Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

27 Μαρ 2017

0 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 13)

Η μια εβδομάδα, ακριβώς, που χρειάστηκε για να φύγει το αποτύπωμα του καυγά από πάνω του, φάνηκε σαν αιώνας. Ξεκίνησε να πηγαίνει στη σχολή και να παρακολουθεί, αλλά όταν έφευγε και γυρνούσε σπίτι δεν τον χωρούσε ο τόπος.
Σκεφτόταν συνεχώς τη στιγμή που θα ξαναπήγαινε στον Κοσμά. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως είχε μπορέσει να κάνει αυτό το άλμα. Αλήθεια τώρα, ούτε πως του είχε αλλάξει γνώμη καταλάβαινε, αλλά αυτό δεν είχε σημασία. Τον είχε τόσο εντυπωσιάσει εκείνη η απλή κίνηση … και συνέχεια σκεφτόταν τι θα γινόταν όταν θα ξαναπήγαινε. Τι εννοούσε με το «τεστ θέλησης»; Ήταν έτοιμος για όλα! Έφτιαχνε υποθετικά σενάρια και τροποποιούσε την πλοκή τους ανάλογα με τις αντιδράσεις του. Φοβόταν κιόλας λίγο, μήπως ο Κοσμάς ήταν καμιά «φούστα κλαρωτή» και του την έπεφτε, αλλά είχε πείσει τον εαυτό του ότι αν γινόταν κάτι τέτοιο θα το καταλάβαινε και θα γινόταν καπνός. Περνούσε κάθε μέρα έξω από τη «σχολή» και ποτέ δεν είδε καμία κίνηση, αλλά εφόσον δεν είχε περάσει ακόμα η μελανιά δεν ανησυχούσε. Την πρώτη μέρα που είδε το πρόσωπό του καθαρό το πρωί στον καθρέφτη, πέρασε στο κενό των παραδόσεων. Δεν βρήκε κανέναν. Πέρασε και το μεσημέρι. Τίποτα. Απογοητεύτηκε λιγάκι και η αμφιβολία έκανε μια ρωγμή, λεπτή σαν τρίχα, στην καθαρή πεποίθησή του ότι ο Κοσμάς θα του μάθαινε αυτοάμυνα, ότι δεν έδειξε απλά λίγο οίκτο και τον ξεφορτώθηκε, αλλά πραγματικά πίστεψε στη δύναμη της θέλησής του. Την επόμενη μέρα ακριβώς το ίδιο σκηνικό. Και την μεθεπόμενη και ούτε καθεξής. Μετά από δέκα μέρες καθημερινής απογοήτευσης σκέφτηκε ότι κακώς επέμενε! Πως θα ενδιαφερόταν ο Κοσμάς να του μάθει οτιδήποτε, απ’ τη στιγμή που δεν είχε καν ρωτήσει το όνομά του. Όταν συνειδητοποίησε αυτή τη λεπτομέρεια, έπαψε να ελπίζει και αποφάσισε ότι θα μάθαινε αυτοάμυνα κάπου αλλού. Ήταν στο δρόμο του όμως και περνούσε σχεδόν κάθε μέρα απ’ έξω για να κόψει κίνηση. Εντάξει ήταν και περίεργος και ήθελε να ζητήσει, αν τον έπαιρνε, εξηγήσεις. Γιατί να του πει ψέματα. Μπορούσε απλά να τον διώξει, όπως φάνηκε ότι θα έκανε στην αρχή. Γιατί όλο το «θέατρο»; Ρώτησε κάτι συμφοιτητές του και του είπαν για μια σχολή κοντά στην πολυτεχνειούπολη, που έκανε και ειδικές τιμές στους φοιτητές. Γράφτηκε εκεί.
Έφτασε ο Νοέμβρης και είχε μπει σε πρόγραμμα. Οι παραδόσεις συνέχιζαν, χωρίς να είναι κάτι συγκλονιστικό, και έγραψε τις πρώτες προόδους και εργασίες. Τα οχτώ και εννιά στη βαθμολογία έρχονταν εύκολα. Πήρε και δύο δεκάρια. Άρχισαν να τον πλησιάζουν όλο και περισσότεροι για να του ζητήσουν σημειώσεις. Κανείς δεν πίστευε ότι δεν είχε. Από κάποιους παρεξηγήθηκε, από άλλους θαυμάστηκε κι αυτό ήταν όλο. Δεν υπήρχε κάτι το συναρπαστικό στη ζωή του φοιτητή τελικά.
Στο τμήμα αυτοάμυνας ήταν στους αρχάριους, μαζί με πιτσιρίκια και … γυναίκες! Πολλές γυναίκες, από μαμάδες μέχρι φοιτήτριες! Προφανώς οι άντρες θεωρούσαν τον εαυτό τους πολύ «σκληρό» για να παρακολουθήσουν μαθήματα αυτοάμυνας. Αυτό ήταν το βολικό σενάριο. Το άβολο σενάριο έλεγε ότι απλά ήταν πιο προχωρημένοι. Άσχετα με αυτό, πριν τα Χριστούγεννα, είχε βγει μια δυο φορές με γυναικεία παρέα από το γυμναστήριο, αλλά μέχρι εκεί. Δε συνέβη τίποτα άλλο. Δεν το θέλησε κι ο ίδιος ο Παύλος να συμβεί διότι δεν τον «ενέπνεε» καμία από τις κοπέλες της παρέας. Δεν ήταν άσχημες, εντάξει ούτε μοντέλα ήταν, αλλά δεν του ‘καναν «κλικ». Η πιο γλυκιά απ’ όλες ήταν η Έρση, μια κοπέλα από τον Πύργο, στην ηλικία του. Ταίριαζαν πάρα πολύ, στην παρέα και τις ιδέες, και επιπλέον παρακολουθούσε το τμήμα των ηλεκτρολόγων μηχανικών, οπότε είχαν κοινά μαθήματα και βρίσκονταν συχνά και στο πολυτεχνείο. Είχαν βρεθεί και στα σπίτια τους περιστασιακά για να διαβάσουν μαζί, αλλά ο Παύλος κατέληγε να της κάνει φροντιστήριο και η Έρση εκνευρίζονταν. Παρόλα αυτά, ο χρόνος που περνούσαν μαζί ήταν ευχάριστος και για τους δύο και είχε τύχει να περάσουν μέρες ολόκληρες μαζί, πριν χωρίσουν για το μάθημα.
Περνούσε ακόμα έξω από τον Κοσμά, αλλά δεν είχε δει καμία κίνηση. Μάλλον δεν ήταν καν σχολή εκείνος ο χώρος τελικά. Στο γυμναστήριο που μάθαινε πολεμικές τέχνες αισθάνονταν ότι έκανε μαλακίες. Κλωτσιές, γροθιές, τυποποιημένες κινήσεις χωρίς νόημα. Δεν υπήρχε περίπτωση να αποφύγει το ξύλο με αυτά που μάθαινε. Συνέχισε όμως να πηγαίνει για την παρέα και για να γεμίζει τον ελεύθερο χρόνο του.
Ξεκίνησε να ψάχνει και για καμιά δουλειά σε συνεργείο, αλλά δε βρήκε κάτι που να μπορεί να ακολουθεί ευέλικτο ωράριο και να τον βολεύει. Εντάξει, και τα μαστόρια τον κοιτούσαν με μισό μάτι. Ούτε τον ήξεραν, ούτε φαινόταν άνθρωπος της πιάτσας και επιπλέον δεν μπορούσε πολλές ώρες λόγω του πανεπιστημίου. Ένας μάλιστα του είπε «Πλάκα με κάνεις ρε φίλε; Ή μήπως είσαι της επιθεώρησης εργασίας και ψάχνεις κώλο να σκίσεις!» Απογοητεύτηκε πάλι αλλά συνέχισε να ψάχνει. Του την έδινε να μην έχει και δικά του λεφτά και να πρέπει να εξηγεί στον πατέρα του τι θέλει, κάθε φορά που ξεπερνούσε το μηνιαίο προϋπολογισμό για να αγοράσει περιοδικά ή βιβλία!
Έφτασαν οι διακοπές των Χριστουγέννων και ανέβηκε στα Τρίκαλα. Επιτέλους οδήγησε αυτοκίνητο, έστω και το ταπεινό Scoda του πατέρα του. Βρήκε και τον Αντώνη και σχολίασαν τη ζωή του στην Αθήνα και τη σχέση του με την Έρση «Καλά, ήρθε σπίτι σου, μαγειρέψατε, έκανε ντους στο μπάνιο σου, κοιμήθηκε στον καναπέ σου και δεν έκανες τίποτα;» του φώναζε ενώ ανακάτευε τον καφέ στην κούπα λες και ήθελε να τρυπήσει τον πάτο με το κουταλάκι! «Είσαι κότα! Μεγάλη κότα!» συνέχισε ενώ έριχνε το νερό, και σερβίροντας την κούπα με τον καφέ κατέληξε, κοιτώντας τον Παύλο στα μάτια «Όχι δεν είσαι απλά κότα, μαλάκας είσαι! Αν συνεχίσεις έτσι, θα τυφλωθείς». Τελικά ξέσπασε σε γέλια.
«Αν έκανα κάποια κίνηση, δε θα ξανάρχονταν να μείνει σπίτι μου» διαμαρτυρήθηκε ο Παύλος. Ο Αντώνης έφτυσε τον καφέ που έπινε και γούρλωσε τα μάτια «Δηλαδή έμεινε σπίτι σου πάνω από μια φορά;» ρώτησε έκπληκτος.
«Κι εγώ έχω μείνει βράδυ σπίτι της ρε φίλε! Τι σημαίνει αυτό;»
«Καλά με δουλεύεις; Η γκόμενα σε θέλει τρελά κι εσύ το παίζεις υπεράνω;»
«Μα αν της την πέσω και δε γουστάρει θα τα γαμήσω όλα. Δε θα ξανακάνουμε παρέα!»
«Ε και; Έχει κι αλλού πορτοκαλιές να κάνουν πορτοκάλια πες της. Ολόκληρη Αθήνα, δε θα βρεις άλλη γκόμενα;»
«Ναι ρε, θα βρω! Γιατί να πιάσω γκόμενα την Έρση αφού περνάμε καλά κι έτσι;»
«Γιατί αν τα φτιάξεις με άλλη, δε θα είναι το ίδιο με την Έρση έτσι κι αλλιώς. Δεν υπάρχει περίπτωση να δεχτεί άλλη γυναίκα μια τέτοια σχέση. Ούτε για την Έρση θα είναι το ίδιο. Εγώ μάλιστα πιστεύω ότι επειδή σε θέλει έτσι κι αλλιώς, αν βρεις άλλη ... αυτή δε θα θέλει ούτε να σε δει»
«Όχι ρε Αντώνη. Δεν είναι έτσι! Δεν την ξέρεις. Δε με βλέπει έτσι. Όταν τη γνωρίσεις θα καταλάβεις τι φοβερός άνθρωπος είναι. Είναι ντόμπρος χαρακτήρας, δε χαρίζεται, έχει χιούμορ, αισιοδοξία … φοβερή αντίληψη … ξέρει τι έχεις χωρίς να χρειάζεται να πεις τίποτα … σου φτιάχνει ακόμα και τη χειρότερη μέρα με αυτό που θα πει και θα κάνει. Την εμπιστεύομαι για τα πάντα. Πώς να στο πω … τη νιώθω σαν να είσαι εσύ σε γυναικεία έκδοση!»
«Τώρα με προβλημάτισες φίλε! Έτσι όπως τα λες, ή τη γουστάρεις κι εσύ τρελά και δεν το ξέρεις, ή γουστάρεις εμένα και ψάχνεις τρόπο να μου το πεις! Και καθώς δε σε ξέρω για αδερφή κι επιπλέον ούτε πρόκειται να σου κάτσω, καλύτερα να πας να τα πεις στην Έρση αυτά που μου είπες!» γέλασε δυνατά «Τη δάγκωσες τη λαμαρίνα ρε κουφάλα, ακόμα δεν κατέβηκες στην Αθήνα;»
«Τώρα ποιος γίνεται μαλάκας; Δεν την βλέπω ερωτικά σου λέω! Παράτα με.» έκλεισε το θέμα ο Παύλος και γύρισε την κουβέντα στο που θα πηγαίνανε το βράδυ. Μηρύκαζε για μέρες όμως τα λόγια του Αντώνη. Μήπως είχε δίκιο. Έφερνε στο νου του όλα τα σημάδια, τα περιστατικά και τις στιγμές που μέχρι τότε πίστευε ότι μαρτυρούσαν την πλατωνικότητα της σχέσης του με την Έρση, και διαπίστωνε έκπληκτος ότι όπως κάθε νόμισμα έχει δυο διαφορετικές πλευρές, έτσι και κάθε γεγονός έχει δυο ερμηνείες. Έτσι το τυχαίο άγγιγμα του χεριού στο διάβασμα μπορεί να ερμηνευτεί και διστακτικό - αναγνωριστικό, η προπόνηση πάντα με την ίδια αντίπαλο δεν είναι πλέον θέμα χωροταξικό ή απλής οικειότητας, αλλά σκόπιμη προσπάθεια για σωματική επαφή, ένας ψίθυρος στο αυτί του με την ανάσα της να καίει, ίσως και να μην είναι απαραίτητος,  αφού δεν αφορά σε κάποιο μυστικό που δεν πρέπει να ακουστεί.
Οι μέρες κύλισαν με τα γιορτινά τραπέζια να διαδέχονται την εκκλησία  και το αντίστροφο. Σπιτικά γλέντια με συγγενείς να καταναλώνουν νταμιτζάνες κρασί, και πιστοί να στριμώχνονται για να πάρουν πρώτοι αντίδωρο καταστρέφοντας τη μαγεία της Θείας Λειτουργίας. Βόλτες το βράδυ στα μπαράκια και στα τοπικά κλαμπ, όρθιοι, με το ποτό στο χέρι μέχρι το πρωί, σχολιάζοντας τον περίγυρο και παίρνοντας μάτι τις δήθεν έξαλλες «πελάτισσες» που ανέβαιναν στο μπαρ και πετούσαν τα ρούχα τους. Κι όπως περνούσαν οι μέρες, μετά από εκείνη την κουβέντα με τον Αντώνη, κέρδιζε έδαφος η ιδέα ότι υπήρχε ερωτισμός κρυμμένος στη σχέση του με την Έρση και ήταν ηλίθιος που δεν το είχε δει μέχρι τότε. Αυτό όμως που τον έκανε να χάνεται από την παρέα και να τον δουλεύουν όλοι ψιλό γαζί, ήταν η διαπίστωση ότι βιαζόταν να κατέβει στην Αθήνα για να την ξαναδεί. Ήταν αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι του έλειπε, αλλά δεν πήγαινε το μυαλό του στο πονηρό. Δε φαντασιωνόταν μαζί της, όπως έφηβος έφερνε στο μυαλό του όμορφες συμμαθήτριες του ή άλλες γυναίκες. Απλά ανακαλούσε τις κοινές τους στιγμές και ήθελε να τις ξαναζήσει. Ακόμα κι έτσι όμως, δεν ήταν αποφασισμένος να κάνει κάποια κίνηση όταν ξανασυναντηθούν. Φοβόταν τις συνέπειες στην περίπτωση που έκανε λάθος και έκρινε πιο ασφαλές το να μην κάνει τίποτα. Αν υπήρχε κάτι ερωτικό μεταξύ τους θα έβρισκε το δρόμο του κάποια στιγμή! Γιατί να βιαστεί και να ρισκάρει την ιδανική σχέση που είχε ήδη μαζί της. Θέλησε να το συζητήσει και με την αδερφή του, μα δεν του δόθηκε ευκαιρία.
Τις τελευταίες μέρες των διακοπών έτρεχε με διάφορες εκκρεμότητες, με κυριότερη την έκδοση κάρτας αυτόματης ανάληψης που θα έκανε τη ζωή του πραγματικά πιο εύκολη. Μάζεψε ακόμα χαρτοκιβώτια και ψώνισε ένα σκασμό φαγώσιμα που η μάνα του προετοίμασε ή μαγείρεψε κιόλας για να πάρει μαζί του. Περιμένοντας να ξεκινήσει το λεωφορείο, ο πατέρας του παραπονέθηκε για τα χρήματα που ξοδεύει. Του είπε ακόμα πως η δουλειά στο μαγαζί δεν πήγαινε τόσο καλά και έπρεπε να προσέχει που ξοδεύει, ειδικά τώρα με την κάρτα που θα είχε πιο εύκολη πρόσβαση στα χρήματα. Δε θέλησε να δικαιολογηθεί ή να διαμαρτυρηθεί. Δεν είχε στερηθεί ποτέ κάτι ουσιαστικό σαν παιδί και επιπρόσθετα ήξερε ότι οι γονείς του θα έκαναν το σκατό τους παξιμάδι προκειμένου να μην του λείψει τίποτα. Απλά συνειδητοποίησε πως έπρεπε να βρει επειγόντως δουλειά.
Την επόμενη μέρα έψαξε να βρει την Έρση πρώτα στο σπίτι της και μετά στο πολυτεχνείο, στο γυμναστήριο και σε μια δυο καφετέριες που σύχναζε. Τίποτα. Ίσως να μη θυμόταν καλά το πότε θα γύριζε. Ήταν η πρώτη φορά που δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει μάθημα καθώς αναρωτιόταν μόνιμα πότε θα μπορέσει να τη δει. Ερχόταν κι έφευγε η μορφή της στη σκέψη του και πρόσεχε πλέον τα χαρακτηριστικά που την έκαναν τόσο γλυκιά, τόσο απαραίτητη. Σημεία της που δε θυμόταν και ποτέ δεν πίστευε ότι είχε προσέξει μέχρι τότε. Τα μελιά της μάτια με τις μακριές βλεφαρίδες, ο ψηλός της λαιμός με το λευκό δέρμα που φαίνονταν τόσο απαλό, σχεδόν εύθραυστο, η αισθησιακή φωνή της που τόσο του ‘χε λείψει κι ας μην ήθελε να το παραδεχτεί! Δε δεχόταν παρόλα αυτά ότι ήταν ερωτευμένος. Πως ήταν δυνατόν να ερωτευτεί, ή έστω να συνειδητοποιήσει ότι ερωτεύτηκε, από μια συζήτηση. Αφού πριν φύγει απ’ την Αθήνα ήταν μαζί της μέχρι τελευταία στιγμή, την πήγε ο ίδιος στα ΚΤΕΛ και την ανέβασε στο λεωφορείο, και δεν ένιωθε όπως τώρα που είχε δυο βδομάδες να τη δει! Τι έγινε; Απλά συνειδητοποίησε ότι του λείπει; Και γι’ αυτό την αγαπούσε; Ξεροκατάπιε στην ιδέα της λέξης «αγάπη» και τα μάτια του υγράνθηκαν. Κοίταξε το τετράδιο με τις σημειώσεις του, όπου κάτω από ένα διπλό ολοκλήρωμα και δίπλα στο μουσκεμένο σημάδι των δακρύων του, είχε γράψει:
Love is not just hugs and kissing,

It feels like crying when the other one‘s missing!


Βασίλης Ζησόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου