Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

27 Μαρ 2017

0 Η τελετή 2: Έξω από τα τείχη (Κεφάλαιο 4/Μέρος Β)


           Φαίνεται ότι μου έχουν αφήσει τη θέση στο κέντρο της μεγάλης τραπεζαρίας. Δεξιά μου κάθεται ο Ντάνιελ, ο οποίος πριν από μερικά δευτερόλεπτα σηκώθηκε για να τραβήξει την καρέκλα μου. Μου φάνηκε αυτή η πράξη του, εκτός από ευγενική, γλυκιά και του το ανταπέδωσα με ένα ζεστό φιλί. Αριστερά μου κάθεται η Κάσια και δίπλα της ο Κρίστιαν, ο οποίος μόλις μπήκα μέσα σηκώθηκε και ξανακάθισε μόλις κάθισα και εγώ. Η Κάσια μου χαμογελάει. Δεν ξεκίνησαν το φαγητό τους χωρίς εμένα και έτσι νιώθω την ανάγκη να απολογηθώ.
«Συγγνώμη που άργησα. Είχα...»
«Δεν πειράζει. Άλλωστε ειδοποίησα αργά ότι θα δειπνήσουμε σαν οικογένεια και τα φαγητά δεν είναι ακόμα έτοιμα» με διακόπτει η Κάσια και βάζει λίγο νερό πάνω σε μια πετσέτα. Την ακουμπάει πάνω στο πρόσωπό μου και τρίβει σε ένα σημείο. Το μαντήλι γίνεται ελαφρός κόκκινο και ακουμπάω το βρεγμένο μου μάγουλο. «Μπορώ να μάθω τουλάχιστον τι έκανες και γύρισες μες τα αίματα;» με ρωτάει και προσπαθώ να θυμηθώ πού αλλού μπορεί να έχω χτυπήσει. Αλλά μες τα αίματα; Τα παραλέει. Μια μικρή γρατζουνιά ήταν.
«Είχα προπόνηση» της λέω και χαμογελάω. Η Κάσια και ο Ντάνιελ καθώς είναι στο συμβούλιο καταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται, σε αντίθεση με τον Κρίστιαν.
«Προπόνηση; Μα δεν έχεις τελειώσει; Και με το παραπάνω;» λέει όλο απορία ο Κρίστιαν. Με τη φράση «και με το παραπάνω» εννοεί ότι άνετα τον βάζω κάτω. Κάτι πάει να του πει η Κάσια, σίγουρα περί θέματος να κρατήσει το στόμα του κλειστό. Αλλά δεν έχω πρόβλημα στο να το συζητήσω. Δεν είμαι και τόσο για λύπηση. Ούτε αυτό που μου συμβαίνει είναι ντροπιαστικό.
«Ναι, σωστά. Το θέμα μου όμως είναι ότι είχα πάρει ανεξέλεγκτες μορφές και δεν μπορώ να το κρύψω...»
«Να το κρύψεις; Γιατί;» τώρα πραγματικά δεν ξέρω, αν πρέπει να μιλήσω ή όχι. Αλλά είμαι σίγουρη ότι μια μέρα το σχέδιό μου θα πάρει μπρος. Οπότε γιατί όχι;
«Έχουμε σκοπό να βγούμε έξω από τα τείχη».
«Έχεις... σκοπό να βγεις έξω από τα τείχη, θες να πεις» λέει ο Ντάνιελ και η απάντησή μου είναι ένα δολοφονικό βλέμμα.
«Τι εννοείτε;» ρωτάει ο Κρίστιαν κοιτώντας μια εμένα μια τον Ντάνιελ.
«Χαρά μου, ασ’ το καλύτερα. Όταν έρθει η ώρα, θα τα μάθεις όλα» του λέει γλυκά η Κάσια και του πιάνει το χέρι. Αυτός αμέσως μαλακώνει και το βλέμμα του γαληνεύει.
Η πόρτα ανοίγει και μπαίνουν μέσα πέντε μπάτλερ κρατώντας ο κάθε ένας τους από δύο δίσκους. Τους αφήνουν πάνω στο τραπέζι και ο κόσμος γεμίζει με μια πανδαισία χρώματος και ο αέρας κατακλύζεται από τις καταπληκτικές μυρωδιές. Κρέατα, σαλάτες, πίτες. Τα πάντα. Πω, πω. Πόσο μου είχαν λείψει όλα αυτά! Νιώθω να μου τρέχουν τα σάλια και δεν ξέρω τι θέλω να πρωτοφάω. Μετά από λίγο καθώς με ρωτάνε τι θέλω να μου σερβίρουν, το ξανασκέφτομαι. Δεν έχω χρόνο για καλοφαγία. Πρέπει να είμαι συνέχεια σε φόρμα, αν θέλω να κάνω σωστή προπόνηση. Οπότε αρκούμαι σε μια καλή δόση σαλάτας κι ένα κομμάτι κρέας.
«Να μαντέψω κρατάς τις δυνάμεις σου για να φας τα υπόλοιπα αργότερα;» μου λέει ο Ντάνιελ και εγώ κατσουφιάζω στο καθόλου έξυπνο αστείο του. Με πονάει που δεν μπορώ να φάω.
«Α, μην ανησυχείς! Αυτό είναι πολύ που τρώει σε σχέση με παλιά» συμπληρώνει επίσης ειρωνικά η Κάσια. Ο Ντάνιελ αρπάζει το πιάτο μου και βάζει μια γερή δόση κρέατος με πολύ σάλτσα. Θα ήμουν ικανή να το φάω όλο. Το μόνο κακό είναι ότι σιχαίνομαι την κόκκινη σάλτσα. Την τρώω μόνο κατά παραγγελία από την Ντενίζ. Πράγμα το οποίο φαίνεται ότι δεν έγινε, με αποτέλεσμα η Κάσια να βάλει τα γέλια και εγώ να μην ακουμπήσω το φαί μου.
«Τι έγινε;» ρωτάει ο Ντάνιελ και η Κάσια παίρνει ένα άλλο πιάτο και το βάζει στη θέση του κόκκινου χυλού που έχει δημιουργηθεί στο δικό μου.
«Η Τατιάνα δεν τρώει ό,τι είναι κόκκινο. Ειρωνεία, ε; Και να φανταστείς το αγαπημένο της χρώμα είναι το κόκκινο» λέει η Κάσια.
«Συγγνώμη» λέει ο Ντάνιελ και εγώ του δίνω μια αποτυχημένη προσπάθεια χαμόγελου. Με πειράζει και καλά το αστειάκι του. Τι περίμενα όμως; Δεν καταλαβαίνουν.
Η Κάσια για να με εκνευρίσει πολύ συχνά με λέει ανορεξικιά. Το θέμα όμως είναι ότι δεν είμαι! Πότε θα καταλάβει ότι ανορεξικιά σημαίνει να τρως ελάχιστα ή καθόλου; Η διαφορά εδώ είναι ότι τρώω και με το παραπάνω! Απλώς αποφεύγω τα τηγανητά, τις σάλτσες και τα λίπη, αντικαθιστώντας τα με σαλάτα. Τέλος πάντων! Και η λίγη όρεξη που είχα έχει χαθεί με αποτέλεσμα να μασουλίσω λίγο μαρούλι. Ησυχία πέφτει στο τραπέζι και μαχαιροπίρουνα ακούγονται να έρχονται σε επαφή με τα πιάτα.
«Λοιπόν... Μιας και δεν έχετε τι άλλο να πούμε, τι λέτε να μου πείτε τι με θέλατε;» λέω και απευθύνομαι συγκεκριμένα στον Κρίστιαν. Αυτός κοιτάζει την Κάσια στα μάτια λες και περιμένει την έγκριση για κάτι. Αυτή του χαϊδεύει το χέρι και αυτός, αφού σκουπίζεται ελαφρώς, σηκώνεται όρθιος.

«Λοιπόν. Καθώς είστε το πιο κοντινό μέλος της οικογένειας της Κάσιας, θα ήθελα την έγκρισή σας για να πάρω το χέρι της αδερφής σας». Περίμενε... Τι; Να το πάει που; Μα τι λέω; Σύνελθε, Τατιάνα! Σε καμία περίπτωση δεν περίμενα πότε μου ότι πρέπει να δώσω την άδειά μου για κάτι τέτοιο! Έχω μείνει να τον κοιτάζω σαστισμένη. Το βλέμμα μου πέφτει πάνω στην Κάσια και το πρόσωπό μου σοβαρεύει.
«Δηλαδή για να προχωρήσετε, περιμένετε την άδειά μου;» λέω κοιτάζοντάς τους και τους δύο. Μου νεύουν θετικά σαν ένα. «Και είστε σίγουροι ότι θέλετε την απάντησή μου;» απευθύνομαι τώρα κυρίως στην Κάσια και ας μιλάω στον πληθυντικό. Νεύουν και πάλι.
«Είστε σίγουροι!» επαναλαμβάνω και καρφώνω με το βλέμμα μου την Κάσια.
«Ναι...» λέει μετά από λίγο με δισταγμό. Εγώ προσπάθησα να την προειδοποιήσω.
«Όχι. Όχι, δεν έχεις την έγκρισή μου ή την άδειά μου για να πάρεις το χέρι της» λέω απολύτως ψυχρά και το πιρούνι από το χέρι του Ντάνιελ πέφτει.
«Τι; Μα, γιατί;» φωνάζει η Κάσια πηδώντας από τη θέση της.
«Ζητήσατε την άδειά μου. Η απάντηση λοιπόν είναι όχι» της λέω με τον ίδιο τόνο.
«Τι λες, Τατιάνα; Γιατί;» συνεχίζει να φωνάζει.
«Δεν είσαι ούτε 18 και αυτός είναι 26! Ούτε καν που έχεις ωριμάσει! Καλύτερα να κοιτάξεις τι γίνεται γύρω σου και να αφήσεις τους γάμους και τα παραμύθια» τώρα φωνάζω κι εγώ. Το χέρι μου πιάνει ο Ντάνιελ.
«Ε... Τατιάνα;» τον ακούω να λέει.
«Δεν ξέρεις τι σου γίνεται! Μόνο να καταστρέφεις τη ζωή μου ξέρεις!» ωρύεται.
«Κάσι, ηρέμησε, σε παρακαλώ...» της ψιθυρίζει ο Κρίστιαν.
«Μόνη σου την καταστρέφεις! Και για το καλό σου άσε τα πανηγύρια και πήγαινε αυτή τη στιγμή στο δωμάτιό σου, προτού αλλάξω γνώμη και δεν τον ξαναδείς ποτέ!»
«Δεν είσαι η μαμά μου! Α ναι... Τώρα θυμήθηκα... Τη σκότωσες!» λέει μέσα από τα δόντια της και τα μάτια μου γουρλώνουν από τον θυμό. Ακούω αστραπές γύρω μου, αλλά δεν κάνω κόπο να το σταματήσω. Ίσως αν φοβηθεί λιγάκι να θυμηθεί σε ποια απευθύνεται.
«Τι είπες;» λέω απειλητικά πλησιάζοντάς την.
«Θες να το ακούσεις ξανά; Είπα ότι...» το χέρι μου φεύγει και της δίνω τέτοιο χαστούκι που πέφτει στο πάτωμα και το μάγουλό της φαίνεται να αιμορραγεί. Στο πλευρό της φτάνει αμέσως ο Κρίστιαν. Οι αστραπές εξαφανίζονται, αλλά αέρας δυνατός συνεχίζει να χτυπάει στο δωμάτιο.
«Αυτό παραπάει!» φωνάζει ο Κρίστιαν και λέω να μη θυμώσω άλλο. Έτσι προσπερνάω τα λόγια του.
«Πήγαινέ τη στο δωμάτιο και βεβαιώσου ότι δε θα βγει όλη μέρα, αλλιώς θα το κάνω εγώ!» του λέω απειλητικά και μετά από ένα βλέμμα που φαίνεται σαν να εκπέμπει κατάρες πάνω μου, τη σηκώνει και την πηγαίνει προς το δωμάτιό της. Όταν χάνονται πια από το οπτικό μου πεδίο, το βλέμμα μου ανοίγει και μπορώ να δω γύρω μου. Η τραπεζαρία έχει σπάσει στη μέση. Οι καρέκλες έχουν σκορπιστεί σε όλη την αίθουσα και η μοκέτα καπνίζει ακόμα από το κάψιμο.
Το βλέμμα μου σταματάει στον Ντάνιελ, ο οποίος έχει χτυπήσει στο μπράτσο από ένα θραύσμα από τα σπασμένα παράθυρα. Αμέσως τον πλησιάζω και με τρεμάμενα χέρια πάω να τον θεραπεύσω. Με σταματάει και με κοιτάει στα μάτια.
«Όλα θα πάνε καλά» μου λέει ήρεμα.
«Τι εννοείς; Φυσικά και θα πάνε καλά. Είμαι καλά» λέω με τρεμάμενη φωνή, προσπαθώντας να χαμογελάσω.
«Όχι, Τατιάνα... Δεν είσαι καλά» λέει και παίρνει το πρόσωπό μου μες τις δύο του χούφτες. Αμέσως ξεσπάω σε κλάματα και κλείνομαι μέσα στο στέρνο του.
«Δεν το έκανα εγώ. Δε φταίω εγώ. Στο ορκίζομαι» λέω μέσα από τα αναφιλητά που με πνίγουν, περισσότερο στον εαυτό μου παρά σε εκείνον.
«Σςς... Ηρέμησε. Το ξέρω...» μου λέει και μου χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά.

Voula Gk.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου