Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

1 Μαρ 2017

0 Η τελετή 2: Έξω από τα τείχη (Κεφάλαιο 3/Μέρος 1)



Χαλαρώνω και μετά από αρκετή ώρα επισκέπτομαι την Ανελίζ στην άσπρη φυλακή των ανθρώπων. Δεν είναι εδώ. Αρχίζω και ανησυχώ. Πάω να κάνω βήμα για να την ψάξω, αλλά η πόρτα μπροστά μου ανοίγει. Αμέσως το βλέμμα της Ανελίζ φωτίζεται και της χαμογελάω. Μια γυναίκα είναι από πίσω της και τη σπρώχνει απαλά να μπει μέσα.
«Προς τι τέτοιος ενθουσιασμός;» λέει η γυναίκα στην Ανελίζ γλυκά.
«Ήρθε η φίλη μου να με δει» λέει αθώα η Ανελίζ και με δείχνει. Η γυναίκα με κοιτάζει αλλά και όχι. Μάλλον κάνει ότι με είδε.
«Πολύ όμορφη η φίλη σου. Πώς τη λένε;» τη ρωτάει η γυναίκα και τείνει το χέρι της προς το μέρος μου.
«Τατιάνα» απαντάει η μικρή και η γυναίκα κάνει μια χειραψία στον αέρα. Δεν μπήκα στον κόπο να της δώσω το χέρι μου, εφόσον ούτε καν που θα το ένιωθε.
«Χαίρω πολύ, Τατιάνα» λέει και σηκώνεται όρθια. Δεν κρατιέμαι και βάζω τα γέλια.
«Τατιάνα. Μην είσαι αγενής. Χαιρέτησε τη Σόνια» μου λέει η Ανελίζ κι εγώ κατσουφιάζω.
«Μα στο έχω εξηγήσει, καλή μου, ότι δεν μπορεί κανείς να με δει ούτε να με νιώσει» της λέω γλυκά και η Σόνια φαίνεται να το απολαμβάνει που βλέπει ένα κοριτσάκι να παίζει με μια φανταστική φίλη.
«Κι εγώ τότε πώς σε βλέπω;» μου λέει θυμωμένη.
«Καλά, καλά θα το κάνω!» λέω και στρέφω το βλέμμα μου προς τη Σόνια. «Χάρηκα, Σόνια, για τη γνωριμία» της λέω και κάνω μια βαθιά υπόκλιση.
«Έτσι μπράβο» λέει η Ανελίζ και μου χαρίζει αυτό το τέλειο χαμόγελο που τόσο πολύ λατρεύω.
«Λοιπόν ελπίζω ότι σε αφήνω σε καλά χέρια. Πρέπει να φύγω τώρα» λέει η Σόνια, κάνει μεταβολή και εξαφανίζεται.
«Ποια είναι αυτή;» λέω στην Ανελίζ και της κάνω νόημα να κάτσει δίπλα μου.
«Η Σόνια. Μόλις συστηθήκατε» μου λέει η μικρή κι εγώ σταυρώνω τα χέρια μου κάτω από το στήθος μου αποδοκιμαστικά.
«Ξέρεις πολύ καλά τι εννοούσα… Αν μπορούσα τώρα, θα σε γαργαλούσα!» της λέω με παιχνιδιάρικο τρόπο.
«Θα έχανες την ώρα σου! Δε γαργαλιέμαι!» μου λέει έτοιμη να σκάσει στα γέλια.
«Α ναι; Θα το δούμε, όταν θα μπορέσω να πάρω σάρκα και οστά μπροστά σου» της λέω και κάνω κίνηση να τη γαργαλήσω. Αυτή πετάγεται λες και πράγματι θα την ακουμπούσα, αλλά τα χέρια μου περνάνε από μέσα της χωρίς να της αφήσουν κάποια αίσθηση αγγίγματος. «Λοιπόν.... Ποια είναι η Σόνια;» της λέω ενώ τραβιέμαι λίγο.
«Είναι μια πολύ καλή νοσοκόμα. Με αγαπάει πολύ, το ίδιο κι εγώ και με κάνει να ξεχνιέμαι, όταν λείπεις. Μου παίρνει λίγο αίμα κάθε μέρα, αλλά μου υποσχέθηκε ότι δε θα αφήσει κανέναν να μου κάνει κακό».
Αυτό είναι πολύ καλό. Τουλάχιστον έχει συντροφιά εδώ μέσα και μια υποστήριξη. Ελπίζω να κρατήσει την υπόσχεσή της και να μην κάνουν κάτι στην Ανελίζ, αλλιώς αυτή θα είναι η πρώτη που θα την πληρώσει.
«Αααα!» βγάζω μια πνιχτή κραυγή και κουλουριάζομαι. Τα μπράτσα μου πονάνε σαν να με βαράει κάποιος. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα σταματάει.
«Τατιάνα, τι έγινε;» μου λέει και είναι έτοιμη να κλάψει.
«Τίποτα, γλυκιά μου» της λέω απαλά προσπαθώντας να την ηρεμίσω. Αμέσως νιώθω όλο μου το κεφάλι να τραντάζεται. Κλείνω τα μάτια μου και δε λέω τίποτα για να μην ανησυχήσει η Ανελίζ. Το ίδιο ξανά. Μετά από λίγο σταματάει.
«Πότε θα με βγάλεις από εδώ μέσα;» Ωχ, όχι πάλι. Δεν μπορώ, όταν πιάνει αυτό το θέμα.
«Σύντομα» της λέω και της δίνω ένα πονεμένο χαμόγελο.
«Πόσο σύντομα;»
«Αχ, μωρό μου, δεν ξέρω. Μπορεί σήμερα, μπορεί αύριο, μπορεί σε μια βδομάδα». Δεν το προχωράω άλλο για να μην την ταράξω. Δυστυχώς φοβάμαι ότι θα διαρκέσει παραπάνω από μια βδομάδα. Πολύ παραπάνω.
«Γιατί όχι τώρα;» μου λέει και το χαμόγελό της έχει εξαφανιστεί.
«Δεν εξαρτάται αυτό από εμένα. Αν ήταν στο χέρι μου, τώρα θα ήσουν σπίτι σου». Που να της εξηγώ τώρα, ποια είμαι και τι σχεδιάζω.
Επιστρέφει ο διαπεραστικός πόνος, τόσο έντονος που με χτυπάει σαν αστραπή και δεν μπορώ ούτε να ανασάνω.
«Πρέπει να φύγω» της λέω με τα χίλια ζόρια και πριν προλάβει να πει τίποτα, εξαφανίζομαι.

 Ανοίγω απότομα τα μάτια μου και δύο χέρια που κρατάνε δύο λαβές βρίσκονται πάνω στο στήθος μου.
«Τρία, δύο, ένα» ακούω και τότε η γυναίκα πατάει δύο κουμπιά πάνω στις λαβές. Ηλεκτρισμός πάει να διαπεράσει το σώμα μου, αλλά μετατρέπεται σε έναν τεράστιο κεραυνό, εκτοξεύοντας τη γυναίκα από πάνω μου. Πετάγομαι και πέφτω κάτω από το ψηλό κρεβάτι. Αμέσως αναγνωρίζω πού βρίσκομαι και μέσα από τον βήχα που με έχει πιάσει, προσπαθώ να δω. Δύο χέρια με σηκώνουν και με σφίγγουν δυνατά πάνω τους.
«Ω, Θεοί! Τατιάνα! Είσαι καλά!» ακούω τον Ντάνιελ να μου λέει. Είμαι στο νοσοκομείο της αυλής. Τρέμω ολόκληρη από το σοκ και από τα νεύρα. Τι συνέβη; Αμέσως τον σπρώχνω από πάνω μου.
«Φυσικά και είμαι καλά! Τι έγινε;» κοιτάζω γύρω μου και βλέπω τη γιατρό που εκτόξευσα μακριά μου να κλαίει από πόνο. Τα χέρια της έχουν καεί. Τρέχω προς το μέρος της και της πιάνω τις παλάμες. Αυτή μορφάζει από τον πόνο και πηγαίνει να τραβηχτεί, αλλά δεν την αφήνω.
«Συγγνώμη» της λέω ήρεμα και τα χέρια της αμέσως θεραπεύονται. Η γυναίκα έχει μείνει να κοιτάζει τα χέρια της έκπληκτη. «Και πάλι συγνώμη» της ξαναλέω μετά από λίγο και αυτή χωρίς να πει τίποτα, φεύγει.
«Θα μου πεις τι στο καλό γίνεται;» γυρνάω και λέω με οργή στον Ντάνιελ.
«Ήρθα στο δωμάτιο και σου μιλούσα. Δεν ξύπνησες και άρχισα να σε κουνάω, αλλά τίποτα. Δεν ανέπνεες. Με έπιασε πανικός και άρχισα να σε ταρακουνάω με δύναμη» μου λέει σαν να το ξαναβίωνε.
«Και με χαστούκισες δυνατά».
«Ε… Ναι. Τότε ήρθε η γιατρός και σε μεταφέραμε εδώ. Είπαν ότι δεν έχεις ούτε χτύπους και σου κάνανε ηλεκτροσόκ. Ή κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω. Αλλά πάλι τίποτα. Και μετά έγινε αυτό» μου λέει και δείχνει γύρω του το μαυρισμένο δωμάτιο. Τι εννοεί δεν ανέπνεα; Τι, δηλαδή; Κάθε φορά που μεταφέρομαι, το σώμα μου κατά κάποιο τρόπο πεθαίνει; Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Κι αν χρειαστεί στο μέλλον να «ξυπνήσω;» Τι; Απλώς θα με σκοτώσουν και δε θα καταλάβω από που μου ήρθε;
«Είσαι καλά;» μου λέει και μου πιάνει το χέρι.
«Ναι, καλά είμαι» του λέω και χώνομαι μέσα στην αγκαλιά του.
«Αυτό σημαίνει ότι το υπόλοιπο βράδυ θα κοιμηθούμε μαζί;» μου λέει και μου χαμογελάει.
«Εντάξει» του λέω και τον φιλάω στα χείλη.
«Και θα μου πεις και τι έγινε;» με ρωτάει και βάζει το χέρι του γύρω από τον ώμο μου και ξεκινάμε να φύγουμε.
«Ήμουν με την Ανελίζ».
«Ποια Ανελίζ; Τη Θεά της Φωτιάς; Τι λες, Τατιάνα; Πράγματι είχες φύγει;» μου λέει ταραγμένος ο Ντάνιελ σταματώντας με μπροστά του.
«Ντάνιελ, τι λες; Λογικέψου! Σταμάτα να ανησυχείς τόσο πολύ για εμένα! Πιστεύω ότι σου έχω δείξει ότι είμαι πολύ πιο δυνατή από όσο φαίνομαι!» του λέω και τον αρπάζω από το χέρι τραβώντας τον να φύγουμε.
«Τότε ποια Ανελίζ;»
«Αχ. Τίποτα. Σε παρακαλώ πολύ. Άσ’ το άλλη φορά. Πάμε τώρα».
Το βλέμμα του χαλαρώνει και με παίρνει πάλι στην αγκαλιά του, παρασύροντάς με στο κρεβάτι μας γλυκά.


Voula Gk.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου