ξανά. Είχε κλείσει τα μάτια της από φόβο και συνέχιζε να λέει την ίδια φράση. 


Constantine Red Moon

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου