Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

9 Μαρ 2017

0 Τιμωρημένος και από τους Δύο Κόσμους (Κεφάλαιο 13) Αλαζονική συμπεριφορά και άλλες παρενέργειες

Δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος. «Έτσι θα είναι ο θάνατος» σκέφτηκε. Καθώς βυθιζόταν όλο και πιο πολύ σε μία τεχνητή άβυσσο. Είδε το πρόσωπο του πατέρας της, που τόσο πολύ της έχει λείψει.
      Λένε πως η στιγμή του θανάτου, είναι η δική μας ταινία. Μέσα σε κλάσμα δευτερολέπτου, προβάλλεται η ζωή που προλάβαμε να ζήσουμε.
      Η Φρειδερίκη έβλεπε τη δική της ταινία και ήταν ευτυχισμένη. Τρυφερές στιγμές με τον πατέρας της, αστεία στιγμιότυπα από την εκπαίδευση της, ο πρώτος της εξορκισμός…Είχε πολλά να θυμηθεί…

                          * * * *

      Ξαπλωμένος πάνω στον καναπέ του σαλονιού, άκουγε το στομάχι του να γουργουρίζει. Η μυρωδιά από το λιβάνι, τον ζάλισε, οδηγώντας τον σένα βαθύ ύπνο.
      Η Γ δυνάμωσε πιο πολύ τη φωτιά στο τζάκι, ρίχνοντας μέσα μερικά διαβασμένα ξερά φύλλα. Έπειτα πήγε και στάθηκε πάνω από τον κοιμισμένο Φτερωτό, σήκωσε τα μανίκια της μέχρι απάνω, η κουκούλα κάλυπτε ακόμα το μισό πρόσωπο της. Βούτηξε τα χέρια της μέσα σένα πιάτο με αγνό λάδι και με τις άκρες τον δακτύλων της πίεσε το μέτωπο του Φτερωτού.
      Μέσα από το σώμα του, συγκεκριμένα μέσα από τη κοιλιά του, ξεπρόβαλε μία λάμψη φωτός. Που βγήκε εντελώς από μέσα του και πετάχτηκε σε σχήμα μπάλας στον αέρα.
      «Τον έπιασα!» δήλωσε περήφανα το δαιμόνιο.
«Ακούμπησε τον με προσοχή κάτω» του είπε η Γ.
      Το δαιμόνιο άφησε τη λαμπερή μπάλα, κοντά στο τζάκι. Όσο πήγαινε το φως της αποδυναμώθηκε. Μέχρι που σκοτείνιασε και πήρε σχήμα ανθρώπου. Ο Έκτορας σε στάση εμβρύου, δεν είχε αποκτήσει τις αισθήσεις του.
      Ο Φτερωτός μουρμούρισε κάτι ακαταλαβίστικο, αλλάζοντας πλευρό.
      Η Γ τον σκούντησε, να τον ξυπνήσει. Εκείνος την κοίταξε με μισάνοιχτα μάτια. «Πώς λέγεσαι;» τον ρώτησε.
«Δεν έχω όνομα» μουρμούρισε εκείνος. «Α» αναφώνησε μετά από λίγο. «μου έδωσαν όνομα».
«Θυμάσαι τι έγινε;» συνέχισε να τον ρωτάει.
«Πήγαμε σένα μέρος…» σήκωσε το σώμα του, κοιτάζοντας κάπου αόριστα. «Που οι νεκροί, δεν ήταν ποτέ νεκροί» της απάντησε, κοιτάζοντας της.
      «Μπριζόλα, πατάτες, σοκολάτα…Ζεστή σοκολάτα…Σοκολάτα με καραμέλα. Σοκολάτα. Σοκολάτα» έλεγε ο Έκτορας, μέσα στον ύπνο του.
      «Μην τον ξυπνήσετε» τους πρόσταξε η Γ, δείχνοντας τον Έκτορα. «Χρειάζεται χρόνο για να συνέλθει».
«Εγώ δε χρειάζομαι χρόνο για να συνέλθω;» τη ρώτησε ο Φτερωτός, ευγενικά.
«Χρειάζεσαι του απάντησε εκείνη.
«Τότε γιατί με ξύπνησες;!» ο τόνος της φωνής του είχε μετατραπεί σε πιο τσιριχτός.
      Η Γ του γύρισε την πλάτη και ανέβηκε στη σοφίτα, να δει πώς είναι η Φρειδερίκη. Ο Φτερωτός άρπαξε ένα μαξιλάρι και της το πέταξε με δύναμη. Ευτυχώς για τον ίδιο, δεν την πέτυχε. 

      Η Φρειδερίκη είχε αποκτήσει πλήρως τις αισθήσεις της, σηκώθηκε από το κρεβάτι ψάχνοντας το δωμάτιο της σοφίτας.  Με το που είδε τη Γ να μπαίνει μέσα στο δωμάτιο την πήρε από τα μούτρα. «Τι θέλεις εσύ εδώ;!» τη ρώτησε θυμωμένα.
«Ήρθα να δω πως είσαι» της απάντησε η Γ, πιο ευγενικά.
«Πες μου ότι σε έπιασε ο πόνος τώρα» της απάντησε εκείνη ειρωνικά.
      Στο δωμάτιο μπήκε ο Φτερωτός, με χαμόγελο στα χείλη, αντικρίζοντας τη φίλη του που ήταν υγιής. Τουλάχιστον έτσι φαινόταν.
«Βόμβα έπεσε εδώ μέσα;» σχολίασε ο Φτερωτός, παρατηρώντας το χάλι που επικρατούσε στο μικρό διαστάσεων δωμάτιο.
      «Έχεις τσιγάρο;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Όχι. Το τελευταίο που είχα…».
«Καλά, καλά» τον διέκοψε νευρικά και πλησίασε προς την πόρτα του δωματίου.
«Πού πας;» τη ρώτησε ο Φτερωτός.
«Δε χρειάζεται να τα ξέρεις όλα» του απάντησε εκείνη κλείνοντας του πρώτα το ένας της μάτι και έπειτα του ανακάτεψε ελαφρώς την κεφαλή του.
      Ο Φτερωτός εκνευρίστηκε με αυτή της την κίνηση και το γύρισε σε παιχνίδι. Επιχείρησε να τη γαργαλίσει, τη χτύπησε αδύναμα στα μάγουλα…Η Φρειδερίκη όμως το πήρε στραβά και τον χτύπησε στα αλήθεια στη κοιλιά με μπουνιά. «Α!». Παραπονέθηκε εκείνος, αγκαλιάζοντας τη κοιλιά του με τα χέρια του. «Πόνεσα» είπε αδύναμα.
«Να προσέχεις με ποιον τα βάζεις». του είπε εκείνη. Τον έπιασε από το λαιμό, σηκώνοντας το κεφάλι του προς τα πάνω.
«Χαλάρωσε» κατάφερε να της πει, σηκώνοντας τα χέρια του προς τα πάνω. «Ένα αστείο ήταν» συνέχισε να της λέει. «Αστείο έκανα» γέλασε δίχως όρεξη.
      Η Φρειδερίκη τον άφησε, μην έχοντας διάθεση να του κάνει περισσότερο κακό. Όχι επειδή τον λυπήθηκε. «Συμμάζεψε λίγο εδώ μέσα, χάλι μαύρο είναι» του είπε δείχνοντας γενικά το χώρο και αφού του χάρισε ένα φιλί στο μάγουλο έφυγε.
      Ο Φτερωτός έσκυψε να μαζέψει κάτι από το πάτωμα, ο κοιλόπονος του δεν τον άφησε να ολοκληρώσει την κίνησή του. «Βαράει δυνατά» είπε κοιτάζοντας τη Γ, που κοιτούσε με προσοχή το χώρο. «Έχασες κάτι;» τη ρώτησε.
      Εκείνη τον αγνόησε και έφυγε από το δωμάτιο.
      Ο Φτερωτός ξεκίνησε να συμμαζεύει το δωμάτιο, σκεπτόμενος το πόσο περίεργη και ακαταλαβίστικη είναι η ψυχολογία των γυναικών. Κάθε φορά που έσκυβε να πάρει κάτι πονούσε και υπενθύμιζε στον εαυτό του να μην ξανά κάνει παρόμοια πλάκα στη Φρειδερίκη.
     
                                         * * * *
      Ο Έκτορας πήγε σχεδόν υπνοβατώντας, προς την κουζίνα. Τράβηξε την πόρτα του ψυγείου να ανοίξει, αλλά κάτι την εμπόδιζε. Κατάλαβε πως άγγιζε κάτι μαλακό, με τις άκρες των ποδιών του. Προχώρησε πιο μπροστά, θέλοντας να καταλάβει τι είναι. Άκουσε κάτι σαν πονεμένο γάβγισμα, άνοιξε τα μάτια του έχοντας τρομάξει. «Βρε και εσύ πεινάς;» απευθύνθηκε στο σκυλί, που ήταν ξαπλωμένο μπροστά στη πόρτα του ψυγείου. «Κάνε πιο εκεί καλέ» είπε δίνοντας ένα ελαφρό χτύπημα στον πισινό, του σκύλου. «Ωχ!» αναφώνησε, καταλαβαίνοντας πως το σκυλί δεν αντιδράσει. «Ελάτε! Ελατέ! Ελάτε γρήγορα! Ελάτε!» φώναζε μένοντας στο ίδιο σημείο, έτοιμος να βάλει τα κλάματα.
      Πρώτη έφτασε η Γ, στάθηκε αμέτοχη μπροστά στην είσοδο της κουζίνας. Το δαιμόνιο δε συγκινήθηκε καθόλου, μπαινόβγαινε μέσα στο τζάκι, παίζοντας με τη φλόγα. Ο Φτερωτός έστρωνε το κρεβάτι, όταν άκουσε κάποιον να φωνάζει, κατέβηκε γρήγορα – γρήγορα να δει τι συμβαίνει. Μπήκε στην κουζίνα, ο Έκτορας του έδειξε το σκυλί, εκείνος έπεσε στο πάτωμα κοντά στο αναίσθητο σκυλί. Άγγιξε το πλαϊνό μέρος του λαιμού της. «Έχει σφυγμό» είπε με ανακούφιση. «Μάλλον θα έφαγε κάτι που την πείραξε» έλεγε χαϊδεύοντας το κεφάλι του σκυλιού.
      «Καλά, δεν είχε έρθει μαζί σας;» ρώτησε ο Έκτορας.
Ο Φτερωτός έμεινε για λίγο ασάλευτος, θέλοντας να θυμηθεί την απάντηση. «Η αλήθεια είναι πως όχι» απάντησε μένοντας λίγο στα χαμένα. «Σίγουρα όχι» είπε συνεχίζοντας να χαϊδεύει το κεφάλι του σκυλιού.
      «Μήπως επιτέθηκαν στο σπίτι;» είπε ο Έκτορας, έντρομος.
«Αν είχαν επιτεθεί στο σπίτι, δε θα είχαμε σπίτι τώρα» του απάντησε ο Φτερωτός. «Μπορεί να μην είχε να φάει…» είπε ο Φτερωτός, μη γνωρίζοντας πόσο καιρό έλειπαν.
«Το χρονικό διάστημα εκεί, αντιστοιχεί σε ένα δευτερόλεπτο του εδώ». Ξεκίνησε να εξηγεί η Γ. «Είναι σχεδόν μηδενικός ο χρόνος» τελείωσε το λόγο της.        
      «Πού ήσασταν;».
«Ήρθαμε να σε σώσουμε βρε κεφτέ» το δαιμόνιο εμφανίστηκε για λίγο στο χώρο της κουζίνας και έφυγε αμέσως προς το σαλόνι συνεχίζοντας να παίζει με τη φλόγα στο τζάκι.
      «Μετά την εμπλοκή στο μπαρ, σε απήγαγαν και εμείς ήρθαμε να σε σώσουμε» του είπε απλοϊκά ο Φτερωτός.
      «Με απήγαγαν; Πού με πήγαν;» ρώτησε ο Έκτορας, φουσκώνοντας τα μάγουλα του αγχωμένος.
      Η Ειρήνη που δεν είναι καθόλου ειρηνική, ξέφυγε από την αγκαλιά του Φτερωτού, όρμησε γαβγίζοντας στη Γ. Ο Φτερωτός επιχείρησε να ηρεμήσει το σκυλί, αλλά δεν τα κατάφερνε.
      «Δαιμονίστηκε;» αναρωτήθηκε δυνατά. «Ησύχασε! Ησύχασε» της φώναζε, πιάνοντας της μαλακά την ουρά.
      Η Ειρήνη γύρισε αγριεμένα το κεφάλι της, επιχειρώντας να του δαγκώσει το χέρι. Ο Φτερωτός σήκωσε το χέρι του στον αέρα, το σκυλί πήγε γρήγορα πίσω του και ακουμπώντας το κεφάλι της πίσω από τα γόνατα του, τον έσερνε προς τα μπροστά. Ρίχνοντας τον στην αγκαλιά της Γ.
      Ο Φτερωτός στάθηκε δίπλα της, προσέχοντας την Ειρήνη που γάβγιζε εν συνεχή, κοιτάζοντας επίμονα τη Γ.
      «Λοιπόν λέγε, τι της έκανες» της είπε ο Φτερωτός, σταυρώνοντας τα χέρια του, λίγο πιο κάτω από το στήθος του.
      Ο Έκτορας βλέποντας τον, αντέγραψε τη κίνηση του, διατηρώντας το ίδιο ύφος.
      «Δεν ήθελα να έρθει μαζί μας…» ξεκίνησε να λέει εκείνη. Αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει, το δυνατό γάβγισμα την εμπόδιζε. Ανοιγόκλεισε τη μία της παλάμη, τεντώνοντας το χέρι της προς τα μπροστά, κάνοντας το σκυλί να σωπάσει.
«Τι της έκανες τώρα;!» τη ρώτησε ο Φτερωτός σοκαρισμένος, βλέποντας το σκυλί να ανοίγει και να κλείνει το στόμα του χωρίς να ακούγεται. «Γιατί δεν ήρθε μαζί μας η Ειρήνη;» τη ρώτησε, δείχνοντας το σκυλί, που πλέον δεν ακουγόταν το γάβγισμα του.
      «Δεν ήθελα να έρθει, δε θα χρησίμευε σε τίποτα».
      Το σκυλί κυνήγησε για λίγο την ουρά του, κάνοντας τρεις μικρούς κύκλους και ύστερα πάλι ανοιγόκλεισε το στόμα κοιτάζοντας τη Γ.
      «Την έβαλες να κυνηγάει την ουρά της;!» τη ρώτησε ο Φτερωτός, νιώθοντας μια μικρή ζάλη με το τέχνασμα της.
«Χρειαζόταν μία απασχόληση, για να μην επιχειρήσει να μας ακολουθήσει.
      Ο Φτερωτός πλησίασε με συμπόνια το ζωντανό, χαϊδεύοντας το τρυφερά για να το ηρεμήσει. Η Ειρήνη υπέκυψε τα χάδια του και ξάπλωσε ανάσκελα να τη χαϊδέψει στην κοιλιά της.
      Ο Φτερωτός ξεχάστηκε παίζοντας μαζί της, ο Έκτορας αυτοσχεδίασε με το περιεχόμενο του ψυγείου μαγειρεύοντας και νικώντας τη πείνα του, το δαιμόνιο έβαλε φωτιά τον καναπέ.
      «And I'm on fire…I'm on fire... I feel it, I want it, I'm coming, I tell. ya,. I caught the bullet from the heavens to the one you serve,
I'm going, I'm running, out to the highest love
I'm wanna hit you to the hip...» τ
ραγουδούσε χορεύοντας πάνω από την αναμμένη φωτιά του καναπέ.
      Όλοι έτρεξαν προς τα μέσα, η Γ έβαλε τα γέλια με το θέμα, ο Έκτορας μάσαγε γρηγορότερα την τροφή του βλέποντας τη φωτιά να εξαπλώνεται. Ο Φτερωτός με το που είδε τη πυρκαγιά, πήγε στο μπάνιο τρέχοντας γέμισε ένα κουβά νερό και γύρισε γρήγορα στο σαλόνι ρίχνοντας το κουβά πάνω στον καναπέ, πετυχαίνοντας άσκοπα και το δαιμόνιο. Βλέποντας πως η φωτιά δεν είχε σβήσει εντελώς, πήγε στο μπάνιο τρέχοντας να ξαναγεμίσει τον κουβά.
      Το δαιμόνιο βρεγμένο έχασε το κέφι του, το νερό δεν του αρέσει καθόλου. Μαζεύτηκε κοντά στο τζάκι, να στεγνώσει.
      «Έχει ο καθένας τα ψυχολογικά του» σχολίασε η Γ, την αντίδραση του δαιμονίου.
      Ο Φτερωτός πήγε και ήρθε τέσσερις φορές, καταφέρνοντας να σβήσει τη φωτιά του καναπέ. Πήγε και μία τελευταία έβδομη, για περισσότερη σιγουριά. Ως που να πάει και να έρθει, η Φρειδερίκη είχε επιστρέψει. Ο Φτερωτός φουριόζος όπως ήταν, δεν την πρόσεξε και ρίχνοντας αδέξια τον κουβά με τον νερό, έλουσε και την ίδια. Με το που κατάλαβε το σφάλμα του, έκρυψε το κεφάλι του με τον κουβά ζητώντας συγνώμη.
      «Κάποιος έχει νεύρα» το δαιμόνιο καθόταν οκλάδων μπροστά από το τζάκι, κουνούσε πέρα δώθε το μαυριδερό κορμό του, παράλληλα με την ουρά του, έλεγε τραγουδιστά. «Κάποιος έχει περίοδο. Κάποιος έχει νεύρα. Κάποια έχει περίοδο».
      «Όντως;» τη ρώτησε ο Φτερωτός, με φυσικότητα.
      «Αίμα που ρέεις σαν ποτάμι, λερώνεις το βρακί μου, προκαλείς νευρά στο…» το τραγούδι του διέκοψε, το δυνατό χτύπημα της Φρειδερίκης. Που τον έστειλε στην άλλη άκρη του δωματίου. «Heaven, I'm in heaven. And my heart beats so that I can hardly speak. And I seem to find the happiness I seek. When we're out together dancing cheek to cheek» τραγουδούσε κουνώντας τον κορμό του, στο πάτωμα. «Σου αρέσει ο χορός κούκλα;» τη ρώτησε παιχνιδιάρικα.
      Η Φρειδερίκη πήρε φορά να του επιτεθεί, ο Φτερωτός μπήκε στη μέση να την εμποδίσει. Η Φρειδερίκη πάνω στη σύγχυση της πήρε τον κουβά από τα χέρια του και τον κοπάνησε στο κεφάλι. Ο Φτερωτός έπεσε ασάλευτος στο έδαφος. Η Φρειδερίκη δεν έδωσε σημασία στο φίλος της, συνέχισε την επίθεση της στο δαιμόνιο, ξαφνικά ένιωσε να αιωρείται.
      Η Γ έχοντας απλωμένα τα χέρια της, συγκρατούσε τη δύναμη της Φρειδερίκης, ελέγχοντας της με τις κινήσεις των χεριών της. Η Φρειδερίκη ταλαντευόταν σε άκρως νευρικότητα, με τίποτα δεν κατάφερνε να ξεφύγει από τα δεσμά της Γ. «Μην προκαλείς το κακό» τη συμβούλεψε με μαλακή φωνή. «Άσε το να κοιμηθεί λίγο ακόμα» την άφησε με σταθερότητα στο έδαφος.
      Ο Έκτορας πήγε κοντά στον Φτερωτό, να δει αν είναι καλά. «Έχει κάνει καρούμπαλο» είπε παρατηρώντας το κεφάλι του.
«Θα ήταν γερό το χτύπημα» είπε η Γ.
      «Για δες τρέχεις αίμα;» ρώτησε το δαιμόνιο, παίζοντας με την ούρα.
«Εσύ φταις για ό,τι έγινε!» του αντιμίλησε θυμωμένα ο Έκτορας.
      Το δαιμόνιο συνέχιζε να παίζει με την ουρά του, μην έχοντας κάτι καλύτερο να κάνει.
      Η Ειρήνη, πλησίασε τη μουσούδα της στο στόμα του Φτερωτού.
      «Μπλιαχ!» έκανε εκείνος. «Εντάξει φτάνει, συνήλθα» έλεγε κάνοντας νόημα στο σκύλο, να απομακρυνθεί. «Τι έγινε;» ρώτησε.
«Σε πονάει;» τον ρώτησε ο Έκτορας, αγγίζοντας το καρούμπαλο που προεξείχε στο αριστερό μέρος του μετώπου του.
«Όχι» απάντησε εκείνος.
«Φίλε έχεις κάνει ένα καρούμπαλο, άλλο πράμα» του είπε ο Έκτορας.
      Ο Φτερωτός σηκώθηκε κατευθυνόμενος με μεγάλη ταχύτητα, προς τον καθρέφτη του μπάνιου. Αντίκρισε το καρούμπαλο του, ανήσυχος για το πώς θα το καλύψει. Μπέρδευε τα μαλλιά του, επιχειρώντας κάπως να το σκεπάσει.
      «Άμα κάνεις φράντζα;» τον ρώτησε ο Έκτορας.
«Δε μου πάει η φράντζα, έχω μικρό πρόσωπο» απάντησε εκείνος, φτιάχνοντας καλύτερα τα μαλλιά του.
     
      «Η προσοχή σας δεν πρέπει να αποσπάτε από οτιδήποτε άλλο. Έχετε αναλάβει μία αποστολή» η Γ μιλούσε έντονα, απευθυνόμενη κυρίως προς τη Φρειδερίκη.
«Και εσύ ποια είσαι που θα μας κάνει κουμάντο;» τη ρώτησε η Φρειδερίκη.
      Η Γ με μία κίνηση των χεριών της, αποκάλυψε το πρόσωπο που έκρυβε μέσα στη μαύρη κουκούλα. Το πρόσωπο της ήταν γεμάτο χαρακιές, ο λαιμός είχε καψίματα. «Είμαστε στην αρχή ενός πολέμου» της είπε με σοβαρότητα. «Αυτό είναι το αληθινό μου πρόσωπο» εκείνη τη στιγμή επέστρεφε ο Φτερωτός από το μπάνιο. Σάστισε αντικρίζοντας το παραμορφωμένο πρόσωπό της. «Σε τρομάζω;» τον ρώτησε.
      «Ποιος σου το έκανε;» τη ρώτησε εκείνος παγωμένα.
«Θα συνεχίσετε αυτό που αρχίσατε;» τους ρώτησε, αποφεύγοντας να απαντήσει στην ερώτηση του Φτερωτού. «Ένα μέρος της αποστολή σας λύθηκε. Καταφέρατε να λύσετε τα μαγιά της Φρειδερίκης» έκανε μια μικρή παύση προσηλωμένη στη Φρειδερίκη. «Δεν έχετε δει τίποτα ακόμα» το βλέμμα της σταμάτησε στο Φτερωτό.
      «Για μίλα πιο συγκεκριμένα» την πρόσταξε η Φρειδερίκη.
«Ακολουθήστε με» τους είπε γυρνώντας την πλάτη της.
      «Μισό» φώναξε ο Φτερωτός.
«Τι τρέχει τώρα;!» τον ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Να ντυθώ καλέ» της απάντησε κουνώντας τα φτερά του.
«Δε θα μας δει κανείς» φώναξε η Γ, έχοντας γυρισμένη την πλάτη της.
«Α, εντάξει τότε. Πάμε». 


Constantine Red Moon

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου