Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

31 Μαρ 2017

0 Τιμωρημένος και από τους Δύο Κόσμους (Κεφάλαιο 15/Μέρος Α) Μαθήματα πετάγματος και η εύρεση του χαμένου παιδιού

      Στεκόμενος στην άκρη του γκρεμού, έχοντας απλωμένα τα φτερά του, ετοιμαζόταν να πετάξει. «Δεν μπορώ» δήλωσε, έτοιμος να τα παρατήσει.
      «Είναι δυνατόν, ολόκληρος άγγελος και να φοβάσαι τα ύψη;!» του φώναξε η Φρειδερίκη, που στεκόταν πιο πίσω του.
«Καταρχάς δεν είμαι ολόκληρος άγγελος» της απάντησε εκείνος.
«Λόγου χάρη» του είπε εκείνη.
«Όχι λόγου χάρη, ολόκληρη τιμωρία έχω φάει».
«Τα ήθελε όμως ο κώλο σου» του είπε η Φρειδερίκη, με νευρικότητα. «Πήδα να τελειώνουμε!» του φώναξε εκνευρισμένη. «Έχουμε και άλλες δουλειές».
      «Σταμάτα, του αποσπάς την προσοχή» της είπε ο Έκτορας.
      Ο Φτερωτός αποπειράθηκε να κάνει άλλη μία προσπάθεια, καταλήγοντας να κάνει ένα βήμα πίσω, μην έχοντας τη θέληση να πετάξει.
      «Μήπως να τον σπρώχναμε καλύτερα;» ρώτησε η Φρειδερίκη κοιτάζοντας τη Γ.
«Χρειάζεται να πιστέψει στον εαυτό του για να τα καταφέρει» απάντησε εκείνη.
«Α, καλά κατάλαβα» είπε η Φρειδερίκη απελπισμένα. «Καμιά σκηνή παίζει;» ρώτησε τη Γ.
      «Τι θα δέσουμε;» ρώτησε ο Έκτορας.
«Όχι σχοινί που δένουμε…» προσποιήθηκε με τα χέρια της, πως δένει ένα κόμπο. «Σκηνή για να κοιμηθούμε» έβαλε τα χέρια της κάτω από το μάγουλο της.
«Α α α α, κατάλαβα. Τι εδώ θα κοιμηθούμε;» τη ρώτησε ο Έκτορας.
«Όπως το κόβω» έδειξε με το χέρι της τον Φτερωτό, που ακόμα προσπαθούσε να πετάξει. «Σίγουρα ναι».
      «Μην τον αποθαρρύνετε» τους είπε η Γ.
«Τελείωνε! Νυχτώσαμε!» φώναζε η Φρειδερίκη.
      «Φοβάμαι» είπε ο Φτερωτός. «Είναι πολύ ψηλά».
«Καλά πριν πώς πετούσες;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Δε θυμάμαι» της απάντησε ο Φτερωτός.
«Μήπως φταίει το καρούμπαλο που έχεις στο κεφάλι σου;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη.
      «Όχι, για το καρούμπαλο ευθύνεσαι εσύ» της απάντησε ο Έκτορας.
      «Μη μου το θυμίζεις!» γύρισε να κοιτάξει αγριεμένα τη Φρειδερίκη.
«Συγκεντρώσου!» του φώναξε εκείνη.
      «Ένα για εμένα, ένα για εσένα…» Ο Έκτορας είχε πάρει μαζί του ένα ψωμί, που το είχε γεμίσει μέσα με διάφορα σαλάμια και κασέρια. Καθισμένος δίπλα στο σκύλο, έτρωγε μία μπουκιά και την επόμενη την έδινε στο σκύλο.
      «Πάλι τρως εσύ;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη.
Ο Έκτορας πρώτα κατάπιε και ύστερα της απάντησε. «Δεν τρώω μόνο εγώ» της απάντησε, δίνοντας μια μπουκιά στο σκύλο.
«Κανόνισε να την κάνεις σαν τα μούτρα σου» του είπε η Φρειδερίκη.
      «Κάνε θετική σκέψη» τον συμβούλεψε η Γ.
«Αυτή τη στιγμή δε μου έρχεται τίποτα θετικό» απάντησε ο Φτερωτό.
      «Σκέψου πως άμα επιτέλους καταφέρεις και πετάξεις, θα σταματήσουμε να σε πρήζουμε» του είπε η Φρειδερίκη. «Και εγώ υπόσχομαι να μη σε κοροϊδεύω που είσαι υψοφοβικός».
      «Αυτό όντως, είναι μία θετική σκέψη» είπε εκείνος, νιώθοντας κάπως καλύτερα.
«Γαμώτο, έπρεπε να το ξέρω νωρίτερα είπε σιγανά εκείνη.
      «Έλα Φτερωτέ, μπορείς!» η Γ συνέχιζε, να τον εμψυχώνει.
      Μπορώ. Μπορώ. Μπορώ. Μπορώ. Έλεγε συνέχεια από μέσα του, παίρνοντας σταθερές αναπνοές. «Μπορώ;» αναρωτήθηκε φωναχτά.
      «Μία δοκιμή θα σε πείσει» του απάντησε η Φρειδερίκη. «Εξάλλου και να μην τα καταφέρεις, πάλι ζωντανός θα είσαι».
«Για αυτό δε θέλω να το κάνω» της είπε εκείνος, μουτρωμένος.
      «Άρχισε πάλι με τις αυτοκτονικές του τάσεις» μουρμούρισε εκνευρισμένη η Φρειδερίκη.
       Ο Έκτορας έκοψε ένας κομμάτι από το ψωμί του με τα διάφορα σαλάμια και κασέρια και πλησίασε τον Φτερωτό. «Μήπως θες να φας, για να πάρεις δυνάμεις;».
«Όχι, ευχαριστώ» του απάντησε εκείνος, αισθανόμενος ήδη μία ανακατωσούρα στο στομάχι του.
      Ο Έκτορας έχωσε αμέσως την μπουκιά μέσα στο στόμα και επέστρεψε μασουλώντας πίσω στη θέση του.
      «Α! Σκέψου πως από κάτω περνάει μία γκόμενα που σου αρέσει και θέλεις να την εντυπωσιάσεις» η Φρειδερίκη έβρισκε πρωτότυπους τρόπους πειθούς.
      Ο Φτερωτός έκλεισε τα μάτια του, κάνοντας ένα βήμα μπροστά με τα φτερά απλωμένα. Λίγο μετά έκανε ένα βήμα προς τα πίσω, μαζεύοντας τα φτερά του. «Δεν πιάνει ούτε αυτό» είπε απογοητευμένος.
«Σκέψου κάποιο αγόρι» του είπε τότε η Φρειδερίκη.
Ο Φτερωτός γύρισε να την κοιτάξει.
«Προσπαθώ να σε πείσω να πετάξεις» του είπε εκείνη με γλυκύτητα, τρεμοπαίζοντας τα μάτια της.
«Δεν τα καταφέρνεις όμως» της είπε εκείνος.
      Περίμενε να γυρίσει το κεφάλι του προς τα μπροστά. «Ε, ας το καλό!» πήρε φόρα και του έδωσε μία σπρωξιά. «Άσε το ένστικτο σου να σε καθοδηγήσει» του φώναξε σκύβοντας προς κάτω.
      Ο Φτερωτός άκουσε πολύ καθαρά τη συμβουλή της Φρειδερίκης καθώς έπεφτε, αλλά δεν μπορούσε να αντιδράσει. Γύρισε το κεφάλι του προς το πλάι και με την άκρη του ματιού του, την είδε να στέκεται στην άκρη του γκρεμού και να τον κοιτάζει εκεί για λίγο. Γύρισε το κεφάλι του προς τα μπροστά, η άκρη της μύτης του σύρθηκε στο έδαφος, ύστερα το στέρνο του, τα φτερά του κουνήθηκαν νευρικά χωρίς κάποια εσωτερική δύναμη να τα παρακινεί. Ο Φτερωτός χτύπησε στο έδαφος με το κεφάλι, σύρθηκε για λίγο το σώμα του στο έδαφος, μέχρι που σταμάτησε.
      «Είναι νεκρός;» ρώτησε σιγανά η Φρειδερίκη πάνω από το κεφάλι του σκύλου, που μύριζε τον Φτερωτό.
      Η Ειρήνη γάβγισε φωναχτά, κουνώντας την ουρά της χαρούμενη και με ενθουσιασμό έγλυφε τον Φτερωτό στο πρόσωπο.
      Ο Έκτορας κρατούσε τη γωνία από το ψωμί, που έτρωγε παρέα με το σκύλο Ειρήνη, κάτω από τη μασχάλη του. Με τις παλάμες ενωμένες μουρμούριζε αθόρυβα κουνώντας τα χείλη του μία προσευχή.
      «Εσύ δεν ανησυχείς καθόλου;!» ρώτησε εκνευρισμένη η Φρειδερίκη τη Γ.
      Εκείνη δεν της έδωσε κάποια απάντηση, ίσως επειδή δε γνώριζε τι είχε συμβεί στον Φτερωτό και δεν αποκτούσε τις αισθήσεις του.
      «Παιδιά αποκλείεται να πέθανε. Αφού έχει τον απέθαντο» είπε λίγο μετά η Φρειδερίκη, έχοντας ηρεμήσει.
      «Φτερωτέ; Φτερωτέ;» του φώναζε τρυφερά ο Έκτορας μέσα στο αυτί του, αλλά ο Φτερωτός καμία αντίδραση.
      «Τι συμβαίνει;» ο τόνος της φωνής της ήταν χαμηλός, αδύναμος σχεδόν, τα πόδια της είχαν αρχίσει να τρέμουν.
Η Γ ανασήκωσε τους ώμους της ανήξερη. «Το ότι έχω κάποιες γνώσεις παραπάνω, δε σημαίνει ότι γνωρίζω όλα τα μελλούμενα και τα κατέχω ερμηνείες για όλα τα συμβάντα». Μίλησε γρήγορα με νεύρο στο τρόπο ομιλίας της, για να πάψουν γενικά να γυρεύουν από εκείνη απαντήσεις για το κάθε τι.
      Ο Φτερωτός κούνησε αρχικά τα χέρια του, όπως κάνει κάποιος όταν θέλει να διώξει μακριά τις μύγες από το πρόσωπο του. «Φύγε, όχι, φύγε…Ένα στα γρήγορα…» μουρμούριζε χαλαρώνοντας τις κινήσεις των χεριών του, αφήνοντάς τα άνευρα να πέσουν στα πλαϊνά του σώματος του.
      «Τρυφερέ εραστή…» του φώναξε η Φρειδερίκη σέρνοντας τα γράμματα των λέξεων.
      Εκείνος μούγκρισε με τα μάτια κλειστά, έχοντας ένα πλατύ χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη του. Σίγα-σιγά καθώς η Φρειδερίκη του χάιδευε τα μάγουλα απαλά, άνοιξε τα μάτια του φωνάζοντας. «Ποια είσαι εσύ;!» τη ρώτησε.
«Η Φρειδερίκη» του απάντησε εκείνη με αμεσότητα.
«Και τι θέλεις στο…» κοίταξε γύρω του συνειδητοποιώντας ότι δεν ήταν σπίτι του. «Τι θέλω εγώ εδώ έξω, μαζί σου;».
      «Αμνησία». Είπε η Γ, εκφράζοντας δυνατά τη διάγνωση της.
«Πώς γίνεται ένας άγγελος να έχει αμνησία;» ρώτησε η Φρειδερίκη, δείχνοντας τον Φτερωτό που έστρωνε το μαλλί του.
      «Είμαι άγγελος;» ρώτησε εκείνος χαριτωμένα, ζωντανεύοντας μία λάμψη στο βλέμμα του.
      «Μην ξεχνάς πως είναι ένας τιμωρημένος άγγελος» της είπε η Γ.
      «Α! Έχω φτερά!» εξέφρασε την έκπληξή του, κουνώντας ξανά και ξανά τα φτερά του. «Η κοιλιά μου όταν κάθομαι κάνει δίπλα, χρειάζομαι δίαιτα» παρατήρησε κοιτάζοντας το γυμνό του σώμα.
      «Δεν το πιστεύω αυτό που γίνεται!» είπε απελπισμένα η Φρειδερίκη.
«Τι γίνεται;» τη ρώτησε ο Φτερωτός.
«Μη με κοιτάς με αυτό το βλέμμα, σε παρακαλώ» του απάντησε εκείνη, συγκρατώντας ακόμα τα νεύρα της.
«Τι έχει το βλέμμα μου;» τη ρώτησε εκείνος, εντελώς αθώα.
«Θέλω να βάλω τα κλάματα!» φώναξε εκείνη, τρίβοντας το πρόσωπο της από τη σύγχυση της.
      Ο Φτερωτός σηκώθηκε όρθιος, σήκωσε το ένα του πόδι κοιτάζοντας τη πατούσα του. Με τα δύο δάχτυλα του ενός χεριού του, έβγαλε ένα αγκάθι από τη φτέρνα του. «Πού είναι τα παπούτσια μου;» ρώτησε κοιτάζοντας το έδαφος.
«Δεν έχεις παπούτσια» του απάντησε ο Έκτορας.
«Γιατί;».
«Από ένα σημείο και έπειτα βαρέθηκες να φοράς παπούτσια. Είχες ένα σωρό ζευγάρια όλων των ειδών, μία μέρα άναψες μία μεγάλη φωτιά και τα έκαψες. Δεν το θυμάσαι;».
«Όχι» του απάντησε ο Φτερωτός, προσπαθώντας μάταια να θυμηθεί το συγκεκριμένο συμβάν.
      «Γιατί δεν τα μοίρασες στους φτωχούς, να έδινες και μερικά στα Ορφανοτροφεία…Είσαι και άγγελος».
      Ο Φτερωτός χαμήλωσε το βλέμμα του, νιώθοντας υποτιμητικά εξαιτίας των λόγων της Φρειδερίκης.
      «Έλα μη στεναχωριέσαι» του είπε με λύπη ο Έκτορας. «Βίωνες τη φάση του “μηδενιστή”, εκείνη την περίοδο».
«Ποια φάση βίωνα;» τον ρώτησε ο Φτερωτός.
«Του μη – δε – νι – στή. Ήσουν υπερβολικά ματαιόδοξος. Ό,τι πλούτη είχες αποκτήσει τα έχασες, κλείστηκες στον εαυτό σου, μετά έπαθες κατάθλιψη, απέχτησες τις φοβίες σου…».
«Έχω φοβίες;» ρώτησε ο Φτερωτός.
      «Φυσικά…».
«Όχι, δεν έχεις!» διέκοψε φωναχτά η Φρειδερίκη τον Έκτορα, μπήκε ανάμεσα τους πατώντας λίγο τα πόδια του Έκτορα. Αν και εκείνος παραπονέθηκε από τον πόνο που ένιωσε, εκείνη πάλι αδιαφόρησε έχοντας αποκλειστικά επικεντρωμένη την προσοχή της στο Φτερωτό. «Δεν έχεις απολύτως καμία φοβία» είπε ξανά, κοιτάζοντας στα μάτια τον Φτερωτό. «Γενικότερα δε διαθέτεις την επίγνωση του φόβου. Δε φοβάσαι, τίποτα και κανέναν. Είσαι σούπερ – ήρωας».
      Ο Έκτορας της έπιασε το πόδι σφιχτά, στρέφοντας την προσοχή της προς το μέρος του. Εκείνη έσκυψε προς τα κάτω το κεφάλι της, για να τον δει. «Θα τον μπερδέψεις» της ψιθύρισε φωναχτά.
      Η Φρειδερίκη έστρεψε πάλι την προσοχή της προς τον Φτερωτό. «Όταν βλέπεις αυτό εκεί πάνω…» του είπε δείχνοντας την άκρη του γκρεμού. «Τι αισθάνεσαι;» τον ρώτησε.
«Τίποτα» της απάντησε εκείνος, ανασηκώνοντας τους ώμους του αδιάφορα.
«Πήγαινε με εκεί πάνω!» του είπε χαρούμενη.
«Αυτό δεν μπορώ να το κάνω» της απάντησε εκείνος, κόβοντας της απότομα τη χαρά. «Εσύ  είσαι πιο μεγαλόσωμη από εμένα, πιο βαριά. Δεν μπορώ να σε κουβαλήσω. Είμαι πιο μικρόσωμος από εσένα».
      «Με είπε χοντρή τώρα;» ρώτησε γενικά, δείχνοντας με τον δείκτη του ενός χεριού της τον Φτερωτό.
      «Μπορείς να πάρεις εμένα στη πλάτη σου;» τον ρώτησε η Γ.
«Κάπου σε ξέρω εσένα…» της είπε ο Φτερωτός. «Αλλά ο τρόπος που σε ξέρω, δεν είναι καθόλου σεμνός» συνέχισε να λέει παραξενευμένος, με την ανάμνηση που κατείχε για τη συγκεκριμένη γυναίκα.
      Η Γ χαμήλωσε το κεφάλι της ελάχιστα, δείχνοντας πως ντράπηκε. Του ξανά έκανε την ίδια ερώτηση με εκείνον να της δίνει θετική απάντηση, συμβουλεύοντας την να κρατηθεί γερά και να κρατήσει κλειστά τα μάτια της.
      Λύγησε τα γόνατα του, πιέζοντας όλο το βάρος του να κατέβει προς τα κάτω. Έπιασε και με τα δύο του χέρια του, τα πόδια της Γ που αγκάλιαζαν τα πλευρά του. Κάνοντας ένα άλμα κούνησε ταυτοχρόνως τα φτερά του, στην αρχή ο παφλασμός ήταν αργός ύστερα αποκτούσε όλο και περισσότερη ταχύτητα. Ως που έφτασαν στην κορφή, στην άκρη του γκρεμού.
      Η Φρειδερίκη είχε πάρει αγκαλιά τον Έκτορα και πανηγύριζε. Μπορεί να είχε αμνησία, τουλάχιστον κατάφερε επιτέλους να πετάξει, έχοντας ξεπεράσει την επίμονη φοβία του με τα ύψη.
      Ο Φτερωτός άφησε με προσοχή τη Γ να κατέβει από τη πλάτη του.
      «Μπράβο σου» του είπε εκείνη. «Νόμιζα πως δε θα καταφέρω, να σε κάνω πότε να πετάξεις».
      Εκείνος άπλωσε τα χέρια του σπρώχνοντας τη μεγάλη μαύρη κουκούλα προς τα πίσω. Βλέποντας το παραμορφωμένο πρόσωπο της, το άγγιξε τρυφερά εκφράζοντας στο πρόσωπο του τη δυσαρέσκεια του για τον πόνο που τράβηξε αποκτώντας τα συγκεκριμένα σημάδια. Πλησίασε το πρόσωπο του κοντά στο δικό της και ακούμπησε απαλά τα χείλη του πάνω στα δικά της.
      «Ε, δε σε πρήζαμε τόση ώρα να πετάξεις για να πιάσεις γκόμενα!» φώναζε η Φρειδερίκη από κάτω, παρακολουθώντας το ειδύλλιο που εξελισσόταν. «Είμαστε στην αρχή ενός πόλεμου, μην ξοδεύεται ενέργεια στο να χαμουρεύεστε!» φώναζε δυνατά.
      «Ας του να το χαρούνε» της είπε ο Έκτορας, κοιτάζοντας νοσταλγικά τον Φτερωτό μαζί με την Γ.
«Μη γίνει τίποτα άλλο…Πολύ ορεξάτο τον βλέπω τον δικό μας». του απάντησε η Φρειδερίκη.
«Ας γίνει, τι πειράζει;» της είπε εκείνος χαμογελαστός.
«Χμ…Τις έχεις και εσύ τις ορέξεις σου» του είπε η Φρειδερίκη, κοιτάζοντας τον πονηρά. «Θα κατεβείτε;!». Τους φώναξε η Φρειδερίκη.
      Η Γ απομακρύνθηκε από την τρυφερότητα του Φτερωτού, λέγοντας πως οι άλλοι τους περίμεναν και δεν ήταν σωστό να μένουν εκεί πάνω μόνοι τους. Ο Φτερωτός δυσαρεστημένος συμφώνησε, αν και ήθελε να έμεναν λίγο παραπάνω μόνοι τους.
      Η Φρειδερίκη άφησε λίγο μόνους τον Φτερωτό μαζί με τον Έκτορα, απομακρύνοντας λίγο πιο πέρα την Γ. «Τι θα γίνει τώρα με αυτόν που δε θυμάται; Πώς θα τον επαναφέρουμε;» τη ρώτησε.
«Θα θυμηθεί. Χρόνο χρειάζεται» της απάντησε εκείνη, μένοντας ακόμα στα χαμένα. Για καιρό είχαν σταματήσει να συνευρίσκονται με τον Φτερωτό και όσο να ‘ναι είχε αρχίσει να της λείπει η ερωτική συνεύρεση μαζί του. Το φιλί που της χάρισε της ήρθε ξαφνικό, αλλά το χάρηκε με την ψυχή της.
«Δεν έχουμε χρόνο. Εσύ μας πιέζεις» της είπε η Φρειδερίκη.
«Έχεις να προτείνεις κάτι;» τη ρώτησε, μην μπορώντας να πει ή να κάνει κάτι παραπάνω.
«Αν την ώρα που πετάει του πετάξουμε πέτρες και προκαλέσουμε την πτώση του στον έδαφος, έτσι θα χτυπήσει πάλι».
«Λογικέψου!».
«Αν του θυμίσουμε πως τελικά έχει φοβίες;».
«Εσύ πριν από λίγο ήσουν έτοιμη να τον μετονομάσεις σε Κλαρ Κεντ» της είπε ειρωνικά. «Σε έναν άνθρωπο που έχει αμνησία δε λες και ξε-λες πράγμα, τον μπερδεύεις περισσότερο».
«Ε, τότε τον έχω μπερδέψει ήδη, λέγοντας τον πως δεν έχει φοβίες».
«Εσύ τον έσπρωξες από τον γκρεμό, εσύ θα ζεις με τη συνέπεια!» της φώναξε.
«Πού να φανταστώ ότι θα πάθει αμνησία! Είναι άγγελος!» της είπε κλαίγοντας η Φρειδερίκη.
      «Για μένα λένε;» ρώτησε σιγά ο Φτερωτός τον Έκτορα, βλέποντας το χέρι της Φρειδερίκης να δείχνει προς το μέρος του.
      Ο Έκτορας του χάρισε μια ματιά συμπόνιας. «Το καρούμπαλο σου σα να μεγάλωσε λίγο» του είπε ο Έκτορας.
«Τι, έχω καρούμπαλο;!» τον ρώτησε ο Φτερωτός, ψάχνοντας ανήσυχος το κεφάλι του.
«Ναι, μην ανησυχείς όμως, δε φαίνεται. Εκτός και αν το παρατηρήσει κανείς» τον καθησύχασε ο Έκτορας.
  Η Φρειδερίκη κοιτούσε τον Φτερωτό γεμάτη εκνευρισμό και λύπη. «Τι θα κάνουμε;» ρώτησε τη Γ.
«Θα πάμε κάπου, όπου μπορεί να βοηθηθεί» της απάντησε εκείνη.
«Μία ανάμνηση από το παρελθόν;».
«Κατά κάποιο τρόπο».
«Και θα βοηθηθεί;».
«Μη βιάζεσαι».
      Μαζεύτηκαν όλοι τους στο ίδιο σημείο. Η Γ ξεκίνησε να εξηγεί  ότι θα ταξιδέψουν για κάμποσες μέρες και ότι χρειάζεται να κάνουν υπομονή, τονίζοντας με το βλέμμα της την παρουσία του Φτερωτού. Όσες φορές τη ρώτησαν πού θα πάνε, πόσο μακριά είναι, εκείνη δεν έδινε καμία απάντηση. Το μόνο που είπε λίγο πριν μπουν μέσα στην πόλη, ότι χρειάζεται να καλύψουν τα φτερά του Φτερωτού.
      «Η κορδέλα που δένεις τα φτερά σου;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Ποια κορδέλα;» τη ρώτησε εκείνος.
«Στον καρπό του είναι δεμένη» απάντησε ο Έκτορας, πιάνοντας τον καρπό του Φτερωτού και ξέδεσε τη κορδέλα. «Μείνε ακίνητος» είπε στον Φτερωτό.
«Τι μου κάνεις;» τον ρώτησε ο Φτερωτός ανήσυχος, νιώθοντας λίγο να πόνο καθώς του έδενε τα φτερά ο Έκτορας.
«Ωραία. Τι να σου βάλουμε από πάνω;» αναρωτήθηκε η Φρειδερίκη, σκεπτόμενη να βγάλει την μπλούζα της.
«Ούτε να το διανοηθείς» της είπε Γ.
«Δεν ντρέπομαι για το σώμα μου» της είπε εκείνη, έχοντας τα χέρια της σε ετοιμότητα να σηκώσει τη μπλούζα της.
      Η Γ έβγαλε τη μεγάλη μαύρη κάπα από πάνω της και τη φόρεσε στο Φτερωτό.
      «Α, έχει και κουκούλα». είπε εκείνος φορώντας την κουκούλα της κάπας. «Δε βλέπω όμως» την έβγαλε, διορθώνοντας τα μαλλιά του που είχαν ανακατευτεί.
«Ωραία. Τώρα που ντύσαμε την ξανθομαλλούσα μπορούμε να συνεχίσουμε» είπε η Φρειδερίκη.
     
                                            * * * *

      Είναι ολίγον δύσκολο για τον οποιονδήποτε, να δώσει μία σαφή περιγραφή για το πώς μπορεί να είναι μία κόλαση. Συνήθως ο καθένας δημιούργει μία δική του κόλαση και την παρουσιάζει ανάλογα. Είτε τη μεταφέρει χρησιμοποιώντας χρώματα, απάνω σε ένα λευκό καμβά, είτε σε κινούμενη εικόνα ή μπορεί να τη μεταφράσει σε λέξεις.
      Το μόνο σίγουρο είναι πως στην Κόλαση (στην όποια κόλαση), επικρατεί ένα διαβολεμένο χάος. Πόσο μάλλον στη συγκεκριμένη κόλαση, από τότε που έγινε γνωστό το μπασταρμένο δαιμόνιο επικρατεί μία μόνιμη αναστάτωση. Ο Αρχηγός, ( ο δηλαδή μέχρι στιγμής Βασιλιάς της Κολάσεως) αναθυμιάζει συνεχώς αναμένοντας την εμφάνιση του χαμένου αδελφού του. «Αν εκείνος γεννήθηκε πρώτος, χάνω την εξουσία» όλη την ώρα συλλογίζεται, κουνώντας με μανία την ουρά του πέρα – δώθε. «Ύστερα είναι και το άλλο, αν εγώ είμαι το μπάσταρδο;» ειδικά όταν η σκέψη του φτάνει σε αυτό το σημείο, ταράζεται ακόμα περισσότερο και εκτονώνεται μαστιγώνοντας με την ουρά του τους δούλους του.
      Ο Δαιμόνιος Βασιλικός Θρόνος, πηγαίνει από πατέρα σε γιο. Ο προηγούμενος Βασιλικός Δαίμονας φημολογείται πως απάτησε τη Βασιλική Δαιμόνισα του με μία Αγγελική ύπαρξη. Για αυτό και εξαφανίστηκε αρκετά νωρίτερα από το αναμενόμενο. Όταν ακόμα τα Δαιμονικά παιδιά του, γέμιζαν τη σκέψη της γυναίκας του. Επίσης ακούγεται, πως εκείνη λόγω ότι σκεφτόταν την απάτη του συζύγου της με την Αγγελική ύπαρξη, επηρεάστηκε τόσο πολύ η σκέψη της που θα δημιουργούσε Άγγελο αντί για Δαίμονα.  Για να σώσει το ένα από τα Δαιμονικά παιδιά της, έκανε και η ίδια μία απάτη με ένα τυχαίο δαιμόνιο. Στην αρχή της Δημιουργίας, είχε αποφασίσει πως θα φτιάξει ένα κορίτσι για να το έχει για παρέα και να τη φροντίζει και ένα αγόρι για να αναλάβει τον Βασιλικό Θρόνο. Όμως με την τροπή που πήραν τα πράγματα κατά τη διάρκεια της Δημιουργίας, έφτιαξε τελικά δύο αγόρια. Από το φόβο της μήπως επικρατεί ένας συνεχής πόλεμος ανάμεσα στα δύο αδέλφια το ένα παιδί το έκρυψε.
      Για να δοθεί μία καλύτερη εξήγηση, διέταξε μία από τις δαιμόνιες δούλες της να το μεγαλώσουν σα να είναι δικό της δημιούργημα.
      Μέρα με τη μέρα, το μικρό δαιμονικό παιδί μεγάλωνε και κατάλαβε ποια είναι η θέση του. Μίλησε στη θετή του μητέρα αποκαλύπτοντας τα πιστεύω του, για την πραγματική του οικογένεια. Εκείνη τον έβρισε ρίχνοντας τον στη δουλειά, να γεμίσει τα καζάνια με πίσσα. Εκείνος όμως δεν το έβαλε κάτω, πλησίασε τη Βασιλική Δαιμόνια, λέγοντας με θάρρος και ορμή πως η ίδια είναι η πραγματική του μητέρα. Η ίδια φυσικά μένοντας έκθαμβη που την ανακάλυψε, τον απέρριψε βλαστημώντας το. Από εκείνη τη στιγμή δε τον ξανά είδε κανείς το δαιμόνιο.

      Τώρα λένε πως ήρθε η ώρα, να γίνει αποδεχτός. Έχει αποκτήσει τις δυνάμεις του και είναι έτοιμος να διεκδικήσει τη θέση που του αρμόζει. 


Constantine Red Moon

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου