Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

15 Μαρ 2017

2 Απρόσμενο Ξύπνημα (Κεφάλαιο 2)

                         Νερίσσα

Ήμουν ξαπλωμένη και παρατηρούσα έναν από τους πίνακές μου στη γωνία του δωματίου. Τον είχα ζωγραφίσει πρόσφατα γι’ αυτό βρισκόταν εκεί και όχι στις κούτες μαζί με τους υπόλοιπους. Απεικόνιζε ένα δάσος, λουσμένο από την πανσέληνο που δέσποζε στο πάνω μέρος· αν παρατηρούσες καλύτερα, μέσα στο δάσος υπήρχαν μαύρες κρυμμένες φιγούρες, που για κάποιον φυσιολογικό άνθρωπο θα ήταν απλές φιγούρες. Στη δική μου όμως φαντασία ήταν πλάσματα περίεργα με διάφορες ιδιότητες και χαρακτηριστικά. Διάβαζα τόσα βιβλία από μικρή και όλα είχαν να κάνουν με την φαντασία, σε σημείο που κάποιοι έλεγαν πως αυτό μου είχε αφήσει κουσούρι. Εγώ πάλι πίστευα ότι ήταν υπέροχο να παίζω με τη φαντασία μου. Πολλές φορές ευχόμουν να υπήρχαν όλα αυτά που ζωγράφιζα και φανταζόμουν, για να αποκτήσω επιτέλους μία πιο ενδιαφέρουσα ζωή.
«Τι κοιτάζεις;» η φωνή της Ίρμα με έβγαλε από τις σκέψεις μου, γύρισα και την κοίταξα. Είχε ήδη ετοιμαστεί και έφτιαχνε τα μαλλιά της, ενώ με κοίταζε με περιέργεια. Γέλασα στην εικόνα της, κρατούσε με το στόμα τη χτένα της και με τα χέρια προσπαθούσε να τιθασεύσει τα μαλλιά της. Πάντα μου άρεσαν τα σγουρά μαλλιά της, εκείνη από την άλλη τα μισούσε.
«Τίποτα. Κοιτούσα τον πίνακα απλώς…»
«Πάλι με αυτό ασχολείσαι; Φτάνει Νερ. Σήκω, ετοιμάσου και γίνε μια κούκλα. Θα πάμε σε μία έπαυλη γεμάτη με πλούσιους άντρες και είμαστε στην τέλεια ηλικία να βρούμε κάποιον. Γιατί όχι κάποιον πλούσιο;» μου έκλεισε το μάτι και με κοίταξε κάπως αυστηρά, ξέροντας ήδη την άποψή μου και μη θέλοντας να με ακούσει να τη λέω, όμως ποτέ δε θα της έκανα αυτή τη χάρη.
«Ξέρεις πολύ καλά ότι είμαι μια χαρά μόνη μου. Και μπορεί να είναι πλούσιοι εκεί, όμως μην ξεχνάς ότι πάμε για να τους σερβίρουμε, δεν είμαστε καλεσμένες, Ίρι. Επίσης… μπορεί να είναι όλοι γέροι και ξενέρωτοι» σηκώθηκα και πήγα στο δωμάτιό μου, συνεχίζοντας να της μιλάω, και φόρεσα τη στολή μου· ένα μαύρο πουκάμισο με μία στενή μαύρη επίσημη φούστα που κάλυπτε το γόνατο. Βγήκα από το δωμάτιο και χτένισα τα μαλλιά μου. Σε αντίθεση με της Ίρμας τα δικά μου ήταν πάντα ίσια και ελάχιστες φορές σπαστά. Το μαύρο τους χρώμα τα έκανε να μην ξεχωρίζουν από τη στολή μου και με έδειχναν το δέρμα μου ακόμη πιο λευκό.
«Είσαι έτοιμη;» ρώτησε και πήρε τα κλειδιά της.
«Ναι, πάμε».
Μπήκαμε στο αμάξι και ένιωσα να χαλαρώνω από το κρύο που επικρατούσε έξω, μιας και δε μου άρεσε ποτέ η ζέστη. Αυτή την εποχή είχε αρκετά χαμηλή θερμοκρασία στην Πράγα. Τα πάντα ήταν μούσκεμα και η βροχή φαινόταν πως δεν είχε σκοπό να κοπάσει σύντομα. Ακούμπησα το μέτωπό μου στο τζάμι του αυτοκινήτου, μια συνήθεια που είχα από μικρή, όταν οι γονείς μου άνοιγαν τη θέρμανση,και χαλάρωσα κοιτάζοντας τις σταγόνες που έπεφταν.

«Σου μιλάω τόση ώρα. Πού έχεις το μυαλό σου;» η φωνή της με επανέφερε στην πραγματικότητα, καθώς είχα σχεδόν αποκοιμηθεί.
«Τι μου έλεγες;» ρώτησα ισιώνοντας το σώμα μου και στρώνοντας τα ρούχα μου.
«Έλεγα ότι σε λίγο φτάνουμε και ειλικρινά σε παρακαλώ να αρχίσεις να είσαι πιο κοινωνική. Νερ, αυτό δεν είναι σωστό, είσαι συνέχεια κλεισμένη στο σπίτι, πίσω από βιβλία ή πίνακες ζωγραφικής» έκανε μία παύση και με κοίταξε στιγμιαία, έπειτα συνέχισε να παρατηρεί τον δρόμο. «Ξέρεις ότι ποτέ δε σε έκρινα για τις αποφάσεις σου και γενικά για το πως ήθελες να είναι η ζωή σου. Πάντα ήμουν και είμαι δίπλα σου, όμως έχω αρχίσει να ανησυχώ. Σήμερα λοιπόν θέλω να περάσουμε καλά και να προσπαθήσεις να διασκεδάσεις λίγο».
Την κοίταξα με σηκωμένα φρύδια ξέροντας πολύ καλά τι εννοούσε. Όντως δε συνήθιζε να επεμβαίνει στο πώς περνάω τον χρόνο μου, όμως σήμερα δεν καταλάβαινα τι την είχε πιάσει. Η μέρα συνέχιζε να γίνεται όλο και πιο περίεργη και το συναίσθημα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με κατέκλυσε περισσότερο.
«Ξέρεις ότι πάμε για δουλειά εκεί, έτσι;»
Χωρίς ν’ απαντήσει, γέλασε και έστριψε απότομα στην επόμενη στροφή με αποτέλεσμα να προλάβω τελευταία στιγμή να κρατηθώ ώστε να αποφύγω την πρόσκρουση με το τζάμι.
«Φτάσαμε» είπε γελώντας, ενώ εγώ την κοίταξα εκνευρισμένη.
Περιμέναμε πίσω από το βαν της εταιρείας μας στην κεντρική είσοδο, μέχρι να μας αφήσουν να περάσουμε. Απ’ ότι κατάλαβα υπήρχε έλεγχος.
«Πρέπει να είναι πολύ σημαντικοί οι ένοικοι, για να υπάρχει τέτοιος έλεγχος στην πύλη» σκέφτηκα έντονα. Έφτασε η σειρά μας και μας έφεξαν με φακούς, ώστε να κατεβάσουμε τα παράθυρα του αυτοκινήτου για να μας ελέγξουν. Ζήτησαν ταυτότητες και έλεγξαν μέχρι και τα πίσω καθίσματα. Μόλις κατέβασα το παράθυρο, το κρύο εισχώρησε αμέσως στο εσωτερικό του αυτοκινήτου και μου προκάλεσε ρίγος. Είχα την εντύπωση ότι δεν ήταν το μόνο πράγμα που το προκάλεσε. Το βλέμμα μου στάθηκε στα μάτια του φρουρού. Στεκόταν ακριβώς δίπλα μου. Είχαν ένα έντονο χρώμα στην απόχρωση του μαύρου. Δεν πρόλαβα να δω περισσότερα, διότι, μόλις αντιλήφθηκε ότι τον επεξεργαζόμουν τόσο έντονα, κατέβασε το κεφάλι του κρύβοντας τα χαρακτηριστικά του και απομακρύνθηκε. Όταν τελικά μας άφησαν να περάσουμε, έμεινα αποσβολωμένη με αυτό που αντίκριζα και το γεγονός που είχε εξελιχθεί πριν από λίγο δε με βοηθούσε να παραμένω ήρεμη. Μία τεράστια έπαυλη δέσποζε στο κέντρο του οικήματος και ερχόταν σε αντίθεση με τα πάντα γύρω της, χάρη στο λευκό της χρώμα. Η αυλή ήταν καταπράσινη και δεν μπορούσα να βρω το τέλος της όπου και αν γύριζα το κεφάλι μου. Όσο μπορούσα μέσα στο σκοτάδι, παρατηρούσα τα αγάλματα λιονταριών που υπήρχαν δεξιά και αριστερά στο πέτρινο μονοπάτι που διασχίζαμε με το αμάξι.
Όταν φτάσαμε κοντά πλέον, διέκρινα το σιντριβάνι που στόλιζε το μέρος. Ήταν ένα στρογγυλό μεγάλο σιντριβάνι στο ίδιο λευκό χρώμα με το σπίτι και στο κέντρο του υπήρχε ένα άγαλμα λιονταριού που φαινόταν να βρυχάται και να προσπαθεί να πιάσει ένα πουλί που πετούσε από πάνω του. Αν διέκρινα καλά, το πουλί έμοιαζε με γεράκι. Αυτό που μου κέντρισε όμως το ενδιαφέρον ήταν το κόκκινο χρώμα του υγρού που κυλούσε από το στόμα του λιονταριού και κατέληγε μέσα στον κύκλο του.
«Το είδες αυτό;» την κοίταξα σοκαρισμένη από την εικόνα αυτή.
«Για την έπαυλη μιλάς; Ναι, είναι φανταστική» είπε και ακολούθησε στο πλαϊνό μέρος της έπαυλης την υπόλοιπη ομάδα μας.
«Όχι, για το σιντριβάνι μιλάω. Ήταν κόκκινο» κοιτούσα πλέον γύρω μου, χωρίς να μπορώ να παρατηρήσω τίποτα άλλο, αφού η προσοχή μου ήταν στραμμένη στο άγαλμα.
«Ε και; Θα είναι νερό με χρώμα, Νερίσσα, σιγά. Έλα, μας περιμένουν και σίγουρα δε θέλεις να τσατίσουμε τη Σελέστ» έκανε μία γκριμάτσα τρόμου.
Γέλασα και άφησα στο πίσω μέρος του μυαλού μου αυτό το θέμα. Κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο και στρώσαμε τα ρούχα και τα μαλλιά μας. Δεν έπρεπε να υπάρχει κάτι πάνω μας που δεν ήταν στην εντέλεια, γιατί τότε ποιος την άκουγε.
Πλησιάσαμε του υπόλοιπους και περιμέναμε στη σειρά, ώστε να βοηθήσουμε με τα πράγματα. Η δεξίωση θα ξεκινούσε σε λίγες ώρες και έπρεπε όλα να είναι άψογα.

Όλα ήταν έτοιμα και εμείς μόλις είχαμε γεμίσει τους δίσκους μας, ο κόσμος έξω ακουγόταν χαοτικός και αυτό μου προκαλούσε μία αίσθηση αναγούλας και σφιξίματος στο στομάχι. Η Ίρμα με κοίταξε και χαμογέλασε γνωρίζοντας φυσικά τι σκεφτόμουν. Με μία βαθιά ανάσα συνέχισα το βήμα μου και βγήκα στον διάδρομο. Σίγουρα ήταν καλό που είχα εισπνεύσει μπόλικη ποσότητα αέρα πριν από λίγο, γιατί με αυτό που αντίκρισα δεν μπορούσα να αναπνεύσω με ευκολία.
Ένα τεράστιο χολ γεμάτο από κόσμο που άφηνε τα παλτά του και προχωρούσε προς έναν άλλο, εξίσου μεγάλο, χώρο. Το μέρος ήταν τεράστιο και σίγουρα η λέξη πλούσιο δεν αρκούσε να περιγράψει το μεγαλείο που επικρατούσε. Σηκώνοντας το κεφάλι παρατήρησα ότι είχε άλλους τρεις ορόφους, στους οποίους πήγαινες μέσω μίας σκάλας με ασημένιο στήριγμα στην άκρη της και τόσο φάρδος που μπορούσε όλος αυτός ο κόσμος να στέκεται απλώς εκεί χωρίς κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα. Όλα ήταν στις αποχρώσεις του λευκού και του μαύρου, με κυρίαρχο υλικό το ασήμι σε όσα αντικείμενα στόλιζαν τον χώρο. Ήθελα να παρατηρήσω περισσότερο τους πίνακες και τις τοιχογραφίες, όμως η Ίρμα με σκούντησε απαλά επαναφέροντάς με στην πραγματικότητα. Προχώρησα με επιδέξιο τρόπο ανάμεσα από το πλήθος και μπήκα στην κεντρική αίθουσα.
Ο κόσμος όπως και πριν ήταν πολύς, με αποτέλεσμα το στομάχι μου να σφιχτεί ακόμα περισσότερο. Προσπάθησα να παρατηρήσω τον καινούριο χώρο, όμως όσο και να ήθελες να δεις οτιδήποτε άλλο, το μάτι σου έπεφτε στην άκρη της αίθουσας, σε ένα υπερυψωμένο σημείο όπου στεκόταν μία τριμελής οικογένεια.
Αυτός που ξεχώριζε ήταν ο άντρας με τα γκρίζα μαλλιά και την αυστηρή στάση του, ο οποίος καθόταν ανάμεσα σε μία κοπέλα και έναν άντρα. Μου είχαν κεντρίσει τόσο την προσοχή και δεν αντιλήφθηκα ότι πλησίασα κοντά τους. Τα πράσινα μάτια πρόδιδαν την συγγένειά τους και η αυστηρή στάση επιβεβαίωνε ότι ήταν σίγουρα πατέρας και γιος. Η κοπέλα από την άλλη φαινόταν μαζεμένη και προσπαθούσε να μείνει στην αφάνεια. Στεκόταν πίσω από τους δύο άντρες και ακουμπούσε το σώμα της στον τοίχο· η στάση της πρόδιδε το πόσο πολύ ήθελε να φύγει από αυτό τον χώρο. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα και πρέπει να ήταν το μόνο κοινό που διέθετε με το αγόρι κοντά της. Τα δικά της μάτια ήταν μαύρα και τόσο φωτεινά.

«Ωραίος, ε;» ακούγοντας τη φωνή της Ίρμα στο αυτί μου πετάχτηκα για λίγο, ευτυχώς συγκρατώντας τον δίσκο με τις σαμπάνιες. Την κοίταξα με αγανάκτηση και εκείνη γέλασε κρυφά. Γύρισα το κεφάλι μου και συνέχισα για λίγο να κοιτάζω προς το μέρος των τριών αυτών ανθρώπων. Δεν ήξερα αν θα τον χαρακτήριζα ωραίο, πάντως σίγουρα θα τον έλεγα επιβλητικό. Το ρίγος που ένιωσα στο αυτοκίνητο επανήλθε και κουνώντας το κεφάλι μου προσπάθησα να το διώξω, όπως και τις υπόλοιπες σκέψεις που βομβάρδιζαν το μυαλό μου.  


Γεωργία Αντωνιάδου

2 σχόλια:

  1. Τη γνώμη μου την ξέρεις!! <3 Συνέχισε έτσι!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Οοο είσαι υπέροχη ^_^ Θέλω να σε δω με έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα παρακάτω 😉😉😉

    ΑπάντησηΔιαγραφή